ARRICANO REAL ESTATE PLC (πρώην ARRICANO TRADING LTD) ν. STOCKMAN INTERHOLD S.A., Αρ. Γεν. Αίτησης: 416/2016, 3/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A127 Αρ. Γεν. Αίτησης: 416/2016 Αναφορικά με τον Περί της Συμβάσεως Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/79 Και Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/2000 Και Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/
- Και Αναφορικά με την διαιτησία υπ' αριθμό 101732, στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου, και την έβδομη απόφαση αυτού (seventh award), ημερομηνίας 05/05/2016 μεταξύ της: Stockman Interhold S.A, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, (ως αιτήτριας) και της Arricano Real Estate PLC, από την Κύπρο, (ως καθ' ης η αίτηση) Μεταξύ: ARRICANO REAL ESTATE PLC (πρώην ARRICANO TRADING LTD) Αιτήτριας και STOCKMAN INTERHOLD S.A., από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Καθ' ης η Αίτηση Γενική αίτηση από την Arricano Real Estate PLC- Αιτήτρια ημερ. 31.10.16 για εγγραφή αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2018 Για αιτήτρια: κος Στέλιος Αμερικάνος Για καθ' ης η αίτηση: κος Χρίστος Φρακάλας ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διαφορές των μερών οδήγησαν σε μια πολυετή διαμάχη στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου - London Court of International Arbitration (LCIA). Αφορά την απαίτηση της αιτήτριας να ασκήσει δικαίωμα αγοράς (call option) επί των μετοχών που έχει η καθ' ης η αίτηση, στην κυπριακή εταιρεία Assofit Holdings Ltd με αντάλλαγμα συμφωνημένο αντίτιμο. Το εν λόγω δικαίωμα αγοράς των μετοχών παρείχε στην αιτήτρια η συμφωνία Call Option Agreement (τεκμ. 2 στην αίτηση) που υπέγραψαν τα διάδικα μέρη. Στα πλαίσια της διαδικασίας ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο, εκδόθηκαν 7 συνολικά αποφάσεις. Η αιτήτρια αιτείται με την παρούσα αίτηση της, διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο, της έβδομης απόφασης (seventh award) ημερομηνίας 05.05.2016, με αριθμό διαιτησίας 101732, η οποία εκδόθηκε υπέρ αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αίτηση, ως αυτή έχει διορθωθεί δυνάμει του υπομνήματος διορθώσεων (memorandum of correction) το οποίο εκδόθηκε από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου ημερομηνίας 07/06/
- Η αίτηση βασίζεται στον Περί της Συμβάσεως, Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/79, (άρθρα I μέχρι V της Σύμβασης περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων), στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/2000, στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87, άρθρα 3, 7, 35 και 36, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρο 21, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48, Θ.Θ. 1-4, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρα 2 και 31 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Θανάση Φιακά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων της αιτήτριας. Σε αυτή γίνεται αναφορά στις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των διαδίκων δυνάμει συμφωνίας που η αιτήτρια σύναψε με την καθ' ης η αίτηση με την οποία η καθ' ης η αίτηση παραχώρησε στην αιτήτρια δικαίωμα προαίρεσης (call option Agreement) σε σχέση με τις μετοχές της στην Κυπριακή εταιρεία Assofit Holdings Ltd. Κατά ή περί τις 09/11/2010, η καθ' ης η αίτηση ξεκίνησε ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου, διαδικασία διαιτησίας δυνάμει της πιο άνω συμφωνίας, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε σειρά αποφάσεων με πιο πρόσφατη την έβδομη απόφαση ημερομηνίας 05/05/16, της οποίας η αναγνώριση και εκτέλεση επιδιώκεται με βάση την παρούσα αίτηση. Με την έβδομη απόφαση του το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η καθ' ης η αίτηση τελούσε σε παράβαση των υποχρεώσεων της που απορρέουν από την συμφωνία και ότι η αιτήτρια δικαιούται όπως μεταβιβαστούν σε αυτήν οι μετοχές του Δικαιώματος Προαίρεσης. Η δε τιμή του δικαιώματος προαίρεσης, αποφασίστηκε όπως συμψηφιστεί με το ποσό των αποζημιώσεων που οφείλονται από την καθ' ης η αίτηση στην αιτήτρια. Σύμφωνα με πιστοποιημένο αντίγραφο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής: « Το Διαιτητικό Δικαστήριο προβαίνει στην ακόλουθη Απόφαση: Δηλώνει ότι: · το δικαίωμα της Arricano για την μεταβίβαση των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης σύμφωνα με την Δεύτερη Απόφαση δεν έχει εκπνεύσει. · οι ενστάσεις της Stockman για το θέμα της δικαιοδοσίας απορρίπτονται · η Stockman έχει παραβιάσει τη Συμφωνία Προαίρεσης Αγοράς. · Διατάσσει την Stockman να μεταβιβάσει, η να προκαλέσει την μεταβίβαση όλων των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης που η ίδια ή οι θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της κατέχουν στην Assofit (είτε άμεσα είτε έμμεσα) στην Arricano εντός 30 ημερών από την παρούσα Απόφαση. · Διατάσσει ότι με την εγγραφή της μεταβίβασης των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης στην Arricano, η Arricano θα καταβάλει στην Stockman (η στον εντολοδόχο της) το καθαρό ποσό της Τιμής του Δικαιώματος Προαίρεσης ύψους 51,389,260.27 Δολάρια ΗΠΑ μείον αποζημιώσεις ύψους 51, 3897,260.27 Δολάρια ΗΠΑ. · Διατάσσει ότι σε περίπτωση που η Stockman δεν μεταβιβάσει ή προκαλέσει την μεταβίβαση των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης δυνάμει της παραγράφου (β) πιο πάνω, η Arricano μπορεί να επιλέξει, δίνοντας ειδοποίηση στην Arricano και στον Μοναδικό Διαιτητή, να εγκαταλείψει το δικαίωμα της για ειδική εκτέλεση και αντί αυτού να αξιώσει αποζημιώσεις αντί ειδική εκτέλεση. Επιφυλάσσει τα ακόλουθα θέματα: · Να προβεί σε απόφαση για αποζημιώσεις αντί ειδική εκτέλεση. · Να εκδώσει οποιαδήποτε άλλη κατάλληλη θεραπεία. · Θέματα αναφορικά με τα έξοδα.» Σε συνάρτηση με την έβδομη απόφαση, έχει εκδοθεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο, υπόμνημα διορθώσεων ημερομηνίας 07/06/2016 προς τον σκοπό διόρθωσης συντακτικών και τυπογραφικών λαθών. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η έβδομη απόφαση είναι οριστική και δεσμευτική για τα μέρη, επισυνάπτοντας φωτοαντίγραφο επιστολής από το Διαιτητικό Δικαστήριο ημερομηνίας 04/08/2016, η οποία επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Η καθ' ης η αίτηση μέχρι σήμερα δεν έχει συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης δεν αντίκειται προς την δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η καθ' ης η αίτηση με την με την ειδοποίηση ένστασης της, ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κυρωτικού Νόμου 84/79 για την αναγνώριση και εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η εγγραφή της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, αντίκειται στην δημόσια τάξη της Κύπρου (άρθρο V2(β) του Νόμου 84/79). Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι η διαιτητική απόφαση εφεσιβλήθηκε στο High Court της Αγγλίας, το οποίο και εξέδωσε σχετική απόφαση (τεκμ.1), σύμφωνα με την οποία η εκτέλεση της απόφασης στην Κύπρο προσκρούει στην δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην συνέχεια ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, περιόρισε τους λόγους ένστασης μόνο στον ισχυρισμό ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση, παραβιάζει την Κυπριακή δημόσια τάξη. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι σε περίπτωση ευρήματος δόλου ή απάτης τότε η απόφαση δεν θα είναι δεσμευτική. Στην συνέχεια το High Court της Αγγλίας προβαίνει κατά τον ομνύοντα σε σαφή ευρήματα ότι η διαιτητική απόφαση ήταν όντως αποτέλεσμα δόλου εκ μέρους της αιτήτριας. Ξεκάθαρα κατά τον ομνύοντα, η αιτήτρια ενήργησε με παράνομο και δόλιο τρόπο, ξεγελώντας την καθ' ης η αίτηση και τον διαιτητή Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης, η οποία σαφώς αντίκειται στην δημόσια τάξη. Επιπλέον, δεν νοείται η εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης που δεν επιδικάζει ποσόν αποζημιώσεων και προφανώς εμφορείται από αλλότριους σκοπούς. Το διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε κατά τον ομνύοντα δικαιοδοσία να διατάξει επιστροφή μετοχών οι οποίες κατέχονται πλέον από νομικό πρόσωπο στην αλλοδαπή και συγκεκριμένα στις Σεϋχέλλες. Ο ομνύων επικαλείται επίσης κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών γιατί η αιτήτρια προωθεί τα ίδια αιτήματα με την Γενική Αίτηση 266/16 στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο που παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Επιπλέον αφού μελέτησαν τις αντίστοιχες γραπτές αγορεύσεις, αγόρευσαν και προφορικά ενώπιον ντου Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Στο στάδιο αυτό θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ συνοπτικά στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων, προκειμένου να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις των διαδίκων. Η αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια Ο συνήγορος για την αιτήτρια στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης τονίζοντας ότι με την υπό κρίση διαιτητική απόφαση, διέταξε την καθ' ης η αίτηση να μεταβιβάσει ή να προκαλέσει την μεταβίβαση στην αιτήτρια εντός 30 ημερών από την διαιτητική απόφαση, όλων των μετοχών του Call Option, που η ίδια ή οι θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της, κατέχουν είτε άμεσα είτε έμμεσα. Διέταξε επίσης την αιτήτρια με την εγγραφή της μεταβίβασης των ως άνω μετοχών στο όνομα της να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση ή στον εντολοδόχο της, το καθαρό ποσό της τιμής του Δικαιώματος Προαίρεσης ύψους US$51,389,260.27, μείον αποζημιώσεις για το ίδιο ποσόν US$51.3897,260.
- Τέλος, η απόφαση δίνει το δικαίωμα στην αιτήτρια σε περίπτωση που η καθ' ης η αίτηση δεν μεταβιβάσει τις μετοχές, να επιλέξει δίνοντας ειδοποίηση στην καθ' ης η αίτηση και στον διαιτητή, να εγκαταλείψει το δικαίωμα της για ειδική εκτέλεση και αντί αυτού να αξιώσει αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τον συνήγορο, η έβδομη απόφαση εκδόθηκε μετά που το High Court της Αγγλίας έκανε μερικώς δεκτή έφεση της καθ' ης η αίτηση σε προηγούμενη απόφαση του διαιτητικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα το High Court δέχθηκε την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι ορθά τερμάτισε τη συμφωνία Call Option, αλλά το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος αγοράς από την αιτήτρια παραπέμφθηκε και πάλι στο LCIA για να αποφασιστεί εκ νέου κατά πόσο αυτό ασκήθηκε ορθά και σύμφωνα με τη συμφωνία και κατά πόσο η αιτήτρια είχε δικαίωμα να αποκτήσει τις επίδικες μετοχές στην εταιρεία Assofit. Assofit Holdings Ltd. Στα πλαίσια αυτά, το διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε με την δεύτερη απόφαση του ότι η αιτήτρια ορθά άσκησε το δικαίωμα αγοράς των μετοχών στην Assofit από την καθ' ης η αίτηση. Το τίμημα αγοράς καθορίστηκε στη τιμή που ίσχυε στις 29.11.2010, δηλαδή στα US$51,397,260.
- Επιπλέον διατάχθηκε η καθ' ης η αίτηση μεταβιβάσει ή να φροντίσει (procure) να μεταβιβαστούν όλες οι μετοχές της Assofit που κατέχει η ίδια ή οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία ή οντότητα που ελέγχεται από αυτήν, προς την αιτήτρια, εφόσον η αιτήτρια θα καταθέσει το τίμημα αγοράς με ένα ανεξάρτητο τρίτο πρόσωπο μέχρι την 1 Ιανουαρίου
- Η διαφωνία των μερών ως προς κάποια ζητήματα που αφορούσαν το ζήτημα κατάθεσης της τιμής αφοράς ως επίσης και κάποια τεχνικά ζητήματα και ανησυχίες της αιτήτριας ως προς την πραγματική αξία πλέον των μετοχών, οδήγησαν στην έκδοση τρίτης και τέταρτης απόφασης με τις οποίες καθορίστηκαν πλέον οι όροι με βάση τους οποίους το τίμημα αγοράς θα κατατίθετο στο ανεξάρτητο τρίτο μέρος και ότι θα δινόταν στην αιτήτρια η ευκαιρία να εξετάσει τα χαρακτηριστικά των εν λόγω μετοχών στην Assofit προτού το τρίτο ανεξάρτητο μέρος απελευθερώσει τα χρήματα από τη μεσεγγύηση. Στη πορεία ο διαιτητής κλήθηκε από τα μέρη να εξετάσει κατά πόσο η αιτήτρια είχε συμμορφωθεί με τους όρους κατάθεσης του τιμήματος αγοράς στο τρίτο ανεξάρτητο μέρος οπόταν και εκδόθηκε η 5η απόφαση στην οποία αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι η αιτήτρια κατέθεσε το τίμημα αγοράς με τρίτο ανεξάρτητο μέρος μέχρι την 1η Ιανουαρίου
- Ακολούθησε έφεση της καθ' ης η αίτηση στο High Court της Αγγλίας στην οποία ισχυρίστηκε ότι η πέμπτη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δόλου επειδή είχαν γίνει κατ' ισχυρισμό αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς στους οποίους τοποθετήθηκε το τίμημα αγοράς. Το High Court έκρινε ότι το ζήτημα θα αποφασιζόταν στα πλαίσια της έφεσης που είχε καταχωρηθεί κατά της υπό κρίση έβδομης απόφασης που εκδόθηκε στη πορεία. Σημειώνεται ότι μεσολάβησε και η έκδοση της έκτης απόφασης με την οποία καθορίζονταν τα έξοδα των διαδικασιών ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι το διαιτητικό Δικαστήριο στην υπό κρίση έβδομη απόφαση του, προβαίνει στο εύρημα ότι η καθ' ης η αίτηση μεταβίβασε τις επίδικες μετοχές προς σε τρίτη εταιρεία την Althor, σε μια εσκεμμένη προσπάθεια της να καταστεί η εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή αδύνατη και να απογυμνώσει την Assofit από τα περιουσιακά της στοιχεία και να τα οικειοποιηθεί. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ενώ η καθ' ης η αίτηση ζητούσε διαβεβαιώσεις από την αιτήτρια ότι είχε τα χρήματα για να αγοράσει τις μετοχές ("good for the money") και ο διαιτητής ως εκ τούτου τις επέβαλε να καταθέσει το ποσό των 51 εκατομμύριων δολαρίων ΗΠΑ, η καθ' η αίτηση δεν είχε αποκαλύψει ότι η ίδια δεν είχε πλέον τις μετοχές στην κατοχή της. Ο συνήγορος σημείωσε ότι τα ως άνω ευρήματα όχι μόνο δεν έχουν ανατραπεί από το High Court αλλά ούτε και φαίνεται να είχαν αμφισβητηθεί. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η τελευταία που μπορεί να έχει οποιοδήποτε παράπονο για κατ' ισχυρισμό δόλο, είναι η καθ' ης η αίτηση αφού με απόφαση του διαιτητή, η ενέργεια της να μεταβιβάσει τις επίδικες μετοχές χαρακτηρίστηκε ανέντιμη, μυστική και δόλια αφού έγινε με σκοπό να εμποδιστεί η αιτήτρια να εκτελέσει την απόφαση και να απογυμνωθεί η Assofit από τα περιουσιακά της στοιχεία και να τα οικειοποιηθεί η αιτήτρια και οι δικαιούχοι της. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην νομική πτυχή της υπόθεσης και τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως προκύπτουν από τον Περί της Συμβάσεως περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/79 και τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/
- Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση, ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 35 του Νόμου 101/87 αλλά και στ άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης όπως κυρώθηκε από τον Νόμο 84/79 για την εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς κατά τον συνήγορο και με δεδομένη την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το μόνο που θα πρέπει πλέον να εξεταστεί είναι ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση ότι η αναγνώριση ή εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, αντίκειται προς τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατία. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η καθ' ης η αίτηση, παραπλανεί το Δικαστήριο αναφέροντας ότι το High Court αποφάσισε την ύπαρξη δόλου από πλευράς της αιτήτριας. Η παράγραφος 174
(4)στην οποία παραπέμπει η καθ' ης η αίτηση, συνοψίζει τη θέση της όπως είχε παρουσιαστεί ενώπιον του High Court στην ακροαματική διαδικασία. Δεν είναι η θέση ή η κατάληξη του διαιτητικού δικαστηρίου. Ο συνήγορος, σημείωσε περαιτέρω ότι το παράπονο περί ύπαρξης απάτης ή δόλου έχει να κάνει με την έκδοση της πέμπτης Απόφασης, η οποία προηγήθηκε της έβδομης που η αιτήτρια ζητά να εγγράψει στη Κύπρο. Όμως τυχόν ακύρωση της πέμπτης Απόφασης δεν θα μπορούσε να συμπαρασύρει και την έβδομη που είναι και η επίδικη προς αναγνώριση. Το ζήτημα έχει ήδη εξεταστεί από το High Court αφού ενώπιον του εκκρεμούσαν τρεις διαφορετικές αιτήσεις παραμερισμού της τέταρτης, πέμπτης και έβδομης απόφασης αντίστοιχα. Η αίτηση για παραμερισμό της πέμπτης Απόφασης λόγω του ότι αυτή είχε εξασφαλιστεί με «δόλο» αφορά ακριβώς το ίδιο ζήτημα που εγείρεται εκ νέου σήμερα από την καθ' ης η αίτηση. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποφασίστηκαν και απορρίφθηκαν το αρμόδιο Δικαστήριο που ήταν το High Court της Αγγλίας. Και επί της ουσίας όμως ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί οιοδήποτε δόλος της αιτήτριας. Ο κατ' ισχυρισμό δόλος, αφορούσε στο ότι δεν είχε ενημερωθεί ο διαιτητής ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της πέμπτης Απόφασης δεν υπήρχε ολόκληρο το τίμημα κατατεθειμένο και συνεπώς ήταν η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι δεν είχε ικανοποιηθεί ο όρος πληρωμής του τιμήματος αγοράς. Το High Court καταλήγει στην απόφαση του ότι οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν με επιστολές προς το διαιτητή ημερ. 5 και 25 Φεβρουαρίου 2015 αναφορικά με τη πληρωμή του τιμήματος αγοράς, κατέστησαν αναληθείς και θα έπρεπε πλέον οι διαβεβαιώσεις αυτές να διορθωθούν. Εν ολίγοις ο «δόλος» συνίστατο όχι σε κάποιο ψέμα που είπε η πλευρά της αιτήτριας με σκοπό να ξεγελάσει τον διαιτητή αλλά στην παράλειψη της αιτήτριας να ενημερώσει για την εκ των υστέρων ανάληψη χρημάτων από το τίμημα αγοράς (σχετικές είναι οι αναφορές στις παραγράφους 185 και 186 της απόφασης του High Court). Το High Court, παρά τα ευρήματα περί «δόλου» απορρίπτει την εισήγηση ότι δεν ικανοποιήθηκε ο όρος πληρωμής του τιμήματος αγοράς καθότι κατά τον χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί, είχε όντως καταβληθεί ως η διαταγή του διαιτητή. Τα ζητήματα ήδη αποφασίστηκαν τελεσίδικα από το High Court στην απόφαση του. Στη παράγραφο 169 της απόφασης του High Court αναλύονται εν συντομία οι προϋποθέσεις για ακύρωση διαιτητικής απόφασης η οποία εξασφαλίστηκε με δόλο. Τονίζεται ότι προκειμένου να παραμεριστεί μια διαιτητική απόφαση που εξασφαλίστηκε κατόπιν δόλου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι χωρίς την ύπαρξη του δόλου το αποτέλεσμα της διαιτητικής απόφασης θα ήταν διαφορετικό. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση κατά τον συνήγορο. Αντιθέτως, το High Court αναγνωρίζει ότι υπήρξε νια παρατυπία (irregularity) στην έκδοση της 5ης απόφασης με την έννοια ότι ενώ τα χρήματα κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, έγιναν στην συνέχεια κάποιες αναλήψεις από τον επίδικο λογαριασμό. Αναλήψεις μάλιστα που έγιναν από τον κο Tymochko χωρίς να αποδειχθεί η γνώση της ίδιας της αιτήτριας. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η παρατυπία κατά το High Court δεν επηρεάζει την πέμπτη απόφαση αφού δεν υπήρξε ουσιαστική αδικία εκ μέρους της αιτήτριας (there was no substantial injustice by reason of any fraud on the part of Arricano). Ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο, το High Court αποφάσισε ότι δεν είχε σημασία για ικανοποίηση του όρου κατάθεσης του τιμήματος αγοράς εάν εκ των υστέρων υπήρξε ανάληψη από τον λογαριασμό. Το κατά πόσο είχε ικανοποιηθεί ο όρος του διαιτητή για κατάθεση του τιμήματος αγοράς θα έπρεπε να κριθεί στον χρόνο που έπρεπε να κατατεθεί το τίμημα. Στη προκειμένη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο ότι οι όροι του διαιτητή για κατάθεση του τιμήματος αγοράς είχαν ικανοποιηθεί στον χρόνο που είχε ορίσει ο διαιτητής (δηλ. μέχρι την 1 Ιανουαρίου 2015) και η εκ των υστέρων ανάληψη κάποιου ποσού δεν μπορούσε να αλλοιώσει το εύρημα του διαιτητή ότι υπήρξε όντως ικανοποίηση των όρων κατάθεσης του τιμήματος. Συνεπώς, καμιά «ουσιαστική αδικία» δεν προκλήθηκε ένεκα του κατ' ισχυρισμό δόλου από πλευράς της αιτήτριας. Γι' αυτό και στο καταληκτικό σχόλιο του High Court αναφέρεται ότι ο δόλος που συνιστά παρατυπία (irregularity) δεν μπορούσε να οδηγήσει σε απόφαση για να επιστραφεί (remit) στον διαιτητή, η Πέμπτη Απόφαση για σκοπούς επανεξέτασης. Με αναφορά στην υπόθεση Beogradska Banka D.D v. Westacre Investments Inc.
(2008)1 Α.Α.Δ 1217 όπου αποφασίστηκαν παρόμοια θέματα, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα το ζήτημα του «δόλου» έχει τεθεί ξεκάθαρα τόσο στο επίπεδο της διαιτησίας όσο και στο επίπεδο του εποπτεύοντος High Court. Και παρά τα ευρήματα για παρατυπία, η απόφαση του διαιτητικού Δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε κατηγορηματικά αφού το ίδιο το High Court αρνήθηκε να την παραμερίσει και να παραπέμψει το ζήτημα πίσω στον διαιτητή. Κρίθηκε συναφώς ότι η παρατυπία δεν μπορούσε να επηρεάσει την έκβαση της Πέμπτης Απόφασης. Στην συνέχεια, ο συνήγορος έκανε αναφορά στον ισχυρισμό της ένστασης ότι δεν μπορεί να εγγραφεί διαιτητική απόφαση που διατάσσει ειδική εκτέλεση από την στιγμή που οι μετοχές δεν ανήκουν πλέον στην καθ' ης η αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι το Διαιτητικό δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση της απόφασης για ειδική εκτέλεση έχοντας εις γνώση του ότι τόσον η καθ' ης η αίτηση όσον και η Althor στην οποία μεταβιβάστηκαν οι μετοχές, βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ιδίων προσώπων, δηλ. της οικογένειας Adamovsky. Έλαβε επίσης υπόψιν τις διαβεβαιώσεις που έδωσε η καθ' ης η αίτηση στις δικογραφημένες θέσεις της αλλά και κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του διαιτητή, μέσω του κ. Andrey Adamovsky, ότι ήταν σε θέση να φροντίσει (procure) τη μεταβίβαση των μετοχών στην αιτήτρια. Ο συνήγορος σημειώνει επίσης ότι η υπό κρίση έβδομη Απόφαση δεν περιορίζεται μόνο σε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης αλλά προκύπτει ότι η αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις και/ή σε συμψηφισμό δυνάμει των κανόνων της επιείκειας. Ο διαιτητής συνεχίζει στη παράγραφο 447 και αναφέρει ότι σε περίπτωση που το Κυπριακό δίκαιο απαιτεί τη πληρωμή κάποιας αντιπαροχής τότε η αιτήτρια θα πρέπει να πληρώσει τη κατώτατη επιτρεπτή ονομαστική αντιπαροχή (
- If Cyprus law requires that some consideration be paid by the transferee, then Arricano shall only be required to pay to Stockman the minimum nominal consideration permitted). Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι η Έβδομη Απόφαση δεν αφορά μόνο την ειδική εκτέλεση αλλά και τον συμψηφισμό των αποζημιώσεων που δικαιούται η αιτήτρια. Επιπλέον, ο διαιτητής επιφύλαξε την δικαιοδοσία του να ακούσει σχετική απαίτηση για αποζημιώσεις (πέραν των αποζημιώσεων που ήδη επιδίκασε υπέρ της αιτήτριας σε περίπτωση που η ειδική εκτέλεση δεν είναι δυνατή. Με παραπομπή σε κυπριακή Νομολογία και συγγράμματα, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι είναι δικαίωμα της αιτήτριας να ζητά την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και σε περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή τότε θα μπορεί να αποταθεί για αποζημιώσεις. Η αγόρευση του συνηγόρου για την καθ' ης η αίτηση Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση του, αφού αναφέρθηκε σε νομολογία αναφορικά με την το ζήτημα της δημόσιας τάξης, εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση, το Αγγλικό High Court, στην έφεση που είχε καταχωρηθεί ενάντια στην απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου, προέβηκε σε ξεκάθαρα ευρήματα αναφορικά με την δόλια συμπεριφορά που επέδειξε η αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπό αναφορά Διαιτησίας. Έγινε αναφορά στην παράγραφο 224 της απόφασης που μιλά για απόσυρση χρημάτων από τον λογαριασμό με αποτέλεσμα η πέμπτη απόφαση να εκδοθεί κατόπιν δόλου (The Fifth Award was thus procured by fraud. Ο συνήγορος παρέπεμψε και στην παράγραφο 221 της απόφασης όπου γίνεται αναφορά σε παρατυπία (irregularity) επειδή ο διαιτητής δεν γνώριζε ότι τα χρήματα δεν βρίσκονταν στους υπό κρίση λογαριασμούς όταν εξέδιδε την Πέμπτη απόφαση (that the arbitrator did not know that the monies were not in fact still in the relevant accounts as at the moment that he issued the Fifth Award). Η θέση του συνηγόρου, είναι ότι υπάρχει ξεκάθαρο εύρημα για δόλο στην απόφαση του Αγγλικού High Court. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να εγγραφεί η διαιτητική απόφαση στην Κύπρο αφού ξεκάθαρα προσκρούει στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό την έννοια ότι καμία απόφαση Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να έχει θετικό αποτέλεσμα εάν σε αυτή γίνονταν ευρήματα δόλου και απάτη. Η ύπαρξη δόλου κατά τον συνήγορο, αποτελεί μια απ' τις εξαιρετικές περιστάσεις όπου το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στη βάση του ότι αυτή αντίκειται στη δημόσια τάξη. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια, κέκτηνται σύμφυτης εξουσίας για παραμερισμό ακόμη και δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τον συνήγορο, ο δόλος από μέρους της αιτήτριας ως ξεκάθαρα αναφέρεται στην απόφαση του Αγγλικού High Court ήταν ηθελημένος. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι το Αγγλικό High Court δεν ανέπεμψε την απόφαση εκ νέου σε διαιτησία ενόψει του ότι δεν υπήρχε ουσιαστική αδικία (substantial injustice). Εντούτοις, ισχυρίστηκε ότι στο Κυπριακό δίκαιο η απουσία ουσιαστικής αδικίας (substantial injustice), δεν αποτελεί δικαιολογία μη ακυρότητας ή αναπομπής. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το παρόν Δικαστήριο. Ο δόλος σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο, αποτελεί έννοια ουσιαστική ως προς τον επηρεασμό των τελικών δικαιωμάτων ενός διαδίκου, η αναγνώριση και ύπαρξη του οποίου ανατρέπει κάθε προηγούμενη ενέργεια. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87 αλλά και στον Περί της Συμβάσεως, Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/
- Κατά την κρίση μου, εφαρμογή στη παρούσα έχει μόνο ο Νόμος 84/79 που ως κυρωτικός Νόμος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι το Νόμου 101.
- Στην υπόθεση Malachtou v. Armefti
(1987)1 C.L.R. 207, λέχθηκε με αναφορά στο άρθρο 169
(3)του Συντάγματος ότι μια Σύμβαση η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε άλλου Νόμου είτε η Σύμβαση προηγείται είτε ακολουθεί χρονικά τον Νόμο. Σχετική είναι και η υπόθεση προνομιακού εντάλματος Beogradska Banka D.D.
(1995)1 Α.Α.Δ. 737, στην οποία αναγνωρίστηκε ειδικά πως σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος, οι πρόνοιες του Νόμου 84/79 έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού Νόμου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, στον ίδιο τον Νόμο 101/87 καθορίζεται στο άρθρο 3.1 ότι αυτός τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών «υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως, ο ίδιος ο Νόμος 101/87 δίνει προτεραιότητα στην ισχύ και εφαρμογή της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 84/
- Κρίνω ως εκ τούτου ότι εφαρμόζονται στην παρούσα οι διατάξεις του Νόμου 84/79 που υπερισχύει του Νόμου 101/
- Στην υπόθεση Beogradska Banka (ανωτέρω) γίνεται εκτενής ανάλυση ως προς τη φύση της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής αλλοδαπής απόφασης με βάση τις πρόνοιες του Νόμο 84/
- Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα αναφορικά με την έκταση του δικαστικού ελέγχου που ασκείται σε διαδικασίες αυτού του είδους: « Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό, είναι περιορισμένοι και καθορίζονται. ................................. Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης.» Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντος Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση. Το άρθρο IV
(1)έχει ως ακολούθως: 1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής· (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω II αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής. Επίσης το άρθρο V
(2)που μας αφορά για σκοπούς της παρούσας έχει ως εξής: 2. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικής τινος αποφάσεως δύναται ωσαύτως να απορριφθή εάν η αρμοδία αρχή της χώρας ένθα επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαπίστωση ότι - (α) το αντικείμενον της διαφοράς δεν δύναται να διευθετηθή δια διαιτησίας δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ταύτης· ή (β) η αναγνώρισις ή εκτέλεσις της αποφάσεως αντίκειται προς την δημοσίαν τάξιν της χώρας ταύτης. Αναφορικά με τον ορισμό της φράσης «δημόσια τάξη», εκτενής ανάλυσή έγινε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1(A) Α.Α.Δ 585, στις σελίδες 595-599. Λέχθηκε ότι εκείνο που σαφώς εξάγεται ως συμπέρασμα είναι ότι ο όρος «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και τις εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Beogradska Banka (ανωτέρω), κατά την εξέταση αυτής της προϋπόθεσης, το Δικαστήριο περιορίζεται να ελέγξει κατά πόσο η διαιτητική Απόφαση είναι αντίθετη με τη δημόσια τάξη χωρίς όμως να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Η εφαρμογή της υπεράσπισης της δημόσιας τάξης πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα των Hill and Chong International Commercial Disputes - Commercial Conflict of Law in English Courts, , 4η έκδοση, στην σελ. 475: «. the public policy defence ought to operate only in exceptional cases. The Court of Justice has confirmed that the public policy defence must be narrowly construed. In Krombach v. Bamberski case C-7/98
(2000)ECR1-1935 the Court of Justice considered that recourse to the public policy defence can be envisaged only when recognition or enforcement of the foreign judgment would be at variance to an unacceptable degree with the legal order of the state in which enforcement is sought inasmuch as it infringes a fundamental principle. » Στην υπόθεση Μελέτιος Αποστολίδης v. David Charles Orams κ.ά., C-420/07, ημ. 28.4.09, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε προδικαστική παραπομπή του Court of Appeal της Αγγλίας, αναφέρει στην παρ. 59 της απόφασης του ότι η εφαρμογή της ρήτρας της δημόσιας τάξης, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 34 του Καν. 44/01, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναγνώριση ή εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνώρισης, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Ειδικότερα λέχθηκε ότι: «προκειμένου να τηρηθεί η απαγόρευση της επί της ουσίας αναθεωρήσεως της αλλοδαπής αποφάσεως, η προσβολή θα έπρεπε να συνιστά κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου θεωρούμενου ως ουσιώδους στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως ή δικαιώματος αναγνωρισμένου ως θεμελιώδους στην εν λόγω έννομη τάξη». Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση, ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση δεν επιχειρηματολόγησε ειδικά σε σχέση με τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου IV, εκτός από την προβολή του γενικού λόγου ένστασης ότι δεν τηρούνται οι όροι που τίθενται στο εν λόγο άρθρο για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. O συνήγορος στην αγόρευση του, περιορίστηκε μόνο στους προβληθέντες λόγους ένστασης που αναφέρονται στην άρνηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, λόγω παραβίασης της Κυπριακής Δημόσιας Τάξης δυνάμει του άρθρου V
(2)(β). Ανεξαρτήτως τούτου, το Δικαστήριο οφείλει αυτεπάγγελτα να εξετάσει κατά πόσον ικανοποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου IV (βλ. A. Groutas Co. Ltd v. Πεπελάση
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1675 και Beogradska Banka (ανωτέρω). Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο IV για έγκριση του αιτήματος. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, επισυνάφθηκε το πρωτότυπο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μαζί με πιστή μετάφραση στα ελληνικά ως τεκμήριο 2Α και 2Β αντίστοιχα. Σύμφωνα με την παράγραφο 15 της συμφωνίας, αυτή θα διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο και όλες οι διαφορές μεταξύ των μερών σε σχέση με την συμφωνία θα επιλύονται μέσω διαιτησίας δυνάμει των κανονισμών του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Επισυνάφθηκε περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της αίτησης, πιστοποιημένο αντίγραφο της υπό κρίση έβδομης απόφασης του διαιτητικού Δικαστηρίου καθώς και πιστή μετάφραση της στα ελληνικά (τεκμήρια 4Α και 4Β). Ως τεκμήρια 5Α και 5Β αντίστοιχα, επισυνάφθηκαν το πιστοποιημένο αντίγραφο του υπομνήματος διορθώσεων της απόφασης και η πιστή μετάφραση του στα ελληνικά. Τέλος, όπως προκύπτει από την επιστολή του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου ημ. 04/08/2016 (τεκμ.6), η υπό κρίση έβδομη διαιτητική απόφαση είναι οριστική και δεσμευτική για τα μέρη. Με δεδομένη την κατάληξη μου ότι η αιτήτρια παρουσίασε τα απαιτούμενα έγγραφα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου IV, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της καθ΄ ης η αίτηση να δείξει λόγο γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την εγγραφή και εκτέλεση της υπό κρίση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Όπως προαναφέρθηκε, η καθ' ης η αίτηση περιόρισε την θέση της στον ισχυρισμό ότι η διαιτητική απόφαση αντίκειται στην Κυπριακή έννομη τάξη δυνάμει του άρθρου V
(2)(β). Επικαλείται δύο στοιχεία για τα τεκμηριώσει τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε ως αποτέλεσμα δόλου της αιτήτριας και ότι η απόφαση διατάσσει την ειδική εκτέλεση και όχι την καταβολή αποζημιώσεων. Ως προς το ζήτημα του δόλου, ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση αναφέρθηκε σε απόφαση του Αγγλικού High Court (τεκμ.1 στην Ε.Δ. της ένστασης). Όμως με όλο το σέβας, η εν λόγω απόφαση δεν βοηθά τους ισχυρισμούς του συνηγόρου. Κατ' αρχάς, οι αναφορές του αγγλικού High Court για εξασφάλιση απόφασης με δόλο, δεν αφορούσαν την υπό κρίση έβδομη απόφαση αλλά την πέμπτη απόφαση του διαιτητικού Δικαστηρίου. Μπορεί να γίνεται διασύνδεση από το High Court μεταξύ των δύο διαιτητικών αποφάσεων αλλά γεγονός παραμένει ότι οι ισχυρισμοί για δόλο, αφορούν την πέμπτη και όχι την έβδομη απόφαση. Η δε παράγραφος 174 στην οποία παραπέμπει ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, παραθέτει τις θέσεις που η καθ' ης η αίτηση προέβαλε στο High Court για το θέμα ως προς την διασύνδεση του κατ' ισχυρισμό δόλου με την έβδομη απόφαση, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν ευρήματα του αγγλικού Δικαστηρίου. Ο κατ' ισχυρισμό δόλος που επικαλείται η καθ' ης η αίτηση, αφορούσε στο ότι δεν είχε ενημερωθεί ο διαιτητής ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της πέμπτης απόφασης δεν ήταν ολόκληρο το τίμημα κατατεθειμένο στον καθορισμένο λογαριασμό λόγω κάποιων αναλήψεων και συνεπώς δεν είχε ικανοποιηθεί ο όρος πληρωμής του τιμήματος αγοράς των μετοχών. Αλλά το γεγονός της απόσυρσης χρηματικών ποσών από τον επίδικο λογαριασμό, χαρακτηρίζεται από το High Court ως παρατυπία (irregularity), η οποία δεν δημιουργεί ουσιαστική αδικία (substantial injustice) και ως εκ τούτου δεν επηρεάζει την πέμπτη διαιτητική απόφαση. Είναι σαφές από το κείμενο της απόφασης του High Court ότι το γεγονός της ανάληψης δεν επηρέασε ουσιαστικά την πέμπτη απόφαση και γι' αυτό η απόφαση αυτή δεν παραπέμφθηκε πίσω στον διαιτητή. Παρόμοιο θέμα απασχόλησε την υπόθεση Beogradska Banka D.D v. Westacre Investments
(2008)1 Α.Α.Δ 1217. Στην εν λόγω υπόθεση εξετάστηκε έφεση εναντίον διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης για την οποία υπήρχε ισχυρισμός ότι εξασφαλίστηκε με δόλο και με την προσαγωγή ψευδούς μαρτυρίας και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να τύχει αναγνώρισης. Η ίδια δε διαιτητική απόφαση, φαίνεται να ενεγράφη και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας το σκεπτικό της απόφασης του Αγγλικού Εφετείου, αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή καθώς και με την απόφαση της πλειοψηφίας του Αγγλικού Εφετείου, αλλά και την πρωτόδικη απόφαση του Δικαστή Collman. Δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι οι εφεσείοντες έθεσαν τα ζητήματα που επιθυμούν να επαναθέσουν, τόσο ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του εποπτεύοντος Ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, τα οποία απέρριψαν τους ισχυρισμούς τους. Δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μας που να δείχνει ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ήταν μεμπτή καθ' οιονδήποτε τρόπο ή ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατόπιν συμπαιγνίας ή ότι πάσχει για οποιοδήποτε λόγο. Ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί για παρανομία και διαφθορά τέθηκαν και απορρίφθηκαν, ενώ η συμφωνία, στη βάση της οποίας εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, είναι έγκυρη σύμφωνα με τον ελβετικό νόμο που είναι ο νόμος που διέπει τη συμφωνία αλλά και ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο λήφθηκε η διαιτητική απόφαση.» Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Ο ισχυρισμός για δόλο τέθηκε ενώπιον του High Court, το οποίο δεν παραμέρισε την πέμπτη διαιτητική απόφαση, θεωρώντας το θέμα ως παρατυπία που δεν προκάλεσε ουσιαστική αδικία στην καθ' ης η αίτηση. Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια εξαίρεση στο Κυπριακό δίκαιο και ότι από την στιγμή που διαπιστώθηκε δόλος, η διαιτητική απόφαση αντίκειται στην Κυπριακή δημόσια τάξη και δεν μπορεί να αναγνωρισθεί και εγγραφεί στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης. Με όλο τον σεβασμό δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας, η άρνηση εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, είναι δυνατή μόνον στην περίπτωση που η αναγνώριση της απόφασης θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνώρισης. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί στην παρούσα περίπτωση, αν η συμπεριφορά της αιτήτριας είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ουσιαστικής αδικίας στην καθ' ης η αίτηση. Από την στιγμή όμως που η συμπεριφορά αυτή που χαρακτηρίστηκε μάλιστα από το Αγγλικό High Court ως παρατυπία (irregularity) δεν δημιούργησε ουσιαστική αδικία στην άλλη πλευρά, δεν τίθεται θέμα παραβίασης της Κυπριακής δημόσιας τάξης. Δεν συμφωνώ επίσης με την άποψη ότι η απόφαση παραβιάζει την Κυπριακή δημόσια τάξη επειδή διατάσσει ειδική εκτέλεση. Η ειδική εκτέλεση σύμβασης δεν είναι άγνωστη στο Κυπριακό Δίκαιο. Μπορεί να διαταχθεί υπό προϋποθέσεις (βλ. άρθρο 76 του Περί Συμβάσεων Νόμου και το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου "Η σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο" στην σελ. 674). Σημειώνεται δε ότι η διαταγή του διαιτητή στην παρούσα, προβλέπει μεταβίβαση των μετοχών όχι μόνο από την καθ' ης η αίτηση αλλά διατάσσει την καθ' ης η αίτηση όπως προκαλέσει την μεταβίβαση όλων των μετοχών που η ίδια ή οι θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της κατέχουν. Αυτό, έχοντας υπόψη ότι οι επίδικες μετοχές, έχουν κατ' ισχυρισμό ανεπίτρεπτα μεταβιβαστεί σε εταιρεία που ελέγχει, η καθ' ης η αίτηση. Εξ' άλλου όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της αιτήτριας, η διαιτητική απόφαση δεν περιορίζεται μόνο σε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης αλλά αναφέρει ότι η αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις και/ή σε συμψηφισμό δυνάμει των κανόνων της επιείκειας. Περαιτέρω, ο διαιτητής επιφύλαξε την δικαιοδοσία του να ακούσει σχετική απαίτηση για αποζημιώσεις, πέραν των αποζημιώσεων που ήδη επιδίκασε υπέρ της αιτήτριας σε περίπτωση που η ειδική εκτέλεση δεν είναι δυνατή. Η προσέγγιση αυτή ακολουθείται και στο Κυπριακό δίκαιο σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα του Π. Πολυβίου "Η σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο" όπου στην σελίδα 681 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τι συμβαίνει όταν ο ένας συμβαλλόμενος προχωρεί με τη θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης αλλά στη πορεία ανακαλύπτει ότι η απόδοση αυτής της θεραπείας δεν είναι δυνατή; .............................. είναι σαφές ότι παρόλο που ο αναίτιος συμβαλλόμενος έχει δύο βασικές επιλογές, είτε να τερματίσει τη σύμβαση και διεκδικήσει αποζημιώσεις είτε να ζητήσει ειδική εκτέλεση, σε περίπτωση που επιλέγει τη δεύτερη προσέγγιση και προκύπτει ότι η θεραπεία αυτή δεν είναι για οποιοδήποτε λόγο διαθέσιμη τότε έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημιώσεις παρά την αρχική του επιλογή για συνέχιση της σύμβασης μέσω ειδικής εκτέλεσης αυτής» Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει τις ουσιαστικές προϋπόθεσης για αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο, της επίδικης έβδομης διαιτητικής απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Αντιθέτως, η καθ' ης η αίτηση δεν έχει αποδείξει κανένα από τους λόγους απόρριψης της αίτησης δυνάμει του άρθρου V
(2)της σύμβασης Περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 84/79. Ιδιαίτερα δεν έχει αποδειχθεί ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση, αντίκειται στην Κυπριακή Δημόσια τάξη. Εκδίδω ως εκ τούτου διάταγμα ως η παράγραφος Α της παρούσας αίτησης που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της έβδομης απόφασης (seventh award) του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου ημ. 05/05/2016, με αρ. διαιτησίας 101732 , ως έχει διορθωθεί δυνάμει του υπομνήματος διορθώσεων (memorandum of correction) ημ. 07/06/2016 Η καθ' ης η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο