Σε ό,τι αφορά το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. K&D COMPUTER SYSTEMS LTD, Αρ. Γενικής Αίτησης: 351/2016, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 351/2016 Σε ό,τι αφορά τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν.22/85, 68/87 και 171(Ι)/00, άρθρα 52 και 53 και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87, Θεσμό 79 - και - Σε ό,τι αφορά το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ Αιτητές - και - Σε ό,τι αφορά τους:
- K&D COMPUTER SYSTEMS LTD (HE 121208)
- Δημητράκης Λοΐζου Πετρίδης (Α.Τ.: 411664)
- Καίτη Μιχαλάκη Αριστοτέλους (Α.Τ.: 500234) Καθ' ων η αίτηση - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση, ημερ. 19/9/16, για εγγραφή διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 27 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Κ. Ζουρμπάνου για Νάσο Α. Κυριακίδη & Συνεταίρους ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση 1 - 3: κα Ε. Τσολάκη για Γεώργιο Λ. Σαββίδη & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές, με την παρούσα αίτηση, αιτούνται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ημερ. 21/10/14, που εκδόθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και
- Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 52 και 53 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85, ως έχει τροποποιηθεί, το Θεσμό 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, τις Δ.55 και Δ.48 θθ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Χρίστου Δημητρίου, ημερ. 19/9/16, εξουσιοδοτημένου προς τούτο από τους Αιτητές. Τα όσα αναφέρονται σε αυτή μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: στις 21/10/14 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €22.017,92 με τόκο προς 8% ετησίως από 21/10/14 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου δύο φορές ετησίως, δηλαδή την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, πλέον €150 έξοδα διαιτησίας (Τεκμήριο 1). Παρόλο που η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 (Τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα), η προθεσμία των 21 ημερών από την επίδοση έχει παρέλθει, χωρίς οι Καθ' ων η αίτηση να εφεσιβάλουν τη διαιτητική απόφαση. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στις 16/4/
- Η νομική βάση της Ένστασης είναι το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, τα άρθρα 52 και 53 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, ως έχει τροποποιηθεί, ο Θεσμός 79 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, οι Δ.2, Δ.19, Δ.20, Δ.23, Δ.39, Δ.48 και Δ.49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 35 και 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, τα Άρθρα 30 και 152 του Συντάγματος, η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και η εγγενής εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι εννέα λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)ο Ενόρκως Δηλών στην αίτηση δεν γνωρίζει τα γεγονότα και δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του,
(2)στον τίτλο της αίτησης δεν αναφέρεται ότι αυτή αφορά τη διαιτητική απόφαση σχετικά με το λογαριασμό αρ. 7312171-1,
(3)στο σώμα της αίτησης δεν αναφέρεται σε τι αφορά η διαιτητική απόφαση,
(4)ο διαιτητής δεν έλεγξε αν οι Αιτητές χρέωσαν τον λογαριασμό με αρ. 7312171-1 με παράνομες, παράτυπες ή αντισυμβατικές χρεώσεις,
(5)οι Αιτητές στη διαιτησία παρουσίασαν λανθασμένα στοιχεία αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό με αποτέλεσμα η διαιτητική απόφαση να εκδοθεί για λανθασμένο ποσό και ως εκ τούτου να μην είναι έγκυρη,
(6)στις 26/9/17 οι δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν στους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση κατάσταση λογαριασμού στην οποία αναγράφεται μικρότερο χρεωστικό υπόλοιπο από αυτό της διαιτητικής απόφασης,
(7)για τους προαναφερόμενους λόγους, δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία και η διαιτητική απόφαση δεν είναι έγκυρη,
(8)οι Καθ' ων η αίτηση τελούσαν πλάνη αναφορικά με το ορθό οφειλόμενο ποσό και γι' αυτό δεν καταχώρησαν έφεση, και
(9)η αποστέρηση του δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση να αμφισβητήσουν τη διαιτητική απόφαση αντίκειται στα Άρθρα 30 και 152 του Συντάγματος. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση, ημερ. 16/4/18, του Καθ' ου η αίτηση 2, εξουσιοδοτημένου προς τούτο από τις Καθ' ων η αίτηση 1 και 3, στην οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Αναφορά σε αυτά γίνεται στη συνέχεια όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Με την Ένορκη Δήλωση, οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν τους λόγους ένστασής τους, ως αυτοί αναφέρονται πιο πάνω. Επίσης, επισυνάπτεται (α) αντίγραφο επιστολής, ημερ. 26/9/17, από τους δικηγόρους των Αιτητών προς τους δικηγόρους τους και κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Α), στην οποία, σύμφωνα με τον Ενόρκως Δηλούντα, το χρεωστικό υπόλοιπο φαίνεται να είναι χαμηλότερο από αυτό που αναγράφεται στη διαιτητική απόφαση και (β) αντίγραφο της Γενικής Αίτησης με αρ. 2353/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με τους ίδιους διάδικους για διαφορετικό λογαριασμό (Τεκμήριο Β). Ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει επίσης ότι «πέραν της παρούσας ένστασής μας, επιθυμία μου και των Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 είναι η διευθέτηση όλων των υποχρεώσεών μας προς τους Αιτητές». Επισυνάπτεται προς τούτο επιστολή, ημερ. 2/4/18, που στάλθηκε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση προς τους δικηγόρους των Αιτητών, με την οποία γινόταν πρόταση στους τελευταίους για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, υπό τον όρο, μεταξύ άλλων, ότι θα αναστελλόταν η εκτέλεση της απόφασης για ένα χρόνο (Τεκμήριο Γ), η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους Αιτητές. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών υιοθέτησε τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην αίτηση, ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση εφοδίασε το Δικαστήριο με γραπτή αγόρευση, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Έλαβα υπόψη μου κάθε τι το οποίο αναφέρθηκε. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, το οποίο υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην απόφαση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγλαντζιάς
(2002)1 Α.Α.Δ. 707. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε στη μεταγενέστερη απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντυς Κυριακίδης κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι το ζήτημα της εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι ζήτημα τύπου με μοναδικό επίδικο θέμα την προώθηση της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Η ορθότητα της διαιτητικής απόφασης καθώς και οι οποιεσδήποτε ενστάσεις που σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς είναι εκτός πλαισίου αιτήσεων αυτής της φύσης. Όπως άλλωστε λέχθηκε στην αίτηση Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου... Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει.» Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης οφείλει μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα στοιχεία έγκυρης απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων η αίτηση (Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολιτική Έφεση Αρ. 87/11, ημερ. 20.6.2014). Η δυνατότητα αμφισβήτησης της ορθότητας μιας διαιτητικής απόφασης παρέχεται μόνο με την άσκηση έφεσης εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης (άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, σημειώνονται τα ακόλουθα: Κατά λογική σειρά, κρίνεται σκόπιμο όπως εξεταστεί πρωτίστως ο λόγος Ένστασης των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σε αυτή, ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των Αιτητών με καθήκοντα την παρακολούθηση και είσπραξη των καθυστερημένων λογαριασμών και δανείων και λόγω της θέσης του γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεών του, που είναι τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην Ένορκη Δήλωσή του, δηλαδή τη διαιτητική απόφαση και τις σχετικές γνωστοποιήσεις στους Καθ' ων η αίτηση (TBF (CYPRUS) LTD v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 459). Συνεπώς, ο λόγος Ένστασης ότι ο Ενόρκως Δηλών δεν γνωρίζει τα γεγονότα και δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του δεν ευσταθεί. Όσον αφορά τους λόγους Ένστασης ότι στον τίτλο της αίτησης δεν αναφέρεται ότι αυτή αφορά τη διαιτητική απόφαση σχετικά με το λογαριασμό με αρ. 7312171-1 και ότι στην αίτηση δεν αναφέρεται σε τι αφορά η διαιτητική απόφαση, σημειώνεται ότι στην αίτηση περιέχονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν τους διάδικους καθώς και το επίδικο θέμα. Συγκεκριμένα, στην αίτηση κατονομάζονται οι διάδικοι και αναγράφονται τόσο η νομική βάση όσο και η αξίωση των Αιτητών, δηλαδή η «.εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης η οποία εκδόθηκε την 21/10/14 εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.». Πιστό αντίγραφο δε της διαιτητικής απόφασης, ημερ. 21/10/14, επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία αναφέρεται ρητά ότι αυτή αφορά το λογαριασμό με αρ. 7312171-1. Συνεπώς, ούτε αυτοί οι λόγοι Ένστασης ευσταθούν. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση ότι ο διαιτητής δεν έλεγξε αν υπήρξαν παράνομες χρεώσεις στο λογαριασμό τους, οι ισχυρισμοί αυτοί άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διάδικων και ως εκ τούτου, η εξέτασή τους εκφεύγει της παρούσας διαδικασίας (Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου (ανωτέρω), Άντυς Κυριακίδης κ.α. (ανωτέρω)). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές παρουσίασαν στη διαιτησία λανθασμένα στοιχεία αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό. Οι ισχυρισμοί αυτοί θα έπρεπε να ετίθεντο ενώπιον του διαιτητή, αφού όπως λέχθηκε στην απόφαση Έλλη Κούλλουρου v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 987: «... οι όποιες θέσεις της Εφεσείουσας περί παράνομων τόκων και εικονικότητας θα έπρεπε να ετίθεντο ενώπιον του [διαιτητή], πράγμα που δεν έγινε, και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον μας ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή.» Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, «οι Καθ' ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν κατάλληλα» για τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή, ως αναφέρεται στη διαιτητική απόφαση, και συνεπώς είχαν την ευκαιρία να παραθέσουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους περί παράνομων χρεώσεων ενώπιον του διαιτητή ή να αμφισβητήσουν τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τους Αιτητές. Αντ' αυτού, ο Καθ' ου η αίτηση 2 εμφανίστηκε ενώπιον του διαιτητή, προσωπικά και εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας 1, και «παραδέχθηκε» το οφειλόμενο ποσό. Τα γεγονότα αυτά, όπως αυτά καταγράφονται στη διαιτητική απόφαση, δεν αμφισβητήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση. Ούτε προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου. Όσον αφορά την επίκληση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση, η ευπαίδευτη συνήγορός τους περιορίστηκε να αναφέρει στη γραπτή αγόρευσή της ότι «η ενδεχόμενη αποστέρηση του δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της επίδικης διαιτητικής απόφασης στην παρούσα διαδικασία, θα αντίκεται στο άρθρα 30 και 152 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας». Παρόμοιος ισχυρισμός αναφέρεται και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Σύμφωνα με τη νομολογία, η προβολή συνταγματικών θεμάτων θα πρέπει να γίνεται με σαφήνεια και να εξειδικεύονται με την αναγκαία επάρκεια (Τάκης Βασιώτης Λτδ ν. Συμβουλίου Εγγραφής και Ελέγχου Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων
(2011)3 Α.Α.Δ. 716). Παρά τη γενικότητα με την οποία είναι διατυπωμένη η εισήγηση της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Το Άρθρο 30 του Συντάγματος αντιστοιχεί στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία ενσωματώνεται στο Κυπριακό Σύνταγμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς. Η καθιέρωση προθεσμιών για την άσκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο νόμος δεν αντίκειται προς τις διατάξεις του Άρθρου 30 του Συντάγματος, νοουμένου ότι η προθεσμία, η οποία τίθεται, δεν είναι περιοριστική, σε βαθμό που να αντιστρατεύεται την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος (Yiannis Fekkas v. The Electricity Authority of Cyprus
(1968)1 C.L.R. 173). Σε σειρά αποφάσεών του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διακήρυξε ότι το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξασφαλίζει δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Το δικαίωμα υπόκειται σε περιορισμούς αναφορικά με την άσκησή του, οι οποίοι μπορεί να προσλάβουν τη μορφή προθεσμιών, τιθέμενων από το νομοθέτη (Φοινικαρίδου Γιαννούλα ν. Γιώργου Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1744, Παντελή Γιωργαλλά ν. Σούλλας Χ''Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060, Golder v UK A 18
(1975), Airey v Ireland A 32
(1979), Thornberry 29 ICLQ 250
(1980), Ashingdane v UK A 93 para 57
(1985), Markovic a.o. v. Italy
(2007)44 E.H.R.R. 1045). Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, δίδει τη δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης, δικαίωμα το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση δεν άσκησαν. Επαναλαμβάνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται πιο πάνω, οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση για να αμφισβητήσουν τη διαιτητική απόφαση αφορούν θέματα που δεν εμπίπτουν στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Αντίθετα, τα ζητήματα αυτά θα έπρεπε να εγερθούν είτε κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας είτε κατ' έφεση, και όχι στο στάδιο που επιζητείται η εγγραφή της. Τα γεγονότα στην υπόθεση Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου (ανωτέρω), προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας. Εκεί, μετά την έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον της αιτήτριας και την έκδοση Διατάγματος για καταχώρηση και εγγραφή της, η τελευταία καταχώρησε αίτηση για έκδοση Διατάγματος της φύσης certiorari εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία δόθηκε άδεια για εκτέλεση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, προβάλλοντας ισχυρισμούς για παράνομη χρέωση τόκου. Αποφασίστηκε ότι η δικαστική απόφαση, η οποία αφορούσε μόνο την καταχώρηση και εγγραφή απόφασης διαιτητή ήταν ασύνδετη προς το θέμα υπερχρεώσεων τόκου σε χρηματική οφειλή. Σχετικό απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο πιο πάνω. Τέλος, διαπιστώνεται ότι η αίτηση έχει επιδοθεί στους Καθ' ων η αίτηση και η διαιτητική απόφαση έχει γνωστοποιηθεί σε αυτούς. Τα γεγονότα αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου. Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι η διαιτητική απόφαση φέρει τα στοιχεία έγκυρης απόφασης και συγκεκριμένα φέρει το όνομα και την υπογραφή του διατητή, καθώς και την ημερομηνία έκδοσής της, προσδιορίζουν τους διάδικους και την απαίτηση των Αιτητών και αναγράφεται με σαφήνεια το ύψος του χρέους που επιδικάστηκε υπέρ τους (Μανώλης Χριστοφή (ανωτέρω)). Η διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί, ούτε έχει προβληθεί ισχυρισμός ότι λήφθηκε οποιοδήποτε διάβημα για αμφισβήτηση της διαιτητικής απόφασης από τους Καθ' ων η αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως το αιτητικό (Α) της αίτησης. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει ειδικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Συνεπώς, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Applications Αναφορά: Εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο