← Κύπρος

JULIE NADINE WILLS ν. NGUYEN THI TUYET, Αγωγή αρ.: 77/18, 4/4/2018

JULIE NADINE WILLS ν. NGUYEN THI TUYET, Αγωγή αρ.: 77/18, 4/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 77/18 Μεταξύ: JULIE NADINE WILLS, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγουσας Και NGUYEN THI TUYET, από το Βιετνάμ και τώρα στα Μανδριά Λεμεσού Εναγόμενης -------------------- Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11.01.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 04.04.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγουσα-αιτήτρια: κα Ειρ. Ηλία για Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση: κ. Χρ. Πουργουρίδης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κα Μ. Πουργουρίδου για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.1.2018 η ενάγουσα - αιτήτρια καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον της εναγόμενης μεταξύ και άλλων θεραπειών δήλωση και ή απόφαση του Δικαστηρίου ως ακολούθως:

  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η Εναγόμενη να διατάσσεται να αποδώσει λογαριασμό (Account) για όλη την κινητή περιουσία του Αποβιώσαντα ALBERT EDWARD THOMAS WALKER τέως από τα Μανδριά Λεμεσού, ο οποίος στη συνέχεια θα αναφέρεται σαν «Αποβιώσαντας» την οποία διαχειρίστηκε και/ή αναφορικά με την οποία έκαμε οποιαδήποτε πράξη με την ιδιότητα του προσώπου το οποίο ήταν δίπλα του μέχρι τον θάνατό του και/ή αλλιώτικα.
  2. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι, οποιαδήποτε κινητή περιουσία βρίσκεται και/ή βρισκόταν στα χέρια της Εναγόμενης και η οποία ήταν περιουσία του Αποβιώσαντα, αποτελεί περιουσία καταπιστεύματος και ανήκει στους νόμιμους κληρονόμους του Αποβιώσαντα σύμφωνα με το νόμιμο κληρονομικό μερίδιο του κάθε ενός από αυτούς και/ή σύμφωνα με την Διαθήκη του ημερομηνίας 3/10/
  3. Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, η οποία να αναγνωρίζει ότι οι Λογαριασμοί με αρ. 357008456068 και 034602000089 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της περιουσίας του Αποβιώσαντα και όχι της Εναγόμενης.
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου που ν' απαγορεύει στην Εναγόμενη ν' αποξενώσει, επιβαρύνει, δεσμεύσει και/ή άλλως πως διαθέσει τα οποιαδήποτε ποσά είναι κατατεθειμένα στους Λογαριασμούς 357008456068 και 034602000089 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, περιουσία του Αποβιώσαντα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της προσωπικά, παράνομα και/ή δόλια και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή καταχρηστικά και/ή άλλως πως.
  5. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την διαγραφή του ονόματος της Εναγόμενης από τους πιο πάνω Λογαριασμούς και την εγγραφή και/ή επανεγγραφή τους επ' ονόματι του Αποβιώσαντα.
  6. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση και/ή ψευδείς παραστάσεις.
  7. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαια και ορθή κάτω από τις περιστάσεις.
  8. Νόμιμους τόκους επί οποιωνδήποτε ποσών και/ή αποζημιώσεων ήθελε επιδικάσει προς όφελος της Ενάγουσας και σε βάρος της Εναγόμενης, το Σεβαστό Δικαστήριο. Με χωρίς ειδοποίηση αίτηση ημερομηνίας 11.1.2018 που καταχώρησε ταυτόχρονα με την αγωγή ο ενάγουσα εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στην Εναγόμενη προσωπικά και/ή μέσω των υπηρετών ή αντιπροσώπων της να αποσύρει, αποξενώσει, επιβαρύνει, δεσμεύσει, αποχωριστεί την κατοχή και/ή άλλως διαθέσει τα όποια ποσά είναι κατατεθειμένα στους Λογαριασμούς με αρ. 357008456068 και 034602000089 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, μέχρι την έκδοση τελικής Απόφασης και εκτέλεσης της Απόφασης του Δικαστηρίου στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που παγοποιεί τους Λογαριασμούς με αρ. 357008456068 και 034602000089 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή να απαγορεύει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να αποδώσει στην Εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό από τους Λογαριασμούς με αρ. 357008456068 και 034602000089, μέχρι την έκδοση τελικής Απόφασης και εκτέλεσης της Απόφασης του Δικαστηρίου στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση του με την οποία εξασφάλισε το διάταγμα στηρίζεται στο Νόμο Πολιτικής Δικονομίας Κεφ.6, άρθρα 4 και 9 στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμων 14/60 στη Δ.48 θ.1, 2, 7 και 9, στη νομολογία για την έκδοση Διαταγμάτων Mareva και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Μαρίας Βωνιάτη Ηλία η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση κατόπιν εξουσιοδότησης της ενάγουσας αλλά και υπό την ιδιότητα της ως η κατονομαζόμενη εκτελέστρια της διαθήκης του αποβιώσαντα ALBERT EDWART THOMAS WALKER τέως από τα Μανδριά Λεμεσού. Τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση προέρχονται από πληροφορίες που έλαβε από την ενάγουσα καθώς και από έγγραφα που έχει η ίδια στην κατοχή της αλλά και γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά επειδή ενεργούσε για πάρα πολλά χρόνια ως ο δικηγόρος του ALBERT EDWART THOMAS WALKER (στο εξής ο αποβιώσας). Η ενόρκως δηλούσα κα. Μαρία Βωνιάτη Ηλία αναφέρει ότι ο αποβιώσας ο οποίος καταγόταν από το Ηνωμένο Βασίλειο από το έτος 1980 εγκαταστάθηκε με τη σύζυγο του στη Κύπρο και συγκεκριμένα στα Μανδριά Λεμεσού. Η σύζυγος του η οποία το 1981 αγόρασε μία κατοικία στα Μανδριά απεβίωσε στις 10.2.
  9. Μοναδικός κληρονόμος της ήταν ο αποβιώσας με τις οδηγίες και τη συγκατάθεση του οποίου η κα. Μαρία Βωνιάτη Ηλία διορίσθηκε διαχειρίστρια της περιουσίας της συζύγου του δυνάμει Διατάγματος διαχείρισης. Μετά το θάνατο της συζύγου του ο αποβιώσας πώλησε την πιο πάνω αναφερόμενη κατοικία στα Μανδριά πριν ακόμα μεταβιβαστεί στο όνομα του. Μέρος του ακινήτου πωλήθηκε με πωλητήριο έγγραφο ημερ. 7.7.2008 για το ποσό των €10.251 ενώ το υπόλοιπο πωλήθηκε με πωλητήριο έγγραφο ημερ. 20.5.2013 για το ποσό των €110.
  10. Προς επιβεβαίωση των πιο πάνω η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου, του Διατάγματος διαχείρισης και των πωλητήριών εγγράφων (τεκμήρια 1-4). Τα χρήματα που ο αποβιώσας εισέπραξε από τις εν λόγω πωλήσεις τα κατάθεσε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επίσης μετά το θάνατο της συζύγου του ενόψει του ότι και ο ίδιος ήταν μεγάλης ηλικίας και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, εργοδότησε την εναγόμενη σαν οικιακή βοηθό για να τον φροντίζει. Ο αποβιώσας κατά ή περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2010 υπόγραψε και εκτέλεσε την Διαθήκη του ημερομηνίας 3/10/10 στην παρουσία μαρτύρων την οποία έκτοτε ουδέποτε ανακάλεσε ή τροποποίησε. (Αντίγραφο της Διαθήκης του Αποβιώσαντα ημερ. 3/10/10 επισυνάπτεται Τεκμήριο 5). Η ενόρκως δηλούσα κα. Βωνιάτη Ηλία αναφέρει ότι ο ALBERT EDWART THOMAS WALKER απεβίωσε την 3/1/18 στην Λεμεσό. Η Ενάγουσα που είναι η μοναδική νόμιμη κληρονόμος του την πληροφόρησε ότι ο πατέρας της πριν πεθάνει την ενημέρωσε ότι είχε εκτελέσει την Διαθήκη του και ότι διατηρούσε τρεις Λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στις 8/1/18 πληροφορήθηκε από τον Κοινοτάρχη του χωριού Μανδριά κ. Γεώργιο Μωϋσέως ότι διευθετήθηκε η κηδεία του αποβιώσαντος για τις 12/1/18 και ότι είχαν ήδη πληρωθεί τα έξοδα κηδείας από την Εναγόμενη η οποία απέσυρε χρήματα από τους κοινούς Λογαριασμούς που διατηρούσε με τον αποβιώσαντα. Κατόπιν αυτού στις 9/1/18 επισκέφθηκε την Τράπεζα Κύπρου και με την ιδιότητα της ως η κατονομαζόμενη Εκτελέστρια της Διαθήκης του Αποβιώσαντα, πληροφορήθηκε ότι πράγματι υπάρχουν δύο κοινοί Λογαριασμοί στο όνομα του Αποβιώσαντα και της Εναγόμενης που είναι ο λογαριασμός Προθεσμίας με αρ. 357008456068 στον οποίο υπάρχει κατατεθειμένο το ποσό των €52.760,13 και ο Τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. 034602000089 στον οποίο υπάρχει κατατεθειμένο το ποσό των €6.909,62.-Επίσης υπάρχει ακόμα ένας λογαριασμός ο οποίος δεν είναι κοινός με την εναγόμενη. Η κα Βωνιάτη Ηλία υποστηρίζει ότι τα χρήματα που βρίσκονται κατατεθειμένα στους αναφερόμενους λογαριασμούς ανήκουν αποκλειστικά στην περιουσία του αποβιώσαντα και όχι στην Εναγόμενη. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας, ο οποίος λόγω του ότι ήταν ηλικιωμένος 86 χρονών, δεν ήταν καλά μορφωμένος, ήταν άρρωστος με κινητικά και άλλα προβλήματα, τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πλήρως εξαρτημένος από την Εναγόμενη, η οποία, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του τόσον την πνευματική όσον και την σωματική, αποδέχτηκε την συμπερίληψη του ονόματος της ως δικαιούχος των λογαριασμών του αποβιώσαντα με σκοπό την οικειοποίηση τους, αφού ουδέποτε ενημέρωσε την Ενάγουσα για το γεγονός αυτό. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Εναγόμενη είναι από το Βιετνάμ, οι οικονομικές της δυνατότητες είναι πολύ περιορισμένες και σε περίπτωση που δεν εμποδιστεί είναι σίγουρο ότι θα πάρει τα χρήματα και είτε θα τα μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας ή θα τα σπαταλήσει. Μετά που η αίτηση και το διάταγμα επιδόθηκαν στην Εναγόμενη- καθ΄ης η αίτηση, αυτή καταχώρησε ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος, προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης:

(1)Η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος βασίσθηκε επί ανεπαρκών λόγων και ή χωρίς να τεθεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου που να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6.
(2)Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν απεκάλυψε πλήρως και ειλικρινώς όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ή στοιχεία που αφορούν την παρούσα υπόθεση.
(3)Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου.
(4)Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή και ή αίτηση.
(5)Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και πάνω στην οποία βασίσθηκε η έκδοση του προσωρινού διατάγματος έγινε παράτυπα από δικηγόρο της εταιρείας που χειρίζεται την υπόθεση.
(6)Δεν βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδια της καθ΄ ης η αίτηση καθώς και από την ένορκη δήλωση του κοινοτάρχη των Μανδριών, Ρένου Μωυσέως. Η καθ΄ης η αίτηση μεταξύ άλλων αναφέρει ότι βρίσκεται στη Κύπρο τα τελευταία 10 χρόνια και εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του αποβιώσαντα έχοντας την φροντίδα του σπιτιού του και υπηρετώντας τον μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του. Ο αποβιώσας πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στις 03/01/2018 ύστερα από ολιγοήμερη ασθένεια με τους πνεύμονες του. Η κόρη του δηλαδή η ενάγουσα, η οποία βρίσκεται στην Αγγλία, παρά το ότι είχε ενημερωθεί για την εισαγωγή του πατέρα της στο νοσοκομείο παρέλειψε να τον επισκεφθεί. Ισχυρίζεται επίσης ότι στα δέκα χρόνια που η ίδια βρισκόταν στην υπηρεσία του αποβιώσαντα η κόρη του τον επισκέφθηκε τυπικά μόνο μία φορά όταν ήρθε την Κύπρο για διακοπές. Στην ένορκη της δήλωση περιγράφει τις προσπάθειες που έγιναν για να ενημερωθεί η κόρη του αποβιώσαντα για το θάνατο του πατέρα της η οποία αφού τελικά ενημερώθηκε έδωσε τη συγκατάθεση της για να γίνει η ταφή στην Κύπρο και δήλωσε ότι η ίδια δεν είχε πρόθεση να έρθει στην Κύπρο για να παραστεί στην κηδεία. Η ταφή του αποβιώσαντα έγινε στις 12/01/2018 στο Αγγλικό κοιμητήριο και τα έξοδα της κηδείας πληρώθηκαν από τον τρεχούμενο λογαριασμό που η καθ΄ης η αίτηση διατηρούσε από κοινού με τον αποβιώσαντα. Σε σχέση με τους δύο κοινούς λογαριασμούς η καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι αυτοί ανοίχθηκαν από τον αποβιώσαντα κατά ή περί τις 05/11/2013 στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στις Πάνω Πλάτρες. Προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού της επισυνάπτει ως Τεκμήριο «Α» πληροφοριακή κατάσταση λογαριασμού ημερ. 18/12/2013 το οποίο αφορά τον έναν εκ των δύο λογαριασμών και στο οποίο είναι κατατεθειμένο το μεγαλύτερο από τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Στη τράπεζα ως ισχυρίζεται μετέβηκε με το αποβιώσαντα και το κοινοτάρχη Μανδριών ο οποίος τους μετέφερε με το αυτοκίνητο του και εκεί της ζητήθηκε να υπογράψει κάποια έγγραφα. Ακολούθως κατά την επιστροφή τους στα Μανδριά ο αποβιώσας της έδωσε οδηγίες όπως στη περίπτωση θανάτου του να πληρώσει από τους λογαριασμούς όλα τα έξοδα της κηδείας του και της δήλωσε ότι τα υπόλοιπα χρήματα θα είναι δικά της. Αναφέρει περαιτέρω ότι τα χρήματα αυτά ο αποβιώσας τα κληρονόμησε από την πρώην σύζυγο του με την οποία συνήψε δεύτερο γάμο ενώ με την πρώτη του σύζυγο απέκτησε δύο παιδιά την ενάγουσα και τον αδελφό της. Ο αποβιώσας πριν πεθάνει είχε πρόβλημα με τους πνεύμονες και με τον προστάτη του και εξαιτίας των προβλημάτων αυτών εισήχθη 4 φορές στο Νοσοκομείο Κυπερούντας για θεραπεία. Η ίδια βρισκόταν συνεχώς μαζί του όλες τις μέρες που παρέμεινε στο Νοσοκομείο, ενώ, η κόρη του και ο γιός του ουδέποτε τον επισκέφθηκαν. Ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας το έτος 2013 δεν είχε προβλήματα κινητικότητας και ότι μόνο τους τελευταίους 2-3 μήνες πριν από τον θάνατο του περπατούσε με τη χρήση μπαστουνιού. Αντίθετα το 2013 ήταν ένας απόλυτα φυσιολογικός άνθρωπος, κυκλοφορούσε στα Μανδριά και την γύρω περιοχή, ήταν τακτικός θαμώνας στα εστιατόρια του χωριού και της περιοχής, είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος και πλήρη έλεγχο των πράξεων του. Το αποβιώσαντα τον ήξεραν πολύ καλά όλοι οι κάτοικοι των Μανδριών και αρκετοί κάτοικοι των γειτονικών χωριών αφού έκαμνε παρέα μαζί τους μέχρι και 2-3 βδομάδες πριν από τον θάνατο του. Η καθ΄ης η αίτηση αρνείται ότι ο αποβιώσας ήταν πλήρως εξαρτημένος από την ίδια τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αντίθετα όπως ισχυρίζεται ήταν σε θέση να φροντίζει πλήρως τον εαυτό του και έκανε παρέα και διασκέδαζε με τους φίλους και τους συγχωριανούς του στα Μανδριά μέχρι και 15 μέρες περίπου πριν από τον θάνατο του. Ειδικά το 2013 ο αποβιώσας ήταν ένας απόλυτα φυσιολογικός άνθρωπος με άριστη μνήμη, αρκετά καλή υγεία, διαύγεια πνεύματος, πλήρη έλεγχο των πράξεων του και ήξερε πολύ καλά τι έκαμνε και τι έλεγε. Τα πιο πάνω σε σχέση με την πνευματική και σωματική κατάσταση του αποβιώσαντα επιβεβαιώνονται και από τον κοινοτάρχης Μανδριών Ρένο Μωυσέως ο οποίος περαιτέρω στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι ο ίδιος πριν από 4 με 5 χρόνια, χωρίς να θυμάται με ακρίβεια πότε, μετέφερε τον αποβιώσαντα μαζί με την εναγόμενη στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στις Πάνω Πλάτρες. Εκεί ο αποβιώσας στη παρουσία του έδωσε οδηγίες στον διευθυντή του καταστήματος της τράπεζας να μεταφέρει τους τραπεζικούς του λογαριασμούς στο όνομα και των δύο. Τέλος η καθ΄ης η αίτηση κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία γνώριζε και ή μπορούσε εύκολα να πληροφορηθεί και που είναι τα ακόλουθα: -Ότι οι δύο κοινοί λογαριασμοί έγιναν τον Νοέμβριο του 2013, δηλαδή 4 και πλέον χρόνια πριν από τον θάνατο του αποβιώσαντα. - Ποια ήταν η σωματική και πνευματική κατάσταση του αποβιώσαντα το 2013. - Ότι η καθ΄ης η αίτηση είναι παντρεμένη από το 2014 με τον φίλο του αποβιώσαντα Patrick Anthur John Roche, βρετανό πολίτη, αλλά μόνιμο κάτοικο Κύπρου και έχουν την μόνιμη κατοικία τους στην Κύπρο. -Η Αιτήτρια παρέλειψε επίσης να αποκαλύψει ότι έχει και ένα αδελφό και ότι και οι δύο ήταν παιδιά του αποβιώσαντα από τον προηγούμενο του γάμο. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους αναφερόμενοι στις αρχές που τάσσει η νομολογία μας για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση από την πλευρά του υποστήριξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την οριστικοποίηση του διατάγματος και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). Με βάση τις νομολογημένες αρχές παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς ( Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015.) Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί και ή να παραμείνει σε ισχύ ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης, βεβαίως, της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαίρη Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού (πιο πάνω). Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)A.Α.Δ 1460). Στην περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα δοθεί μονομερώς η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας υφίσταται και διατηρείται στους ώμους του αιτητή (Ανδρέου v. Colossus Signs Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040). Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου έχει ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα με σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής όπως και στην προκειμένη περίπτωση (Βλ. BP Holdings Ltd κ.α v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694 και Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 4 δεν εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το άρθρο 4 όπως και το άρθρο 5 του Κεφ.6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και ουσιαστικά αντιστοιχούν στην τρίτη προϋπόθεση. Σχετική επί του ζητήματος είναι η απόφαση LARTICON CO.v.DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD.,
(2004)1Β Α.Α.Δ 1121 όπου έχει λεχθεί ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω σε συνάρτηση και με τους λόγους ένστασης, εάν το Διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μέχρι τη τελική εκδίκαση της αγωγής και έχοντας βέβαια κατά νου ότι το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει τις τασσόμενες από την νομολογία προϋποθέσεις παραμένει στον διάδικο που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος. Σημειώνοντας εκ των προτέρων ότι στην υπό εξέταση υπόθεση η εναγόμενη- καθ΄ης η αίτηση και ο κοινοτάρχης Ρένος Μωυσέως δεν αμφισβητήθηκαν σε όσα ορκίστηκαν αφού δεν αντεξετάστηκαν (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ πιο πάνω). Υπενθυμίζεται επίσης ότι στο στάδιο αυτό επανεξετάζονται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, ασχέτως αν έχει εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς και οι ενάγοντες έχουν υποχρέωση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (Dolego Estates Ltd v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Στη παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμα καταχωριστεί έκθεση απαίτησης και συνεπώς οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία εξετάζονται έχοντας υπόψη το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καθώς και το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Προτού προχωρήσω να εφαρμόσω τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω εδώ κατάλληλο το στάδιο να σχολιάσω τη θέση περί παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για το λόγο ότι αυτή γίνεται από δικηγόρο. Είναι γνωστό ότι είναι ανεπιθύμητο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του εφόσον με αυτό το τρόπο καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 υπογραμμίσθηκε το ασυμβίβαστο της κατάθεσης ένορκης δήλωσης και της ταυτόχρονης ανάληψης της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση. Στην υπό εξέταση περίπτωση η ενόρκως δηλούσα δεν χειρίζεται την παρούσα αίτηση αλλά μόνο προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της. Επιπρόσθετα και παρά το ότι δεν αναφέρεται ρητά προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η ενάγουσα- αιτήτρια βρίσκεται στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην υπόθεση Πέτρος Ζωγράφου κ.α. v. Drosoneri Farm Limited Πολιτική Έφεση ΑΡ. 379/2012, ημερ. 21.5.2015 όπου εξετάσθηκε η θέση περί παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση λόγω όμνυσης της από δικηγόρο λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που ο ομνύων δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..» (βλ. Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013).» Στην απόφαση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva (πιο πάνω), αναφέρεται ότι απαιτείται να δοθεί κάποια εξήγηση αναφορικά με το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Όπως όμως λεχθεί στην Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1202, με αναφορά και στην Rybolovlev, η νομολογία δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται τέτοια ένορκη δήλωση. Εφαρμόζοντας συνεπώς τα πιο πάνω στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνεται ότι ο λόγος ένστασης ως προς την αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης δεν ευσταθεί. Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269,
  1. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων τα οποία παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της αγωγής, (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡOΫΠΟΘΕΣΗ Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Ένα από τα θέματα που έχουν εγερθεί από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση και άπτεται θεωρώ άμεσα των δύο πρώτων προϋποθέσεων είναι η νομιμοποίηση της ενάγουσας στην καταχώρηση της αγωγής. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα η οποία αξιώνει με την αγωγή της θεραπείες δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος, έχει το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια διεκδίκηση υπό την ιδιότητα της ως κληρονόμου ή κατά πόσο θα έπρεπε η αγωγή να έχει εγερθεί από τον προσωπικό αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος. Στην υπόθεση Demetra G. Patiki v. A.G. Patiki & co and Others XX(i) C.L.R. 36, αποφασίστηκε πως δικαιούχος κληρονόμος μπορεί να καταχωρίσει αγωγή χωρίς διάταγμα διαχείρισης. Στην υπόθεση A.G. Patiki & Co and Others v. Demetra Georghiou Patiki XX (II) 77 αποφασίστηκε ότι ένα πρόσωπο που δικαιούται στην περιουσία του αποβιώσαντα μπορεί να καταχωρίσει αγωγή για επιστροφή περιουσίας που κατακρατείται από τρίτους. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «In deciding the point, therefore, whether the action of plaintiff could be brought and maintained, we are of the opinion and we therefore decide that, as to the point whether the action of the plaintiff could be brought and maintained, neither the Wills and Succession Law, nor the Common Law of England are any obstacle to it, and that an action relating to inheritance to property found in Cyprus, against persons, most of whom are within the jurisdiction, could be brought and maintained here without any previous grant by a Court here». Οι πιο πάνω υποθέσεις αποφασίστηκαν πριν από τη θέσπιση του περί Διαχείρισης Περιουσιών Νόμου - Κεφ. 189. Στον Νόμο, Κεφ. 189 οι πρόνοιες του οποίου ρυθμίζουν τόσο τα κληρονομικά θέματα όσο και την αξίωση κληρονομιάς έναντι άλλων προσώπων προβλέπεται ότι με το θάνατο κάποιου, η κληρονομιά του περιέρχεται στους κληρονόμους του η διαχείριση της οποίας ανατίθεται σε διαχειριστή. Με το άρθρο 34 του Νόμου, ρυθμίζονται τα αποτελέσματα του θανάτου επί ορισμένων βάσεων αγωγής και καθορίζονται πως όλες οι βάσεις αγωγής - πλην κάποιων εξαιρέσεων - επιβιώνουν κατά ή ανάλογα με την περίπτωση, επ' ωφελεία της κληρονομιάς του. Το εδάφιο 7 του ιδίου άρθρου, προνοεί πως για σκοπούς λήψης δικαστικού μέτρου, κανένα πρόσωπο δεν δύναται να αντιπροσωπεύσει την κληρονομιά αποθανόντος προσώπου εκτός από τον προσωπικό αντιπρόσωπο. Και σαν προσωπικός αντιπρόσωπος, καθορίζεται ο διαχειριστής. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο αλλά και τη νομολογία επί του θέματος (βλ. Panayi v. Mandrioti
(1963)2 CLR 167) μετά το θάνατο του αποβιώσαντα οι προσωπικοί αντιπρόσωποι εκπροσωπούν τη περιουσία του σε οποιεσδήποτε διαδικασίες εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 29 του ΚΕΦ. 189 για περιουσία που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε ευρώ ποσό των Λ.Κ.10.000 που δεν είναι η περίπτωση, αφού δεν αφορά περιουσία της πιο πάνω αξίας και εν πάση περιπτώσει δεν τηρήθηκαν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Στην υπόθεση Ahmet Mehmet Emin Of Fotta v. Turkish Bank of Nicosia Ltd. And Others
(1963)2 CLR 74 η οποία εγέρθηκε μετά τη θέσπιση του Κεφ. 189 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι εξ αποφάσεως πιστωτής αποβιώσαντα δεν νομιμοποιείτο να καταχωρήσει αγωγή σύμφωνα με το άρθρο 34
(7)του Κεφ. 189. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα στη σελ. 77 της εν λόγω απόφασης. «Many points have been argued on behalf of the plaintiff-appellant but we are of the opinion that there is an insurmountable obstacle, namely, that the plaintiff has no status to bring this action. He is endeavouring to carry out the duties of the administrator of the estate but section 34, sub-section
(7)of the Administration of Estates Law, Cap. 189, effectively bars him. I will read only the relevant portion: «. no person may represent the estate of deceased person except the personal representative». This, in short, precluded the action taken by the plaintiff to obtain the repayment of the money to the President of the District Court». Στην υπόθεση Χριστάκης Στυλιανού κ.α v. Λεόντιου Γεωργίου κ.α
(2005)1Β Α.Α.Δ 887, αποφασίσθηκε ότι εκτός από την περίπτωση μικρών περιουσιών, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου, Κεφ. 189, μόνο ο προσωπικός αντιπρόσωπος του αποβιώσαντος μπορεί να διεκδικήσει περιουσιακά δικαιώματα αποβιώσαντος σε ακίνητη ιδιοκτησία λόγω εχθρικής κατοχής. Βοηθητικό είναι θεωρώ και το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Λοιζιάς ν. Loizias & Sons Contracting Building (Overseas) Ltd κ.α. Πολ. Έφ. 13/2010, ημερ. 17.07.2014. «Σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Διαχείρισης Περιουσιών Νόμου, ΚΕΦ. 189, το δικαίωμα των κληρονόμων για τη διεκδίκηση περιουσίας αποβιώσαντος δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος, που είχε αναγνωριστεί με προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου καταργήθηκε. Στην απόφαση Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448, 455-456 με την οποία αξιώνονταν περιουσιακά δικαιώματα αποθανόντος σε ακίνητη ιδιοκτησία λόγω εχθρικής κατοχής, ρητά διατυπώθηκε ότι: Μετά τη θέσπιση του περί Διαχειρίσεων Περιουσιών Νόμου του 1954 - Κεφ. 189, καταργήθηκε και το δικαίωμα των κληρονόμων για τη διεκδίκηση περιουσίας του αποβιώσαντος κληρονομικώ δικαιώματι που είχε αναγνωριστεί στην Α.G. Patiki & Co and others v. Demetra Georghiou Patiki, XX (II) 77, και στην Demetra G. Patiki v. A.G. Patiki & Co and others, XX (I) C.L.R. 36. H κατάληξη αυτή καταρρίπτει κάθε διεκδίκηση των εφεσειόντων για την εγγραφή του διαφιλονικούμενου κτήματος επ΄ ονόματι τους λόγω εχθρικής κατοχής. Για την εμβέλεια της εφαρμογής του άρθρου 25 απολύτως σχετικά είναι όσα παρατίθενται στην Cacoyiannis v. Republic
(1988)3 A.A.Δ. 1860, σύμφωνα δε με το άρθρο 34
(7)του ιδίου Κεφαλαίου, προνοείται ότι για τους σκοπούς λήψης δικαστικού μέτρου κανένα πρόσωπο δεν δύναται να αντιπροσωπεύει την περιουσία του αποθανόντος προσώπου εκτός από τον προσωπικό αντιπρόσωπο.» Έχοντας συνεπώς υπόψη τα πιο πάνω, στο μέτρο που εξετάζεται στο παρόν στάδιο κρίνεται πως το άτομο που δύναται να προωθήσει την αγωγή επ' ωφελεία της κληρονομιάς, είναι ο προσωπικός αντιπρόσωπος δηλαδή ο διαχειριστής και όχι μόνο η ενάγουσα-κληρονόμος του αποβιώσαντα. Εξετάζοντας στη συνέχεια την ουσία της αίτησης, όπως περιγράφεται και πιο πάνω με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εγείρεται η ύπαρξη δόλου και/ ή απάτης και/ή ψυχικής πίεση και/ή ψευδών παραστάσεων καθώς και υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους της εναγόμενης, σε βάρος του αποβιώσαντα. Η ενάγουσα αξιώνει διάφορες δηλωτικές αποφάσεις καθώς επίσης παραδειγματικές και/η τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην υπόθεση Lawford Ltd κ.ά. ν. Κώστας Χ"Γαβριήλ κ.ά.
(2004)1Β Α.Α.Δ 818 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως ο δόλος πρέπει να συγκεκριμενοποιείται και σε περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων όπου δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης και θα πρέπει να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον ισχυρισμό για εμφιλοχώρηση δόλου. Στην υπό εξέταση περίπτωση η μόνη αναφορά η οποία γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι πως «η εναγόμενη εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του αποβιώσαντα τόσον την πνευματική όσον και την σωματική, αποδέχτηκε τη συμπερίληψή του ονόματος της ως δικαιούχος των λογαριασμών του αποβιώσαντα με σκοπό την οικειοποίηση τους». Η γενική αυτή αναφορά από μόνη της χωρίς την παράθεση οποιονδήποτε συγκεκριμένων στοιχείων ή γεγονότων δεν μπορεί να δικαιολογήσει έστω και εκ πρώτης όψεως τους ισχυρισμούς της γενικής οπισθογράφηση σε σχέση με δόλο και ή απάτη και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της εναγόμενης. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί εξάρτησης του αποβιώσαντα από την εναγόμενη η οποία βρισκόταν στην υπηρεσία του, επειδή όπως γενικά αναφέρεται ήταν ηλικιωμένος και άρρωστος, διαπιστώνεται ότι μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτονται συγκεκριμένα στοιχεία ή γεγονότα σε σχέση με την σωματική και πνευματική κατάσταση του αποβιώσαντα. Το σημαντικότερο όμως για το αναφερόμενο ζήτημα είναι ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί και παρέμειναν αναντίλεκτοι οι ισχυρισμοί της καθ΄ ης η αίτηση, ότι, ο αποβιώσας δεν ήταν εξαρτημένος από την ίδια αλλά αντίθετα καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του και ειδικότερα κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε καλή σωματική και πνευματική κατάσταση, ήταν ανεξάρτητος με πλήρη διαύγεια πνεύματος, είχε πλήρη έλεγχο των πράξεων του και την ικανότητα να αντιληφθεί τη σημασία τους. Αναντίλεκτοι και χωρίς αμφισβήτηση παρέμειναν επίσης και οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης του κοινοτάρχη Μανδριών οι οποίοι όχι μόνο επιβεβαιώνουν τις πιο πάνω θέσεις της καθ΄ ης η αίτηση αλλά προσθέτουν και το αναντίλεκτο γεγονός ότι η συμπερίληψη του ονόματος της εναγόμενης στους επίδικους λογαριασμούς έγινε στη παρουσία του και με τις ρητές οδηγίες του ίδιου του αποβιώσαντα προς τον διευθυντή της τράπεζας. Όπως υποδείχθηκε και στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ (πιο πάνω) ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Επιπρόσθετα δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε άλλα γεγονότα και ή στοιχεία που να καταδεικνύουν έστω στο μέτρο που απαιτείται στο παρόν στάδιο ότι η εναγόμενη άσκησε κυριαρχία ή επίδραση στη θέληση του αποβιώσαντα και ή αθέμιτη ψυχική πίεση προς το πρόσωπο του αλλά ούτε και ότι είχε με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο και τη διαχείριση της περιουσίας του. Το μόνο που προβάλλεται από την πλευρά της Ενάγουσας είναι ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε τη συμπερίληψη του ονόματος της στους επίδικους λογαριασμούς. Σύμφωνα βέβαια με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά παρέμειναν αναντίλεκτα ο αποβιώσας συμπεριέλαβε το όνομα της εναγόμενης στους επίδικους λογαριασμούς μετά από τη σύνταξη της διαθήκης του (τεκμ.5) από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι της κληροδοτεί το ¼ μερίδιο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Αυτό όμως από μόνο του δεν αποτελεί στοιχείο που να καταδεικνύει έστω και στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό δόλο, απάτη υπέρβαση εξουσίας, ψυχική πίεση και ή αθέμιτο επηρεασμό, έχοντας παράλληλα υπόψη και το αναντίλεκτο γεγονός ότι η συμπερίληψη του ονόματος της εναγόμενης στους αναφερόμενους λογαριασμούς έγινε με προσωπικές ρητές οδηγίες του ίδιου του αποβιώσαντα στη παρουσία και του κοινοτάρχη αρκετό καιρό πριν από το θάνατο του και συγκεκριμένα το έτος 2013. Χωρίς δε σε καμία περίπτωση να καταλήγω σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα, σημειώνω ότι και οι θέσεις της Εναγόμενης σε σχέση με τη φροντίδα με την οποία αυτή υπηρέτησε τον αποβιώσαντα και την παράλληλη έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των παιδιών του επίσης δεν αμφισβητήθηκαν και παρέμειναν αναντίλεκτες. Με σαφήνεια προκύπτει από τη νομολογία, ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς, δεν μεταθέτει το βάρος της απόδειξης κατά την ακρόαση. Ο αιτητής σε κάθε περίπτωση έχει το βάρος να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία για να καταδείξει, είτε ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ, είτε αναλόγως της περίπτωσης, να εκδοθεί (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α. (πιο πάνω) , και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1858). Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται συνεπώς ότι δεν ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου εξετάζοντας για σκοπούς πληρότητας και τη τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 στην παρούσα περίπτωση η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι από το 2014 είναι νυμφευμένη με Βρεττανό πολίτη μόνιμο κάτοικο Κύπρου και έχουν τη μόνιμη κατοικία τους εδώ. Παραλείπει όμως να αναφέρει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της αφήνοντας ουσιαστικά αναντίλεκτο τον ισχυρισμό, ότι, η οικονομική της δυνατότητα είναι περιορισμένη. Η δήλωση του κ. Πουργουρίδη στο στάδιο των αγορεύσεων ότι η Εναγόμενη σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής έχει κάθε δυνατότητα να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό που αυτή θα μπορεί να διεκδικήσει ως ο ένας από τους δύο κληρονόμους, θα ήταν ανεπίτρεπτο να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, δεδομένου ότι, η αγόρευση σαφώς και δεν είναι το σωστό μέτρο και βήμα για την εισαγωγή μαρτυρίας. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής υπάρχει ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση εάν αποξενωθεί η επίδικη περιουσία. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως το γεγονός και μόνο ότι τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και στο άρθρο 4 του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα άρθρα 4 και 5 δεν αφαιρούν οτιδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και οι προϋποθέσεις του οποίου απαιτείται να αποδεικνύονται σωρευτικά. Στην παρούσα υπόθεση για όλους τους λόγους που παρατίθενται πιο πάνω, η αιτήτρια δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  3. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τα υπόλοιπα επί μέρους ζητήματα που εγείρονται με την ένσταση. Περιορίζομαι μόνο στο να επισημάνω ότι ενώ η ενάγουσα-αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι η μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντα, εντούτοις, έχει τεθεί και παραμένει αναντίλεκτο ότι αυτή έχει και ένα αδελφό και ήταν και οι δύο παιδιά του αποβιώσαντα από τον προηγούμενο του γάμο. Ενόψει της πάνω κατάληξης μου σε σχέση με την μη εκπλήρωση των δύο προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δεν απαιτείται να προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσω και/ή να διατηρήσω ως η περίπτωση σε ισχύ το επίδικο διάταγμα. Συνακόλουθα των πιο πάνω η αίτηση ημερομηνίας 11.1.2018 απορρίπτεται και το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώνεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.