← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Χαρίτου ν. Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED,

Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Χαρίτου ν. Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED, Αίτηση Αρ.: 65/2018, 16/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 65/2018 Αναφορικά με την Εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED από τη Λεμεσό Και Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 Και Αναφορικά με την υπό Εκκαθάριση Εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED, από τη Λεμεσό Και Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED Και Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Χαρίτου εκ Λεμεσού --------------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για αιτητή: κ Χ. Ονουφρίου για Π.Ν. Ονουφρίου ΔΕΠΕ Για MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED και FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED και καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Γιωρκάτζης και κα. Μ. Γιωρκάτζη Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία Εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση που καταχώρησε πρόσφατα, στις 05/02/18, ο πιο πάνω αναφερόμενος αιτητής, Νεόφυτος Χαρίτου (εφ' εξής ο αιτητής), μέτοχος κατά 20% στην Καθ' ης η Αίτηση κυπριακή εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED (εφ' εξής η εταιρεία), αιτείται διάταγμα εκκαθάρισης της τελευταίας στη βάση των αρ. 209, 211(f), 213 και 214 Κεφ.113, λόγω πράξεων και παραλείψεων, όπως ισχυρίζεται, του κατά 80% πλειοψηφούντος μέτοχου της εταιρείας, ήτοι της FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED (εφ' εξής η FIDENTIA), εναντίον του ως μειοψηφούντος μέτοχου. Εναλλακτικά ο αιτητής ζητά, σύμφωνα με το παρακλητικό της αίτησης του, «Διάταγμα βάσει των Προνοιών του Κεφ.113 ... και ειδικότερα βάσει του αρ.202, με το οποίο να διατάσσεται η πλειοψηφία των μετόχων, ήτοι η μέτοχος εταιρεία Fidentia Secretarial Limited με ποσοστό μετοχών 80%, όπως εξαγοράσει το μερίδιο της μειοψηφίας, ήτοι ποσοστό 20% που κατέχει ο μέτοχος Νεόφυτος Χαρίτου». Παραθέτω αυτούσιο το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό καταγράφηκε στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 30/03/18. «Μετά την καταχώρηση της στις 5/2/18, η αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 12 Μαρτίου 2018. Στο μεσοδιάστημα, ο αιτητής επέδωσε την αίτηση του τόσο στους Καθ' ων η αίτηση όσο και στην Ελληνική Τράπεζα, όπου προφανώς η εταιρεία διατηρεί λογαριασμό. Με την παραλαβή της αίτησης, η εν λόγω Τράπεζα, χωρίς να έχει διαταχθεί, αλλά θεωρώντας ότι υπείχε υποχρέωση, παγοποίησε το λογαριασμό της εταιρείας με αποτέλεσμα η τελευταία, να αποταθεί στις 15/2/18 με μονομερή αίτηση για αποπαγοποίηση του λογαριασμού και επικύρωση συναλλαγών με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.113 (validation order). Με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και εξέδωσε σχετικό διάταγμα για περιορισμένο ποσό και με περιορισμένη χρονική ισχύ. Το εν λόγω διάταγμα στη συνέχεια, στις 26/2/18, με τη σύμφωνο γνώμη και της πλευράς του αιτητή της κυρίως αίτησης, κατέστη απόλυτο με τους ίδιους όρους, οπόταν και δόθηκε προτεραιότητα στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης όπως άλλωστε επιβάλλει και η νομολογία τόσο σε σχέση με υποθέσεις όπου εκδίδονται ενδιάμεσα διατάγματα (βλ. μεταξύ άλλων Anton Μπιάνκα Δώρα ν. Αντώνιου Ντ. Ευέλθοντος,

(2011)1 Α.Α.Δ. 2051) όσο και σε σχέση με αιτήσεις αυτής της φύσης, ήτοι αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας (βλ. Re JN 2 Ltd [1978] 1 WLR 183, at p. 187H, Re a Company No. 0012209 of 1991 [1992] 1 WLR 351, In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR
  1. Ακολούθως, μετά και που η κυρίως αίτηση τέθηκε ενώπιον μου στις 12/3/18, δόθηκαν οδηγίες όπως μέχρι τις 16/3/18 καταχωρηθεί η ένσταση των καθ' ων η αίτηση και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 23/3/
  2. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ενώ η πλευρά των καθ' ων, η οποία είχε καταχωρήσει την ένσταση της στις 16/3/18 ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, εμφανίστηκε έτοιμη με τη γραπτή επιχειρηματολογία της, η πλευρά του αιτητή ζήτησε αναβολή ενόψει της πρόθεσης της να καταχωρήσει αίτηση για αντεξέταση της ομνύουσας στην Ε/Δ που υποστήριζε την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αίτημα στο οποίο οι τελευταίοι έφεραν ένσταση. Αφού ακούστηκαν οι συνήγοροι, με ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για αναβολή, επεσήμανε όμως σε αμφότερους τις νομολογιακές αρχές που επιβάλλουν την όσο το δυνατό συντομότερη εκδίκαση μιας αίτησης τέτοιας φύσης, ήτοι αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας, ιδιαίτερα λόγω του δραστικού και «δρακόντειου» της χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, δόθηκαν οδηγίες όπως η προτιθέμενη αίτηση για αντεξέταση καταχωρηθεί άμεσα και το αργότερο μέχρι 27/3/18 (μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο) και τυχόν ένσταση σε αυτή, καταχωρηθεί το αργότερο μέχρι τις 29/3/
  3. Η υπόθεση δε ορίστηκε σήμερα, 30/3/18, ούτως ώστε αν τελικά θα προβάλλετο ένσταση στην αίτηση αντεξέτασης, η αίτηση να δικαστεί άμεσα εξ' ου και δόθηκαν σχετικές οδηγίες στους συνηγόρους να είναι έτοιμοι με την επιχειρηματολογία τους. Σημειώνω επίσης ότι στα πλαίσια της προαναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης για αναβολή, εκδόθηκε μετά από σχετικό αίτημα, νέο προσωρινό διάταγμα για αποπαγοποίηση του λογαριασμού της εταιρείας για συγκεκριμένο ποσό, το οποίο διατάχθηκε να ισχύει μέχρι 16/4/
  4. Αμφότεροι οι συνήγοροι συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και τόσο η αίτηση αντεξέτασης από πλευράς αιτητή (η υπό κρίση αίτηση), όσο και η ένσταση των καθ' ων η αίτηση, καταχωρήθηκαν εντός των καθορισθέντων προθεσμιών και σήμερα οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Οι αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένες στα πρακτικά και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω». Αφού το αίτημα για αντεξέταση εγκρίθηκε αυθημερόν με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 30/03/18, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 03/04/
  5. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, η κα Ιουλία Φωκά (εφ' εξής η Ιουλία), ομνύουσα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την κοινή ένσταση που καταχώρησαν οι καθ' ων η αίτηση, αντεξετάστηκε επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών της, σύμφωνα με την σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Συνοψίζω πιο κάτω τις θέσεις του αιτητή και της Ιουλίας, ως αυτές τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των έγγραφων προτάσεων των μερών και της αντεξέτασης της Ιουλίας. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΗ Οι ισχυρισμοί του αιτητή, οι οποίοι προβάλλονται στο σώμα της κυρίως αίτησης και υιοθετούνται από βεβαιωτική Ε/Δ του ιδίου που τη συνοδεύει, έχουν ως εξής. Η εταιρεία ιδρύθηκε την 07/10/13 με σκοπό, μεταξύ άλλων, την εμπορία μπογιών για θαλάσσια χρήση (Marine Paints and Coatings). Μέτοχοι της εταιρείας κατά την ίδρυση της, ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα της εταιρείας και τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών ήταν, κατά 80% η εταιρεία Interdicta Ltd (εφ' εξής Interdicta) και κατά 20%, ο αιτητής. Από 01/01/17 μέχρι και σήμερα, το 80% της πλειοψηφίας κατέχεται από την Fidentia (βλ. Τεκ. 1 και 2 Ε/Δ Χαρίτου). Μέχρι πρόσφατα που απελύθη «άνευ λόγου και αιτίας από το Διοικητικό Συμβούλιο» της εταιρείας, ο αιτητής εργοδοτείτο στην εταιρεία ως Υπεύθυνος Πωλήσεων, με τον μισθό του να είναι και το μοναδικό εισόδημα που λάμβανε από την εταιρεία. Είναι η θέση του αιτητή ότι, ως μειοψηφών μέτοχος, καταπιέζεται από την πλειοψηφία, η οποία ενεργεί μόνο για τα δικά της συμφέροντα και εις βάρος του. Η εν λόγω καταπίεση, σύμφωνα με τον αιτητή, συνίσταται στα εξής: Α. Από τότε που ιδρύθηκε η εταιρεία, η πλειοψηφία τον απέκλεισε από την οποιαδήποτε εμπλοκή στα διοικητικά δρώμενα της εταιρείας καθώς επίσης και από «την λήψη αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων», αφού η μοναδική διευθύντρια της εταιρείας, η Ιουλία, «έχει οριστεί και πρόσκειται με την πλειοψηφία» (βλ.παρ.9 αίτησης). Β. Η πλειοψηφία έχει πάρει αποφάσεις που εξυπηρετούν τα δικά της συμφέροντα και έχει αποξενώσει προς όφελος της περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, ενέργειες οι οποίες επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της τελευταίας (βλ.παρ.10 αίτησης). Γ. Μέσω της επιρροής της στο Διοικητικό Συμβούλιο, η πλειοψηφία εκμεταλλεύεται τις εργασίες της εταιρείας, «ούτως ώστε να οικειοποιείται χρήματα προς ίδιο όφελος και προς εξυπηρέτηση άλλων εταιρειών φιλικών προς αυτή» (βλ. παρ. 11 αίτησης). Δ. Εξ' αιτίας της συμπεριφοράς της πλειοψηφίας, η συνέχιση της εγγραφής της εταιρείας στο μητρώο του Εφόρου έχει τεθεί σε κίνδυνο, αφού δεν υπάρχει συμμόρφωση με τις θέσμιες υποχρεώσεις για σύγκληση πρώτης ετήσιας Γενικής Συνέλευσης ή υποβολής οικονομικών καταστάσεων στο Φόρο Εισοδήματος και στον Έφορο (βλ. παρ. 16 αίτησης). Ε. Η πλειοψηφία και το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, ουδέποτε συγκάλεσαν ετήσια Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας ως όφειλαν και ουδέποτε οι μετόχοι της εταιρείας ενημερώθηκαν για τη διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας και τη λήψη αποφάσεων, παρά τις εκκλήσεις του αιτητή (βλ.παρ.13 και 15 αίτησης). Στ. Μέχρι σήμερα δεν έχουν ετοιμαστεί οικονομικές καταστάσεις, παρά το ότι ο αιτητής το ζήτησε επανειλημμένα και μάλιστα με επιστολή ημερομηνίας 12/12/17 στην οποία ουδέποτε έλαβε απάντηση (βλ.παρ.14 και 22 αίτησης και Τεκ. 3 Ε/Δ Χαρίτου). Ζ. Παρά τη κερδοφορία της εταιρείας, ουδέποτε δόθηκε στον αιτητή οποιοδήποτε μέρισμα ως δικαιωματικά του οφείλετο υπό την ιδιότητα του μετόχου (βλ.παρ.17 αίτησης). Η. Αν και πρόσφατα πληροφορήθηκε πως υπήρξε αλλαγή και μεταβίβαση μετοχών από την πλειοψηφία, ήτοι μεταβίβαση του 80% από Interdicta προς Fidentia, καμία προηγούμενη πληροφόρηση είχε περί τούτου, ως έπρεπε να είχε, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, ώστε να μπορέσει να ασκήσει «το πρώτο δικαίωμα» (pre-emption right) που είχε ως ένας εκ των υφιστάμενων μετόχων της εταιρείας (βλ.παρ.18 αίτησης). Θ. Παρά τις εκκλήσεις του για να του εξηγηθεί η πιο πάνω συμπεριφορά της πλειοψηφίας και του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, αυτό ουδέποτε έγινε, και όταν αυτός, δεν ενέδωσε στις πιέσεις των πρώτων να εξεύρει άλλη εργασία, τον απέλυσαν περί τις αρχές Νοεμβρίου 2017 χωρίς καμιά δικαιολογία, αναγκάζοντας τον να αναζητήσει άλλους τρόπους για να αντεπεξέλθει οικονομικά και να επιβιώσει (βλ.παρ.19 και 20 αίτησης). Ι. Συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς της πλειοψηφίας και του Διοικητικού Συμβουλίου, ο αιτητής ζήτησε όπως του παραχωρηθούν όλες οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ώστε να καθοριστεί η εύλογη αξία των μετοχών του και να μπορέσει έτσι να καλέσει την πλειοψηφία να τον εξαγοράσει, όμως ούτε και σε αυτό το αίτημα του, έλαβε θετική απάντηση. Αντίθετα «.η πλειοψηφία δια μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου, εξέδωσε πληρεξούσιο έγγραφο που επέτρεπε σε τρίτα πρόσωπα να εισέλθουν στα υποστατικά που διεξάγονταν οι εργασίες της καθ' ης η αίτηση εταιρείας . με το οποίο ετσιθελικά και δικτατορικά αντικαθιστούσε ουσιαστικά τον αιτητή στη χρήση των υποστατικών αυτών και στις αρμοδιότητες που αυτός είχε στην εταιρεία μέχρι πρόσφατα. πιέζοντας ταυτόχρονα τον αιτητή να αποδεκτεί την κατάσταση και να παραιτηθεί των οποιωνδήποτε νόμιμων δικαιωμάτων του επί της καθ' ης η αίτηση εταιρείας» (βλ.παρ.22 και 23 αίτησης και Τεκ.4 Ε/Δ Χαρίτου). ΙΑ. Η όλη συμπεριφορά της πλειοψηφίας και του Διοικητικού Συμβουλίου, είχε ως στόχο την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης τους στην εταιρεία, ώστε να του αποστερήσουν όλα τα δικαιώματα που αυτός είχε ως ο κατά 20% μέτοχος της εταιρείας. (βλ.παρ.21 αίτησης). Στη βάση όλων των πιο πάνω, ο αιτητής ισχυρίζεται ρητά ότι «διαφαίνεται ξεκάθαρα πως η καταπίεση την οποία ασκεί η πλειοψηφία των μετόχων σε βάρος μου ως μειοψηφούντα μετόχου και η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση των νόμιμων μου δικαιωμάτων τα οποία κατέχω στην καθ' ης η αίτηση - εταιρεία, στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας των μετόχων . και ως εκ τούτου καθιστά δίκαιο και εύλογο την διάλυση της υπό αναφορά εταιρείας», διάλυση που σύμφωνα με τον αιτητή, «υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται . ως η εξαιτούμενη θεραπεία στην αίτηση μου». (έμφαση δική μου). Αναφορικά με το ότι στα γεγονότα που αναφέρονται στο κυρίως σώμα της αίτησης αλλά και στην Ε/Δ του αιτητή, προβάλλεται μόνο η θέση ότι η εταιρεία θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να διαλυθεί και καμία αναφορά γίνεται ή μαρτυρία δίνεται ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται το διαζευκτικό αίτημα για χορήγηση της θεραπείας του αρ.202, ήτοι για εξαγορά των μετοχών του, ειδική αναφορά γίνεται πιο κάτω. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Όπως ανέφερα πιο πάνω, η κοινή ένσταση που καταχώρησε η εταιρεία και η Fidentia, στην οποία προβάλλονται 16 συνολικά λόγοι για τους οποίους οι καθ' ων η αίτηση θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, υποστηρίζεται από την Ε/Δ της Ιουλίας, η οποία και αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων ισχυρισμών της. Συνοψίζω το σύνολο της μαρτυρίας της. Η απόφαση για την ίδρυση της εταιρείας λήφθηκε μεταξύ του συζύγου της Ιουλίας και του αιτητή, οι οποίοι τον τότε καιρό είχαν φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις. Ειδικότερα, οι δύο τους είχαν γνωριστεί όταν ο αιτητής εργαζόταν σε άλλη εταιρεία η οποία πωλούσε μπογιές, πελάτης της οποίας ήταν και η εταιρεία του συζύγου της Ιουλίας, η Multimarine Services Ltd (εφ' εξής Multimarine). Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την Ιουλία, η Multimarine, δραστηριοποιείται σε ένα ευρύ φάσμα εργασιών, μεταξύ των οποίων και η εμπορία μπογιών θαλάσσιας χρήσης. Ο αιτητής, σύμφωνα με την Ιουλία, τον τότε καιρό αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, οπόταν και προσέγγισε τον σύζυγο της για βοήθεια, προτείνοντας του να συνεργαστούν μέσω της Multimarine, η οποία τότε είχε εξασφαλίσει από εταιρεία του εξωτερικού (International Paint Ltd), την αντιπροσωπεία εισαγωγής μπογιών θαλάσσιας χρήσης στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ιουλία, η εισήγηση του αιτητή ήταν όπως συσταθεί η καθ' ης η αίτηση εταιρεία, την οποία η Multimarine θα χρηματοδοτούσε και θα προμήθευε με μπογιές που θα έφερνε από το εξωτερικό, τις οποίες μπογιές στη συνέχεια ο αιτητής, θα πωλούσε στην κυπριακή αγορά ως υπάλληλος της εταιρείας, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις και την πολύχρονη πείρα του στον εν λόγω τομέα. Το «πλάνο», σύμφωνα με την Ιουλία, ήταν όπως η Multimarine, η οποία είχε τους διαθέσιμους πόρους, θα βοηθούσε την εταιρεία να ορθοποδήσει στα αρχικά της στάδια και στη συνέχεια, όταν «θα έπαιρνε μπροστά» με τις ικανότητες και την εμπειρία του αιτητή στις πωλήσεις, αμφότεροι οι «ιδρυτές» της θα άρχιζαν να αποκομίζουν κέρδος από αυτή. Τα πιο πάνω ήταν μια προφορική συμφωνία «μεταξύ δύο φίλων», ως την χαρακτήρισε η Ιουλία, η οποία οδήγησε στην σύσταση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, με τον αιτητή να λαμβάνει, κατόπιν εισήγησης του συζύγου της αφού ο πρώτος είχε ζητήσει να είναι απλά υπάλληλος στην εταιρεία, 20% του μετοχικού της κεφαλαίου. Το άλλο 80%, σύμφωνα με την Ιουλία, δικαιούχος του οποίου θα ήταν η Multimarine, ενεγράφη επ' ονόματι της Interdicta, εταιρείας παροχής εταιρικών υπηρεσιών προς τη Multimarine, η οποία Interdicta, εις γνώση του αιτητή, κρατούσε τις εν λόγω μετοχές προς όφελος και για λογαριασμό της Multimarine (βλ. Τεκ.1 Ε/Δ Ιουλίας). Όταν στην πορεία η Multimarine αποφάσισε να αντικαταστήσει την Interdicta με τη Fidentia ως εμπιστευματοδόχου της και παροχέα εταιρικών/διοικητικών υπηρεσιών, καταρτίστηκε νέο σχετικό εμπίστευμα, οπόταν και ενεγράφη το όνομα της Fidentia στο Μητρώο Μελών. Αυτή είναι και η κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση που παραπονείται ο αιτητής ότι έγινε χωρίς να ενημερωθεί, η οποία όμως μεταβίβαση, ουδόλως μετέβαλε το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας αφού η Multimarine, ως «ο τελικός και πραγματικός δικαιούχος των μετοχών ουδέποτε άλλαξε και η οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών δεν άλλαξε τους πραγματικούς δικαιούχους των μετοχών της Εταιρείας» (βλ. Τεκ.2 Ε/Δ Ιουλίας). Ενόψει του ότι επρόκειτο ακριβώς για μια συμφωνία «μεταξύ δύο φίλων» και σκοπός του συζύγου της, ο οποίος τότε ήδη δραστηριοποιείτο μέσω της Multimarine, ήταν να βοηθήσει, με το αζημίωτο βέβαια, τον αιτητή, δεν θεωρήθηκε αναγκαίο, ως ισχυρίστηκε η Ιουλία, να καταρτιστούν οποιαδήποτε νομικά έγγραφα προς απόδειξη της όλης συνεργασίας των δύο μερών, αλλά αντίθετα όλα έγιναν προφορικά και έτσι συνεχίστηκαν για τα επόμενα 4.5 χρόνια, ήτοι μέχρι το Νοέμβρη 2017, χωρίς κανένα πρόβλημα. Η ίδια πληροφορήθηκε εκ των υστέρων ότι είχε επίσης συμφωνηθεί όπως αυτή διορίζετο ως ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας, με το ρόλο της αυτό όμως να περιορίζεται στα τυπικά καθήκοντα διοίκησης, ήτοι στην υπογραφή των διαφόρων εταιρικών εγγράφων και των επιταγών με τις οποίες καταβάλλονταν οι διάφορες πληρωμές της εταιρείας. Από πρακτικής άποψης, σύμφωνα με την Ιουλία, ο αιτητής, ως εκ της πείρας και γνώσεων του, ήταν ο μόνος αρμόδιος να καθορίζει τη διαχείριση του συνόλου των συναλλαγών της εταιρείας και αν και ήταν αυτή που υπέγραφε τις επιταγές της εταιρείας ως το εξουσιοδοτημένο για τούτο πρόσωπο, εντούτοις τα ποσά των επιταγών τα καθόριζε αποκλειστικά ο αιτητής, στον οποίο είχε επιδειχθεί πλήρη εμπιστοσύνη και δοθεί εν λευκώ έγκριση να αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούσαν τις αγοραπωλησίες των προϊόντων της εταιρείας και τις συναφείς χρεώσεις και εισπράξεις. Στην πορεία της συνεργασίας, ισχυρίστηκε η Ιουλία, η εταιρεία ενοικίασε δύο υποστατικά από τα οποία διεξήγαγε τις εργασίες της (βλ. Τεκ. 5 Ε/Δ Ιουλίας) ενώ ο αιτητής, ο οποίος μέχρι και την 02/11/17, ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας, λάμβανε μηνιαίο μισθό, αρχικά περί τις €2000 (€500 εβδομαδιαίως) καθαρά και στη συνέχεια, κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων που ζήτησε και έλαβε, περί τις €3000 μηνιαίως καθαρά (€725 εβδομαδιαίως) (βλ.Τεκ.6 Ε/Δ Ιουλίας). Στην εταιρεία μάλιστα, ισχυρίστηκε η Ιουλία, αργότερα εργοδοτήθηκε και η κόρη αλλά και ο γαμπρός του αιτητή. Ως εκ της φύσης των καθηκόντων και των εξουσιών του, ο αιτητής, είχε, σύμφωνα με την Ιουλία, εν λευκώ εξουσιοδότηση να εισέρχεται όποτε θέλει στα προαναφερόμενα υποστατικά της εταιρείας, τα οποία χρησιμοποιούνταν και ως σημεία πώλησης των προϊόντων της εταιρείας αλλά και ως αποθηκευτικοί χώροι. Ως προς τα κατ' ισχυρισμό παράπονα που προβάλλει ο αιτητής στην παρούσα, απορρίπτοντας τα ένα προς ένα, η Ιουλία ανέφερε τα εξής σχετικά (παραθέτω τους σχετικούς ισχυρισμούς της Ιουλίας κατ' αντιστοιχία των παραπόνων του αιτητή, ως αυτά παρατίθενται ανωτέρω υπό στοιχεία Α - ΙΑ): Α. Από την ίδρυση της εταιρείας μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας, ήτοι για 4.5 σχεδόν χρόνια, ο αιτητής ουδέποτε αμφισβήτησε το διορισμό της ως μοναδικής διευθύντριας της εταιρείας και ουδέποτε ζήτησε όπως διοριστεί και ο ίδιος στη διοίκηση, αν και από «πρακτικής άποψης», ο τελευταίος είχε απεριόριστη εξουσία στη διαχείριση των συναλλαγών της εταιρείας. Β-Γ. Ουδέποτε η ίδια ως μοναδική διευθύντρια της εταιρείας ή η πλειοψηφία των μετόχων, ενήργησαν προς ίδιον όφελος ή ενάντια στα συμφέροντα ή βιωσιμότητα της εταιρείας. Αντίθετα δε, η σημαντική ευρωστία και πελατολόγιο που απέκτησε η εταιρεία στην περίοδο λειτουργίας της, σε συνδυασμό με τη μέχρι σήμερα κερδοφορία της, κερδοφορία την οποία αναγνωρίζει και ο ίδιος ο αιτητής, καταδεικνύουν το αβάσιμο των επί του προκειμένου ισχυρισμών του τελευταίου. Τούτο επιμαρτυρείται και από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας που ετοιμάστηκαν, εγκρίθηκαν και υποβλήθηκαν στις αρμόδιες αρχές (βλ. Τεκ. 10, 12 και 15 Ε/Δ Ιουλίας Δ. Σε κανένα κίνδυνο δεν έχει τεθεί η συνέχιση της εγγραφής της εταιρείας αφού η τελευταία είναι πλήρως συμμορφωμένη με όλες τις θέσμιες υποχρεώσεις της απέναντι στα αρμόδια κυβερνητικά Τμήματα (βλ. Τεκ. 10 - 14 Ε/Δ Ιουλίας - οικονομικές καταστάσεις εταιρείας και αποδείξεις υποβολής τους στον Έφορο Εταιρειών και στο Τμήμα Φορολογίας, καθώς και αποδείξεις καταβολής των ετησίων εταιρικών τελών). Όσον αφορά την υποχρέωση που επιβάλλει ο Κ.89 του Πίνακα Α του Κεφ.113 για τη σύγκληση πρώτης ετήσιας Γενικής Συνέλευσης όπου θα πρέπει να παραιτηθούν οι αρχικοί διευθυντές και να διοριστούν νέοι, η εν λόγω υποχρέωση έχει εξαιρεθεί ρητά από το Καταστατικό της εταιρείας (βλ. αρ.2 Καταστατικού Τεκ. 3 Ε/Δ Ιουλίας). Ε - Στ. Αν και δεν έχει υπόψη της η Ιουλία να συγκλήθηκε ποτέ Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας ή να στάληκε οποιαδήποτε σχετική ειδοποίηση για τούτο στους μετόχους, εφόσον θεωρεί ότι αρμοδιότητα για το θέμα αυτό έχει ο γραμματέας της εταιρείας και όχι η ίδια ως διευθύντρια, εντούτοις ουδέποτε ο αιτητής της ζήτησε να συγκαλέσει οποιαδήποτε τέτοια Συνέλευση και σε κάθε περίπτωση, η ίδια φρόντιζε όπως τον ενημερώνει συνεχώς και για την οικονομική κατάσταση αλλά και για την πορεία της εταιρείας, επεξηγώντας του πλήρως και παραδίδοντας του τις σχετικές οικονομικές καταστάσεις. Μέχρι και τον Νοέμβριο 2017 μάλιστα, οι σχέσεις μεταξύ όλων, ισχυρίστηκε η Ιουλία, ήταν ομαλές και ουδέποτε αυτός προέβαλε οποιοδήποτε παράπονο ως προβάλλει τώρα. Ζ. Όχι μόνο ο αιτητής ήταν πάντοτε ενήμερος για την οικονομική κατάσταση και πορεία της εταιρείας, αλλά περί τις 27/1/17, έλαβε και το μέρισμα που του αναλογούσε από την κερδοφορία της εταιρείας, ύψους περί τις €7000, εκφράζοντας την πλήρη ικανοποίηση του περί τούτου (βλ. Τεκ.11 Ε/Δ Ιουλίας). Η. Ουδέποτε επήλθε τέτοια αλλαγή στη μετοχική δομή της εταιρείας ώστε να είχαν ενεργοποιηθεί οι πρόνοιες του Καταστατικού περί άσκησης pre-emption rights. Η μόνη αλλαγή που έγινε και η οποία ουδόλως μετέβαλε τον πραγματικό δικαιούχο του 80%, ήταν η αντικατάσταση της Interdicta από τη Fidentia ως εμπιστευματοδόχου της Multimarine. Σε κάθε περίπτωση όμως, η τυπική σχέση μεταξύ των τριών αυτών εταιρειών ήταν γνωστή στον αιτητή και ουδέποτε μέχρι σήμερα αμφισβητήθηκε με τον τρόπο που ο τελευταίος τώρα πράττει. Θ. Ούτε η ίδια αλλά ούτε και η πλειοψηφία πίεσε ποτέ τον αιτητή να τερματίσει την εργοδότηση του, ούτε και αυτός απελύθη από την εταιρεία. Άλλωστε κανένας λόγος υπήρχε για να διακοπεί η συνεργασία μεταξύ των μερών ιδιαίτερα τώρα που αποδεικνύεται επιτυχής και κερδοφόρα. Αντίθετα, είναι ο ίδιος ο αιτητής που εντελώς απροειδοποίητα περί το τέλος Οκτωβρίου 2017, δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να εργάζετο άλλο στην εταιρεία και ότι προτιμούσε «...να ασχοληθεί με άλλη πιο προσοδοφόρα κατά τον ίδιο εργασία» (βλ. παρ. 25 Ε/Δ Ιουλίας). Όπως όμως διαφάνηκε στη συνέχεια, τα κίνητρα του αιτητή δεν ήταν τόσο γνήσια αφού διαπιστώθηκε ότι αυτός και η θυγατέρα του, περί τις 31/10/17, ήτοι πριν τον τερματισμό των υπηρεσιών του πρώτου, ίδρυσαν μια νέα εταιρεία, την NPO Paints, η οποία δραστηριοποιείται ανταγωνιστικά στον ίδιο τομέα με την εταιρεία (βλ. Τεκ. 7 Ε/Δ Ιουλίας.). Για τις εργασίες μάλιστα της ΝΡΟ, ο αιτητής, σύμφωνα με την Ιουλία, εκμεταλλεύτηκε τη θέση και την εξουσία που είχε στην εταιρεία και αφού εισήλθε στα υποστατικά της εταιρείας, παρέμεινε παράνομα σε αυτά, οικειοποιούμενος τόσο την κατοχή όσο και το περιεχόμενο τους για τις δραστηριότητες της δικής του εταιρείας. Μέχρι σήμερα, ισχυρίστηκε η Ιουλία, ο αιτητής κατακρατεί και αρνείται να παραδώσει, τόσο τα υποστατικά όσο και τον εξοπλισμό και αυτοκίνητα της εταιρείας και έχει μάλιστα αντικαταστήσει τις διαφημιστικές πινακίδες της εταιρείας στα υποστατικά, με αυτές της δικής του εταιρείας και χρησιμοποιεί παράνομα τόσο τα προϊόντα που βρίσκονται εκεί όσο και το πελατολόγιο της εταιρείας, ανταγωνιζόμενος τη τελευταία και προκαλώντας της ανεπανόρθωτη ζημιά. Για όλα τα πιο πάνω, ανέφερε η Ιουλία, υπεβλήθη σχετική καταγγελία στην Αστυνομία στις 09/01/18, ήτοι πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (βλ. Τεκ. 9 Ε/Δ Ιουλίας), κατόπιν εμπλοκής της οποίας, κατέστη δυνατό να επιστραφεί στην εταιρεία ένα από τα αυτοκίνητα που κατακρατεί ο αιτητής, όχι όμως και τα υποστατικά και τα υπόλοιπα προϊόντα. Για τα θέματα αυτά όμως, ισχυρίστηκε η Ιουλία, στάληκαν επιστολές στον αιτητή μέσω των δικηγόρων της εταιρείας στις 15/3/18 (βλ. Τεκ.8 Ε/Δ Ιουλίας) και έχουν ήδη δοθεί οδηγίες για έγερση σχετικής πολιτικής αγωγής εναντίον του. Ι. Είναι στα πλαίσια των πιο πάνω μέτρων που έλαβε η εταιρεία για προστασία της από την παράνομη συμπεριφορά του αιτητή, που χορηγήθηκε το πληρεξούσιο ημερομηνίας 23/1/18 (βλ. Τεκ. 4 Ε/Δ Χαρίτου), ώστε τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα, να μπορέσουν να εισέλθουν στα υποστατικά της εταιρείας, για τα οποία να σημειωθεί η εταιρεία εξακολουθεί να καταβάλλει μηνιαίως τα ενοίκια, και να προβούν σε καταμέτρηση των προϊόντων που φυλάσσονται εκεί ώστε «...να διαπιστωθεί το μέγεθος της παρανομίας του Αιτητή» (βλ. παρ.36-39 Ε/Δ Ιουλίας). Το περιεχόμενο του εν λόγω πληρεξουσίου, αποδεικνύει του λόγου του αληθές και καταρρίπτει του ισχυρισμούς του αιτητή περί «αντικατάστασης και έξωσης» του από την εταιρεία. ΙΑ. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν, σύμφωνα με την Ιουλία, όχι μόνο το αβάσιμο και κακόπιστο της παρούσας αίτησης αλλά και το ότι καθ' όλο το χρόνο λειτουργίας της εταιρείας, η ίδια ως διευθύντρια και η πλειοψηφία των μετόχων, ενήργησαν με γνώμονα τα συμφέροντα της εταιρείας και των μετόχων της, συμπεριλαμβανομένου και του αιτητή, αντίθετα με τον τελευταίο ο οποίος μόνο τα δικά του συμφέροντα είχε κατά νου. Όπως ανέφερα, με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης της Ιουλίας, αμφότεροι οι συνήγοροι προχώρησαν με εμπεριστατωμένες τελικές γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Ειδική αναφορά σε αυτό κάμνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι επί της νομικής πτυχής της αίτησης, οι θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν ήταν κοινές και εδράζονταν στις αρχές που διατυπώθηκαν στις κυπριακές αποφάσεις Pelmako Development Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1369, In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Karaoglanian & Sons and Others v. Karaoglanian and Another.
(1977)4 J.S.C. 488, στις οποίες αναφέρονται με επιδοκιμασία οι αγγλικές υποθέσεις όπως η αυθεντία Ebrahimi v. Westbourne Galleries Lid [1972] 2 All E.R. 492 και οι υποθέσεις Re Five Minute Car Wash Service, Ltd., [1966] 1 All E.R. 242 και Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66;
(1959)A.C 324 αλλά και τα συγγράμματα των Palmer's Company Law και Pennington's Company Law. Ειδική αναφορά έγινε από τους συνηγόρους και στην υπόθεση Loch v John Blackwood Ltd [1924] AC 783, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω στην απόφαση μου. Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή των αρ. 211(στ) (ή 211(f)) και του αρ. 202 Κεφ.113, στη βάση των οποίων, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαλύσει την εταιρεία αν είναι της γνώμης ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας, σε περιπτώσεις καταπίεσης μέλους ή κατηγορίας μελών αντίστοιχα, έχουν πλειστάκις απασχολήσει την κυπριακή και αγγλική νομολογία και νομικά συγγράμματα. Τις συνοψίζω, κάνοντας ταυτόχρονα και μια σύντομη αναφορά στο γενικότερο νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές εφαρμόζονται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Α. Η βασική αρχή, γνωστή ως ο κανόνας του Foss v Harbottle
(1843)2 Hare 461 από την ομώνυμη υπόθεση είναι ότι: «...δεν επιτρέπονται αγωγές από μετόχους μειοψηφίας για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας, οι οποίες αφορούν στη διαχείριση-διεύθυνση της εταιρείας, εκτός αν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να επιτραπεί κάτι τέτοιο. Τα Δικαστήρια δεν ενθαρρύνουν την καταχώρηση αγωγών, από μειοψηφούντες μετόχους σε σχέση με τη διαχείριση-διεύθυνση μιας εταιρείας, όταν εκείνο για το οποίο παραπονείται ο μειοψηφών μέτοχος μπορεί να θεραπευθεί με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας, και τούτο διότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, η καταχώρηση αγωγής από τη μειοψηφία καθίσταται άνευ αντικειμένου όταν η αδικοπραξία θεραπευθεί από απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας.» (βλ. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΧΑΤΖΗΛΟΪΖΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΣΤΕΛΙΟΥ Χ"ΛΟΙΖΟΥ ν. ΜΑΡΙΝΟΥ ΧΡ. ΛΟΙΖΙΔΗ κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A422, Πολιτική Έφεση Αρ. 162/2012, 28/11/2017 και τη νομολογία και συγγράμματα που εν λόγω αυθεντία αναφέρει). Β. Όταν ο κανόνας «πρωτοεφαρμόστηκε», οι «παραπονούμενοι» μέτοχοι μειοψηφίας, δεν είχαν στη διάθεση τους πολλές θεραπείες δυνάμει της τότε νομοθεσίας, παρά μόνο τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable), διαδικασία όμως η οποία ουσιαστικά έθετε τέρμα στη λειτουργία της εταιρείας (βλ Pennington 4th ed. σελ. 695 υποσημ.6). Γ. Η μετέπειτα όμως νομολογία αναγνώρισε σημαντικούς περιορισμούς στον κανόνα (considerable qualifications - βλ. Palmer' s Company Law, 21η έκδοση, σελ. 503- 511), ώστε να μπορεί ο παραπονούμενος μέτοχος που δεν ελέγχει την εταιρεία, είτε να εγείρει ο ίδιος αγωγή εναντίον της εταιρείας για να την υποχρεώσει να συμμορφωθεί με το καταστατικό της, είτε για να προωθήσει απαίτηση της εταιρείας μέσω παράγωγης αγωγής - Derivative action. Οι εν λόγω περιορισμοί του κανόνα αφορούν αποκλειστικά σε περιπτώσεις που η κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία δεν δύναται να θεραπευτεί με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας ή όπου το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά, εξαίρεση στον κανόνα (βλ Pennington σελ. 591 - 600). Αναφορικά με τις παράγωγες αγωγές, παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Χατζηλοϊζου ανωτέρω: «...Στην περίπτωση αδικοπραξίας που δεν θεραπεύεται με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας, αναγνωρίζεται δικαίωμα σε μειοψηφούντα μέτοχο να εγείρει αγωγή, εναντίον των μετόχων πλειοψηφίας που έχουν τον έλεγχο της εταιρείας, για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις όπου η εταιρεία ενεργεί ultra vires ή με δόλο εναντίον της μειοψηφίας (Δέστε Gower and Davies' Principles of Modern Company Law, 7η έκδοση, σελ. 449 και επόμενες). Στην Αγγλία, βέβαια, υπήρξε νομοθετική παρέμβαση, η οποία έθεσε αυτά τα ζητήματα του εταιρικού δικαίου πάνω σε διαφορετική βάση, στην Κύπρο όμως, ακολουθούμε τις αρχές του κοινοδικαίου, όπως διατυπώθηκαν στην Foss (ανωτέρω) και σε επόμενες σχετικές αποφάσεις. Στην υπόθεση Πιρίλλης v. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136, το Εφετείο ασχολήθηκε με ζήτημα παράγωγης ή/και αντιπροσωπευτικής αγωγής (derivative action) σε περίπτωση όπου οι δύο μέτοχοι είχαν από 50% ο καθένας. Έγινε αναφορά στην Foss (ανωτέρω) και τονίστηκε ότι οι περισσότερες υποθέσεις, στις οποίες επιτρέπεται παράγωγη αγωγή, αφορούν σε περιπτώσεις όπου οι πλειοψηφούντες μέτοχοι έχουν τον έλεγχο της εταιρείας και καταδολιεύουν τη μειοψηφία ή την εταιρεία, χρησιμοποιώντας, ταυτόχρονα, τον έλεγχο τους επί της εταιρείας για να μην εγείρουν οποιανδήποτε αγωγή εκ μέρους της. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι, διευθυντές ή διοικητικοί σύμβουλοι μιας εταιρείας, δεν έχουν δικαίωμα να θυσιάζουν τα συμφέροντα της εταιρείας προς όφελος των ιδίων (Δέστε Cook v. Deeks
(1916)1 AC 554, PC (Can)).» Δ. Μία εκ των νομολογιακά αναγνωρισμένων εξαιρέσεων του κανόνα, όπως αναφέρεται ανωτέρω, είναι η διαπίστωση ενεργειών που συνιστούν «καταπίεση» ή δόλο εναντίον της μειοψηφίας. Αυτή η «καταπίεση» όμως, η οποία δεν χρειάζεται να συνιστά αστικό αδίκημα, έχει κριθεί ότι θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ασυνείδητη χρήση (unconscionable use) της δύναμης της πλειοψηφίας, η οποία οδηγεί, ή μπορεί να οδηγήσει, είτε σε οικονομική ζημιά είτε σε αδικία ή διάκριση εναντίον της μειοψηφίας, πιο σοβαρή όμως από την παράλειψη της εταιρείας να ενεργήσει προς τα συμφέροντα της (βλ. Pennington σελ. 594 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Menier v Hooper's Telegraph Works Ltd
(1874)9 Ch. App. 350). Επειδή όμως οι επίμαχες αποφάσεις της πλειοψηφίας, θα πρέπει επίσης να καταδειχτεί ότι δεν έχουν ληφθεί καλόπιστα και για το συμφέρον της εταιρείας (bona fide for the benefit of the company as whole), απαιτείται όπως κάποιο στοιχείο ανεντιμότητας ή τουλάχιστο αντικανονικότητας, επίσης καταδειχθεί (βλ. Palmer' s σελ.504-505). Όπως αναφέρθηκε και στην Pelmako 1991 ανωτέρω: «Τι συνιστά "καταπίεση" εξηγείται στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66;
(1959)A.C
  1. Ο όρος περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιας μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σέ σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά» Ε. Σύμφωνα με τον Palmer' s σελ. 508, τα αγγλικά Δικαστήρια ενδεχομένως να έχουν αναγνωρίσει και μια γενικότερη εξαίρεση στον κανόνα, ήτοι όταν η δικαιοσύνη επιβάλλει την επέμβαση του Δικαστηρίου προς βοήθεια ενός κατά τ' άλλα αβοήθητου μετόχου (βλ. Pavlides v Jensen [1956] Ch. 565), πλην όμως το στοιχείο της ανεντιμότητας (dishonesty) εξακολουθεί να απαιτείται όπως αποδειχτεί. Στ. Όπως έχω ήδη αναφέρει (Β πιο πάνω), μια άλλη «θεραπεία» που είναι στη διάθεση του παραπονούμενου μετόχου, είναι η καταχώρηση αίτησης για διάλυση εταιρείας στη βάση του ότι είναι "δίκαιο και εύλογο" (just and equitable), ή όπως αναφέρεται στο αρ.211 (στ) Κεφ.113, οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με το S.222(f) του Companies Act 1948, όταν «...το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία». Όπως αναφέρθηκε στην Ebrahimi ανωτέρω και υιοθετήθηκε από τις Karaoglanian και Pelmako 1991, η σχετική νομοθετική πρόνοια συνιστά πρόνοια, χωριστή και ανεξάρτητη από τις άλλες πρόνοιες του αρ.211 επί των οποίων εταιρεία δύναται να διαλυθεί και ερμηνεύεται αυτοτελώς και όχι ejusdem generis των προηγούμενων της διατάξεων στο αρ. 211 Κεφ.
  2. Ζ. «Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει επίσης εξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό όμως δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με τις αρχές της επιείκειας (equity), όπως αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων. Ο αποκλεισμός της μειοψηφίας από τη διαχείριση της εταιρείας, σε συνάρτηση με πράξεις αυθαιρεσίας και οικειοποίησης του ενεργητικού της εταιρείας από την πλειοψηφία, καθώς και η επίδοσή τους μέσο άλλης εταιρείας, στην προώθηση παραλλήλων και συγκρουόμενων οικονομικών δραστηριοτήτων με εκείνων της εταιρείας, προσδιορίζουν κατά κύριο λόγο το υπόβαθρο της αίτησης. Η μόνη κυπριακή υπόθεση στην οποία αναλύεται η έννοια των όρων ... "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 113, είναι ή απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος στην υπόθεση Karaoglanian & Sons and Others v. Karaoglanian and Another.
(1977)4 J.S.C.
  1. Στην υπόθεση εκείνη γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της αγγλικής νομολογίας και των πράξεων που μπορεί να στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ebrahimi v. Westbourne Galleries Lid [1972] 2 All E.R. 492 - Βλ. επίσης Bentley - Stevens v. Jones [1974] 2 All E.R.
  2. Re A & Be Chewing Gum [1975] 1 All E.R.
  3. Clemens v. Clements Bros Ltd [1976] 2 All E.R.
  4. Re A. Company [1983] 2 All E.R.
  5. Re A Company [1983] 2 All E.R.
  6. Re Zinotty Properties Ltd [1984] 3 All E.R. 754, and Re Bird Precision Bellows Ltd [1985] 3 A11 E.R.523, στην οποία επικεντρώθηκε η προσοχή του δικαστηρίου στις αρχές βάσει των οποίων μπορεί να διαταχθεί η διάλυση εταιρείας η οποία εδράζεται σε συνεταιρική βάση. Η πτώση του συνεταιρικού βάθρου μεταξύ των εταίρων παρέχει, εφόσο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, έρεισμα για τη διάλυση της εταιρείας. Ο όρος "equitable", επισημαίνεται, εισάγει τις αρχές της επιείκειας και συναρτά την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το Καταστατικό της εταιρείας με το επίπεδο εκείνο της συμπεριφοράς που πρέπει να χαρακτηρίζει την καλόπιστη άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων (βλ. Pelmako 1991 ανωτέρω). Η. Οι περιπτώσεις όπου η νομολογία αναγνώρισε ότι ήταν δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η εταιρεία, δύναται να συνοψιστούν στις εξής. Όπου εξαφανίστηκε ο λόγος για τον οποίο συστάθηκε η εταιρεία (the substratum of the company was gone), όπου η εταιρεία ήταν φούσκα (the company was a bubble), όπου η εταιρεία συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες (the company was formed for the purposes of fraud), όπου διαπιστώθηκε ότι επιβάλλετο πλήρης διερεύνηση της εταιρείας (that full investigation was necessary), όπου το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (articles of association) προνοούσε για διάλυσή της σε περίπτωση που επισυμβεί συγκεκριμένο περιστατικό που εν τέλει έλαβε χώρα, όπου ένας από τους κύριους πλειοψηφούντες αρνήθηκε να προσκομίσει λογαριασμούς ή να καταβάλλει μερίσματα, όπου ο αιτητής εκδιώχθηκε από κάθε συμμετοχή στην επιχείρηση εταιρείας και όπου η εταιρεία οδηγήθηκε σε πλήρες «αδιέξοδο» (that there was a complete deadlock). (βλ. Palmer' s σελ. 739 και Pennington σελ. 691-695) Θ. Η «καταπίεση» της μειοψηφίας από την πλειοψηφία έχει επίσης αναγνωριστεί να συνιστά ξεχωριστό λόγο για τον οποίο είναι "δίκαιο και εύλογο" να εκκαθαριστεί μια εταιρεία (βλ. Pennington σελ. 694). Διάταγμα εκκαθάρισης σε αυτή τη βάση δύναται να εκδοθεί, όταν η πλειοψηφία αρνείται να συγκαλέσει γενικές συνελεύσεις, ή να εφοδιάσει τον αιτητή με τους λογαριασμούς της εταιρείας, ή να διορίσει ελεγκτές ή να πληροφορήσει τον αιτητή για τα δρώμενα της εταιρείας και όλα αυτά ως μέρος ενός σχεδίου «scheme» να πιέσει τη μειοψηφία να πωλήσει τις μετοχές της σε χαμηλότερη τιμή (βλ. Blackwood ανωτέρω). Ι. Όπως όμως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, (βλ. Ebrahimi ανωτέρω και Thomson v. Drysdale
(1925)S.C. 311), το άρθρο 211(στ) δεν προσφέρεται για αποποίηση των εταιρικών υποχρεώσεων που κάθε μέλος αναλαμβάνει επειδή απλά νιώθει αδικημένο και δη αδικαιολόγητα. «...in considering whether it is just and equitable that the company should be now would up, the court must be careful not to allow itself to be made an instrument for relieving the petitioner from the natural and lawful consequences of his own actings and contracts...» (βλ. Drysdale) «The question is, as always, whether it is equitable to allow one (or two) to make use of his legal rights to the prejudice of his associate(s)». (βλ. Ebrahimi) «The just and equitable provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the Court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.» (βλ. Ebrahimi). ΙΑ. Όπως αναφέρεται στη σελ. 695 του Pennington, οι κατ' ισχυρισμό πράξεις καταπίεσης πρέπει να είναι σοβαρής φύσης, ενώ μεμονωμένα περιστατικά κακοδιαχείρισης από τους διευθυντές, δεν αρκούν για να εκκαθαριστεί η εταιρεία (βλ. αναφορά σε Re Diamond Fuel Co
(1879)13 ChD 400). ΙΒ. Είναι όμως σημαντικό να τονισθεί ότι το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable), αν διαπιστώσει ότι ο αιτητής έχει στη διάθεση του μια πιο κατάλληλη θεραπεία και ότι ενεργεί αδικαιολόγητα (βλ. Pennington σελ. 695 και Palmer' s σελ. 738). Αυτή η αρχή έχει πλέον κωδικοποιηθεί στο εταιρικό δίκαιο μέσω του αρ. 214
(2)Κεφ.113 (S.225
(2)CA 1948 στην Αγγλία), σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου: «214.-
(2)Όταν η αίτηση υποβάλλεται από μέλη της εταιρείας ως συνεισφορέων επειδή είναι δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο, αν έχει τη γνώμη- (α) ότι οι αιτητές δικαιούνται σε θεραπεία είτε με την εκκαθάριση της εταιρείας ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο· και (β) ότι στην απουσία οποιασδήποτε άλλης θεραπείας θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, εκδίδει διάταγμα για εκκαθάριση, εκτός αν έχει επίσης τη γνώμη συγχρόνως ότι υπάρχει άλλη θεραπεία για τους αιτητές και ότι αυτοί ενεργούν αδικαιολόγητα με το να ζητούν τη διάλυση της εταιρείας αντί την αναζήτηση της άλλης θεραπείας.» Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο, στη βάση της σύμφυτης του εξουσίας, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ως ενοχλητικής ή καταχρηστικής. Κοντολογίς, το Δικαστήριο θα εκδώσει ένα διάταγμα εκκαθάρισης εκτός εάν, κατ' εφαρμογή των νομολογιακών αρχών και του αρ. 214
(2), κρίνει ότι ο αιτητής, αδικαιολόγητα ζητά την εκκαθάριση ή ότι αδικαιολόγητα δεν ζητά, ενώ θα μπορούσε, την «εναλλακτική θεραπεία» του αρ. 202 Κεφ. 113, αναφορά στην οποία κάνω αμέσως πιο κάτω. ΙΓ. Όπως έχω ήδη επισημάνει πιο πάνω, πέραν της νομολογίας, και η νομοθεσία έχει αναγνωρίσει κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα της Foss. Μία εξ' αυτών, είναι η εναλλακτική της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση, θεραπεία, η οποία στην Αγγλική έννομη τάξη, πρωτοθεσπίστηκε με το s.9 του Companies Act 1947 που στην συνέχεια αντικαταστάθηκε με s.210 του Companies Act 1948 (βλ. Pennington σελ. 600 και 695 καθώς Palmer' s σελ. 501) Στην Κύπρο, η εν λόγω πρόνοια αντιστοιχεί στο αρ. 202 Κεφ. 113, οι πρόνοιες του οποίου δίνουν στον παραπονούμενο για καταπίεση, μέτοχο της μειοψηφίας, τη δυνατότητα να αιτηθεί, αν ήθελε φανεί ότι «...η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί...», την έκδοση τέτοιου διατάγματος, «... είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά». Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία παραπέμπω πιο πάνω αλλά και το ίδιο το λεκτικό του αρ. 202, για να αποδοθεί η υπό κρίση θεραπεία θα πρέπει να διαφανεί ότι η εκκαθάριση της εταιρείας, στη πραγματικότητα, δεν θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του καταπιεσμένου μετόχου αλλά αντίθετα θα είναι δυσμενέστερη και προς μεγαλύτερη ζημιά του ιδίου. Τονίζω όμως ότι αυτή «η εναλλακτική θεραπεία», δεν συνιστά θεραπεία που παρέχεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας που ο Νόμος του παρέχει για να εκδίδει διατάγματα εκκαθάρισης εταιρειών, αλλά ξεχωριστή και αυτόνομη θεραπεία, η απόδοση της οποίας προϋποθέτει την απόδειξη των δικών της ξεχωριστών κριτηρίων, έστω και αν αυτά συμπλέουν με τα κριτήρια για εκκαθάριση στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable). Σχετικές με τούτο είναι οι υποθέσεις Pelmako
(1999)και Ebrahimi ανωτέρω. Στην τελευταία μάλιστα υπόθεση, όπου «εναλλακτική θεραπεία» και εκκαθάριση ζητούνταν διαζευκτικά στην αίτηση, το Δικαστήριο έκρινε ότι αν και δεν απεδείχθη το δικαιολογημένο της «εναλλακτικής θεραπείας», απεδείχθη το δικαιολογημένο της εκκαθάρισης και προχώρησε και εκκαθάρισε την εταιρεία. Υπό αυτή την έννοια, «η εναλλακτική θεραπεία» του αρ. 202 είναι, θεραπεία, εναλλακτική της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση βάση του αρ. 211(στ) (βλ. Palmer's σελ. 501 - ".a remedy alternative to petition for compulsory winding up under the just and equitable clause.») και όχι θεραπεία που εμπεριέχεται σε αυτή καθ' αυτή την εξουσία για εκκαθάριση. Άλλωστε, οι πρόνοιες του αρ.202, βρίσκονται σε διαφορετικό Μέρος στο Κεφ.113 και μάλιστα προηγούνται της διαδικασίας εκκαθάρισης. Είναι λοιπόν ως μια τέτοια ξεχωριστή θεραπεία που θα πρέπει να προσεγγίζεται η οποία και θα πρέπει να επιδιώκεται ρητά και ξεχωριστά στην αίτηση, αλλά και να εξειδικεύεται και να αποδεικνύεται πλήρως το τι ακριβώς είναι που ζητείται. Στις πλείστες δε των περιπτώσεων, η λιτή θέσμια Ε/Δ που συνοδεύει μια αίτηση εκκαθάρισης, δύναται να μην αρκεί για να δικαιολογήσει την έγκριση της θεραπείας του αρ. 202 (βλ. Palmer's σελ. 512 και Re. S. A. Hawken [1950] 2 All Er 408, Re Davies Investments (East Ham) Ltd [1961] 1 WLR 1396 και Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd [1971] 1 WLR 1042). Στην Pelmako
(1999)αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «...Ετσι, στην Re Antigen Laboratories Ltd [1951] 1 All E.R. 110 αποφασίστηκε ότι το παρακλητικό (prayer) της αίτησης πρέπει να περιέχει αρκετές λεπτομέρειες ώστε να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για ό,τι ο αιτητής επιθυμεί να πράξει το Δικαστήριο. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με τη λογική του πράγματος γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, το Δικαστήριο, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητεί λύσεις προσφερόμενες ως θεραπεία διά της εκδόσεως ενός εκ των τριών προβλεπομένων υπό του άρθρου 202
(2)διαταγμάτων χωρίς να έχει ενώπιόν του οτιδήποτε το οποίο να αντανακλά την επιθυμία των αιτητών επί του πρακτέου. Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια υποχρέωση θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου με κίνδυνο να μη απονεμηθεί σωστά η δικαιοσύνη. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παρέμβαση στις υποθέσεις της εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 202 του νόμου δεν είναι απεριόριστη. Όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυνητικά μπορεί να προσλάβει διαστάσεις, ανάλογες του όγκου των υποθέσεων της εταιρείας που εκκρεμούν, της πολυπλοκότητας που παρουσιάζουν, κλπ. Αν μάλιστα η θεραπεία που τελικά πρόκειται να παρασχεθεί συνίσταται στην έκδοση διατάγματος "...... για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ...." όπως ο νόμος προβλέπει, καθίσταται εμφανής η ανάγκη σαφούς προσδιορισμού της επιδιωκόμενης θεραπείας. Οριοθετείται έτσι το πεδίο συζήτησης και η διαδικασία περιορίζεται στα συγκεκριμένα επίδικα θέματα... Στην Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd ν. Mayer [1959] A.C. 324 η οποία αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα των αιτητών για αγορά των μετόχων της καταπιεζόμενης μειοψηφίας από την πλειοψηφία. Το αίτημα ήταν συγκεκριμένο και εξειδίκευε ρητά το ζητούμενο. Στον Pennington's Company Law, 4th ed., στη σελ. 606 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: "The petitioners must state in their petition what orders they wish the court to make, however and a petition will not be held if it merely asks the Court to make an order regulating the company's affairs or such order as the Court thinks just."» Ενόψει και των όσων αναφέρονται στο ΙΒ ανωτέρω, είναι ορθότερο επομένως να ζητείται πρώτα η εναλλακτική θεραπεία του αρ.202 και διαζευκτικά η εκκαθάριση, όπως άλλωστε ήταν και η υπόθεση Ebrahimi. ΙΔ. Στον Palmer's σελ. 511-515, αναφέρονται τα εξής ως προς την απόδοση της «εναλλακτικής θεραπείας» του εδώ αρ. 202 Κεφ.113: «The court can exercise its jurisdiction only if the requirements of the section are satisfied. As judicially interpreted (see Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [1966] 1 W.L.R. 745, 751), these are:
(1)The matters complained of must affect the petitioner in his character as a member of the company: harsh or unfair treatment in any other capacity, e.g., as a director or creditor, cannot entitle him to relief under the section (Elder v. Elder & Watson, 1952 S.C.49; Re H. R. Harmer Ltd. [1959] 1 W.L.R. 62; Re Bellador Silk Ltd. [1965] 1 All E.R. 667; Re Lundie Brothers Ltd. [1965] 1 W.L.R. 1051) .
(2)The matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company (Re H. R. Harmer Ltd. [supra].
(3)They must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable, but also to lead to the conclusion that the affairs of the company are being conducted in a manner which can properly be described as "oppressive" of the petitioner, and, it may be, other members (Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1959] A.C. 324; Re H. R. Harmer Ltd. [supra]; Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [supra].» Η πιο πάνω αρχές έτυχαν της πλήρης επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pelmako 1991 όπου υιοθετήθηκαν πλήρως τα λεχθέντα στην Re Five Minute Car Wash ανωτέρω - βλ. επίσης). Στην Karaoglanian ανωτέρω, λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Firstly, it must be established that at the time when the petition was presented, the affairs of the company were being conducted in a manner oppressive to the petitioner or a class of members of the company, including the petitioner. The grievance must relate to members of the company, in their capacity as such. Secondly, the matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company. And thirdly, they must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable but so as to lead to the conclusion that the affairs of the company have been conducted in a manner which can properly be described as oppressive to the petitioner. Dissatisfaction or disapproval with the conduct of the company's affairs, on grounds relating to policy or efficiency, however well founded, will not sustain the petition.» Τονίζω εδώ το απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η καταπίεση που ο αιτητής επικαλείται πρέπει να άπτεται της ιδιότητας του ως μέλους της εταιρείας (qua member) και ότι οποιαδήποτε άλλη κατάσταση πραγμάτων, έστω ανεπιθύμητη για τον αιτητή, όπως π.χ. η απομάκρυνση του από τη θέση αξιωματούχου, δεν συνεπάγεται αυτόματα και συμπέρασμα καταπίεσης (βλ. Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 423). Όπως δε έχω ήδη επισημάνει, το παράπονο του αιτητή δεν μπορεί να αφορά ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων (βλ. αρ. 202
(2)(α) - «...company's affairs...» και Palmer's σελ. 514 και Pennington σελ. 601). Γενικά, οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται σε σχέση με την εκκαθάριση εταιρείας στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable) λόγω καταπίεσης, θα εφαρμοστούν και σε σχέση με τη θεραπεία του αρ. 202 πλην σε σχέση με αυτή τη θεραπεία, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει κάτι περισσότερο απ' ότι απαιτείται για να εκκαθαριστεί η εταιρεία στη βάση του αρ. 211(στ) - («.it must go beyond what is required to make out a case for a winding up order and must indicate some lack of probity or fair dealing towards one or more members of th company..» - Re Lundie Brothers Ltd [1965] 1 WLR 1051) Palmer's σελ. 514. Παρά ταύτα, δεν απαιτείται όπως καταδειχθεί καταπίεση με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους αλλά και η απλή επιθυμία για απόκτηση εξουσίας και ελέγχου είναι αρκετή, αφού μια παράλειψη, δύναται να θεωρηθεί ως καταπιεστική, αν καταδειχθεί ότι ήταν σχεδιασμένη για να θέσει τους «καταπιεσμένους» μετόχους σε δυσμενέστερη θέση στην εταιρεία (βλ. Palmer' s σελ. 514-515.). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Elder v. Elder & Watson Ltd
(1952)S.C. 49: «The essence of the matter seems to be that the conduct complained of should at the lowest involve a visible departure from the standards of fair dealing, and a violation of the conditions of fair play on which every shareholder who entrusts his money to a company is entitled to rely.» ΙΕ. Tο Δικαστήριο θα αρνηθεί να χορηγήσει την εναλλακτική θεραπεία του αρ. 202 στις ακόλουθες, μη εξαντλητικές βέβαια, περιπτώσεις (βλ. Pennington σελ. 600-606): · Όπου η περίπτωση θα ήταν καταλληλότερη για έγερση παράγωγης αγωγής - derivative action ή όπου τα παράπονα του αιτητή θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν επαρκώς με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή επιδίκαση αποζημιώσεων «... the court will give relief only where an injunction or an award of damages to the company in a derivative action would be inadequate remedies.», «relief may be given against oppression of minority shareholders under the statutory provision in situations where neither they nor the company would have a right of action against the oppressors at law or in equity». Η θεραπεία του αρ. 202 θα δοθεί εκεί όπου η έγερση αγωγής θα αποτύγχανε λόγω του κανόνα της Foss. · Όπου ο αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έστω και αν διαπιστωθεί αντικανονική συμπεριφορά από μέρους των διευθυντών της εταιρείας, η αίτηση θα απορριφθεί αν διαφανεί ότι ο πραγματικός σκοπός του αιτητή είναι να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση των διευθυντών και της πλειοψηφίας με τις δικές του απαιτήσεις ως προς το πώς θα πρέπει να διοικείται η εταιρεία. · Όπου ο αιτητής έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα να αιτηθεί τη θεραπεία εφόσον μια τέτοια καθυστέρηση, συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι ο αιτητής έχει αποδεχθεί την κατάσταση πραγμάτων για την οποία παραπονείται (βλ. Re Jermyn ανωτέρω). · Όπου δεν θα ήταν "δίκαιο και εύλογο" (just and equitable) να εκκαθαριστεί η εταιρεία, αυτού περιλαμβανομένου και του ελέγχου της νομιμότητας του αιτητή να υποβάλλει αίτηση εκκαθάρισης ως μέτοχος ή συνεισφορέας της εταιρείας. · Όπου η αίτηση εδράζεται αποκλειστικά στην έλλειψη επαγγελματικής ικανότητας ή απερισκεψίας στην διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με θέματα επαγγελματικής πολιτικής, αφού άλλωστε τέτοια θέματα δεν απασχολούν το Δικαστήριο ούτε στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης. Επομένως, αίτηση για τη θεραπεία του αρ. 202, θα απορριφθεί αν η κατ' ισχυρισμό καταπίεση αφορά στην άρνηση να καταβληθούν μερίσματα (βλ. Blackwood ανωτέρω). ΙΣΤ. Εάν τώρα το Δικαστήριο αποφασίσει να εγκρίνει την αίτηση και να αποδώσει την εναλλακτική θεραπεία που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται ρητά στην αίτηση, η εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία όπως και η εφευρετικότητα του (inventiveness). Απώτερος σκοπός είναι να εκδοθεί ένα «σωστό» διάταγμα υπό τις περιστάσεις, ώστε να απαλλαγεί ο αιτητής από τη καταπίεση. Μοναδικός περιορισμός στον τρόπο άσκησης της εξουσίας και της εφευρετικότητας του Δικαστηρίου είναι ότι «.it cannot alter rights held by the parties in capacities other than those of members or directors of the company». ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ Από τις εκατέρωθεν θέσεις που προβλήθηκαν τόσο μέσω των έγγραφων παραστάσεων των μερών, όσο και της αντεξέτασης της Ιουλίας, τα πιο κάτω γεγονότα προκύπτουν να συνιστούν αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών. Α. Ο αιτητής κατέχει το 20% των μετοχών της εταιρείας, ήτοι συνιστά τη μειοψηφία των μελών της. Β. Από της ιδρύσεως της εταιρείας πριν τεσσεράμισι περίπου χρόνια, μοναδική της διευθύντρια είναι η Ιουλία. Γ. Το καταστατικό της εταιρείας, εξαιρεί από εφαρμογή, διάφορες του Πίνακα Α Κεφ.113, περιλαμβανομένων και των προνοιών του Κ. 89, που επιβάλλουν τη σύγκλιση πρώτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας και αντικατάστασης των διευθυντών της. Δ. Από της ιδρύσεως της εταιρείας μέχρι και τον Νοέμβριο 2017, ο αιτητής εργοδοτείτο ως υπάλληλος της εταιρείας με μηνιαίο μισθό. Ε. Η εταιρεία είναι πλέον κερδοφόρα και έχει αναπτύξει ένα σημαντικό πελατολόγιο. Τα πιο κάτω γεγονότα προβλήθηκαν από την Ιουλία και δεν αντικρούστηκαν από πλευράς αιτητή με οποιονδήποτε τρόπο Στ. Οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για τη περίοδο από της ιδρύσεως της μέχρι και την 31/12/2015, έχουν δεόντως ετοιμαστεί από ανεξάρτητους ελεγκτές της εταιρείας, κοινοποιήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών και κατατέθηκαν στο Τμήμα Φορολογίας. Ζ. Τα επιβαλλόμενα από τη νομοθεσία ετήσια εταιρικά τέλη μέχρι και το 2017 έχουν εγκαίρως καταβληθεί στον Έφορο Εταιρειών και υπό αυτή την έννοια η εταιρεία είναι πλήρως συμμορφωμένη με την εν λόγω θέσμια υποχρέωση της. Η. Από της ιδρύσεως της εταιρείας μέχρι και σήμερα, έχουν διανεμηθεί μερίσματα στους μετόχους της εταιρείας, περιλαμβανομένου και του αιτητή, ο οποίος στις 27/01/2017 έλαβε καθαρό μέρισμα περί της €6.
  1. Θ. Από τις 31/10/2017 ο αιτητής και η θυγατέρα του έχουν ιδρύσει νέα εταιρεία, την NPO, η οποία δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα με την εταιρεία, ήτοι με την εισαγωγή και πώληση μπογιών στη Κύπρο. Ι. Ένα μήνα περίπου πριν τη καταχώρηση της παρούσας αίτησης, εναντίον του αιτητή, υπεβλήθη από την εταιρεία, καταγγελία στην Αστυνομία για «απόσπαση και ιδιοποίηση», «...των εμπορευμάτων της εταιρείας που βρίσκονταν στα υποστατικά που η εταιρεία ενοικιάζει για τη διεξαγωγή των εργασιών της» καθώς και για ένα από τα αυτοκίνητα της εταιρείας. Σημειώνεται ότι, τα υπό στοιχεία Στ - Ι γεγονότα, τα οποία άπτονται άμεσα όλων σχεδόν των ισχυρισμών που προβάλλει ο αιτητής για να δικαιολογήσει το βάσιμο της αίτησης του, συνιστούν γεγονότα τα οποία επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα που κατέθεσε η Ιουλία και που ο αιτητής, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε, αλλά και δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο. Αντίθετα, αυτό που έπραξε ο αιτητής, ήταν να παρουσιάσει μία εικόνα «προσαρμοσμένη» (tailored) στο τι επιβάλλεται να αποδειχθεί για να πετύχει η αίτηση του, χωρίς όμως η εν λόγω εικόνα να ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα. Δεν μπορώ να δεχθώ σε καμιά περίπτωση ότι ο αιτητής, ο οποίος ισχυρίστηκε ρητά ότι «...κανένα μέρισμα δεν του έχει δοθεί ως δικαιωματικά του οφείλεται» (βλ. παρ. 17 Ε/Δ Χαρίτου), καλόπιστα ξέχασε να αναφέρει ότι τελικά πήρε κάποιο μέρισμα και μάλιστα ύψους €6.
  2. Ούτε όμως μπορώ να δεχθώ ότι ο αιτητής, καλόπιστα δεν αντιλήφθηκε ότι τελικά η εταιρεία όντως ετοίμασε και υπέβαλε δεόντως στον Έφορο Εταιρειών τις οικονομικές τις καταστάσεις, καθιστώντας τις έτσι διαθέσιμες και στον ίδιο αλλά και σε όποιο ενδιαφερόμενο ήθελε να τις επιθεωρήσει. Αυτό που σίγουρα όμως δεν μπορώ να δεχθώ είναι ότι ο αιτητής, καλόπιστα ξέχασε να αναφέρει ότι οι δικές του ενέργειες οδήγησαν στην καταγγελία του στην Αστυνομία, ένα μόλις μήνα πριν τη καταχώρηση της παρούσας αίτησης, χρονικό διάστημα που δεν θεωρώ ότι ήταν τυχαίο ως προς τα πραγματικά κίνητρα του αιτητή κατά την υποβολή της παρούσας αίτησης. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, το ότι από την ίδρυση της εταιρείας και για τα επόμενα τεσσεράμισι χρόνια, ο αιτητής ουδέποτε μέχρι που οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν, αντέδρασε στο γεγονός ότι ως μοναδική διευθύντρια της εταιρείας είχε διοριστεί η Ιουλία, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά τόσο ως προς το καλόπιστο των επί του προκειμένου ισχυρισμών που προβάλλει τώρα, όσο και ως προς το δικαιολογημένο της καθυστέρησης που επέδειξε. Το ότι καμία μαρτυρία προσκόμισε ο ίδιος, είτε σε σχέση με την οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό απαίτηση του για αντικατάσταση ή αλλαγή του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, είτε για σύγκληση οποιασδήποτε γενικής συνέλευσης πλην μίας γενικής και αόριστης αναφοράς στην αίτηση του ότι αυτό ζητήθηκε επανειλημμένα, ενισχύει τη θέση της κας. Γιωρκάτζη, ότι η παρούσα αίτηση, μάλλον καταχρηστική είναι παρά καλόπιστη και δικαιολογημένη. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Οι πιο πάνω ενδείξεις της κακοπιστίας και καταχρηστικής συμπεριφοράς του αιτητή, είναι από μόνες τους αρκετές για να σφραγίσουν τη τύχη της αίτησης στο σύνολο της, ως άλλωστε επιβάλλει και η νομολογία που αναφέρω πιο πάνω στη «Νομική Πτυχή» υπό σημείο ΙΕ. Την ίδια στιγμή όμως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της και για τους εξής πρόσθετους λόγους. Κατά πρώτον, τα παράπονα του αιτητή περί αποκλεισμού του από τη διοίκηση της εταιρείας, δεν άπτονται του τρόπου με τον οποίο έτυχε διαχείρισης η εταιρεία από τη πλειοψηφία, αλλά των όσων ρητά συμφωνήθηκαν από τον ίδιο κατά την ίδρυση της εταιρείας και τα οποία αποτυπώνονται πλήρως στο καταστατικό της. Υπενθυμίζω ότι το Καταστατικό μιας εταιρείας υπέχει θέση συμφωνίας των μετόχων για τον τρόπο διοίκησης της εταιρείας (βλ. Re Fildes Bros Ltd
(1970)1 All E.R. 923). Η εκκαθάριση της εταιρείας υπό τις περιστάσεις επομένως, ούτε δίκαιη και εύλογη είναι, αλλά ούτε και η εναλλακτική θεραπεία του αρ. 202 μπορεί να αποδοθεί, αφού στη πραγματικότητα, αυτό στο οποίο αποσκοπεί ο αιτητής, είναι να αλλοιώσει τις εταιρικές συμφωνίες που αυτός ελεύθερα έκανε και να επιβάλλει τη δική του πλέον αντίληψη, ως προς το πως θα έπρεπε να διοικείται η εταιρεία. Κατά δεύτερον, καμία κατακριτέα (reprehensible) ή άλλως πως επαχθής (burdensome) ενέργεια διαπιστώνεται από την πλειοψηφία εις βάρος του αιτητή. Η πληθώρα δε των παραπόνων του έχει καταρριφθεί πλήρως από την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς εταιρείας και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Το μόνο ίσως στο οποίο θα μπορούσαν να αναχθούν τα παράπονα του αιτητή, αν αυτά ευσταθούσαν, θα ήταν απλά έκφραση ενός «dissatisfaction or disapproval with the conduct of the company's affairs, on grounds relating to policy or efficiency» (βλ. Karaoglanian ανωτέρω) και ως τέτοια, ίσως να μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παράγωγης αγωγής (derivative action) ή να ικανοποιηθούν επαρκώς με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή την επιδίκαση αποζημιώσεων, όχι όμως βάση για καταχώρηση αίτησης της παρούσας φύσης. Υπό αυτή την έννοια, το αίτημα του αιτητή για εκκαθάριση της εταιρείας, απορρίπτεται και κατ' εφαρμογή του αρ.214(β) Κεφ.
  1. Παρεμβάλλω εδώ την απόφαση Blackwood (βλ. ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Ονουφρίου για να υποστηρίξει τη θέση ότι η διαπίστωση ότι στην πραγματικότητα έχει χαθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαιούχων της εταιρείας, συνιστά επαρκή λόγο για την εκκαθάριση της. Σε εκείνη την υπόθεση όμως, τα γεγονότα της οποίας διαφέρουν από τη παρούσα υπό την έννοια ότι ο εκεί αιτητής, δεν βρέθηκε να ενεργεί κακόπιστα ή καταχρηστικά, τα παράπονα που προβλήθηκαν από τον εκεί αιτητή, τα οποία είναι πανομοιότυπα με αυτά που προβάλλει ο εδώ αιτητής, κρίθηκε ότι όντως ευσταθούσαν και μάλιστα ως μέρος ενός γενικότερου μακροχρόνιου καταπιεστικού σχεδίου της πλειοψηφίας, κάτι όμως που δεν ισχύει στη παρούσα (Pennington σελ.601 και 694 και Palmer' s σελ. 739-740). Κατά τρίτον, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί πρόσφατης απροειδοποίητης αλλαγής στη μετοχική δομή της εταιρείας, ήτοι με την εγγραφή της Fidentia σε αντικατάσταση της Interdicta, κρίνονται παντελώς αβάσιμοι και ανυπόστατοι. Ο ίδιος ο αιτητής, στην Ε/Δ που προέβη για να υποστηρίξει την αίτηση του για αντεξέταση της Ιουλίας, όπως επισήμανε και η κα. Γιωρκάτζη, μετέβαλε τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του στο ότι θέση του πλέον είναι ότι Fidentia και Interdicta συνιστούν ουσιαστικά αντιπροσώπους της Multimarine, ήτοι του πραγματικού δικαιούχου του 80% της εταιρείας (βλ. Ε/Δ Χαρίτου ημερ. 27/03/2018 «Παράγραφος 17») και όχι ξεχωριστούς και ανεξάρτητους μετόχους ως αρχικά ισχυρίστηκε. Και η ίδια όμως η εικόνα που αναδύεται από τις θέσεις του αιτητή που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση, αποκαλύπτει ότι ουδέποτε αυτός θεώρησε τη Fidentia ως καινούργιο μέτοχο στην εταιρεία, αλλά απλά ως αντιπρόσωπο του πραγματικού πλειοψηφούντος μετόχου, ήτοι της Multimarine και κατ' επέκταση του συζύγου της Ιουλίας. Η ρητή αναφορά του αιτητή στο τίτλο αλλά και στο σώμα της αίτησης στη Fidentia ως του «πλειοψηφούντος μετόχου», που από την ίδρυση της εταιρείας, τον έχει αποκλείσει «...τόσο από τη λήψη αποφάσεων της γενικής συνέλευσης...όσο και από τη συμμετοχή του σε αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αφού η μοναδική διευθύντρια...έχει οριστεί και πρόσκειται με τη πλειοψηφία...», καταδεικνύει το αβάσιμο των ισχυρισμών του περί δήθεν παντελούς αλλαγής στη μετοχική δομή της εταιρείας αφού η Fidentia, από τα στοιχεία που ο ίδιος ο αιτητής προσκόμισε, μόλις το 2017 εγγράφηκε ως μέτοχος της εταιρείας. Οι αναφορές του επομένως στη Fidentia ως εξ' αρχής πλειοψηφούντος μετόχου, δεν μπορούν παρά να στρέφονται στην πραγματικότητα, εναντίον της Multimarine. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί και το εξής. Παρά το ότι στο παρακλητικό της αίτησης του, ο αιτητής ζητά ξεχωριστά την εναλλακτική θεραπεία του αρ. 202, εντούτοις καμία μαρτυρία έχει προσφέρει προς τεκμηρίωση του συγκεκριμένου είδους της θεραπείας που ζητεί. Μάλιστα δε, ούτε καν ότι σε περίπτωση που εκκαθαριστεί η εταιρεία, αυτό θα ήταν πιο ζημιογόνο για τον ίδιο, δεν ισχυρίζεται. Ο αιτητής περιορίζεται αποκλειστικά να αναφέρει ότι «...η καταπίεση την οποία ασκεί η πλειοψηφία των μετόχων σε βάρος μου ως μειοψηφούντα μετόχου και η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση των νόμιμων μου δικαιωμάτων τα οποία κατέχω στην καθ' ης η αίτηση - εταιρεία, στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας των μετόχων . και ως εκ τούτου καθιστά δίκαιο και εύλογο την διάλυση της υπό αναφορά εταιρείας», που «υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται . ως η εξαιτούμενη θεραπεία στην αίτηση μου». Όπως αναφέρω ανωτέρω, από τη νομολογία και ειδικότερα την υπόθεση Ebrahimi, αλλά και από το ίδιο λεκτικό του αρ. 202, προκύπτει ότι η απόδειξη του ότι υπό τις περιστάσεις, «...η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης...», συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να αποδοθεί η αιτούμενη εναλλακτική θεραπεία του αρ.
  2. Υπενθυμίζω ότι η εν λόγω θεραπεία συνιστά αυτοτελή και αυτόνομη θεραπεία, χωριστή από τη διαδικασία έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης. Άλλωστε, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου αυτού, ασκείται προς το σκοπό επίλυσης των θεμάτων για τα οποία υποβλήθηκε η αίτηση και περιορίζεται σε όσα προσδιορίζονται σ' αυτήν, σε συνάρτηση με τα γεγονότα κατά την ακρόαση της αίτησης (βλ Karaoglanian ανωτέρω). Το Δικαστήριο επομένως δεν μπορεί να υποθέσει ότι τυχόν εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενέστερα τον αιτητή, όταν ο ίδιος, όχι μόνο δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο αλλά μάλιστα υποστηρίζει ρητά ότι, το «δίκαιο και εύλογο» υπό τις περιστάσεις, είναι να εκκαθαριστεί η εταιρεία. Συνεπώς, ακόμη και αν διαπιστωνόταν καταπίεση στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εξαγοράς των μετοχών του αιτητή, είτε από την πλειοψηφία είτε από την εταιρεία, πολύ απλά διότι ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς το βάσιμο του εν λόγω αιτήματος του. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι τα ουσιώδη γεγονότα, ως είχαν κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης όπως έχουν πιο πάνω διαπιστωθεί, καταδεικνύουν ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable) του αρ.211(στ), είτε λόγω καταπίεσης του αιτητή ως μειοψηφούντος μετόχου είτε άλλως πώς, όπως και δεν δικαιολογείται ούτε η χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας του αρ. 202 Κεφ.
  3. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται στο σύνολο, με έξοδα υπέρ εταιρείας και Fidentia και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ, εφόσον εταιρεία και Fidentia έτυχαν κοινής ένστασης και εκπροσώπησης. Τέλος και προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου, θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς αμφότερους τους συνηγόρους των μερών, οι οποίοι, αντιλαμβανόμενοι πλήρως τη σοβαρότητα της φύσης της αίτησης, όχι μόνο συμμορφώθηκαν άμεσα με τις οδηγίες και τα χρονοδιαγράμματα του Δικαστηρίου, αλλά επιδεικνύοντας και υποδειγματικό επαγγελματισμό καθ' όλα τα στάδια της υπόθεσης, βοήθησαν τα μέγιστα στην επιβαλλόμενη ταχεία αποπεράτωση της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Εκκαθάριση - Καταπίεση - Εξαγορά Μετοχών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.