Έλενα Αρέστη ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2211/15, 23/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2211/15 Μεταξύ: Έλενα Αρέστη Ενάγουσα - και - Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενοι - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων (Με προηγούμενη ενδιάμεση απόφασή του το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση, ημερ. 9/1/17, για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στην παράγραφο 1, υποπαραγράφους (α), (δ) και (ε) της Υπεράσπισης. Η παρούσα απόφαση αφορά την εκδίκαση της ουσίας των εν λόγω προδικαστικών Ενστάσεων) Ημερομηνία: 23 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εναγόμενους: κα Ι. Τσιντίδου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για την Καθ' ης η αίτηση - Ενάγουσα: κα Στ. Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Η Ενάγουσα, ως αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης, ήταν υποψήφια σε διαδικασίες πλήρωσης θέσεων Αρχαιοφυλάκων σε πέντε διαδικασίες που έγιναν τον Ιούνιο του 1996, τον Σεπτέμβριο του 1997, τον Φεβρουάριο του 2001, τον Φεβρουάριο του 2002 και τον Μάρτιο του 2004, χωρίς όμως να προσληφθεί λόγω διάκρισης φύλου. Στις 21.11.2006, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, επικαλούμενη παράβαση του περί Ίσης Μεταχείρισης Αντρών και Γυναικών στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου (Ν. 205(I)/2002) λόγω της μη πρόσληψής της στις προαναφερόμενες διαδικασίες με την οποία αξίωνε τις ακόλουθες θεραπείες: «Α) Αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, για την πρόσληψη στη θέση Αρχαιοφύλακα, με τη συμπερίληψη του όρου της ισχυρής σωματικής διάπλασης, παραβιάζει το νόμο και συνιστά διάκριση λόγω φύλου. Β) Θετική ζημιά και/ή απώλεια μισθών £49,515.39 για την περίοδο από το 1996 ως το 2005, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας. Γ) Χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Δ. Νόμιμος τόκος επί των πιο πάνω ποσών από το 1996 μέχρι την πληρωμή τους». Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, στις 26.2.2009, αποφάσισε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, εξέδωσε διάταγμα αναστολής της διαδικασίας. Πάρα ταύτα, το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Διαπίστωσε, με αναφορά στις πρόνοιες του Ν. 205(I)/2002, ότι υπήρχε διάκριση λόγω φύλου κατά παράβαση του άρθρου 8, και αποφάσισε ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση που θα δικαιούτο η Αιτήτρια (η εδώ Ενάγουσα) το ποσό των €22,420.17, όπως αυτό είχε δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι ήταν η απώλεια της Αιτήτριας, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση. Εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, η Ενάγουσα καταχώρησε έφεση στις 8.4.2009, πλην όμως «η έφεση αποσύρθηκε από την Ενάγουσα και/ή τους δικηγόρους αυτής, προς τον σκοπό καταχώρησης της παρούσας αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού», ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Εννέα χρόνια μετά την καταχώρηση της αίτησης και έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της έφεσης, στις 15.6.2015, η Ενάγουσα κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την παρούσα αγωγή, αξιώνοντας τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Αναγνωριστική απόφαση ότι το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, για την πρόσληψη στη θέση Αρχαιοφύλακα, με τη συμπερίληψη του όρου της ισχυρής σωματικής διάπλασης, παραβίαζε το νόμο και συνιστούσε διάκριση λόγω φύλου. Β. €22,420.17 ως απώλειες μισθών για την περίοδο από το 1996 ως το 2005, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας. Γ. Γενικές και/ή άλλης μορφής αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και/ή για οποιαδήποτε άλλη ζημία ήθελε αποδειχθεί ότι υπέστη η Ενάγουσα. Δ. Αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρωπίνων και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας». Στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα επικαλείται παράβαση του Ν. 205(I)/2002 και του δικαιώματός της για ισότητα στη μεταχείρισή της λόγω του φύλου της, ως αναφέρεται σε αυτή, για τις ίδιες διαδικασίες πλήρωσης θέσεων που αναφέρονταν στην αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Στην Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι έγειραν αριθμό προδικαστικών ενστάσεων. Το Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης σχετικής αίτησης για προδικαστική εξέτασή τους, εξέδωσε Διάταγμα για να εξεταστούν προδικαστικά οι ακόλουθες ενστάσεις: Πρώτον, ότι δεν αποκαλύπτεται καλή ή εύλογη αιτία αγωγής εναντίον τους και ότι η αγωγή είναι ενοχλητική, επιπόλαια και καταχρηστική, δεύτερον, ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται στην προώθηση της αγωγής λόγω δεδικασμένου και λόγω κατάχρησης, και τρίτον, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Στο πλαίσιο της ακρόασης της ουσίας των εν λόγω ενστάσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρων θέσεις τους. Έλαβα υπόψη μου κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Η νομική πτυχή αναλύεται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και η επανάληψή της στην παρούσα κρίνεται αχρείαστη. Αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, παραθέτω αυτούσια την προδικαστική ένσταση: «(ε) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τα ζητήματα και/ή ισχυρισμούς και/ή αξιώσεις της Ενάγουσας που εγείρονται στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή τις διαδικασίες πρόσληψης στη θέση αρχαιοφύλακα καθ' ότι ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου και/ή διοικητικού δικαίου και συνεπώς η εξέτασή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου.» Στρεφόμενος στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία αποτελεί την αποκλειστική πηγή αναζήτησης των γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. and others
(1989)1 A.Α.Δ. (Ε) 729), διαπιστώνεται ότι η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έτυχε δυσμενούς διάκρισης λόγω φύλου κατά τη διαδικασία πλήρωσης της θέσης Αρχαιοφύλακα και της συνακόλουθης μη πρόσληψής της από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, κατά παράβαση του Ν. 205(I)/2002 και των συνταγματικών της δικαιωμάτων. Από τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών, προκύπτει ως κοινό έδαφος ότι οι διαδικασίες αφορούσαν πλήρωση θέσεων ωρομίσθιου προσωπικού στο Τμήμα Αρχαιοτήτων. Η πλευρά της Ενάγουσας υποστήριξε τη θέση ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή αφού με αυτή αξιώνονται αποζημιώσεις και λόγω παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δυνάμει των Άρθρων 28 και 35 του Συντάγματος. Παρέπεμψε δε στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας Γιαλλούρος v. Νικολάου
(2001)Α.Α.Δ. 558, στην οποία αναγνωρίστηκε ότι η παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Αντίθετη ήταν η θέση της πλευράς των Εναγόμενων, η οποία υποστήριξε ότι αρμόδιο Δικαστήριο για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή είναι το Διοικητικό Δικαστήριο καθότι τα παράπονα της Ενάγουσας ανάγονται στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου, με αναφορά στο άρθρο 15
(1)του Ν. 205(I)/2002. Το άρθρο αυτό προσδίδει δικαιοδοσία σε περιπτώσεις διάκρισης φύλου στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, «επιφυλασσόμενης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος»[1]. Εξ αρχής σημειώνεται ότι ο Ν. 205(I)/2002τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2003[2] και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, δεν έχει αναδρομική ισχύ (Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 386/10, ημερ. 15.11.16). Σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε με τον περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο, Ν.130(Ι)/2015, το Διοικητικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί κάθε προσφυγής που υποβάλλεται εναντίον απόφασης, πράξης ή παράλειψης, οποιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, για τον λόγο ότι αυτή είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του Συντάγματος ή του νόμου. Στην απουσία νόμου που να παρέχει δικαιοδοσία για επίλυση διαφοράς μεταξύ των διάδικων σε άλλο Δικαστήριο, αυτή ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο (Τάκης Ζαβρού v. Ανδρέας Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Αναφορικά με την αίτηση της Elbee Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 149). Όπως λέχθηκε από τον Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, στην απόφαση Ηλίας Ηλία ν. Mαρίνα Aλωνεύτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 938: «Αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς που ανάγεται στην εκπλήρωση αστικών υποχρεώσεων είναι το κατά τόπο αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο· εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται, βάσει των διατάξεων δικαιοδοτικού νόμου, σε άλλο πολιτικό δικαστήριο.» Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Μελέτη της σχετικής νομολογίας δεικνύει ότι στον τομέα της απασχόλησης η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου δεν είναι θέμα τύπου, αλλά ουσίας, και δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτη. Στην απόφαση Δημήτρης Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και/ή Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας
(2004)3 Α.Α.Δ. 577, εξετάζοντας την έννοια του όρου «δημόσιοι υπάλληλοι» βάσει του Άρθρου 122 του Συντάγματος και τα κριτήρια που καθιερώθηκαν νομολογιακά, κρίθηκε ότι το επίδικο θέμα που σχετιζόταν με τους ωρομίσθιους εργάτες αναγόταν στο ιδιωτικό, και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέφερε ότι: «Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι κάθε πρόσωπο που απασχολείται στο δημόσιο υπάγεται και στη δημόσια υπηρεσία. Στην περίπτωση των εργατών αυτό είναι καθαρό από το ίδιο το Άρθρο 122 το οποίο ρητά τους εξαιρεί εκτός αν συντρέχουν οι όροι τους οποίους θέτει. Αλλά και στην περίπτωση άλλων προσώπων, μη εργατών, που απασχολούνται στη δημόσια υπηρεσία, η διερεύνηση δεν εξαντλείται στο γεγονός αυτό καθ' αυτό της τέτοιας απασχόλησής τους. Παραμένει η ανάγκη διαπίστωσης κατά πόσο η απασχόληση τους εντάσσεται στα πλαίσια σχέσης δημοσίου δικαίου, ή εντάσσεται μάλλον στα πλαίσια σχέσης ιδιωτικού δικαίου.. Από όσα έχουν ήδη λεχθεί, προκύπτει, όπως ήδη υποδείξαμε, ότι δεν τίθεται θέμα δεσμευτικού προηγούμενου ή κατηγοριοποίησης απασχόλησης, αφού στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα είναι θέμα κρίσεως επί του συνόλου των γεγονότων που τη συνθέτουν, ούτε βεβαίως μπορεί να γίνεται λόγος για διάσταση στη νομολογία. Και δεν είναι μόνο το ότι δεν είναι δυνατός ο προκαθορισμός της σημασίας οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου για κάθε περίπτωση, αφού είναι ο ποικίλων συνδυασμός και η ποικίλουσα σημασία των στοιχείων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εξεταζόμενη στο χρόνο της, που διαμορφώνει, στο τέλος της ημέρας, την καλή κρίση του δικαστηρίου ως προς την έτσι αναδυόμενη πραγματική φύση της απασχόλησης. Ιδιαιτέρως σε μια εποχή που ο ρόλος των πολιτειακών δραστηριοτήτων έχει εξέλθει από τα στερεότυπα πλαίσια του παραδοσιακού κράτους και διακλαδωθεί σε πολύμορφα και διαρκώς αναπτυσσόμενα πεδία που δεν επιτρέπουν δογματικές ή ανελαστικές αντικρύσεις παρά μάλλον μια λειτουργική και πραγματιστική προσέγγιση στο πλαίσιο της κοινής λογικής και των αναγκών και αντιλήψεων της εποχής.» Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή μνημονεύεται στην απόφαση Θεόδωρος Κωνσταντίνου κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων κ.α
(2010)3 Α.Α.Δ. 212, όπου κρίθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η εργοδότηση ωρομίσθιων εργατών στο Τμήμα Δημοσίων Έργων λειτουργούσε στη βάση ιδιωτικής διευθέτησης και άρα έξω από τα πλαίσια του δημόσιου δικαίου. Προκύπτει συνεπώς ότι, το κατά πόσον η εργοδότηση είναι στα πλαίσια ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου, εξετάζεται στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η κοινή θέση των δύο πλευρών επί των δικογραφημένων τους θέσεων ότι οι διαδικασίες για τις οποίες παραπονείται η Ενάγουσα αφορούσαν πλήρωση θέσεων ωρομίσθιου προσωπικού στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, διαφαίνεται κατά την εξέταση της ουσίας της ένστασης, ότι δεν είναι αρκετή για να εξακριβωθεί κατά πόσον η διαφορά των διάδικων κατατάσσεται στη σφαίρα του δημόσιου ή του ιδιωτικού δικαίου. Παρά ταύτα, συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός μεταξύ των μερών ότι στα πλαίσια της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών αναφορικά με την εκεί αξίωση που καταχώρησε η Ενάγουσα, το τελευταίο αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι «η παρούσα διαφορά είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου.. και όχι υπόθεση δημόσιου δικαίου.» (βλ. σελ. 14 απόφασης). Στη βάση τούτου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ανέλαβε δικαιοδοσία εκδίκασης της αξίωσης της Ενάγουσας και προχώρησε και εξέτασε τους ισχυρισμούς της. Εδώ όμως είναι που εγείρεται και το θέμα του δεδικασμένου αλλά και το θέμα της κατάχρησης, υπό το φως τόσο της ανάληψης δικαιοδοσίας από πλευράς Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, όσο και της κατάληξής του επί της αξίωσης της Ενάγουσας. Όσον αφορά το ζήτημα του δεδικασμένου, οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 1(δ) της Υπεράσπισης εγείρουν προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενοι την ύπαρξη δεδικασμένου και κατάχρησης της διαδικασίας. Βασίζουν την ένσταση αυτή στο γεγονός ότι η Ενάγουσα: «για το ίδιο θέμα και στη βάση αυτούσιων ισχυρισμών καταχώρησε κατά ή περί την 21.11.2006 την Αίτηση με αριθμό 576/06 ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποίαν αξίωνε ταυτόσημες με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θεραπείες και το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε την Απόφασή του κατά ή περί την 26.2.2009». Η αίτηση με αρ. 576/06 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και η απόφαση του Δικαστηρίου επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα στην υπό εξέταση αίτηση. Συνιστούν δε στερεό υπόβαθρο γεγονότων, στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την εγειρόμενη προδικαστική Ένσταση (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολιτική Έφεση 151/10, ημερ. 7.3.2014). Είναι η θέση των Εναγόμενων ότι υπάρχει, μεταξύ της παρούσας αγωγής και της αίτησης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ταύτιση διαδίκων, ταύτιση επίδικων θεμάτων και τελεσίδικη απόφαση, και για το λόγο αυτό οι αξιώσεις της Ενάγουσας στην αίτηση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δεν μπορούν να εγείρονται εκ νέου στην παρούσα αγωγή. Αντίθετη είναι η θέση της Ενάγουσας η οποία αναφέρει ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας ήταν «εξακολουθητική. και συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι και το χρόνο της παρούσας αγωγής στις 15.6.2015», δηλαδή την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Οι αρχές που διέπουν τη δημιουργία κωλύματος λόγω δεδικασμένου είναι γνωστές από την πλούσια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις (Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρία Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298, Theori a.o v. Djoni a.o
(1984)1 C.L.R. 296, K.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309, Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 58). Σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, ο κανόνας του δεδικασμένου περιέχει τέσσερα στοιχεία: (α) τελεσίδικη απόφαση, (β) ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διάδικων και (δ) ταύτιση επίδικων θεμάτων. Δεδικασμένο δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με τις αξιώσεις που περιλήφθηκαν στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν αν ασκείτο εύλογη επιμέλεια. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Χρύσω Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές, Πολιτική Έφεση Αρ. 225/12, ημερ. 6.12.17, στην οποία γίνεται αναφορά στον κανόνα αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού αναστάληκε λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Αιτήτριας (της εδώ Ενάγουσας) ως προνοείται στο άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967. Η αναστολή της αίτησης ως εκπρόθεσμη δεν δημιουργεί δεδικασμένο αφού η ύπαρξη δεδικασμένου προϋποθέτει τελική απόφαση επί της ουσίας. Στην υπόθεση Μαρούλλα Α. Κωστοπούλλου κ.ά. ν. Λοΐζου Παντελή κ.ά
(2005)1 Α.Α.Δ. 576 είχε προηγηθεί πανομοιότυπη έφεση από τις Εφεσείουσες, η οποία όμως απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Οι Εφεσίβλητοι ήγειραν θέμα δεδικασμένου. Το Εφετείο, διαφωνώντας με τη θέση αυτή, ανέφερε ότι: «Η απόρριψη της έφεσης 11374 δεν δημιουργεί δεδικασμένο αφού αυτή συναρτάτο όχι σε απόφαση επί της ουσίας αλλά στο εκπρόθεσμο της έφεσης. Με την εξασφάλιση άδειας για παράταση του χρόνου καταχώρησης της παρούσας έφεσης το δικαστήριο για πρώτη φορά καλείται να αποφασίσει επί της ουσίας εμπρόθεσμης τώρα έφεσης.» Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δεν ήταν απόφαση επί της ουσίας, αλλά αφορούσε στην εκπρόθεσμη καταχώρησή της. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο, παρά την πιο πάνω κατάληξή του, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και αποφάσισε ότι η Αιτήτρια (η εδώ Ενάγουσα) «υπέστη άμεση διάκριση λόγω του φύλου της» καθώς και το ποσό με το οποίο θα δικαιούτο σε αποζημίωση, δεν αναιρεί τη θέση αυτή. Συνεπώς, η προδικαστική Ένσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1(δ) της Υπεράσπισης περί δεδικασμένου δεν ευσταθεί και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Στρέφομαι τώρα στη θέση ότι η αγωγή είναι καταχρηστική. Στην παράγραφο 1(α) της Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι εγείρουν ως προδικαστική Ένσταση ότι «δεν αποκαλύπτεται καλή βάση και/ή εύλογη αιτία αγωγής έναντί τους και η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαια και/ή αχρείαστη και/ή καταχρηστική». Παρόλο που το λεκτικό της προδικαστικής ένστασης παραπέμπει στη Δ.27 θ.3, η οποία παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τη διαγραφή και κατ' επέκταση την απόρριψη αγωγής όπου διαφαίνεται από τα δικόγραφα πως είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious), εντούτοις η εν λόγω Διάταξη δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό εξέτασης αίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως, στη νομική βάση της αίτησης γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας το Δικαστήριο έχει εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να παρεμποδίζει, περιστέλλει ή απορρίπτει οτιδήποτε συνιστά κατάχρησή της (Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Πολιτική Έφεση 226/2012, ημερ. 22.11.17). Είναι η θέση των Εναγόμενων ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται επιπόλαια, ενοχλητικά, καταπιεστικά και καταχρηστικά αφού για το ίδιο θέμα εγέρθηκε η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με τις ίδιες αξιώσεις. Αντίθετη ήταν η θέση της πλευρά της Ενάγουσας, η οποία αναφέρει ότι «τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής καλύπτουν τη περίοδο από το 2004 μέχρι και το 2015 και αφενός δεν υπερβαίνουν χρονικά στη βάση πραγματικών γεγονότων και όχι στη βάση έντεχνων τυπικών λόγων τη βάση αγωγής των προηγούμενων δικαστικών διαδικασιών και αφετέρου δεν μπορούσαν οι εξαιτούμενες θεραπείες να εγερθούν σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, διότι δεν εκαλύπτοντο από την περιορισμένη δικαιοδοτική φύση εξέτασης της υπόθεσης αυτή από το Δικαστήριο αυτό, για να δύνανται να εγερθούν τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση». Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Υφίσταται επομένως σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να εμποδίσει την άσκηση ενός νόμιμου από τυπικής απόψεως δικαιώματος, όταν διαπιστώνεται ότι αυτό οδηγεί σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή η προώθησή του αποβλέπει ουσιαστικά στην εξασφάλιση ενός παράλληλου πλεονεκτήματος με τη μορφή ενός πρόσθετου ένδικου μέσου (Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου (ανωτέρω), Wayplay Technologies Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2014 κ.ά., ημερ. 11.5.2015, Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, Τρύφωνος ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706). Στην απόφαση της Ολομέλειας Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 παρατίθεται πλούσια νομολογία, τόσο κυπριακή όσο και αγγλική, ως προς την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα για σκοπούς της παρούσας: «Η υπόθεση Wright v. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια -ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: "The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action." Μετάφραση στα ελληνικά: "Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή."» Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όσο και η παρούσα αγωγή, εδράζονται επί πανομοιότυπων γεγονότων και ισχυρισμών και αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή την επιδίκαση αποζημιώσεων για διάκριση φύλου την οποία κατ' ισχυρισμό υπέστη η Ενάγουσα. Επιδιώκεται πανομοιότυπη ουσιαστικά θεραπεία, όπως άλλωστε φαίνεται και από το λεκτικό των θεραπειών της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και της παρούσας αγωγής. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της Ενάγουσας ότι «τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής καλύπτουν την περίοδο 2004 μέχρι και 2015» και για το λόγο αυτό «δεν προκύπτει κώλυμα λόγω δεδικασμένου». Τόσο η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όσο και η παρούσα αγωγή βασίζονται στα ίδια γεγονότα, ως διαφαίνεται και από τους Γενικούς Λόγους στην πρώτη και την Έκθεση Απαίτησης στη δεύτερη αντίστοιχα. Εν ολίγοις, η Ενάγουσα επαναφέρει ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα με διαφορετικό ένδικο μέσο, ενδύοντάς το με τον πρόσθετο μανδύα της παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων, δικαιώματα όμως τα οποία δεν είναι διαφορετικά από αυτά που προωθήθηκαν στην αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Ζητείται δηλαδή από το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι πρόκειται για διαφορετική περίπτωση και να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση ότι το σχέδιο υπηρεσίας για την πρόσληψη στη θέση Αρχαιοφύλακα παραβίαζε το νόμο και συνιστούσε διάκριση λόγω φύλου και συνεπώς δικαιούται σε αποζημιώσεις ωσάν να πρόκειται για διαφορετική θεραπεία από αυτή που ζητήθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Όπως όμως λέχθηκε στην πλέον πρόσφατη Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου (ανωτέρω), «η παράλληλη υιοθέτηση δύο ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιου σκοπού συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, έστω και αν οι ζητούμενες θεραπείες είναι από τυπικής απόψεως διαφορετικές». Στην απόφαση Αικατερίνη Δημητρίου κ.α. ν. Ανδρέας Δημητρίου κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 41/2011 και 76/2011, ημερ. 30.6.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η ανταπαίτηση εγειρόταν καταχρηστικά, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα της απόρριψης της ανταπαίτησης της συζύγου και την εισήγηση ότι αυτή θα έπρεπε να είχε ανασταλεί αντί να απορριφθεί, παρατηρούμε ότι στην υπόθεση Michaelidou n. Gregoriou
(1988)1 CLR, 88 στην οποία έγινε αναφορά, η αγωγή δεν θα έπρεπε να είχε απορριφθεί αλλά να ανασταλεί υπό το φως της Δ.33 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επειδή σε εκείνη την υπόθεση το ζήτημα που εγειρόταν ήταν ζήτημα κατά τόπον αρμοδιότητας των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λάρνακας και Λευκωσίας, ενώ στην προκείμενη περίπτωση το ζήτημα που αναφύεται είναι ζήτημα πολλαπλότητας διαδικασιών και κατάχρησης (Δέστε: Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2002)1 ΑΑΔ, 1710, 1717). Επομένως κρίνομε ότι ορθά έπραξε το πρωτόδικο δικαστήριο.» Στη βάση των πιο πάνω, η καταχώρηση της παρούσας αγωγή δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως δεύτερη προσπάθεια της Ενάγουσας να εξασφαλίσει την ίδια θεραπεία, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και την απόσυρση της Έφεσης που καταχώρησε εναντίον της απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου. Γιατί άλλωστε να αναφέρεται ρητά στην Έκθεση απαίτησης ότι «η έφεση αποσύρθηκε από την Ενάγουσα και/ή τους δικηγόρους αυτής, προς τον σκοπό καταχώρησης της παρούσας αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού», αν δεν επρόκειτο ουσιαστικά για δεύτερη διαδικασία προς επιδίωξη του ίδιου σκοπού. Για τους πιο πάνω λόγους επομένως, η παρούσα αγωγή θα πρέπει να θεωρηθεί ως καταχρηστική και ως τέτοια απορρίπτεται. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Εκδίκαση προδικαστικού σημείου [1] Μετά την Όγδοη Τροποποίηση του Συντάγματος με το Ν. 130(Ι)/15, του Διοικητικού Δικαστηρίου. [2] Άρθρο 35 του Ν. 205(I)/2002. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο