← Κύπρος

Μιχάλη Λοϊζίδη, Παραλήπτη Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.α. ν. Κυριάκου Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2928/2017, 4/4/2018

Μιχάλη Λοϊζίδη, Παραλήπτη Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.α. ν. Κυριάκου Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2928/2017, 4/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A128 Αρ. Αγωγής: 2928/2017 Μεταξύ:

  1. Μιχάλη Λοϊζίδη, Παραλήπτη Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ, από Λεμεσό
  2. Κ.Χ. Περατικός Λτδ δια του Παραλήπτη Διαχειριστή της Μιχάλη Λοϊζίδη, από Λεμεσό Εναγόντων και
  3. Κυριάκου Περατικού, από Λεμεσό
  4. Ζαχαρούλας Περατικού, από Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση ημερ. 27.12.17 υπό εναγομένων - αιτητών για αναστολή συντηρητικών διαταγμάτων εκκρεμούσης έφεσης Ημερομηνία: 4 Απριλίου 2018 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Δημήτρης Βάκης Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κος Κώστας Μελάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο ενάγοντας 1 είναι νόμιμα διορισμένος από 12.10.2017 ως παραλήπτης-διαχειριστής της ενάγουσας 2 εταιρείας (η εταιρεία), σε σχέση με ολόκληρη την περιουσία της. Αιτούνται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2 που είναι διευθυντές στην εν λόγω εταιρεία, όπως παραδώσουν στον παραλήπτη - ενάγοντα 1, όλη την επιχείρηση, περιουσιακά στοιχεία, λογιστικά και άλλα βιβλία και μητρώα της ενάγουσας
  5. Ταυτόχρονα με την αγωγή, οι ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση ημ. 16.10.2017 με την οποία ζητούσαν διάφορα συντηρητικά διατάγματα. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς μερικά από τα αιτούμενα διατάγματα ενώ για τα υπόλοιπα, διατάχθηκε η επίδοση τους. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε και δεύτερη αίτηση, στην οποία εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα. Μετά από ακρόαση και των δύο αιτήσεων, το Δικαστήριο στις 13 Νοεμβρίου 2017 με ενδιάμεση απόφαση, κατέστησε οριστικά τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς και επιπλέον εξέδωσε και τα υπόλοιπα διατάγματα που είχαν οριστεί για επίδοση. Συγκεκριμένα απαγορεύτηκε μεταξύ άλλων στους εναγομένους - διευθυντές της εταιρείας μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής από του να: · αποξενώσουν κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας και να εμπορεύονται οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας, · εμποδίζουν τον παραλήπτη - ενάγοντα 1 από το να εκτελεί απρόσκοπτα τα καθήκοντα του, · αποξενώσουν ή να αλλοιώσουν ή να αποκρύψουν λογιστικά βιβλία, μητρώα ή πληροφορίες της εταιρείας, · χρησιμοποιούν οποιοδήποτε τιμολόγιο ή άλλο έγγραφο που να εκδίδεται από την εταιρεία χωρίς την ένδειξη ότι διορίστηκε Παραλήπτης/Διαχειριστής. Εκδόθηκαν επίσης προστακτικά διατάγματα µε τα οποία οι εναγόμενοι - διευθυντές της εταιρείας διαταχθήκαν να: · επιτρέψουν στον ενάγοντα 1 - παραλήπτη να έχει πρόσβαση σε όλα τα αρχεία, μητρώα, βιβλία και έγγραφα της εταιρείας, · επιτρέπουν στον ενάγοντα 1 - παραλήπτη, να εισέρχεται απρόσκοπτα στα υποστατικά της εταιρείας, · παραδώσουν στον ενάγοντα 1 - παραλήπτη, την έκθεση στον καθορισμένο τύπο αναφορικά µε την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας (Statement of affairs of the Company), · παραδώσουν στον ενάγοντα 1 - παραλήπτη, την επιχείρηση και όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και τα υποστατικά της εταιρείας. Εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης για οριστικοποίηση των πιο πάνω διαταγμάτων, οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στην συνέχεια, καταχώρισαν την παρούσα αίτηση με την οποία αιτούνται την αναστολή των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης τους. Η αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης 2, στηρίζεται στο άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στη Δ.35 θθ.18, 19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας,. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης είναι τεράστιες, όπως προκύπτει από τους λόγους έφεσης που αφορούν σοβαρότατα σφάλματα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, είναι κατά την ομνύουσα αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη η επιτυχία της έφεσης. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Συγκεκριμένα αν ο παραλήπτης παραλάβει τον έλεγχο της εταιρείας, η έφεση των εναγομένων θα καταστεί άνευ αντικειμένου και το θέμα θα θεωρείται πλέον ακαδημαϊκό. Κατά την ενόρκως δηλούσα, επιζητείται με την παρούσα η διατήρηση του status quo που υπήρχε πριν τον διορισμό του ενάγοντα 1 ως παραλήπτη. Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, καμιά ζημιά δεν θα υποστεί ο παραλήπτης αλλά ούτε και η ομολογιούχος τράπεζα. Τα ακίνητα της εταιρείας, είναι όλα υποθηκευμένα στην τράπεζα και η εκτίμηση της αξίας τους, υπερβαίνει τα €6.000.000,
  6. Τα εν λόγω ακίνητα δεν μπορούν να αποξενωθούν ούτε υπάρχει τέτοια πρόθεση από τους εναγόμενους. Αντιθέτως αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αναστολής, ο παραλήπτης θα πωλήσει περιουσία της εταιρείας με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ενόρκως δηλούσα ανέφερε επιπλέον ότι οι εναγόμενοι είναι έτοιμοι αν διαταχθούν, να παραδώσουν στην τράπεζα μηνιαίους ισολογισμούς ώστε να είναι ξεκάθαρο πως δεν γίνεται καμία ενέργεια με σκοπό την αποξένωση ή αλλοίωση βιβλίων όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας
  7. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ο λόγος καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας, είναι γιατί στο μεταξύ οι εναγόμενοι προώθησαν άλλες δικαστικές διαδικασίες για διορισμό εξεταστή στην εταιρεία. Οι ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν είναι δυνατή η αναστολή εκτέλεσης απαγορευτικών διαταγμάτων και αποφάσεων του Δικαστηρίου που δεν επιβάλλουν θετικές υποχρεώσεις. Αναφέρεται επίσης ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν κακόπιστα και ηθελημένα συνεχίζουν να παρακούουν τα διατάγματα που εξέδωσε το Δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό δεν θα πρέπει να ακουστούν από το Δικαστήριο λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και συνεχιζόμενης ηθελημένης παρακοής και άρνησης τους να συμμορφωθούν στα διατάγματα του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ο ενόρκως δηλών, αρνείται περαιτέρω τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης τόσον ως προς τις εισπράξεις της εταιρείας όσον και αναφορικά με τη θέση ότι ο ίδιος μπλόκαρε τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων. Ισχυρίστηκε αντιθέτως ότι οι εναγόμενοι κάνουν τα πάντα για να τον εμποδίσουν να εκτελέσει τα καθήκοντα και τις εξουσίες του ως παραλήπτης της εταιρείας και να εδραιώσουν τις παρανομίες τους, λαμβάνοντας οι ίδιοι όλα τα έσοδα που έπρεπε να λαμβάνει η εταιρεία με τη διεξαγωγή της επιχείρησης της. Ίδρυσαν για τον σκοπό αυτό, την εταιρεία Y.C Peraticos Trading Ltd, στην οποία μετέφεραν τις εργασίες και την περιουσία της ενάγουσας 2 εταιρείας. Στα πλαίσια αυτά, καταχώρισαν και την παρούσα αίτηση, η οποία είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Σκοπός των εναγομένων είναι μεταξύ άλλων, να καταστήσουν τις αιτήσεις παρακοής που ο ενάγοντας καταχώρισε εναντίον τους άνευ αντικειμένου. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία επεξηγείται ο σχεδιασμός τους για τη δημιουργία ομίλου εταιρειών, η ίδρυση της εταιρείας Y.C Peraticos Trading Ltd και οι λόγοι έκδοσης χειρόγραφων τιμολογίων. Κατά την ομνύουσα, τίποτα το επιλήψιμο δεν υπάρχει σε αυτές τις ενέργειες αφού πρόκειται για προγραμματισμό που είχε σχεδιαστεί να λάβει χώρα πριν τον διορισμό του παραλήπτη. Ο παραλήπτης καταχώρησε επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία απαντά στους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγομένων. Αγορεύσεις: Ο συνήγορος των εναγομένων-αιτητών στην αγόρευση του αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, ισχυρίστηκε ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για αναστολή των υπό κρίση διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της αίτησης. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης κατά το συνήγορο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το γεγονός αυτό αν συνυπολογιστεί με τα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης, καταδεικνύει ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή των διαταγμάτων. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε αναλυτικά στους λόγους έφεσης, προκειμένου να καταδείξει τις πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της. Το γεγονός αυτό κατά τον συνήγορο σε συνδυασμό με την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστούν οι εναγόμενοι στην περίπτωση που δεν ανασταλούν τα διατάγματα, συνηγορεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Ο συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι η τυχόν συμμόρφωση των εναγομένων με τα επίδικα διατάγματα θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τυχόν επιτυχία της έφεσης, να καταστεί άνευ σημασίας. Κατά τον συνήγορο, τα προσωρινά διατάγματα που είναι σε ισχύ δεν περιέχουν ασφαλιστικές δικλείδες, αλλά προνοούν άνευ όρων παράδοση της εταιρείας στον διαχειριστή. Το αντικείμενο της διαφοράς, είναι η περιουσία της εταιρείας που είναι σίγουρο ότι θα ρευστοποιηθεί και η οποία αξίζει περισσότερο από τα δύο επίδικα ομόλογα. Η εκτέλεση των προσωρινών διαταγμάτων θα αποβεί κατά τον συνήγορο μοιραία για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος έφεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, καμιά ζημιά δεν θα υποστεί ο καθ' ου η αίτηση και η ομολογιούχος τράπεζα. Σημείωσε δε ο συνήγορος ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε επέδειξαν πρόθεση αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, η οποία άλλωστε είναι υποθηκευμένη στην ομολογιούχο τράπεζα. Στην συνέχεια αναφερόμενος στα επίδικα διατάγματα, ο συνήγορος ανέφερε ότι αυτά επιβάλλουν υποχρεώσεις είτε με τη μορφή απαγόρευσης είτε με προστακτικό τρόπο. Την αναστολή αυτών των υποχρεώσεων, επιδιώκουν οι εναγόμενοι μέχρι την εκδίκαση της έφεσης τους. Ως εκ τούτου, τα υπό κρίση διατάγματα μπορούν να είναι αντικείμενο αναστολής σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει ο παραλήπτης. Τέλος, ο συνήγορος αρνήθηκε τους ισχυρισμούς για κακοπιστία και κατάχρηση των διαδικασιών εκ μέρους των εναγομένων. Ισχυρίστηκε αντιθέτως ότι, ήταν ο παραλήπτης που προέβη σε ενέργειες εκτός των καθηκόντων του, παίρνοντας ο ίδιος τον Νόμο στα χέρια του. Ο συνήγορος των εναγόντων καθ' ων η αίτηση στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε επίσης στο ιστορικό της υπόθεσης. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι τόσον το άρθρο 47 του Νόμου 14/60 όσο και η Δ.35 θ.18 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προνοούν για αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Καμία από τις πιο πάνω διατάξεις δεν προβλέπει την αναστολή ισχύος προσωρινού διατάγματος, εκκρεμούσης έφεσης. Οι διατάξεις αυτές, ουδόλως επηρεάζουν το κύρος της απόφασης. Επιπλέον δεν νοείται αναστολή εκτέλεσης εκτός αν η απόφαση ή το διάταγμα, επιβάλλει θετικές υποχρεώσεις. Δεν νοείται αναστολή εκτέλεσης απορριπτικής απόφασης, απαγορευτικού ή αναγνωριστικού διατάγματος ή διατάγματος που δεν επιβάλλει θετική υποχρέωση. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 16.10.2017, είναι απαγορευτικής φύσης και δεν επιβάλλουν οποιαδήποτε θετική υποχρέωση. Περαιτέρω το διάταγμα Β της 23.10.2017 και το διάταγμα Β της 13.11.2017, είναι αναγνωριστικής φύσης με την έννοια ότι επιτρέπουν στον παραλήπτη να προβαίνει σε καθορισμένες ενέργειες και δεν επιβάλλουν οποιαδήποτε θετική υποχρέωση στους εναγομένους. Τα μόνα διατάγματα που επιβάλλουν στους εναγομένους σχετικές υποχρεώσεις, είναι το διάταγμα Α ημερ. 23.10.2017, το διάταγμα Α ημερ. 13.11.2017 και το διάταγμα Γ ημερ. 13.11.
  8. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη συμπεριφορά των εναγομένων που καταδεικνύει κατά την άποψη του, την οργανωμένη προσπάθεια τους να παρακούσουν τα προσωρινά διατάγματα του Δικαστηρίου. Έγινε μεταξύ άλλων αναφορά στην προώθηση της αίτησης 586/17 για διορισμό εξεταστή στην εταιρεία, με μοναδικό κίνητρο να εμποδίσουν οι εναγόμενοι τον παραλήπτη στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Επιπλέον, προβαίνουν σε δημόσιες ανακοινώσεις, υποσκάπτοντας των παραλήπτη, τα διατάγματα και το κύρος του Δικαστηρίου και προτρέποντας τρίτα πρόσωπα να συνεργούν στην καταστρατήγηση των διαταγμάτων. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι οικειοποιούνται την περιουσία της εταιρείας. Πέραν της μεταφοράς όλων των αποθεμάτων και των εργασιών της προς την YC Peraticos, έχουν οικειοποιηθεί και όλα τα αυτοκίνητα και τα μετρητά που είχε η εταιρεία. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, οι εναγόμενοι έδωσαν εξηγήσεις που όμως δεν δικαιολογούν τις πιο πάνω πράξεις. Η υλοποίηση του σχεδίου βιωσιμότητας, είναι κατά τον συνήγορο παράνομη και σκοπό έχει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εναγομένων και της YC Peraticos σε βάρος της εταιρείας και των πιστωτών της. Ο συνήγορος επανέλαβε στην συνέχεια την θέση ότι η όλη συμπεριφορά των εναγομένων είναι τέτοια ούτως ώστε το Δικαστήριο να αρνηθεί να τους ακούσει λόγω ηθελημένης, συνειδητής και αδικαιολόγητης απείθειας και μη συμμόρφωσης τους με τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η πιο πάνω συμπεριφορά συνιστά σαφέστατη κατάχρηση της διαδικασίας από τους εναγομένους. Υπό τας περιστάσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει οποιοδήποτε αίτημα των εναγομένων μέχρι να συμμορφωθούν με τα διατάγματα και να αποκαταστήσουν το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, ο συνήγορος ανέφερε ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ανατραπούν στο Εφετείο τα επίδικα διατάγματα. Ο συνήγορος αρνήθηκε επίσης και την θέση ότι αν απορριφθεί η αίτηση, η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Ισχυρίστηκε ότι τα υπό κρίση διατάγματα, επιβάλλουν ότι ακριβώς προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία. Πλείστες από τις ενέργειες που οι εναγόμενοι διατάσσονται να πράξουν ή τους απαγορεύεται να πράξουν, είναι ενέργειες στις οποίες όφειλαν να προβούν δυνάμει του Νόμου χωρίς καν την έκδοση των διαταγμάτων. Με αυτή την έννοια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ακόμη και αν οι εναγόμενοι κερδίσουν την έφεση τους, οι υποχρεώσεις τους να συμμορφωθούν με ότι επιβάλλει ο Νόμος δεν εξαλείφονται. Ο συνήγορος επανέλαβε τη θέση ότι ο διορισμός του παραλήπτη είναι σε ισχύ και παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρις ότου ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Ακολούθως, ο συνήγορος αρνήθηκε τους ισχυρισμούς ότι η εταιρεία θα υποστεί ζημιές λόγω των ενεργειών του παραλήπτη. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι η εταιρεία ως ενάγουσα 2 στην παρούσα αγωγή, έχει ανάγκη προστασίας από τους εναγομένους. Οι εναγόμενοι ουδόλως επηρεάζονται από την υλοποίηση των διαταγμάτων. Ο μόνος λόγος που αντιδρούν σε αυτά, είναι ότι δεν μπορούν ελεύθερα να υλοποιούν τα παράνομα σχέδια τους για υπεξαίρεση της περιουσίας της εταιρείας. Ο συνήγορος επανέλαβε ότι οι εναγόμενοι ψεύδονται, αναφερόμενοι σε μεγάλα έσοδα της εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυα. Έχουν ενεργοποιηθεί επί του προκειμένου οι πρόνοιες των άρθρων 89 και 300 του Κεφ.113 με τον διορισμό παραλήπτη και πλέον, προτεραιότητα έχουν πρώτα οι πιστωτές της εταιρείας. Είναι καθήκον του παραλήπτη, της ενάγουσας 2 εταιρείας αλλά και των εναγομένων ως διευθυντών της να ενεργήσουν προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων. Όμως είναι σαφές κατά τον συνήγορο ότι ο μόνος που έχει τα εχέγγυα και πρόθεση να ενδιαφερθεί για τα συμφέροντα της εταιρείας, είναι ο ίδιος ο παραλήπτης. Οι εναγόμενοι αποδεδειγμένα δεν έχουν τέτοια πρόθεση. Αν ο έλεγχος της εταιρείας περιέλθει στους εναγομένους, οι πιστωτές της κατά το συνήγορο αλλά και η ίδια η εταιρεία θα επηρεαστούν δυσμενέστατα. Τέλος, ο συνήγορος ανέφερε ότι οποιοιδήποτε όροι ήθελαν τεθεί αν το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του αιτήματος, δεν θα ήταν ικανοποιητικοί. Αυτό γιατί τυχόν έκδοση του διατάγματος θα οδηγήσει τους εναγομένους στη λανθασμένη εντύπωση ότι έχουν το νόμιμο έλεγχο της εταιρείας και το ελεύθερο να πράττουν ότι θέλουν, με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή της εταιρείας. Νομική πτυχή Οι κανονισμοί 18 & 19 της Δ.35 στους οποίους στηρίζεται η αίτηση έχουν ως ακολούθως: «
  9. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from the Court of Appeal or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appealed was given.
  10. Whenever under these rules an application may be made either to the Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below.» Το άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση έχει ως εξής:
  11. Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον. Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου

(1989)1 CLR 592 λέχθηκε ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της Δικαιοσύνης. Την διασφάλιση αφ' ενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση αφ' ετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση Έφεσης Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ
  1. Λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου: «Η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της Πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.35 Θ.
  2. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων επιβάλλει την στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με της επιπτώσεις της αναστολής όσον και την ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις.» Σχετική είναι και η απόφαση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, στην οποία ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Όπως έχει όμως νομολογηθεί, μόνον η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ 172). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής στην παρούσα διαδικασία, προκειμένου να πετύχει την αιτούμενη αναστολή θα πρέπει να αποδείξει ότι σε περίπτωση άρνησης του αιτήματος, η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της (Βλ μεταξύ άλλων Loukos Trad. Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλητσιηγκ & Νταιγκ Κο Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο ξεχωριστά μόνον η προοπτική αυτή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιποι παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και σε τυχόν προβαλλόμενο λόγο ένστασης για απομακρυσμένο ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης από το Εφετείο. Μόνο όπου υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (βλ. μεταξύ άλλων BP Holdings Ltd v. A. Κιταλίδης
(1994)1 A.A.Δ. 287 & Βογαζιανού ν. Γ. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ., 591). Αναφορικά με το είδος των αποφάσεων που υπόκεινται σε αναστολή δυνάμει της Δ.35 Θ.18, έχει νομολογηθεί ότι αυτές πρέπει να επιβάλλουν κάποια θετική και άμεση υποχρέωση στον εφεσείοντα. Κάτω από αυτή την έννοια, απόφαση σε αγωγή που απορρίπτει την απαίτηση του ενάγοντα δεν αποτελεί αντικείμενο αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ.18, με εξαίρεση μόνο για το μέρος της απόφασης που αφορά τα έξοδα. Σχετική είναι η υπόθεση Γρηγόρη Θαλασσινού
(1995)1 Α.Α.Δ 290 όπου λέχθηκαν τα εξής: «. Η απόρριψη δικαστικής διαδικασίας φέρει 'πειν αγωγής είναι δυνατόν να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση που η απορριπτική απόφαση επιβάλλει κάποια θετική και άμεση υποχρέωση στον Εφεσείοντα η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής. Παράδειγμα αποτελεί το μέρος τέτοιας απορριπτικής απόφασης που αφορά την πληρωμή εξόδων.» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η Δ.35 θ.18 δεν προσφέρεται για αναστολή εκκρεμούσης διαδικασίας ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αν η έφεση αφορά ενδιάμεση απόφαση. Σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ντίνου Μ. Λύρα κ.ά
(1997)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή το Επαρχιακό Δικαστήριο ακύρωσε με ενδιάμεση απόφαση του ειδοποίηση τριτοδιαδίκου. Στην συνέχεια απέρριψε αίτηση αναστολής της ενδιάμεσης απόφασής του, που είχε στο μεταξύ εφεσιβληθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφωνώντας με την προσέγγιση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι η αναστολή της ενδιάμεσης απόφασης θα ισοδυναμούσε με αναστολή της διαδικασίας, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «H Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ.
  2. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ.18» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 692, όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Κατ' αρχήν σύμφωνα με το άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με την συνέχιση της εξέλιξης μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του Κ18 της Δ.35: (Βλ. Photiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 52. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε ".. stay of . proceedings under the decision appealed from ." δεν αποβλέπει στην αναστολή ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται ικανοποίηση.» Παραδείγματα ερμηνείας της φράσης 'διαδικασία' που αναφέρεται στην Δ.35 Θ.18 έχουν δοθεί στην απόφαση In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119,
  1. Λέχθηκε ότι η διαδικασία θα πρέπει να έχει άμεση σχέση με την εκτέλεση απόφασης όπως π.χ. διαδικασίες για κατάσχεση εις χείρας τρίτου (garnishee proceedings) καθώς και διαδικασίες για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων δυνάμει του Κεφ.
  2. Η διαδικασία ακρόασης εκκρεμούσης αγωγής δεν εμπίπτει σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, στις πρόνοιες της Δ.35 Θ.
  3. Βέβαια στην έννοια της απόφασης που είναι δεκτική αναστολής, συμπεριλαμβάνονται και ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου εφόσον όμως αυτές είναι δεκτικές εκτέλεσης με την έννοια ότι επιβάλλουν μια θετική υποχρέωση στον αιτητή και η αναστολή εκτέλεσης δεν έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας στην αγωγή. Στα πλαίσια αυτά, δόθηκε στην υπόθεση Penderhil Holdings Ltd ν. Κλουκίνα
(2011)1 Α.Α.Δ. 1921, αναστολή εκτέλεσης ενδιάμεσου διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal, εκκρεμούσης της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της οριστικοποίησης του. Αντιθέτως, στην υπόθεση Λαϊκή ν Λύρα (ανωτέρω) δεν δόθηκε διάταγμα αναστολής της ενδιάμεσης απόφασης για ακύρωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Κρίθηκε συναφώς ότι η ενδιάμεση αυτή απόφαση δεν επέβαλε κάποιο καθήκον στον αιτητή και επιπλέον η αναστολή της θα ισοδυναμούσε με αναστολή των δικαστικών διαδικασιών, κάτι που είναι έξω από την εμβέλεια της Δ.35 θ.18. Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο έχει καθήκον σύμφωνα με την Δ.18 να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2000)1Γ ΑΑΔ 1978). Συνήθης πρακτική είναι να κατατίθεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου για το ποσόν της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο, του συνόλου ή μέρους του εξ' αποφάσεως χρέους. Συμπεράσματα Ο συνήγορος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν πρέπει να ακουστούν από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι αποδεδειγμένα παρακούουν τα υπό κρίση προσωρινά διατάγματα που εφεσίβαλαν. Στην υπόθεση Θρασυβούλου ν. Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ
(2001)1Α Α.Α.Δ 687, τονίστηκε η σημασία μη συμμόρφωσης προς εφεσιβαλλόμενο διάταγμα ως προϋπόθεσης για την προώθηση της έφεσης. Λέχθηκε ότι ο εφεσείων δεν μπορεί να ισχυρίζεται, επειδή αμφισβητεί με την έφεση την νομιμότητα του διατάγματος, ότι μπορεί να μην συμμορφώνεται με αυτό. Η αρχή αυτή δεν αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου να τιμωρήσει για περιφρόνησή του αλλά στην ευρύτερη εξουσία του να ελέγχει τη διαδικασία του και να εμποδίζει κατάχρηση της. Λέχθηκε όμως ταυτόχρονα ότι στην σχετική νομολογία, έχει υιοθετηθεί η άποψη ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας ότι ο παραβαίνων το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ακουσθεί αλλά ότι δίνεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να μην τον ακούσει. Στην υπόθεση Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης
(2002)1Α Α.Α.Δ 195, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε αίτηση αναστολής απόφασης εκκρεμούσης έφεσης όπως η παρούσα. Η έφεση στρεφόταν εναντίον απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού για άμεση επιστροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του εφεσείοντα στην Ιρλανδία υπό την κηδεμονία της μητέρας τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δέχθηκε να ακούσει τον αιτητή μολονότι με τη συμπεριφορά του, κατέδειξε αρχικά πως δεν ήταν διατεθειμένος να συμμορφωθεί με την διαταγή του Δικαστηρίου, την ορθότητα της οποίας αμφισβητούσε. Στην παρούσα περίπτωση, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι στο στάδιο αυτό δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να μην ακουστούν από το Δικαστήριο οι εναγόμενοι - αιτητές. Σημειώνω ότι οι ενάγοντες, έχουν ήδη καταχωρήσει δύο αιτήσεις παρακοής εναντίον των εναγομένων, αναφορικά με τα υπό κρίση συντηρητικά διατάγματα. Όμως οι εναγόμενοι, αμφισβητούν τα γεγονότα που επικαλούνται οι ενάγοντες για να αποδείξουν την κατ' ισχυρισμό παρακοή. Υπό τας περιστάσεις, απόφαση να μην ακουστούν στο στάδιο αυτό οι εναγόμενοι λόγω μη συμμόρφωσης με τα προσωρινά διατάγματα θα προαποφάσιζε στην ουσία τις αιτήσεις παρακοής χωρίς να δοθεί στους εναγομένους, το δικαίωμα να ακουστούν. Είναι γεγονός ότι από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι φαίνεται να παραδέχονται ότι δεν συμμορφώθηκαν με μέρος τουλάχιστον των προσωρινών διαταγμάτων, με συμβουλή μάλιστα των συνηγόρων τους. Όμως, το Δικαστήριο είναι πολύ διστακτικό και αρκετά απρόθυμο θα έλεγα να στερήσει από διάδικο την πρόσβαση σε αυτό από την στιγμή που ο διάδικος αμφισβητεί την διάπραξη αστικής καταφρόνησης που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό τας περιστάσεις, η εισήγηση των εναγόντων για να μην ακουστούν οι εναγόμενοι στο παρόν στάδιο λόγω απείθειας στα προσωρινά διατάγματα, απορρίπτεται. Ο συνήγορος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, εισηγήθηκε επίσης ότι τα υπό κρίση συντηρητικά διατάγματα είναι αναγνωριστικής και απαγορευτικής φύσης και δεν επιβάλουν κάποια θετική υποχρέωση στους εναγομένους. Ως εκ τούτου δεν είναι δεκτικά αναστολής εκτέλεσης δυνάμει της Δ.35 θ.
  1. Ούτε η πιο πάνω θέση με βρίσκει σύμφωνο. Κάποια από τα υπό κρίση διατάγματα, απαγορεύουν στους εναγόμενους συγκεκριμένες πράξεις όπως πχ να μην αποξενώσουν περιουσία της εταιρείας ή να μην εμποδίζουν τον ενάγοντα 1 στα καθήκοντα του. Άλλα διατάγματα, είναι προστακτικής φύσης όπως αυτά που διατάσσουν τους εναγομένους να επιτρέψουν στον παραλήπτη την είσοδο στα υποστατικά της εταιρείας και την πρόσβαση στα αρχεία της. Το ίδιο ισχύει και για το διάταγμα που διατάσσει τους εναγομένους να παραδώσουν στον παραλήπτη, την έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Γεγονός παραμένει ότι είτε με την μια είτε με την άλλη μορφή, τα υπό κρίση ενδιάμεσα διατάγματα υπαγορεύουν ένα συγκεκριμένο καθήκον στους εναγομένους να προβούν ή να αποφύγουν να προβούν σε συγκεκριμένες πράξεις. Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η θέση των εναγόντων ότι τα επίδικα διατάγματα δεν επιβάλουν κάποια θετική υποχρέωση και γι' αυτό δεν εμπίπτουν στις αποφάσεις για τις οποίες θα μπορούσε να διαταχθεί η ανατολή εκτέλεσης. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θα προχωρήσω στη εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για έγκριση του αιτήματος. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και ιδιαίτερα την αίτηση και ένσταση αλλά και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης όπως τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, η απόρριψη του αιτήματος για αναστολή της υπό κρίση απόφασης. Η ίδια η φύση του ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος, αποσκοπεί στην ανάγκη κατεπείγουσας άμεσης θεραπείας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Οι ισχυρισμοί που τίθενται στην παρούσα αίτηση από τους εναγόμενους για ανεπανόρθωτη ζημιά αν συνεχίσει η διαχείριση της εταιρείας από τον παραλήπτη, είχαν τεθεί και στην ένσταση τους στην διαδικασία οριστικοποίησης των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Με ενδιάμεση απόφαση μου στα πλαίσια της διακριτικής μου εξουσίας, αποφάσισα ότι έπρεπε να οριστικοποιηθούν τα υπό κρίση ενδιάμεσα διατάγματα. Έκρινα συναφώς ότι η ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα 2 εταιρεία αλλά και η ορθή διαχείριση της από τον παραλήπτη θα ήταν πολύ μεγάλη αν δεν οριστικοποιούντο τα προσωρινά διατάγματα μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Σημειωνόταν επίσης ότι οι μη αμφισβητηθέντες ισχυρισμοί για πώληση εμπορευμάτων της εταιρείας από τους εναγομένους, ιδιαίτερα μετά τον διορισμό παραλήπτη αλλά και την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, πέραν των ποινικών αδικημάτων που πιθανόν να συνεπάγονται, καταδείκνυε ακριβώς και το γεγονός ότι αν δεν οριστικοποιούνταν τα διατάγματα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι σαφές ότι στη περίπτωση που ο παραλήπτης δικαιωθεί στην αγωγή του δεν θα μπορεί να ασκήσει με επιτυχία την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας αν αυτά αποξενωθούν με τον πιο πάνω τρόπο. Επεσήμανα επίσης, τις σοβαρότατες καταγγελίες για τοις μετρητοίς πώληση εμπορευμάτων της εταιρείας, χωρίς έκδοση τιμολογίων και χρέωση ΦΠΑ καθώς επίσης και πώληση τοις μετρητοίς εμπορευμάτων της εταιρείας προς όφελος άλλης εταιρείας. Έκρινα ως εκ τούτου ότι αποδείχθηκε η αναγκαιότητα κατεπείγουσας έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων αφού προέβαλε σαφώς ο κίνδυνος να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν οριστικοποιούνταν τα υπό κρίση διατάγματα. Στην παρούσα αίτηση τους, οι εναγόμενοι δεν πρόσθεσαν κανένα νέο στοιχείο που να δικαιολογεί την διαφοροποίηση των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου. Απλά επαναλαμβάνουν τις προηγούμενες θέσεις τους, οι οποίες όμως, έχουν όμως απορριφθεί από το Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση του ημ. 13.11.17 με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα ενδιάμεσα συντηρητικά διατάγματα. Από την στιγμή δε που δεν έχει προταθεί κάποιο νέο γεγονός που να διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων, η παρούσα αίτηση επιδιώκει στην ουσία την ανατροπή των ευρημάτων του Δικαστηρίου, στην απόφαση του ημ. 13.11.
  2. Κάτι που είναι βέβαια ανεπίτρεπτο. Ούτε η θέση των εναγομένων ότι η εταιρεία είναι βιώσιμη και θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τον παραλήπτη ευσταθεί. Υπενθυμίζω την μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο για την αποτυχία της εταιρείας να ανταποκριθεί στις δανειακές υποχρεώσεις της προς την τράπεζα καθώς και την διαδικασία που ακολουθήθηκε για τον διορισμό του παραλήπτη επί του συνόλου της περιουσίας της εταιρείας, δυνάμει των υπό κρίση ομολόγων επιβάρυνσης. Περαιτέρω δεν έχει καταδειχθεί ότι η απόρριψη του αιτήματος θα καταστήσει την έφεση των εναγόντων χωρίς αντικείμενο. Αντιθέτως, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα δημιουργηθούν σοβαρά προσκόμματα στην ομαλή διαχείριση της εταιρείας από τον παραλήπτη. Σημειώνω επίσης ότι ο παραλήπτης διορίστηκε δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης και μέχρι αυτός ο διορισμός να ανακληθεί από το Δικαστήριο, συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα. Όπως δε πολύ σωστά επεσήμανε ο συνήγορος των εναγόντων, πλείστες από τις υποχρεώσεις που υπαγορεύουν τα υπό κρίση διατάγματα, είναι υποχρεώσεις που ό ίδιος ο Περί Εταιρειών Νόμος επιβάλλει στους διευθυντές της εταιρείας, σε περίπτωση διορισμού παραλήπτη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο που εξ' άλλου είναι οριακής σημασίας κατά την νομολογία και εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι η άρνηση αναστολής θα καταστήσει την έφεση άνευ αντικειμένου. Να σημειώσω μόνο, χωρίς να αποκλείω μια κάποια πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των εναγομένων για σοβαρότατα σφάλματα του Δικαστηρίου και ότι για αυτό το λόγο, η έφεση έχει τεράστιες πιθανότητες επιτυχίας. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκηθεί, κατά του αιτήματος αναστολής. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, υπερισχύει το δικαίωμα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση για διασφάλιση του τελεσφόρου της δικαστικής απόφασης που πέτυχαν με την οριστικοποίηση των ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων - αιτητών και υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.