← Κύπρος

ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΤΣΩΝΗ ν. M. KOTSONIS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 3464/2011, 20/4/2018

ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΤΣΩΝΗ ν. M. KOTSONIS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 3464/2011, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3464/2011 Mεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΤΣΩΝΗ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και M. KOTSONIS ENTERPRISES LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 07.12.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.4.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα-αιτήτρια: κ. Σ. Φασουλιώτης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Βλαδιμήρου για Σούλα Ιακωβίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η ενάγουσα ζητά εναντίον των εναγόμενων αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη συνέπεια αμέλειας και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόμενων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης οι εναγόμενοι πώλησαν στην ενάγουσα έναντι του ποσού των €13.800 συγκεκριμένο αυτοκίνητο το οποίο στη συνέχεια παρουσίασε διάφορα προβλήματα. Αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι κατά τη διενέργεια της πώλησης του αυτοκινήτου οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν την δέουσα επιμέλεια και ή ότι η πώληση προς αυτή διενεργήθηκε κατόπιν ψευδούς παράστασης των εναγόμενων. Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα -αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως ακολούθως: Α. Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 11 και της αναγκαίας αναρρίθμισης των υφιστάμενων παραγράφων 11,12 και 13 σε 12,13 και 14 αντίστοιχα: «11.Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι η επίδικη συμφωνία πώλησης του αυτοκινήτου είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι αμφότεροι οι διάδικοι, κατά την ημερομηνία της σύναψης της, τελούσαν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό ουσιώδες στη συμφωνία γεγονός και συγκεκριμένα ως προς τον πραγματικό αριθμό μιλιών που είχε διανύσει προηγουμένως και/ή μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία το εν λόγω αυτοκίνητο. Ως εκ τούτου, το ποσό των €13.800 που αποτελούσε το τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου θα πρέπει να επιστραφεί από τους Εναγόμενους προς την Ενάγουσα.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-9 στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Αναφέρει ότι την προηγούμενη της καταχώρησης της αίτησης και συγκεκριμένα κατά την προετοιμασία της με το δικηγόρο της για την ακρόαση της υπόθεσης, διαπίστωσαν ότι στην έκθεση απαίτησης δεν γινόταν ρητή αναφορά στην διαζευκτική βάση αγωγής την οποία προτίθεται να προωθήσει, ότι δηλαδή, η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη λόγω αμοιβαίας πλάνης αμφοτέρων των διαδίκων ως προς το ουσιώδες για τη συμφωνία γεγονός του πραγματικού αριθμού μιλιών που είχε διανύσει προηγουμένως το επίδικο αυτοκίνητο. Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αναφέρει ότι δεν περιήλθε προηγουμένως στην αντίληψη της η πιο πάνω παράλειψη επειδή ήταν η πρώτη φορά που έγινε ουσιαστική προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης καθότι τις προηγούμενες φορές είχε πληροφορηθεί από το δικηγόρο της ότι η ακρόαση της υπόθεσης θα αναβαλλόταν για διάφορους λόγους. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι, η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται καλόπιστα και είναι αναγκαία έτσι ώστε κατά την ακρόαση της υπόθεσης να μην στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει το σύνολο των γεγονότων, θέσεων και αξιώσεων της ενώπιον Δικαστηρίου. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγομένων -καθ΄ων η αίτηση που στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 , στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς, Διαταγή 25 θεσμοί 1-6, Διαταγή 19, Διαταγή 48, θεσμός 1,2,3,4,8 και 9, επί της Πρακτικής, της διακριτικής ευχέρειας, της επιείκειας, της Νομολογίας και των Γενικών και συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Στην ειδοποίηση ένστασης προβάλλονται 11 λόγοι ένστασης που υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας και συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, γίνεται κακόπιστα καθώς και ότι με αυτή επιδιώκεται η αλλαγή της βάσης της αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται δικονομικά στην παλαιά Δ.25Θ.1. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων βάσει της Δ.25 έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,

(1989)1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704). Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd v. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.Δ 162). Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.), (πιο πάνω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (πιο πάνω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) (ανωτέρω). Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς βάσιμη δικαιολογία Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου (πιο πάνω), όπου το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή της αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: ´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.' Στην προκειμένη περίπτωση η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αποτελεί γεγονός με δεδομένο ότι πρόκειται για υπόθεση που καταχωρίστηκε το έτος 2011. Παράλληλα δεν παραβλέπω τη συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Παρόλα αυτά σημειώνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται ουσιαστικά να προστεθεί στην έκθεση απαίτησης σε σχέση με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς η διαζευκτική θέση ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη λόγω αμοιβαίας πλάνης αμφοτέρων των διαδίκων ως προς ουσιώδες για τη συμφωνία γεγονός. Σύμφωνα με τη αιτήτρια η αναφερόμενη δικογραφική παράλειψη εντοπίσθηκε κατά την προετοιμασία της ακρόασης της υπόθεσης. Η θέση της ότι πρόσφατα έγινε για πρώτη φορά ουσιαστική προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης παρά το ότι δεν κρίνεται απόλυτα επαρκής εξήγηση εντούτοις δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζεται ότι ο παράγοντας του χρόνο είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.), πιο πάνω). Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού έγινε αντιληπτή οι αναφερόμενη παράλειψη καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον υπό κρίση παράγοντα δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση προβάλλουν περαιτέρω ότι η αίτηση αποτελεί προσπάθεια αλλαγής της βάσης της αγωγής. Η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού έχοντας υπόψη την επίδικη διαφορά των μερών από την αιτούμενη τροποποίηση διαφαίνεται ότι επιδιώκεται η εισαγωγή επιπρόσθετων θεμάτων που σχετίζονται με την υφιστάμενη βάση αγωγής. Το δικονομικό μας σύστημα επιτρέπει στην δικογραφία την ύπαρξη διαζευκτικών ή και ακόμα αντιφατικών ισχυρισμών. Αυτό σε αντίθεση βέβαια με την μαρτυρία όπου διαζευκτικοί ισχυρισμοί αποδυναμώνουν την αποδεικτική της αξία. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, κάτι που δεν ισχύει στη παρούσα περίπτωση, αυτό δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης τροποποίησης ( SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) πιο πάνω και ASTOR MANUFACTURING & EXPORTING CO v. A. & G LEVENTIS & COMPANY (NIGERIA) LTD
(1993)1 Α.Α.Δ 726) Επισημαίνω ότι το καθήκον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης δεν επεκτείνεται στη διερεύνηση και εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις πιθανότητες ή προοπτικές επιτυχίας μιας επιπρόσθετης διεκδίκησης η οποία ζητείται να προστεθεί με την τροποποίηση, αυτό είναι θέμα ουσίας το οποίο κρίνεται κατά τη δίκη και τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Εκείνο που το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει είναι αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων με τρόπο που θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Δεν θεωρώ ότι η ζητούμενη τροποποίηση διαφοροποιείται σε τέτοιο βαθμό από την ουσία της παρούσας υπόθεσης ώστε να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης ότι η έγκριση του αιτήματος θα ανατρέψει την μέχρι τώρα βάση της αντιδικίας και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης δεν βρίσκει έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση ενός αιτήματος για τροποποίηση είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο θεωρώ ότι θα εξυπηρετηθεί με την αποδοχή του αιτήματος αντί με την απόρριψη του. Τα πιο πάνω απαντούν πιστεύω και στη θέση των εναγόμενων-καθ' ων η αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα και αποτελεί προσπάθεια αποφυγής απόρριψης της αγωγής της ενάγουσας. Στην βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω δεν κρίνω να εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους της ενάγουσας- αιτήτριας έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να απαντήσουν στον ισχυρισμό που η ενάγουσα επιχειρεί με την αιτούμενη τροποποίηση να εισαγάγει στην έκθεση απαίτησης της καθώς και να τον αντικρούσουν μέσα από την διαδικασία της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζά (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως επίσης αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1Α Α.Α.Δ 745 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους εναγόμενους- καθ΄ων η αίτηση με την τροποποίηση. Ούτε θα προκληθεί ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην πλευρά των εναγόμενων εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Η υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί εντός δεκαπέντε ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Τυχόν απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί και παραδοθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της έκθεσης υπεράσπισης. Η εισήγηση του συνήγορου της αιτήτριας όπως σε περίπτωση επιτυχία της αίτησης τα έξοδα αυτής επιδικαστούν προς όφελος της δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει θεωρώ σοβαρός λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Αυτός είναι ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων είναι αυτό τούτο το δικονομικό διάβημα της αιτήτριας - ενάγουσας που οδήγησε την υπόθεση σε εκτροπή από τη φυσιολογική της εξέλιξη (ΚΩΣΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΠΙΕΡΗ
(1999)1Β Α.Α.Δ 809) και ενώ πρόκειται για υπόθεση που καταχωρίστηκε το έτος 2011 Συνεπώς τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων- καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των ενάγουσας-αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίηση Έκθεση Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.