← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.α. ν. Δ. Νικολάου και Υιοί Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1377/16, 26/4/2018

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.α. ν. Δ. Νικολάου και Υιοί Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1377/16, 26/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A172 Αρ. Αγωγής: 1377/16 Μεταξύ:

  1. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από τη Λευκωσία
  2. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. εξ Ελλάδος Ενάγουσας Και
  3. Δ. Νικολάου και Υιοί Λτδ, από την Λεμεσό
  4. Φειδίας Δημήτρη Νικολάου, από την Λεμεσό
  5. Νίκος Δημήτρη Νικολάου, από τη Λεμεσό
  6. Αντώνης Δημήτρη Νικολάου, από την Λεμεσό
  7. Χρίστος Δημήτρη Νικολάου, από την Λεμεσό
  8. Nicolaou bros tourist enterprises Ltd, από την Λεμεσό
  9. D. Nicolaou & Sons Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση ημερ. ημ. 6.4.2017 υπό εναγουσών - αιτητριών για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων εναντίον εναγομένων 1, 3, 4 & 8 Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2018 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Ι. Θεοδοσίου Για εναγομένους 1, 2, & 7 - καθ' ων η αίτηση: κος Χρ. Θεοδότου Για εναγομένους 3, 4, 5, 6 & 8 - καθ' ων η αίτηση: κος Α. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι 1, 6, 7 & 8, είναι εταιρείες στις οποίες κατά διαστήματα οι ενάγουσες τράπεζες παραχώρησαν δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις από το 1982 μέχρι και το 2015, οπόταν κατήγγειλαν τις δανειακές συμβάσεις. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 & 5 (αδέλφια Νικολάου) ήταν μέτοχοι και δικαιούχοι στις πιο πάνω εναγόμενες εταιρείες είτε απευθείας είτε μέσω άλλων εταιρειών, με διάφορα ποσοστά σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι συναλλαγές των εναγουσών τραπεζών με τους εναγόμενους μέχρι και το 2011, ήταν συναλλαγές ουσιαστικά με μια ενιαία οντότητα, με βασικές λειτουργικές εταιρείες τις εναγόμενες 1 &
  10. Ήταν όμως σύνηθες, η μια εταιρεία να εκπληρώνει τις δανειακές υποχρεώσεις μια άλλης. Είναι η θέση των εναγουσών τραπεζών ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος μεταξύ των διαδίκων ότι οι συναλλαγές μεταξύ τους θα διεξάγονταν με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να ήταν αμοιβαία αποδεκτό και/ή δεσμευτικό ότι οι εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις και/ή υποθήκες που δίδονταν για τις πιστωτικές διευκολύνσεις των εναγομένων 1 & 6, να αποτελούσαν διασταυρούμενες και/ή συνεχείς εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις (cross and/or continuing guarantees), με τρόπο που να αλληλεπικαλύπτουν όλες τις υποχρεώσεις τους. Οι εναγόμενες 1 & 6 καταχώρησαν τις αγωγές 2172/15 και 2175/15 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ζητώντας από τις ενάγουσες την επιστροφή κατ' ισχυρισμό παράνομων τόκων. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι οι εν λόγω αγωγές καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της τακτικής των εναγομένων να πιέσουν τις ενάγουσες να συγκατανεύσουν στα αιτήματά τους για αναδιάρθρωση των δανείων. Στην συνέχεια οι ενάγουσες κατά ή περί τον Απρίλιο του 2015, τερμάτισαν τους λογαριασμούς της εναγομένης 1 και κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2015, τους λογαριασμούς της εναγομένης
  11. Ακολούθως με την παρούσα αγωγή τους, αιτούνται από τους πρωτοφειλέτες 1 & 6 και από τους υπόλοιπους εναγομένους ως εγγυητές, το υπόλοιπο των δανειακών συμβάσεων. Το εν λόγω υπόλοιπο ανέρχεται σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης σε €7.278.776,58 πλέον τόκους. Αιτούνται επίσης την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων κτημάτων που οι εναγόμενοι 1, 6 & 8 παραχώρησαν προς εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων. Οι εναγόμενοι 3, 4, 5, 6 & 8 καταχώρησαν υπεράσπιση & ανταπαίτηση. Το ίδιο έπραξαν και οι εναγόμενοι 1, 2 & 7 μέσω άλλου δικηγόρου. Και οι δύο υπερασπίσεις αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι οι όλες οι συμφωνίες που υπέγραψαν οι διάδικοι, συνιστούν «Γενικούς Όρους Συναλλαγών», ήτοι όρους που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, με αποτέλεσμα την ουσιώδη διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, εις βάρος όλων των εναγομένων. Ως επακόλουθο, οι εν λόγω όροι είναι καταχρηστικοί και άκυροι. Περαιτέρω οι εναγόμενοι με την ανταπαίτηση τους, αξιώνουν διάφορα ποσά ως αποτέλεσμα κατ' ισχυρισμό παράνομων και καταχρηστικών τόκων που τους επέβαλαν οι ενάγουσες. Η ενάγουσες καταχώρησαν αιτήσεις για διαγραφή των πιο πάνω ανταπαιτήσεων, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκκρεμεί επίσης αίτηση των εναγομένων 1, 2 & 7 για διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής αφού αυτή θα μπορούσε να ενταχθεί ως ανταπαίτηση στις αγωγές των εναγομένων που ασκήθηκαν προγενέστερα εναντίον των εναγουσών τραπεζών. Η παρούσα αίτηση Στην συνέχεια οι ενάγουσες καταχώρησαν στις 6.4.18 την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία ζητούν προσωρινά διατάγματα που να δεσμεύουν συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία των εναγομένων 1, 3, 4 & 8 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Αντωνίας Ιωάννου, υπαλλήλου των εναγόντων στην Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων. Η ομνύουσα προβαίνει σε εκτενή αναφορά στις συμβάσεις δανείου, εγγυήσεων και υποθήκης που υπέγραψαν οι διάδικοι και στα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά των εναγομένων προς τις ενάγουσες τράπεζες. Στην συνέχεια, αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα έκδοσης των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η αξία των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων που κατέχουν οι ενάγουσες έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, ένεκα της γενικότερης μείωσης των αξιών στις τιμές της γης και των ακινήτων. Ως εκ τούτου, έχει προκύψει σημαντικό άνοιγμα μεταξύ των ποσών που θα απέφερε τυχόν πώληση τους σήμερα με τιμές καταναγκαστικής πώλησης και των ποσών που αυτές καλύπτουν συμβατικά. Τόσον ως προς το ποσό των υποθηκών πλέον οι τόκοι που συσσωρεύονται, όσον και ως εξασφαλίσεις για όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 &
  12. Στην ένορκη δήλωση παρατίθενται ως τεκμήρια 74, 75, & 76, εκθέσεις εκτίμησης που ετοιμάστηκαν από εγγεγραμμένους εκτιμητές για λογαριασμό των εναγουσών σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το ξενοδοχείο Ajax. Επισυνάφθηκε επίσης ως τεκμήριο 77, συγκεντρωτικός πίνακας στον οποίο εμφαίνονται τα δεδομένα που προέρχονται από τις πιο πάνω εκτιμήσεις, οι αξίες που καλύπτουν οι υποθήκες και τα πιστωτικά ανοίγματα σε αντιστοιχία με τις εκτιμηθείσες τιμές και τα ποσά που οι υποθήκες καλύπτουν, πλέον τους συσσωρευμένους τόκους. Κατά την ενόρκως δηλούσα, προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η συνολική αξία με τιμές καταναγκαστικής πώλησης των εμπράγματων εξασφαλίσεων που κατέχουν οι ενάγουσες, υπολείπεται σημαντικά των συνολικών οφειλομένων ποσών για τα χρέη που αυτές καλύπτουν. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι το υπόλοιπο των δανείων που δεν θα καλύπτεται από το ποσόν που θα προκύψει μετά από την καταναγκαστική πώληση των υποθηκών, θα ανέρχεται σύμφωνα με τα πιο πάνω δεδομένα, σε €1.033,000,00 περίπου. Αυτό σημαίνει κατά την ενόρκως δηλούσα ότι σε περίπτωση που οι εναγόμενοι 1, 3, 4 & 8 αποξενώσουν την ακίνητή τους περιουσία, οι ενάγουσες θα μείνουν χωρίς θεραπεία για τα ποσά πέραν από αυτά που αναμένεται να εισπραχθούν με τιμές καταναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι η πρακτική να λαμβάνεται το ποσό της καταναγκαστικής πώλησης ως το μέτρο υπολογισμού, είναι εξ όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγουσών, ενδεδειγμένη και αποδεκτή. Για αυτό άλλωστε και συμπεριλαμβάνεται από τους επαγγελματίες εκτιμητές ως ξεχωριστή τιμή στις εκθέσεις εκτίμησης. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ένεκα του χρονοβόρου των δικαστικών διαδικασιών και επειδή το οφειλόμενο ποσόν αυξάνεται με βάση τους τόκους που επιβάλλονται, είναι ορατός ο κίνδυνος το ποσόν που θα εισπραχθεί από ενδεχόμενη καταναγκαστική πώληση των ακινήτων να καλύψει ακόμα λιγότερο ποσοστό των συνολικών οφειλομένων. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο άγνωστος παράγοντας της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων στο μέλλον, εφόσον είναι αβέβαιη η εξέλιξη των τιμών της αγοράς και ότι η αξία τους θα παραμείνει στο σημερινό επίπεδο. Με παραπομπή σε έρευνα του κτηματολογίου (τεκμ.78) η ενόρκως δηλούσα ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι 1, 3, 4 και 8, σε αντίθεση με τους υπολοίπους εναγομένους, κατέχουν περιουσία στο όνομά τους, αρκετή για να καλύψει με τιμές του 2013 όπως αναγράφονται από το Κτηματολόγιο, το υπόλοιπο των δανείων που δεν καλύπτονται από σημερινές τιμές καταναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι αν αποξενωθεί η εν λόγω ακίνητη περιουσία, δεν θα υπάρχει θεραπεία για τις ενάγουσες σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ τους στην αγωγή. Όσον αφορά το κατεπείγον του αιτήματος, η ομνύουσα έκαμε αναφορά στον διορισμό παραλήπτη στην εναγομένη 1 από την Τράπεζα Κύπρου για ομόλογο ύψους €2.000.000 καθώς και σε προσπάθειες πώλησης των υπό κρίση ακινήτων από τους εναγομένους. Ως εκ τούτου ήταν η θέση του συνηγόρου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ήτοι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, σοβαρή πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία και θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι ενστάσεις των εναγομένων Κατά την πρώτη εμφάνιση της μονομερούς αίτησης, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς. Μετά την επίδοση της αίτησης, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση των συντηρητικών διαταγμάτων. Σημειώνεται ότι όλοι οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στο αίτημα, παρά το γεγονός ότι αίτηση στρέφεται μόνον εναντίον των εναγομένων 1, 3, 4 &
  13. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός αυτό δεν έχει και τόση σημασία, δεδομένου ότι οι δύο ομάδες εναγομένων, αντιπροσωπεύονται αντίστοιχα από τους ιδίους δικηγόρους. Οι ενστάσεις των εναγομένων είναι σε πολλά σημεία ταυτόσημες. Την ένσταση των εναγομένων 1, 2 & 7 συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 ενώ την ένσταση των εναγομένων 3, 4, 5, 6 και 8, συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου
  14. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος και ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, καθυστερημένα και καταχρηστικά. Επιπλέον, οι ενάγουσες δεν έχουν προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Αντιθέτως προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο σε σχέση με την ανάγκη έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Αναφέρεται επίσης ότι τα διατάγματα είναι υπέρμετρα δραστικά και δεσμεύουν περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων χωρίς να περιορίζεται η δέσμευση, στο ύψος της απαίτησης. Αναφορά στους λόγους ένστασης γίνεται και στην αίτηση των εναγομένων 1, 2 & 7 για διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής με το αιτιολογικό ότι εκκρεμεί η αγωγή 2175/15 των εναγομένων, στην οποία οι ενάγουσες θα μπορούσαν να καταχωρήσουν ανταπαίτηση αφού αυτή αφορά τα ίδια επίδικα θέματα με την παρούσα αγωγή. Αναφέρεται συγκεκριμένα στους λόγους ένστασης ότι υπάρχουν πολύ σοβαρές πιθανότητες να πετύχει η εν λόγω αίτηση και η παρούσα αγωγή να διαγραφεί ως καταχρηστική. Αγορεύσεις Και οι τρεις συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσον προφορικά όσον και με γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις πιο πάνω εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά τα επίδικα θέματα της παρούσας. Οι θέσεις των εναγουσών - αιτητριών Ο συνήγορος των εναγουσών, ανέφερε ότι η έκδοση των συντηρητικών διαταγμάτων για δέσμευση περιουσίας των εναγομένων 1, 3, 4 και 8, είναι αναγκαία λόγω της μείωσης της αξίας των εμπράγματων εξασφαλίσεων που κατέχουν οι ενάγουσες, αναφορικά με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις. Στην συνέχεια, εισηγήθηκε ότι με βάση το περιεχόμενο της αίτησης, των ενόρκων δηλώσεων και των τεκμηρίων που έχουν παρατεθεί, ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14 για την έκδοση των αιτούμενων συντηρητικών διαταγμάτων. Ο συνήγορος επεσήμανε ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τις δανειακές συμβάσεις. Με τις υπερασπίσεις τους θέτουν μεταξύ άλλων ζητήματα αναφορικά με το εύρος της κάλυψης των εγγυήσεων και των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι τα όσα αναφέρουν στην ένστασή τους οι εναγόμενοι 3, 4, 5, 6 & 8 ότι έχει υλοποιηθεί ο διαχωρισμός των εγγυήσεων μεταξύ των δύο ομίλων είναι παραπλανητικά. Στο ίδιο το τεκμήριο 6 της Ε/Δ Χρίστου Νικολάου που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 3, 4, 5, 6 και 8, η τράπεζα θέτει διάφορες προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος για άρση των εγγυήσεων των εναγομένων
  15. Προϋποθέσεις που δεν τηρήθηκαν κατά τον συνήγορο. Είναι σαφές κατά τον συνήγορο ότι αυτό το επίδικο θέμα όπως και άλλα που θέτουν οι εναγόμενοι με τις υπερασπίσεις τους, θα πρέπει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν θα εισέλθει σε εις βάθος εξέταση των πιο πάνω επίδικων θεμάτων της αγωγής. Με Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές κατά τον συνήγορο ότι ικανοποιούνται στην παρούσα περίπτωση, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για την αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ισχυρίστηκε ότι στις περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο κίνδυνος τυχόν απόφαση υπέρ του αιτητή να μείνει ανικανοποίητη αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Στις περιπτώσεις αυτές δεν χρειάζεται ο αιτητής να αποδείξει πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας, αλλά μόνο την επίδραση στα δικαιώματά του από τέτοια αποξένωση. Στην παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει άνοιγμα στις εξασφαλίσεις περί το 1.033 εκατομμύρια ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές καταναγκαστικής πώλησης. Προκύπτει από τις εκτιμήσεις που κατατέθηκαν ότι το σύνολο των εισπράξεων από καταναγκαστική πώληση είναι €7.398.000, ενώ τα υπόλοιπα των δανείων με τους τόκους ανέρχονται σε €8.431.
  16. Υπάρχει δηλαδή ένα ακάλυπτο ποσό της τάξης των €1.033.
  17. Κατά τον συνήγορο, ο λόγος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία καταναγκαστικής πώλησης είναι γιατί σε περίπτωση εξασφάλισης διατάγματος πώλησης μέσω πλειστηριασμού, δεν αναμένεται να εξασφαλιστούν τιμές αγοράς για τα εν λόγω ακίνητα. Οι πιο πάνω εκτιμήσεις, αποτυπώνουν κατά τον συνήγορο, την αξία των ακινήτων κατά τον χρόνο που διενεργήθηκαν και είναι ικανοποιητικές για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Απέρριψε τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση που αμφισβητούν τις εν λόγω εκτιμήσεις. Επεσήμανε δε ότι δεν καταχωρήθηκε καμία εκτίμηση από τους εναγομένους. Έτσι, η μόνη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξία των ακινήτων σε σχέση με τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, είναι αυτή των εναγουσών. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο τεκμήριο 79 που καταδεικνύει την αξία της προς δέσμευση περιουσίας των καθ' ων η αίτηση σε €2.243.300 με αξίες Κτηματολογίου
  18. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει να δεσμευτεί το σύνολο της πιο πάνω περιουσίας αφού θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι σημαντικοί παράγοντες. Ο πρώτος είναι το ότι με την πάροδο του χρόνου αυξάνεται το οφειλόμενο ποσό ένεκα του τόκου, επομένως θα πρέπει να υπολογιστεί και το περαιτέρω άνοιγμα μεταξύ είσπραξης από τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις και υπολοίπου που θα παραμείνει προς εξόφληση. Ο δεύτερος παράγοντας, είναι η αβεβαιότητα της διακύμανσης των τιμών των ακινήτων και ο τρίτος, η δυσκολία πώλησης αυτών των ακινήτων στο μέλλον. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά τον συνήγορο ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  19. Εξ' άλλου οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν δείξει σε καμία περίπτωση ότι είναι φερέγγυοι και ότι μπορούν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίου τους. Για τους ιδίους λόγους, είναι ορθό και δίκαιο κατά τον συνήγορο όπως εκδοθούν τα υπό κρίση διατάγματα. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτό κλίνει σαφέστατα υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην περίπτωση όπου οι ενάγουσες εξασφαλίσουν απόφαση εναντίον των εναγομένων, θα υπάρχει επαρκής περιουσία για να εκτελέσουν την απόφασή τους. Σε αντίθετη περίπτωση θα προκληθεί αδικία στις ενάγουσες αν αυτές εξασφαλίσουν απόφαση και δεν υπάρχει αρκετή δεσμευθείσα περιουσία για να την εκτελέσουν. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στον ισχυρισμό των εναγομένων 3, 4, 5, 6 και 8 (όμιλος Αjax), σύμφωνα με τον οποίο το ξενοδοχείο Ajax αξίζει πέραν των €14.000.000, άρα οι ενάγουσες είναι υπερκαλυμμένες. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην παρ. 13 της Ε/Δ της αίτησης και το τεκμήριο 6 (Participation Agreement), σύμφωνα με το οποίο η συμμετοχή των εναγουσών στην ρευστοποίηση του εν λόγω ξενοδοχείου, έχει συμφωνηθεί στα 13/33 και της Ελληνικής Τράπεζας στα 20/
  20. Την εν λόγω συμφωνία συνυπέγραψε και η εναγομένη
  21. Άρα, οι ενάγουσες δεν έχουν αποκλειστικότητα σε ολόκληρη την εξασφάλιση. Το δε ποσοστό των 13/33 έχει ληφθεί υπόψη στην εκτίμηση (τεκμ. 75) και στην παράγραφο 111 της ένορκης δήλωσης της αίτησης. Οι θέσεις των εναγομένων 1, 2, & 7 Ο συνήγορος των εναγομένων 1, 2 & 7 έκαμε γενική αναφορά στους λόγους ένστασης των πελατών του, επαναλαμβάνοντας όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Ιδιαίτερη έμφαση, δόθηκε στην θέση ότι τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, είναι υπέρογκα αυξημένα από επιβολή παράνομων τόκων καθώς και στον ισχυρισμό ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η παρούσα αγωγή να παραμεριστεί λόγω κατάχρησης αφού εκκρεμεί σχετική αίτηση των εναγομένων 1, 2, &
  22. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι οι αξιώσεις των εναγουσών θα μπορούσαν να υποβληθούν ως ανταπαίτηση στις αγωγές που καταχώρησαν πρώτοι οι εναγόμενοι για αφαίρεση παράνομων τόκων και ακύρωση των δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων. Τα πιο πάνω κατά τον συνήγορο καταδεικνύουν ότι δεν έχει αποδειχθεί καλή βάση αγωγής ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της. Επιπλέον, έγκριση του αιτήματος θα σημαίνει στην ουσία αποδοχή των παράνομων υπερχρεώσεων τόκων από τις ενάγουσες, στοιχείο που είναι και το κύριο επίδικο γεγονός με τις ανταπαιτήσεις των εναγομένων. Ο συνήγορος τόνισε επί του προκειμένου ότι με την αφαίρεση των κατ' ισχυρισμό παράνομων τόκων, οι εξασφαλίσεις που παραχώρησαν οι εναγόμενοι, είναι υπεραρκετές για να καλύψουν οιανδήποτε απαίτηση των εναγουσών. Αλλά ακόμη και οι εκτιμήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων (τεκμ. 74, 75, & 76), είναι κατά τον συνήγορο σκόπιμα υποτιμημένες ώστε να παραπλανήσουν το Δικαστήριο αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό έλλειμα στις εξασφαλίσεις των δανείων. Ουσιώδη στοιχεία που αφορούν τις εν λόγω εκτιμήσεις δεν αναφέρονται από τις ενάγουσες με αποτέλεσμα κατά τον συνήγορο να δίνεται λανθασμένη εντύπωση στο δικαστήριο ως προς την πραγματική αξία των ακινήτων. Για παράδειγμα το ακίνητο 57880 στην εκτίμηση του τεκμηρίου 74, αναφέρει απλά την χρονολογία της εκτίμησης που έγινε στις 25.7.
  23. Παραλείπει όμως να αναφέρει ότι το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η χώρα και ιδιαίτερα η αγορά ακινήτων βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση. Είναι γνωστή σε όλους κατά τον συνήγορο η ανάκαμψη της οικονομίας μετά το 2013 και ιδιαίτερα στην επαρχία Λεμεσού όπου σήμερα η αγορά ακινήτων έχει ανθίσει. Σε σχέση με την εκτίμηση του τεκμ. 75 ημ. 16.9.16 που αφορά το ξενοδοχείο Ajax, οι ενάγουσες παραλείπουν να αναφέρουν ότι το ακίνητο έτυχε μόνο εξωτερικής επιθεώρησης και η περιγραφή του γίνεται μόνο στην βάση πληροφοριών αφού δεν επιτράπηκε από τους ιδιοκτήτες η εσωτερική επιτόπια επιθεώρηση. Επιπλέον δεν δόθηκαν αντίγραφα αρχιτεκτονικών σχεδίων στους εκτιμητές ούτε και στοιχεία αναφορικά με την κερδοφορία του ξενοδοχείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι αναγράφεται ρητά στην εκτίμηση του τεκμ. 75 ότι αυτή βασίζεται στην υπόθεση (assumption) ότι είναι ορθά τα στοιχεία για τα εμβαδά, τις περιγραφές, τις προδιαγραφές και τον αριθμό δωματίων που δόθηκαν στους εκτιμητές από τις ενάγουσες. Περαιτέρω, η εκτίμηση με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο, υπολογίζει τα τεμάχια που αποτελούν το ξενοδοχείο ξεχωριστά παρά ως ενιαία μονάδα με σκοπό την μείωση της τελικής αξίας του ξενοδοχείου. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι η πιο πάνω εκτίμηση αφορά ξενοδοχείο, οι εν λόγω παραλείψεις καθιστούν την εκτίμηση το λιγότερο ελλιπή. Είναι φανερό κατά τον συνήγορο ότι η πραγματική αξία του ξενοδοχείου είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που καταγράφεται στην εκτίμηση του τεκμ.
  24. Τα ίδια ισχύουν και για την εκτίμηση που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 76 στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Και σε αυτήν την εκτίμηση αναφέρεται ότι όλα τα στοιχεία δόθηκαν στους εκτιμητές από τις ενάγουσες και ότι ενώ ζητήθηκαν οι απαραίτητες άδειες για το εν λόγω ακίνητο, αυτές δεν προσκομίστηκαν από τις ενάγουσες. Επίσης στην εν λόγω εκτίμηση, αναφέρεται ρητά ότι είναι εμπιστευτική και προορίζεται μόνον για εσωτερική χρήση της τράπεζας και όχι για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η συνολική πραγματική αξία των ενυπόθηκων ακινήτων που σκόπιμα υποτιμήθηκε από τις ενάγουσες, υπερκαλύπτει το υπόλοιπο της δανειακής σύμβασης ακόμα και αν συνυπολογιστούν σε αυτό και οι κατ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις των εναγουσών. Αλλά ακόμη και με τι υποτιμημένες τιμές αναγκαστικής πώλησης των ακινήτων, προκύπτει ότι οι ενάγουσες είναι πλήρως εξασφαλισμένες ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν κατά τον συνήγορο ότι οι ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο προσπάθησαν να παραπλανήσουν. Αν και έχει διαταχθεί η επίδοση της αίτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί κατά τον συνήγορο να αγνοήσει την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων με σκοπό να το παραπλανήσουν. Η επίδοση επίσης δεν μπορεί να επηρεάσει την διαπίστωση ότι δεν συντρέχει στην παρούσα το στοιχείο του κατεπείγοντος που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στο σημείο αυτό, έγινε αναφορά από τον συνήγορο και στην καθυστέρηση προώθησης της παρούσας αίτηση από τις ενάγουσες. Το αίτημα στηρίζεται σε εκτιμήσεις που έγιναν το 2012 και το
  25. Είναι φανερό ως εκ τούτου ότι τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση, ήταν γνωστά στις ενάγουσες από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγουσες δεν έχουν καταδείξει κανένα σοβαρό λόγο γιατί καθυστέρησαν να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση. Καθυστέρηση εντοπίζεται και στην καταχώρηση της αγωγής αφού οι ενάγουσες γνώριζαν από τις 8.5.15 την απαίτηση των εναγομένων, οι οποίοι καταχώρησαν την αγωγή 2175/15 με την οποία αξιώνουν μεταξύ άλλων την αφαίρεση των παρανόμως επιβληθέντων τόκων. Οι θέσεις των εναγομένων 3, 4, 5, 6 & 8 Ο συνήγορος των εναγομένων 3, 4, 5, 6 & 8, στην αγόρευση του αναφέρθηκε στην συνολική αξίωση της αγωγής. Σύμφωνα με τις ενάγουσες, το χρέος του ομίλου εταιρειών Ajax (εναγόμενοι 1, 2 & 7) ανέρχεται στο ποσό των €1.294.328,89 πλέον τόκους, ενώ το χρέος του ομίλου εταιρειών Δ. Νικολάου (εναγόμενοι 3, 4, 5, 6 & 8) ανέρχεται στο ποσό των €5.984.447,69 πλέον τόκους. Η συνολική αξίωση στην αγωγή, ανέρχεται στο ποσό των €7.278.776,58 πλέον τόκους (βλέπε παράγραφο 108 της Ε.Δ της αίτησης). Σύμφωνα όμως με τους ισχυρισμούς των ίδιων των εναγουσών, η αξία του ξενοδοχείου Ajax από μόνη της, το οποίο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο των εναγομένων 3, 4, 5, 6 & 8, ανέρχεται στα €17.170.000 (βλ. παρ. 111 και τεκμήρια 75 έως 77 της Ε.Δ της αίτησης). Ο συνήγορος επεσήμανε επίσης ότι το εν λόγω ξενοδοχείο, δεν μπορεί να αποξενωθεί εφόσον είναι υποθηκευμένο προς όφελος των εναγουσών. Το γεγονός ότι το ξενοδοχείο Ajax είναι επίσης υποθηκευμένο προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας δεν αλλάζει κατά τον συνήγορο τα πράγματα. Ακόμη και εάν ήθελε πωληθεί το ξενοδοχείο Ajax προς εξόφληση του χρέους των εναγομένων προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας, και πάλι το υπόλοιπο από μια τέτοια εξόφληση ξεπερνά το ύψος της αξίωσης των εναγουσών. Ακόμα δηλαδή και εάν για οποιοδήποτε λόγο το ξενοδοχείο Ajax έπρεπε να πωληθεί για ικανοποίηση αξίωσης της Ελληνικής Τράπεζας η οποία δεν ξεπερνά τα €2.504.577,46 και πάλι θα παρέμενε υπόλοιπο €16.915.422,
  26. Περαιτέρω, οι ενάγουσες παραθέτουν στην αίτηση τους τα αποτελέσματα έρευνας στο Κτηματολόγιο για την ακίνητη περιουσία όλων των εναγομένων, από τα οποία προκύπτει ότι πέραν του ξενοδοχείου Ajax, ο όμιλος εταιρειών Ajax έχει στην κατοχή του και άλλα ακίνητα, των οποίων η συνολική αξία ανέρχεται στα €7.577.600, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων του Κτηματολογίου από το
  27. Ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται κατά τον συνήγορο, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού δεν υπάρχει καμία πιθανότητα η οποιοδήποτε απόφαση στην αγωγή να μείνει ανικανοποίητη. Ο συνήγορος ανέφερε στην συνέχεια ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ιδίων των εναγουσών, η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην εξασφάλιση του υπολοίπου των δανείων που έχουν παραχωρήσει, το οποίο δεν καλύπτεται πλέον από τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις, λόγω της μείωσης των αξιών στις τιμές των ακινήτων. Όμως κατά τον συνήγορο, η χρήση της δικαστικής διαδικασίας και η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, για τη λήψη εξασφάλισης είναι απαράδεκτη και συνιστά κατάχρηση. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην υπόθεση Spidertrade Com Finance Ltd v. Κώστα Χατζηγαβριήλ,

(2003)1Α Α.Α.Δ 121). Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η παρούσα αίτηση είναι μέρος ενός κακόβουλου σχεδίου των εναγουσών για υφαρπαγή των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου εταιρειών Ajax και καταχωρήθηκε με σκοπό να ασκήσει περαιτέρω αθέμιτη πίεση στους εναγομένους. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι δεν πληρείται καμία προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επιπλέον, οι ενάγουσες έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα να κινηθούν εναντίον των εναγομένων και περαιτέρω, τα αιτούμενα διατάγματα είναι υπερβολικά δραστικά. Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι οι ενάγουσες δεν προσκόμισαν ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος ότι οι εναγόμενοι θα προσπαθήσουν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία για να αποφύγουν την ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον τους. Αντίθετα, το μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι οι ενάγουσες δεν διατρέχουν κανένα τέτοιο κίνδυνο. Στην απουσία δε άμεσου κινδύνου παρεμβολής στην εκτέλεση τυχόν απόφασης εναντίον των εναγομένων, οι ενάγουσες κωλύονται να ζητούν από το Δικαστήριο, ενίσχυση της εξασφάλισης τους σε βάρος των εναγομένων. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των εναγομένων. Επανέλαβε ότι δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα υπόθεση οποιοσδήποτε κίνδυνος ότι τυχόν απόφαση που ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγουσών θα παραμείνει ανικανοποίητη. Αντίθετα, από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό που προκύπτει είναι ότι δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων, η αξία των οποίων υπερκαλύπτει την αξίωση, ενώ σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι κατέχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας. Σε αντίθετη περίπτωση έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων, οι εναγόμενοι θα εμποδιστούν από τη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων χωρίς καμία απολύτως δικαιολογία. Ο συνήγορος εισηγήθηκε στην συνέχεια ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί για τον επιπρόσθετο λόγο ότι οι ενάγουσες έχουν προβεί σε σκόπιμη παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αποκρύπτοντας έγγραφα και παραποιώντας γεγονότα, πετυχαίνοντας την δημιουργία μιας διαστρεβλωμένης εικόνας, αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο της διαφοράς μεταξύ των μερών. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι οι ενάγουσες αναληθώς και κακόβουλα παρέστησαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι υποθήκες που εγγράφηκαν πάνω στο ξενοδοχείο Ajax, εγγράφηκαν προς εξασφάλιση τόσο των υποχρεώσεων του ομίλου εταιρειών Ajax όσο και των υποχρεώσεων του ομίλου εταιρειών Δ. Νικολάου. Η παράσταση αυτή όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι ενάγουσες είναι λανθασμένη, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη και έχει χρησιμοποιηθεί εν προκειμένω με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και την άσκηση αθέμιτης οικονομικής πίεσης στον όμιλο εταιρειών Ajax. Στη βάση των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα και αδιαμφισβήτητα ότι οι ενάγουσες προσπαθούν με δόλιο τρόπο να συνδέσουν τις υποθήκες Ajax με τον όμιλο εταιρειών Δ. Νικολάου, με απώτερο σκοπό να καρπωθούν τα περιουσιακά στοιχεία του ομίλου εταιρειών Ajax. Η δε καταχώρηση της παρούσας αίτησης, την στιγμή που δεν προκύπτει πουθενά οποιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου εταιρειών Ajax, αποσκοπεί στην άσκηση περαιτέρω αθέμιτης πίεσης στον όμιλο. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε σε κατ' ισχυρισμό μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, γεγονός που δικαιολογεί από μόνο του, την απόρριψη της αίτησης. Σημείωσε ότι παρά το γεγονός ότι το κατ' ισχυρισμόν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 3, 4 και 8 ως εγγυητών του ομίλου εταιρειών Δ. Νικολάου δημιουργήθηκε περί τον Απρίλιο του 2014, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 13/05/2016, δηλαδή ένα χρόνο αργότερα, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 6/04/2017, ήτοι δύο περίπου χρόνια από το ίδιο συμβάν. Οι ενάγουσες κατά τον συνήγορο δεν έχουν καταδείξει κανένα λόγο προς αιτιολόγηση της καθυστέρησης στην έγερση της αγωγής αλλά και στην αξίωση ενδιάμεσης θεραπείας. Το Δικαστήριο έχει κατά τον συνήγορο την δυνατότητα να αρνηθεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας λόγω αυτής της αδικαιολόγητης καθυστέρησης από πλευράς των εναγουσών. Τέλος ο συνήγορος αναφέρθηκε στην κατ' ισχυρισμό δραστικότητα των διαταγμάτων. Ανέφερε ότι η εξασφάλιση που ζητούν οι ενάγουσες είναι για το ποσό των €1.033.000,00. Όμως η αξία της ακίνητης περιουσίας της οποίας ζητείται η δέσμευση, ανέρχεται σύμφωνα με τις υποτιμημένες εκτιμήσεις των ίδιων των εναγουσών στο ποσόν των €2.243.300. Το εν λόγω ποσό αποτελεί την συνολική αξία αρκετών ακινήτων, των οποίων οι ενάγουσες ζητούν την δέσμευση. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η δέσμευση ακινήτων υπερδιπλάσιας αξίας της εξασφάλισης που αξιώνεται αποτελεί αδικαιολόγητη παραβίαση των δικαιωμάτων των εναγομένων, στην απόλαυση της περιουσίας τους. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6 καθώς και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και έτσι έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ομοίως εφαρμόζεται στην παρούσα και το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Αναφορικά με την αλληλοεπίδραση των δύο πιο πάνω άρθρων, παραπέμπω στην μελέτη του πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδη με τίτλο «Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο» που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR. II Τεύχος 1, σελ.179, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στην σελ. 202: « Το άρθρο 5 είναι ειδική πρόνοια που ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης, με παρεμπίπτον διάταγμα, της πώλησης ή αποξένωσης της περιουσίας του Εναγομένου, εφ' όσον η απαίτηση του Ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Το άρθρο 5, αφού με την πρώτη παράγραφο του προσδιορίζει την έκταση της εξουσίας και τον σκοπό που είναι ταγμένη να εξυπηρετήσει, θέτει τις δικές του προϋποθέσεις αναφορικά με την άσκηση αυτής της εξουσίας. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα έτσι που να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν καλύπτει και τις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο 5. Επομένως δεν αποκλείεται η επιζήτηση διατάγματος που καλύπτεται από το Άρθρο 5 με βάση το Άρθρο 32 ή με βάση και τα δύο άρθρα ταυτόχρονα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να εκδοθεί το διάταγμα, είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5, σε όποιο βαθμό δεν συμπίπτουν με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει εξ' άλλου καθορίσει ότι στην εξέταση αιτήματος για έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.6, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα ειδικά κριτήρια που καθορίζει το άρθρο 5 (βλ. μεταξύ άλλων Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ 54). Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, είναι οι εξής: • Καλή βάση αγωγής • Με την αποξένωση της περιουσίας, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Κυτάλα κα ν. Χρυσάνθου κα
(1996)1 Α.Α.Δ 253 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 5 του Κεφ. 6: « Προχωρούμε τώρα σε θεώρηση του θέματος με βάση το Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Εγείρεται για εξέταση η έννοια της προϋπόθεσης για την ύπαρξη "καλής αιτίας αγωγής". Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε ερμηνεία στη νομολογία. Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας, συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η ποιότητα, μόνο από μαρτυρία μπορεί να διαγνωσθεί. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960» Περαιτέρω στην υπόθεση Larticon Co ν. Detergenta Developments Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121, αναφέρθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά: « Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του νόμου 14/60. Το πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται "στέρεα, θετική μαρτυρία" και "απτά στοιχεία" για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ορθή αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση η επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση c. Phasarias (automotive centre) Ltd v. Σκυροποΐια "λεωνικ" Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, "εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί η επιβαρυνθεί η περιουσία".» Περαιτέρω, στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ 782, 785, λέχθηκε ότι εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του εναγομένου και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πραγματική προσπάθεια αποξένωσης (βλ. επίσης Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ 281). Στην υπόθεση Spidertrade Com. Finance Ltd v. Κώστα Χατζηγαβριήλ,
(2003)1Α Α.Α.Δ 121, λέχθηκε ότι η στέρηση μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Λέχθηκε ακόμα ότι η ενάγουσα που είχε μεριμνήσει για την εκ των προτέρων εξασφάλισή της, καταρτίζοντας σύμβαση με πρόνοιες οι οποίες απέβλεπαν στην κατοχύρωση των οικονομικών της συμφερόντων δεν θα έπρεπε να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης σε βάρος του εναγομένου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως προαναφέρθηκε, η έννοια της καλής βάσης αγωγής του άρθρου 5 του Κεφ. 6, ταυτίζεται με αυτή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ 201). Σχετική είναι και η υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Μια ακόμη σημαντική προϋπόθεση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, είναι το ζήτημα του επείγοντος. Ο αιτητής φέρει το βάρος να ικανοποιήσει για το επείγον της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με μονομερή αίτηση. Ως εκ τούτου, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας, δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788, όπου αναλύονται οι συνέπειες στην καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, σε αίτημα για προσωρινό διάταγμα. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει το αίτημα λόγω καθυστέρησης, παρότι πληρούνταν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: ". Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μην απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής. ............................. Η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης, προσφέρει επαρκή δικαιολογία για την πορεία που έχει υιοθετήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο". Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ενάγουσες έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αναφέρονται γενικά σε προσπάθεια των εναγουσών για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, με έμφαση στους ισχυρισμούς για τις αξίες των επίδικων ακινήτων αλλά και το εύρος κάλυψης των εγγυήσεων των εναγομένων για τα επίδικα δάνεια. Η θέση των εναγουσών επί του προκειμένου, είναι ότι σε αιτήσεις δια κλήσεως όπως η παρούσα, δεν ισχύουν οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων. Η πιο πάνω θέση των εναγουσών με βρίσκει σύμφωνο. Η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά σε μονομερείς αιτήσεις. Αντιθέτως, στις αιτήσεις δια κλήσεως δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού και οι δύο πλευρές είναι παρούσες και έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους. Εξ' άλλου, η ίδια η φύση του καθήκοντος μη αποκάλυψης αναφέρεται σε αποφυγή παραπλάνησης του Δικαστηρίου όταν απουσιάζει ο αντίδικος του αιτητή. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η εμφάνιση του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου στην απουσία της άλλης πλευράς. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816, στην οποία λέχθηκε ότι, είναι στις μονομερείς διαδικασίες που εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση, οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Στην πιο πάνω υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονταν και οι δύο διάδικοι που είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον τους με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά το Εφετείο, ζήτημα παραπλάνησης (βλ. επίσης Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895). Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Η μετατροπή της μονομερούς αιτήσεως σε αίτηση δια κλήσεως με οδηγίες του Δικαστηρίου, έχει ως αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Δεν έχουμε δηλαδή στην παρούσα, εξέταση μονομερούς αιτήσεως ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, σε μονομερή έκδοση διατάγματος. Πέραν τούτου, στα ζητήματα για τα οποία οι εναγόμενοι ισχυρίζονται παραπλάνηση του Δικαστηρίου, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις από τους διαδίκους. Αυτό αφορά τόσον την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων όσον και το εύρος των υποθηκών. Υπό τας περιστάσεις δεν μπορεί να καταλογιστεί στις ενάγουσες, απόκρυψη γεγονότος με το οποίο διαφωνούν. Ενόψει των πιο πάνω, δεν ισχύει η θέση των εναγομένων για απόρριψη της αίτησης από αυτό το στάδιο, λόγω απόκρυψης ουσιαστικών στοιχείων και γεγονότων. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 για έγκριση του αιτήματος. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή, τόσον το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου με την αίτηση και τις ενστάσεις, όσον και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχω ικανοποιηθεί ότι αποδείχθηκε η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Οι ενάγουσες επικαλούνται επί του προκειμένου, παράβαση των δανειακών συμβάσεων εκ μέρους των εναγομένων, τις οποίες και τερμάτισαν για αυτόν τον λόγο. Για τους ιδίους λόγους, έχει αποδειχθεί και η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για καλή βάση αγωγής. Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, έχει επίσης στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχθεί. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει όχι μόνο από τα σοβαρά θέματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αλλά και από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Τονίζω όμως ταυτόχρονα ότι με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζονται στο στάδιο αυτό, τα επίδικα ζητήματα της αγωγής όπως η εγκυρότητα των δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων, το ύψος του οφειλόμενου ποσού και το εύρος κάλυψης των εγγυήσεων. Η επίλυση των πιο πάνω θεμάτων, ήτοι του κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται ή όχι στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες, θα γίνει μόνον με την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και την τελική αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Όμως, για σκοπούς έκδοσης των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων, κρίνω για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ότι οι ενάγουσες έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Απομένει να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και συνακόλουθα η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για πιθανότητα ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Οι ενάγουσες επικαλούνται αδυναμία εκτέλεσης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ τους, λόγω του ότι οι πρόσφατες μειώσεις στην αξία των ακινήτων έχουν δημιουργήσει ένα έλλειμα στις υπάρχουσες εξασφαλίσεις, της τάξης των €1.033,000,00 περίπου. Παραπέμπουν επί του προκειμένου σε εκτιμήσεις (τεκμ. 74, 75, & 76), που ετοιμάστηκαν για λογαριασμό των εναγουσών σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το ξενοδοχείο Ajax. Όμως όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 74, 75 και 76, οι εκτιμήσεις έγιναν το 2012 και το 2016 πριν δηλαδή από 6 και 2 χρόνια αντίστοιχα. Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την σημερινή αξία των ακινήτων ώστε να είναι σε θέση να πιστοποιήσει ότι όντως διαπιστώνεται σήμερα έλλειμα στις ισχύουσες εξασφαλίσεις των εναγουσών. Επιπλέον, τα ποσά που καταγράφονται στα εν λόγω τεκμήρια, αφορούν την αξία σε καταναγκαστική πώληση χωρίς να έχει αποκλειστεί με οιονδήποτε τρόπο η αγοραία πώληση, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για υποθηκευμένα ακίνητα. Είναι δε σαφές και δεν αμφισβητείται και από τις ίδιες τις ενάγουσες ότι η αγοραία αξία των ακινήτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από την αξία καταναγκαστικής πώλησης σε πλειστηριασμό. Πέραν τούτου, είναι κατά την κρίση μου αρκετά ακροσφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί αποκλειστικά και μόνον σε ένα αστάθμητο παράγοντα όπως είναι οι αυξομειώσεις στις τιμές των ακινήτων, προκειμένου να εκδώσει διάταγμα δέσμευσης περιουσίας που δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής. Μικρές αυξομειώσεις στις τιμές των ακινήτων είναι βέβαια συχνό φαινόμενο. Όμως, με δεδομένη την οικονομική κρίση και της σχετικής ανάκαμψης που ακολούθησε, φαίνεται να υπήρξε σημαντική αυξομείωση στις τιμές των ακινήτων τα τελευταία χρόνια, στοιχείο που και οι ίδιες οι ενάγουσες παραδέχονται. Ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί με οιονδήποτε τρόπο ότι η μείωση της αξίας των ακινήτων λόγω την πρόσφατης οικονομικής κρίσης που πέρασε ο τόπος μας, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και να δεχόμουν ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων έχει μειωθεί και ανέρχεται μέχρι και σήμερα στις τιμές που ισχυρίζονται οι ενάγουσες, και πάλιν κατά την κρίση μου δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  1. Είναι σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι ενάγουσες θα πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους θα μείνει ανικανοποίητη. Από μόνη της όμως η μείωση των τιμών στα ενυπόθηκα ακίνητα δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε δηλαδή ακόμη και στην κατ' ισχυρισμό μείωση των τιμών, οι εναγόμενοι να έχουν τέτοιο κύκλο εργασιών, σημαντικά έσοδα και περιουσία που να είναι σε θέση να ικανοποιήσουν, όποια απόφαση εκδοθεί εναντίον τους. Πέραν λοιπόν της μείωσης της αξίας των ακινήτων, οι ενάγουσες όφειλαν στην παρούσα περίπτωση να αποδείξουν ότι οι εναγόμενοι είναι σε τέτοια κακή οικονομική κατάσταση που δεν θα είναι σε θέση να καλύψουν το έλλειμα των €1.033,000,00 που προκύπτει από την κατ' ισχυρισμό μείωση στην αξία των ακινήτων. Όμως οι ενάγουσες πέραν κάποιων αόριστων ισχυρισμών για αφερεγγυότητα των εναγομένων δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι όντως οι εναγόμενοι είναι σε τέτοια κακή οικονομική κατάσταση που δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον τους στην παρούσα αγωγή. Ούτε οι ισχυρισμοί για προσπάθειες αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων έχει καταδειχθεί πειστικά από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον διορισμό παραλήπτη στην εναγομένη 1 από την Τράπεζα Κύπρου, αυτός έχει αποσυρθεί με δήλωση που έγινε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.9.
  2. Τέλος, η παρούσα αγωγή δεν καταδεικνύει από μόνη της, αφερεγγυότητα των εναγομένων όπως ισχυρίστηκαν οι ενάγουσες. Οι εναγόμενοι τόσον με δικές τους αγωγές, όσον και με τις ανταπαιτήσεις τους στην παρούσα αγωγή, επικαλούνται ακυρότητα των επίδικων δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων και ανταπαιτούν επίσης την επιστροφή κατ' ισχυρισμό παράνομων τόκων και επιβαρύνσεων. Αποδοχή τυχόν αφερεγγυότητας των εναγομένων λόγω της καταχώρησης της παρούσας αγωγής θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις ουσιαστικές διαφορές των διαδίκων στο παρόν στάδιο, κάτι που βέβαια δεν είναι επιτρεπτό. Από την άλλη πλευρά, οι εναγόμενοι έχουν προσκομίσει μαρτυρικό υλικό που καταδεικνύει ότι τόσον ο όμιλος Ajax (εναγόμενοι 1, 2 & 7) όσον και ο όμιλος Δ. Νικολάου (εναγόμενοι 3, 4, 5, 6 & 8), έχουν επιχειρηματική δραστηριότητα και περιουσία, ικανή να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους. Σύμφωνα με τις ίδιες τις ενάγουσες, το χρέος του ομίλου Ajax (εναγόμενοι 1, 2 & 7) ανέρχεται μόνο στο ποσό των €1.294.328,89 πλέον τόκους ενώ το ξενοδοχείο έχει αξία πέραν των 17 εκατομμυρίων ευρώ. Ακόμη και στο ποσοστό των 13/33 που οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι τους αναλογεί από πιθανή εκποίηση του ξενοδοχείου, προκύπτει ικανοποιητικό ποσόν για να καλύψει τις δανειακές υποχρεώσεις των εναγομένων και ιδιαίτερα του ομίλου Ajax. Να σημειωθεί επίσης ότι οι ενάγουσες, με την αγωγή τους με αρ. 3117/16 εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας, αμφισβητούν την συμφωνία (Participation Agreement) που καθόρισε αυτά τα ποσοστά και διεκδικούν ολόκληρο το ποσόν τυχόν εκποίησης.. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, επισημαίνω την νομολογιακή αρχή της υπόθεσης Spidertrade Com Finance Ltd v. Κώστα Χατζηγαβριήλ, (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία δεν είναι επιτρεπτή υπό την μορφή συντηρητικού διατάγματος δέσμευσης περιουσίας, η ενίσχυση υπαρχουσών εξασφαλίσεων σε βάρος του εναγομένου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης στην αγωγή. Κάτι που επιδιώκουν κατά την κρίση μου οι ενάγουσες με την παρούσα αίτηση τους. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην πιο πάνω υπόθεση Spidertrade Com Finance Ltd v. Κώστα Χατζηγαβριήλ: « Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψή μας προφανές ότι η παρούσα δεν ήταν μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Όπως υποδείξαμε πρόσφατα στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 11261, ημερ. 13 Νοεμβρίου 2002, η εν λόγω εξουσία «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης» για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο συμβαλλόμενος μπορεί για την εξασφάλισή του να μεριμνήσει εκ των προτέρων. Αυτό εν προκειμένω έπραξε και η εφεσείουσα. Και δεν θα πρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης σε βάρος του εναγομένου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης. Επομένως δεν εδικαιολογείτο ούτως ή άλλως η έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι οι ενάγουσες δεν έχουν αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για τους ιδίους λόγους δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι ενάγουσες θα παρεμποδιστούν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. Για τους ιδίους λόγους κρίνω δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα υπό κρίση διατάγματα. Υπό τας περιστάσεις τα ζητήματα κατάχρησης και καθυστέρησης στην έναρξη της διαδικασίας που προέβαλαν οι εναγόμενοι με τις ενστάσεις τους, καθίστανται άνευ αντικειμένου αφού δεν έχουν αποδειχθεί ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για έκδοση των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγουσών - αιτητριών και υπέρ των εναγομένων 1, 3, 4 & 8 - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.