MOORCROFT TRADING LIMITED ν. ΕΡΜΟΥΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ-ΖΗΚΑ, Αρ. Αγωγής: 5582/12, 25/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5582/12 Μεταξύ: MOORCROFT TRADING LIMITED Εναγόντων και ΕΡΜΟΥΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ-ΖΗΚΑ Εναγόμενης Ημερομηνία: 25.4.2018 Για Ενάγοντες: κ. Σ. Σωφρονίου. Για Εναγόμενη: κα Δ. Ζένιου για Ερμής Σ. Στυλιανίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη, το ποσό των €1.400, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 10.3.10 μέχρι εξοφλήσεως, ως υπόλοιπο λογαριασµού. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισµένης ευθύνης µε έδρα την Λεµεσό, όπου διατηρούν κατάστημα / boutique πώλησης γυναικείων ειδών νεωτερισμού με την ονομασία «DAY DREAM BOUTIQUE», με την οποία επίσης συναλλάσσονται. Η Εναγομένη καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτιδα των Εναγόντων, διατηρώντας συνεχή λογαριασμό με αυτούς. Ο εν λόγω λογαριασμός μέχρι τις 10.3.10 έδειχνε υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες το ποσό των €1.
- Οι Ενάγοντες πολλές φορές μέχρι σήμερα κάλεσαν την Εναγομένη όπως τους εξοφλήσει, ως επίσης και με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ.17.10.12 αλλά η Εναγομένη παρέλειψε και/ή αμέλησε. Η Εναγόµενη αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων οι οποίοι δεν συνάδουν και/ή είναι αντίθετοι με τους δικούς της, πλην των όσων παραδέχεται. Αγνοεί και αρνείται την ύπαρξη της εταιρείας των Εναγόντων και το ότι αυτοί διατηρούν το συγκεκριμένο κατάστημα, του οποίου όμως την ύπαρξη παραδέχεται. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ήταν πελάτιδα των Εναγόντων, ισχυρίζεται ότι αν υπήρξε ποτέ πελάτιδα τους, ουδέποτε διατηρούσε λογαριασμό και για κάθε της αγορά πάντοτε πλήρωνε επιτόπου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αν οι Ενάγοντες διατηρούν οποιουδήποτε είδους λογαριασμό, αυτός είναι χωρίς τη συγκατάθεση και/ή τη γνώση της και/ή κατασκευάστηκε δόλια από τους Ενάγοντες, με σκοπό την είσπραξη ανύπαρκτων οφειλών. Παραδέχεται την λήψη επιστολής ημερ. 17.10.12, στην οποία όμως απάντησε μέσω δικηγόρου της, ότι δεν οφείλει το επίδικο ποσό και ουδέποτε αναγνώρισε τόσο η ίδια όσο και οποιοσδήποτε άλλος εκ μέρους της, την επίδικη οφειλή. Τέλος αρνείται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται τις αξιούμενες θεραπείες και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον αυτών. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισµούς της Εναγόμενης, οι οποίοι αντιφάσκουν και/ή δεν συνάδουν µε τους δικούς τους. Μαρτυρία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους οι Ενάγοντες κάλεσαν μια μάρτυρα ενώ από πλευράς Εναγόμενης κατέθεσε η ίδια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η κα Αναστασία Ριαλά, διευθύντρια των Εναγόντων. Σύμφωνα με αυτήν: Η εταιρεία των Εναγόντων (κατέθεσε ως τεκμήριο 1 πιστοποιητικό σύστασης) διατηρεί κατάστημα με γυναικεία ρούχα, στην οδό Αγίας Ζώνης 1‑3, Πεντάδρομος Center, το οποίο λειτουργεί αποκλειστικά η μάρτυρας. Γνωρίζει την Εναγόμενη καθότι ήταν πελάτισσα στο εν λόγω κατάστημα από το
- Αυτή πήγαινε εκεί έπαιρνε ρούχα και κάθε ενάμιση με δύο μήνες έδινε στην μάρτυρα χρήματα έναντι των εμπορευμάτων που έπαιρνε. Σε κάποια στιγμή περί το 2009, 2010 η Εναγόμενη είχε οφειλόμενα. Μετά σταμάτησε να πηγαίνει στο κατάστημα. Για πάρα πολύ καιρό η μάρτυρας της τηλεφωνούσε και την ενημέρωνε σχετικά και εκείνη της έλεγε ότι θα πήγαινε. Η μάρτυρας έκανε υπομονή διότι με τις πελάτισσες της συνδέεται κιόλας. Μέχρι που πριν 6 χρόνια πάντρευε την κόρη της και βρήκε τυχαία την Εναγόμενη σε ένα κατάστημα δίπλα από το δικό της. Την ρώτησε διακριτικά εάν θα της δώσει κάποια λεφτά και της είπε ότι παντρεύει την κόρη της. Εκείνη της ζήτησε να της δώσει κανένα μήνα και της είπε ότι θα πήγαινε για να της δώσει και προσκλητήριο. Τίποτε όμως από αυτά δεν έπραξε. Η μάρτυρας της τηλεφώνησε μετά τον γάμο της κόρης της και η Εναγόμενη της είπε ότι της έτυχαν κάποια πράγματα. Μετά η μάρτυρας την ξαναπήρε τηλέφωνο, χωρίς όμως να γίνει τίποτε. Ποτέ η Εναγόμενη δεν αρνήθηκε ότι της χρωστά. Έτσι στο τέλος η μάρτυρας πήγε σε δικηγόρο και του ανέθεσε να στείλει επιστολή στην Εναγόμενη, όπως και έγινε (κατέθεσε ως τεκμήριο 2 επιστολή ημερ. 17.10.12). Στην εν λόγω επιστολή απάντησε ο δικηγόρος της Εναγόμενης με επιστολή ημερ. 12.11.12 (τεκμήριο 3). Με νέες οδηγίες της ο δικηγόρος της απάντησε στην τελευταία επιστολή με επιστολή ημερ. 14.11.12 (τεκμήριο 4). Η μάρτυρας διατηρεί λογαριασμούς για τις τακτικές πελάτισσες της σε βιβλίο. Εκεί γράφει τι ρούχα αγοράζουν και κατά διαστήματα, ανάλογα με την πελάτισσα, πηγαίνουν και δίνουν έναντι των αγορών τους, κάτι που επίσης περνά στο βιβλίο. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 5 και 6 αντίγραφα των σελίδων των βιβλίων όπου κατέγραφε τα πιο πάνω σε σχέση με την Εναγόμενη. Εξήγησε ότι στο πρώτο βιβλίο η Εναγόμενη ήταν καταχωρημένη στην σελίδα
- Εκεί υπήρχε υπόλοιπο και επειδή γέμισε η σελίδα μετέφερε τον λογαριασμό της Εναγόμενης στην σελίδα 151 (οι δύο σελίδες είναι το τεκμήριο 5), όπου φαίνεται υπόλοιπο €1.
- Στην συνέχεια μετέφερε τον λογαριασμό σε άλλο καθαρό βιβλίο (τεκμήριο 6) όπου φαίνεται ότι το οφειλόμενο από την Εναγόμενη υπόλοιπο είναι €1.
- Μέχρι σήμερα η Εναγόμενη δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό και οφείλει το ποσό των €1.
- Περιέγραψε την Εναγόμενη ότι την τελευταία φορά του την είδε πριν 3 χρόνια, ήταν ξανθιά, κανονικής διάπλασης και τότε ήταν η βασίλισσα του Καρναβαλιού. Η Εναγόμενη στην δική της μαρτυρία ανέφερε ότι το 2003 ξεκίνησε να εργάζεται σε οίκο δημοπρασιών στην οδό Γλάδστωνος στην Λεμεσό κοντά στην περιοχή όπου διατηρούσε το κατάστημα της η Μ.Ε.
- Για τα εγκαίνια του οίκου δημοπρασιών, η Εναγόμενη επισκέφθηκε για πρώτη φορά το κατάστημα της Μ.Ε.1 για να αγοράσει νέα ρούχα να φορέσει στην εκδήλωση. Επισκέφθηκε και άλλες φορές το κατάστημα σαν πελάτισσα. Ουδέποτε αγόρασε κάτι από εκεί με πίστωση και ουδέποτε έδωσε άδεια στην Μ.Ε.1 να διατηρεί πιστωτικό λογαριασμό στο όνομα της. Δεν ήταν συχνή πελάτισσα του καταστήματος. Όταν έβλεπε κάτι στη βιτρίνα που της άρεσε έμπαινε και αν υπήρχε στο μέγεθος της, το πλήρωνε και το έπαιρνε. Πιστεύει ότι οι Ενάγοντες στην αγωγή αυτή λανθασμένα πιστεύουν και ισχυρίζονται ότι τους οφείλει οιονδήποτε ποσό ενώ δεν τους οφείλει τίποτα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ορθό, εφόσον το θέμα είναι σχετικό, όπως κάνω αναφορά στην νομολογία που αφορά τις περιπτώσεις, όπως την παρούσα, όπου η αξίωση εδράζεται σε λογαριασμό. Ως λοιπόν ουσιαστικά επαναλήφθηκε στην Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κυριάκου κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 171/2011, ημερ. 29.6.16, μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθούν. Με άλλα λόγια οι εκάστοτε καταχωρήσεις σε ένα λογαριασμό, είτε πρόκειται για χρεώσεις είτε για πιστώσεις (με εξαίρεση αποδεδειγμένο λογαριασμό), θα πρέπει να αποδειχθούν ούτως ώστε να επαληθευτεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και ακριβής (βλ. και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Οι Ενάγοντες λοιπόν θα πρέπει να αποδείξουν στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το υπόλοιπο του λογαριασμού, το οποίο αμφισβητείται (βλ. Γρηγορίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 846 και Κλεάνθους κ.α. v. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ 1344). Ως έχει προαναφερθεί προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγόντων έδωσε μαρτυρία η Μ.Ε.1, η οποία κατέθεσε προς τον σκοπό αυτό 6 τεκμήρια. Η εν λόγω μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, ήταν σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από συνέπεια και λογική, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά μου άφησε την εικόνας ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Θα πρέπει να λεχθεί εξ αρχής ότι ως η διευθύντρια των Εναγόντων και το μόνο πρόσωπο που διαχειρίζεται από το 1994 το κατάστημα γυναικείων ρούχων που αυτοί διατηρούν, είχε προσωπική γνώση για όλα όσα κατέθεσε και εξήγησε με απλότητα και λεπτομέρεια τις συναλλαγές με την Εναγόμενη αλλά και την θέση της για το πώς καταλήγει ότι αυτή οφείλει το αξιούμενο ποσό. Έτσι εξήγησε ότι η Εναγόμενη ήταν πελάτισσα στο κατάστημα από το
- Η Εναγόμενη ψώνιζε από εκεί ρούχα επί πιστώσει και κάθε κάποιο χρονικό διάστημα έδινε στην μάρτυρα χρήματα έναντι των αγορών της. Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό συνεχίσθηκε μέχρι το 2009, 2010 οπόταν η Εναγόμενη σταμάτησε να πηγαίνει στο κατάστημα. Ως τότε είχε οφειλόμενο υπόλοιπο από τις αγορές της το ποσό των €1.
- Προς απόδειξη αυτής της οφειλής, πέραν της προσωπικής γνώσης της η Μ.Ε.1 κατέθεσε και τα τεκμήρια 5 και 6 που είναι αντίγραφα των σελίδων των βιβλίων όπου τηρούσε τον λογαριασμό που αφορούσε τις αγορές της Εναγόμενης. Ως ανέφερε η ίδια προσωπικά διατηρούσε τέτοιους λογαριασμούς σε βιβλίο για τις τακτικές πελάτισσες της, όπου έγραφε ξεχωριστά για την κάθε μια τι αγόραζαν, τι πλήρωναν έναντι των αγορών τους και τα οφειλόμενα υπόλοιπα τους. Δεν πρόκειται λοιπόν για περίπτωση προσώπου που δεν είχε προσωπική γνώση για τα πιο πάνω (βλ. A. L. Mantovani & Sons Ltd ανωτέρω, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263 και Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462 Εξήγησε δε ουσιαστικά ότι όταν δεν υπήρχε πλέον χώρος στην σελίδα όπου κατέγραφε τον λογαριασμό μιας πελάτισσας της, μετέφερε τον λογαριασμό σε άλλη σελίδα στο ίδιο βιβλίο και αργότερα σε άλλο καθαρό βιβλίο. Συγκεκριμένα για την Εναγόμενη υπέδειξε ότι σε ένα βιβλίο τηρούσε τον λογαριασμό της στην σελίδα 104 και στην συνέχεια στην σελίδα 105 όπου τον μετέφερε ξεκινώντας με το υπόλοιπο από την σελίδα 104 (πρόκειται για τις δύο σελίδες του τεκμηρίου 5) και αργότερα τον μετέφερε με τον ίδιο τρόπο σε άλλο καθαρό βιβλίο που χρησιμοποιούσε για κάθε σεζόν (πρόκειται για την σελίδα τεκμήριο 6). Εξήγησε δε αναλυτικά τις καταγραφές για τις οποίες ρωτήθηκε. Από μια απλή εξέταση των τεκμηρίων 5 και 6 θα πρέπει να λεχθεί ότι πρόκειται για ένα απλό λογαριασμό, ο οποίος παρέχει ικανοποιητική πληροφόρηση και μπορεί να γίνει πολύ εύκολα αντιληπτός εφόσον στην μια στήλη καταγράφονται τα εμπορεύματα που αγοράζονταν και όταν γινόταν «είσπραξη», σε άλλη τα ποσά που εισπράττονταν και σε άλλη το οφειλόμενο υπόλοιπο που είναι το αποτέλεσμα της ανάλογης χρεοπίστωσης (βλ. Κλεάνθους κ.α. ανωτέρω). Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω, ακολουθώντας τις εν λόγω χρεοπιστώσεις από την σελίδα 104, το υπόλοιπο αυτής που μεταφέρθηκε στην σελίδα 105, τις εκεί χρεοπιστώσεις (τεκμήριο 5) και στην συνέχεια το υπόλοιπο που μεταφέρθηκε στο τεκμήριο 6 και τις εκεί χρεοπιστώσεις, κρίνω ότι ο λογαριασμός εκπέμπει την αυθεντική εικόνα των πραγμάτων, με μια εξαίρεση για την οποία αναφορά θα γίνει πιο κάτω. Δεν μου διαφεύγει ότι στο τεκμήριο 5 δεν υπάρχουν ημερομηνίες. Όμως από την εξέταση των σελίδων 104 και 105 αλλά και αυτής του τεκμηρίου 6, προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για συνεχόμενη καταγραφή της σειράς των χρεοπιστώσεων που καταλήγουν, ως φαίνεται στην σελίδα του τεκμηρίου 6, στην μεταφορά του υπολοίπου των €1.800 που σημειώνεται ότι έγινε στις 16.2.09 και στην συνέχεια στην τελευταία είσπραξη των €400 που σημειώνεται ότι έγινε στις 10.3.10 και δείχνει το τελικό υπόλοιπο των €1.
- Με δεδομένη λοιπόν την καταγραφή των ημερομηνιών στο τεκμήριο 6 και τα όσα προαναφέρθηκαν, κρίνω ότι η μη καταγραφή στο τεκμήριο 5 των ημερομηνιών δεν διαψεύδει αλλά αντίθετα καθιστά πειστική την θέση της Μ.Ε.1, που ήταν ουσιαστικά ότι τα τεκμήρια 5 και 6 παρουσιάζουν συνεχόμενη, ορθή και πλήρη την κατάσταση του λογαριασμού της Εναγόμενης κατά την χρονική περίοδο πριν αυτή σταματήσει να πληρώνει, με εξαίρεση το πρώτο καταγραμμένο ποσό των €170 στην σελίδα 104 για το οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω και το οποίο ως θα αναφερθεί δεν έχει να κάνει με την αξιοπιστία της Μ.Ε.
- Ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη πλήρωνε με βίζα και ουσιαστικά ότι η πρακτική της ίδιας ήταν να μην εκδίδει αποδείξεις για την αξία των εμπορευμάτων που αγόραζαν οι πελάτισσες της αλλά να χτυπά στην μηχανή και να εκδίδει απόδειξη όπου έδιδε περιγραφή του εμπορεύματος, το ποσό των χρημάτων που πληρωνόταν έναντι των αγορών τους και να καταγράφει τα σχετικά στους λογαριασμούς που τηρούσε στο βιβλίο. Έτσι στην Εναγόμενη έδιδε πέραν της απόδειξης της βίζας και τέτοια απόδειξη. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι όταν ρωτήθηκε κατά πόσο οι πελάτισσες της υπέγραφαν στο βιβλίο όπου τηρούσε τους λογαριασμούς τους αρχικά απάντησε αρνητικά ενώ όταν στην συνέχεια είδε το βιβλίο που είχε στην κατοχή της (και από το οποίο προέρχεται το τεκμήριο 5) είπε ότι κάποιες υπέγραφαν. Όμως δεν κρίνω ότι αυτό αποτελεί ουσιώδη αντίφαση στην μαρτυρία της και μάλιστα τέτοιου βαθμού ώστε αυτή να απορριφθεί συλλήβδην. Αυτό καθότι όταν ρωτήθηκε εάν κατά της περιόδους πριν την καταχώρηση της αγωγής μέχρι το 2012 υπέγραφαν οι πελάτισσες της, είπε ουσιαστικά ότι δεν θυμάται και ότι συνήθως δεν υπέγραφαν και όταν είδε το προαναφερόμενο βιβλίο είπε ότι για ορισμένες και μόνο πελάτισσες, στις οποίες δεν είχε εμπιστοσύνη υπέγραφαν ενώ είχε και κάποια πελάτισσα που ήθελε η ίδια να υπογράφει. Εν πάση περιπτώσει σε κανένα σημείο δεν ανέφερε ότι έβαζε όλες τις πελάτισσες της να υπογράφουν και σίγουρα δεν είπε ότι δεν είχε τότε εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη. Συμφώνησε μάλιστα ότι η υπογραφή των πελατισσών της θα εξασφάλιζε την ίδια και όχι αυτές, προσθέτοντας όμως ότι δεν το θεωρούσε σωστό εφόσον τους είχε εμπιστοσύνη, κάτι που ουσιαστικά είπε ότι για τον ίδιο λόγο δεν κάνει ακόμη και μετά που ο συνήγορος της την συμβούλευσε να κάνει, μετά που προέκυψε το θέμα με την Εναγόμενη. Τέλος δεν μου διαφεύγει ότι στο τεκμήριο 5 και συγκεκριμένα η πρώτη καταγραφή στην σελίδα 104 παρουσιάζει αρχικό υπόλοιπο €170, το οποίο προφανώς, με δεδομένο το ότι η Εναγόμενη ήταν πελάτισσα των Εναγόντων για πολλά χρόνια, παραπέμπει σε προηγούμενες αγορές. Από το ίδιο το τεκμήριο δεν φαίνεται πως προέκυψε το εν λόγω υπόλοιπο εφόσον δεν υπάρχει κάποια καταγραφή στις διπλανές στήλες, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ποσά στα τεκμήρια 5 και
- Ούτε όμως και η Μ.Ε.1 εξήγησε πως προέκυψε αυτό. Ως εκ των άνω λαμβάνοντας υπόψην και τα όσα λέχθηκαν σχετικά στις D & G Products Ltd και Γρηγορίου ανωτέρω, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτό το ποσό ήταν οφειλόμενο από την Εναγόμενη και συναφώς θα πρέπει να αφαιρεθεί από το τελικώς οφειλόμενο ποσό που παρουσιάζεται στον λογαριασμό. Να σημειωθεί δε ότι αυτό δεν έχει να κάνει με την αξιοπιστία της Μ.Ε.1 αλλά μόνο με το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε δεόντως το εν λόγω ποσό. Συνεπώς αυτό δεν πλήττει την αξιοπιστία της, ούτε αλλοιώνει την εικόνα που άφησε ως μάρτυρας, ούτε και τα όσα προαναφέρθηκαν για τον επίδικο λογαριασμό. Οι δε υποβολές ότι ουσιαστικά κατασκεύασε εκ των υστέρων τον λογαριασμό που αφορά την Εναγόμενη για να εισπράξει χρήματα και να σώσει την επιχείρηση της δεν έγιναν δεκτές από την μάρτυρα, που σε κανένα σημείο δεν δέχθηκε ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε πρόβλημα επιβίωσης και καμία μαρτυρία προσήχθη προς το αντίθετο. Περαιτέρω καμία υποβολή έγινε στην μάρτυρα ότι σύγχυζε την Εναγόμενη με κάποια άλλη πελάτισσα της. Αντίθετα η μάρτυρας ήταν κατηγορηματική στην θέση της ότι γνώριζε καλά την Εναγόμενη την οποία μάλιστα και περιέγραψε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή. Από την άλλη η Εναγόμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Σε αντίθεση με την Μ.Ε.1, οι ουσιώδεις θέσεις της χαρακτηρίζονταν από μη λογική και ασυνέπεια, την οποία προσπαθούσε μη πειστικά να δικαιολογήσει, ενίοτε απαντούσε με υπεκφυγές, προέβαλε εκ των υστέρων σκέψεις για να πείσει για την εκδοχή της και γενικά οι θέσεις της στερούνται πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση της υποστήριξε ότι αγόραζε ρούχα από το συγκεκριμένο κατάστημα αλλά ουδέποτε με πίστωση. Ότι αγόραζε το πλήρωνε και το έπαιρνε. Ουδέποτε έδωσε άδεια στην Μ.Ε.1 να διατηρεί λογαριασμό στο όνομα της. Στην αντεξέταση της είπε ότι δεν γνώριζε ότι η Μ.Ε.1 είχε βιβλίο όπου κατέγραφε τις αγορές και τις πληρωμές που έκανε. Είπε επίσης ότι όταν αγόραζε κάτι έπαιρνε απόδειξη, το πλήρωνε και έφευγε. Όταν όμως τις υποβλήθηκε ότι έπαιρνε ταμειακές αποδείξεις και όχι αποδείξεις όπως αυτές που ανέφερε, παραδέχθηκε ότι ποτέ δεν έβλεπε τις αποδείξεις και πρόσθεσε ότι δεν την ενδιέφερε να τις φυλάξει. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν άρα είχε αποδείξεις αλλά δεν τις έχει τώρα, απάντησε ότι ίσως να είχε αποδείξεις και στην συνέχεια ότι δεν ξέρει, δεν θυμάται εάν είχε τέτοιες. Όταν αμέσως μετά της ζητήθηκε ουσιαστικά να διευκρινίσει τι τελικά ισχύει, αντιλαμβανόμενη την ασυνέπεια στην εκδοχή της, είπε ότι όταν πλήρωνε με πιστωτική κάρτα, έπαιρνε απόδειξη, την οποία έβαζε στην τσάντα της ή στη σακούλα που ψώνιζε και ότι στην συνέχεια από την εν λόγω σακούλα έβγαζε μόνο τα ρούχα. Όταν της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 5 και 6 και της λέχθηκε ότι είναι μέρος βιβλίου που τηρούσε η Μ.Ε.1 που δείχνει την κατάσταση λογαριασμού και τις αγορές που έκανε, οι οποίες ήταν πάντοτε χρεωστικές, ανέφερε ότι δεν είδε ποτέ της τέτοιο βιβλίο. Όταν τις υποβλήθηκε ότι πάντα ενώπιον της η Μ.Ε.1 σημείωνε τις αγορές που έκανε και τα εμπορεύματα που αγόραζε, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τι έκανε η Μ.Ε.
- Για να πείσει δε για την θέση της ανέφερε περαιτέρω ότι η ίδια στο εμπορικό κατάστημα που διατηρεί όποιος της δώσει λεφτά ή αγοράσει κάτι του βγάζει τιμολόγιο και απόδειξη. Όμως αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά για την αξιοπιστία της καθότι δεν έδωσε κάποια εξήγηση γιατί εφόσον στην δική της εργασία δρούσε έτσι και προφανώς ανέμενε να δρα έτσι και η Μ.Ε.1, δεν απαιτούσε από αυτήν να πράξει το ίδιο. Όταν ρωτήθηκε εάν είναι αλήθεια ότι περί τον Αύγουστο του 2012 συναντήθηκε με την Μ.Ε.1 στο κατάστημα συγκεκριμένης ράπτριας, παραδέχθηκε ότι όφειλε χρήματα και υποσχέθηκε να πληρώσει (ως ήταν η εκδοχή της Μ.Ε.1) αρχικά απάντησε αρνητικά, μετά είπε ότι δεν θυμάται ενώ στην συνέχεια επανήλθε στην αρνητική της απάντηση. Όταν της ζητήθηκε και πάλι να διευκρινίσει εάν δεν συναντήθηκε ή δεν θυμάται, έδωσε την ακόλουθη απάντηση που δείχνει ότι δεν αμφισβητούσε την συνάντηση, «Όχι, στο κατάστημα της κυρίας Σωτηρίας όχι». Όταν όμως αμέσως μετά της υποβλήθηκε ότι συναντηθήκαν και μάλιστα εκτός του ότι υποσχέθηκε να περάσει σύντομα να εξοφλήσει το χρέος της, όταν η Μ.Ε.1 της είπε ότι παντρεύει σε έναν μήνα της κόρη της, αυτή της είπε «Θα περάσω να μου δώσεις και προσκλητήριο», απάντησε ότι ίσως η Μ.Ε.1 την μπερδεύει με κάποια άλλη. Όταν ρωτήθηκε που στηρίζει την διαζευκτική θέση της στην υπεράσπιση ότι εάν οι Ενάγοντες διατηρούν οποιουδήποτε είδους λογαριασμό, αυτός κατασκευάστηκε δόλια με σκοπό την είσπραξη ανύπαρκτων οφειλών, είπε και πάλι ότι πιστεύει ότι η Μ.Ε.1 την έχει μπερδέψει με άλλη πελάτισσα. Όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο ο λογαριασμός (τεκμήρια 5 και 6) έγινε δόλια για να της αποσπάσουν χρήματα ή ότι η Μ.Ε.1 την μπέρδεψε με άλλη πελάτισσα, υπεκφεύγοντας είπε «Εγώ ότι έπαιρνα, το πλήρωνα και έφευγα». Όταν αμέσως μετά της ζητήθηκε ουσιαστικά να απαντήσει στην πιο πάνω ερώτηση, έδωσε την ακόλουθη απάντηση «Δεν είναι του χαρακτήρα μου να εκθέτω κανέναν άνθρωπο. Γνωρίζετε ότι εκείνη την περίοδο η πελάτισσα σας είχε ένα εγκεφαλικό; Το γνωρίζετε ότι εκείνη την περίοδο είχε ένα εγκεφαλικό; Γι' αυτό εξεπλάγηκα όταν μου είπε ότι εγώ χρωστώ αυτά τα χρήματα, όταν μου έστειλε το SMS, το οποίο πίστευα ότι είχε άλλον παραλήπτη και δεν ασχολήθηκα με το SMS που πήρα». Ερωτώμενη στην συνέχεια γιατί τότε δεν απάντησε στο SMS ότι έκανε λάθος, αφού ως η ίδια είπε, αυτό έλεγε ότι οφείλει κάποια χρήματα και θα κινηθεί αγωγή εναντίον της, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι δήθεν πολλές φορές παίρνει μηνύματα τα οποία προορίζονται για άλλους. Θα ήταν δε λογικό και αναμενόμενο όμως να απαντήσει σε ένα τέτοιο μήνυμα ενώ η θέση της ότι πολλές φορές παίρνει μηνύματα που προορίζονται για άλλους είναι επίσης μη λογική και προφανώς την έθεσε ώστε να δώσει μια δικαιολογία γιατί δεν έπραξε το αναμενόμενο. Όσον δε αφορά την θέση της για εγκεφαλικό που υπέστη η Μ.Ε.1, είπε στην συνέχεια ότι αυτό έγινε εκείνη την περίοδο. Σε υποβολή ότι ποτέ η Μ.Ε.1 δεν έπαθε εγκεφαλικό, επέμενε ότι έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό. Να σημειωθεί εδώ ότι αυτό, που είναι προφανώς σημαντικό για την υπεράσπιση της Εναγόμενης εφόσον υποστηρίζει ότι η Μ.Ε.1 την συγχύζει με κάποια άλλη, ποτέ δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 ώστε αυτή να το σχολιάσει και το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις. Ως δε θα διαφανεί από τα όσα θα ακολουθήσουν, πρόκειται προφανώς για εκ των υστέρων σκέψη της για να πείσει για την θέση της. Όταν λοιπόν στην συνέχεια ρωτήθηκε μήπως συγχύζει την Μ.Ε.1 με τον σύζυγο της, απάντησε αρνητικά ενώ αμέσως μετά όταν της τέθηκε ότι ήταν ο σύζυγος της Μ.Ε.1 που υπέστη εγκεφαλικό, απάντησε μη πειστικά, για να αποφύγει την ασυνέπεια στην θέση της, ότι ίσως να έπαθε και ο σύζυγος της. Ερωτώμενη δε πότε συνέβη αυτό, ενώ πριν είπε ότι έγινε την ίδια περίοδο, απάντησε ότι δεν θυμάται ούτε καν χρονολογία ή έστω πόσα χρόνια πέρασαν. Όσον όμως αφορά την μνήμη της Μ.Ε.1 και την πιθανότητα να την σύγχυσε με κάποια άλλη, η Εναγόμενη επιβεβαίωσε την θέση της Μ.Ε.1 ότι στην Λεμεσό είναι γνωστή ως η Βασίλισσα του Καρναβαλιού και ότι όταν η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στον τίτλο αυτό εννοούσε την ίδια επιβεβαιώνοντας και ότι τα τελευταία χρόνια δεν υπήρχε άλλη Βασίλισσα του Καρναβαλιού. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η Εναγόμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Ευρήματα Από την μαρτυρία που έγινε δεκτή καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες αποτελούν εταιρεία, η οποία διατηρεί κατάστημα πώλησης γυναικείων ρούχων, στην Λεμεσό. Η Εναγόμενη ήταν πελάτισσα στο εν λόγω κατάστημα από το
- Αγόραζε ρούχα από εκεί επί πιστώσει και κάθε κάποιο χρονικό διάστημα έδιδε χρήματα έναντι, προς εξόφληση των οφειλών της. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν για τον σκοπό αυτό σχετικό λογαριασμό, εν γνώσει της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη πλήρωσε για τελευταία φορά, έναντι των οφειλών της προς τους Ενάγοντες, το ποσό των €400, στις 10.3.
- Έκτοτε και παρά τις οχλήσεις που της έγιναν από την Μ.Ε.1 εκ μέρους των Εναγόντων, για να εξοφλήσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ήτοι το ποσό των €1.230 (δηλ. το αποτέλεσμα της αφαίρεσης του ποσού των €170 από το ποσό των €1.400 για τον λόγο που εξηγήθηκε κατά την μαρτυρία της Μ.Ε.1) αυτή παρέλειψε να το πράξει και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό αυτό. Κατάληξη Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν μέρος της απαίτηση τους στον απαραίτητο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δηλ. όσον αφορά το ποσό των €1.230 αντί του ποσού των €1.400 που αξιώνουν. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο οφειλόμενος για το ποσό αυτό τόκος είναι ύψους 8 % ως επίσης αξιώνεται. Καταληκτικά εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.230, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Αγωγές - Τελική - Οφειλή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο