← Κύπρος

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/16, 17/4/2018

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/16, 17/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A138 Αρ. Αγωγής: 2176/16 Μεταξύ: LANURIA LIMITED , από τη Λεμεσό Ενάγουσας και

  1. UTTERLAN LIMITED, από τη Λεμεσό
  2. SERGEY SHISHKAREV, από τη Ρωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 7/9/2017 υπό DCP Holdings Ltd & Atokosa Ltd - αιτητριών για παραμερισμό συντηρητικού διατάγματος. Ημερομηνία: 17 Απριλίου 2018 Για εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κ. Σταύρος Παύλου Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση : κ. Σωτήρης Πίττας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της, αιτείται απόφαση εναντίον των εναγομένων για το ποσό των $20.000.000,00 που κατ' ισχυρισμό αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο υπόλοιπο, συμφωνηθείσας πώλησης μετοχών της κυπριακής εταιρείας Deloports Ltd. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα που είναι κυπριακή εταιρεία, ήταν νόμιμη ιδιοκτήτρια 7,524 μετοχών με ονομαστική αξία €1,00 εκάστη (οι πωληθείσες μετοχές), οι οποίες αποτελούσαν το 10% του εκδομένου κεφαλαίου της εταιρείας Deloports Ltd. Ο εναγόμενος 2 είναι Ρώσος πολίτης και μοναδικός ιδιοκτήτης και μέτοχος της εναγομένης 1, η οποία προηγουμένως μέσω της εταιρείας Maxria Ltd, έλεγχε το υπόλοιπο 90% της εταιρείας Deloports Ltd. Θα παραθέσω στην συνέχεια το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων που οδήγησε στην παρούσα αγωγή αλλά και σε αρκετές άλλες δικαστικές διαδικασίες ώστε να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας αίτησης. Το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας ημερ. 22.6.2015 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, η ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη 1, τις πιο πάνω μετοχές της στην εταιρεία Deloports Ltd, με τίμημα το ποσόν των $40.000.000,
  3. Συμφωνήθηκε όπως το εν λόγω ποσόν πληρωθεί σε τρεις δόσεις ήτοι αρχικά $20.000.000, $10.000.000 πριν τις 15.6.2016 και $10.000.000 πριν τις 15.6.
  4. Ο εναγόμενος 2 συμφώνησε να υπογράψει σύμβαση εγγύησης προς όφελος της ενάγουσας για τα πιο πάνω ποσά, με αντάλλαγμα η ενάγουσα να συμφωνήσει στην πώληση και μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών στην εναγομένη
  5. Στις 3.7.2015, η εναγομένη 1 πλήρωσε προς την ενάγουσα το ποσό των $20.000.000,00 που αντιπροσώπευε την 1η δόση. Στις 6.7.2015 έλαβε χώρα η ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοραπωλησίας και μεταβίβασης των μετοχών. Όμως κατά παράβαση των όρων της πιο πάνω συμφωνίας, η εναγομένη 1 παρέλειψε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των $10.000,00 που αποτελούσε την δεύτερη δόση. Η ενάγουσα απέστειλε ειδοποίηση απαίτησης στην εναγομένη 1, όμως η εναγομένη 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Η ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής του ποσού στάλθηκε και προς τον εναγόμενο 2, δυνάμει των όρων της σύμβασης εγγύησης. Στις 17.5.2016 η εναγομένη 1 καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή 1388/16 (η πρώτη αγωγή) με την οποία αμφισβητεί την συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών. Όμως σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή, η πρώτη αγωγή καταχωρήθηκε από την εναγομένη 1 σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης των υποχρεώσεων της και πληρωμής των δόσεων, δυνάμει της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών. Καταχωρήθηκε επίσης η αγωγή 1395/16 (η δεύτερη αγωγή) από την σύζυγο του εναγομένου 2 Olga Shishkareva με την οποία αμφισβητείται η εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης. Ούτε και η 3η δόση έχει πληρωθεί από τους εναγόμενους παρά την παραλαβή από αυτούς γραπτών ειδοποιήσεων δυνάμει της σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά από τους δύο εναγομένους, το ποσόν των $20.000.000,00 ως υπόλοιπο οφειλόμενο για την πώληση των ως άνω μετοχών και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας αγωγής, η ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση με σκοπό την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου 2, καθώς επίσης και την αποκάλυψη πληροφοριών προς υποβοήθηση των διαταγμάτων παγοποίησης για τη διασφάλιση της εκτέλεσης απόφασης που δυνατό να εκδοθεί στην αγωγή. Μετά από μονομερή ακρόαση της εν λόγω αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 22/7/2016, διατάγματα ως η παράγραφος Α του αιτητικού. Συγκεκριμένα, απαγορεύτηκε στον εναγόμενο 2 η μεταφορά εκτός Κύπρου και η αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου μέχρι και του ποσού των $21.500.000,
  6. Στη συνέχεια και μετά από αίτημα του εναγομένου 2, το προσωρινό διάταγμα τροποποιήθηκε, έτσι ώστε ο περιορισμός του ποσού μέχρι τα $21.500.000,00 να ισχύει και για τα εκτός Κύπρου περιουσιακά του στοιχεία. Επιπλέον με το εν λόγω διάταγμα, απαγορεύτηκε η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων συγκεκριμένων εταιρειών που κατονομάζονται στο Παράρτημα «Α» της αίτησης, οι οποίες ανήκουν στον όμιλο εταιρειών Delo Group. Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ιδιοκτήτης και ιδρυτής του εν λόγω ομίλου εταιρειών, είναι ο εναγόμενος
  7. Στο όμιλο συμπεριλαμβάνονται και οι κυπριακές εταιρείες DCP Holdings Ltd & Atokosa Ltd (αιτήτριες στην παρούσα), οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ανήκουν και/ή ελέγχονται αποκλειστικά από τον εναγόμενο
  8. Το ενδιάμεσο διάταγμα τύπου 'Mareva' που εκδόθηκε στις 22/7/2016 γνωστοποιήθηκε στις αιτήτριες οι οποίες εμφανίστηκαν μέσω των δικηγόρων τους στις 4/8/2016, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για επίδοση. Οι αιτήτριες εμφανίστηκαν την πιο πάνω ημερομηνία ενώπιον του Δικαστηρίου ως ενδιαφερόμενα μέρη και επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να παρέμβουν στη διαδικασία σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι εναγόμενος 2 όμως καταχώρησε ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Μετά από ακρόαση της πιο πάνω αίτησης για συντηρητικά διατάγματα, το Δικαστήριο στις 18.10.2016 οριστικοποίησε το ήδη εκδοθέν διάταγμα και επιπλέον, εξέδωσε τα υπόλοιπα διατάγματα στη μονομερή αίτηση υπό παραγράφους Β, Δ

(1), (α), (β), (γ) και Ε. Τα εν λόγω διατάγματα, αφορούν κυρίως την απαγόρευση αλλοίωσης οποιουδήποτε στοιχείου σε σχέση με συγκεκριμένες μετοχές καθώς και την αποκάλυψη των ιδιοκτητών συγκεκριμένων κυπριακών εταιρειών, με τις οποίες σχετίζονται οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, δυνάμει των προνοιών της παραγράφου Α των διαταγμάτων, δεσμεύτηκαν μεταξύ άλλων τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου 2, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών και/ή συμφερόντων στις αιτήτριες εταιρείες. Απαγορεύτηκε επίσης η μεταβίβαση και η μεταφορά οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων ή των μετοχών ή της διοίκησης των αιτητριών εταιρειών σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε εκδίδοντας οποιοδήποτε πληρεξούσιο ή άλλο παρόμοιας φύσης έγγραφο σε σχέση με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο είτε διενεργώντας οποιαδήποτε αλλαγή στο μετοχικό κεφάλαιο ή και στην μετοχική δομή και/ή στην σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή την εταιρική δομή οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου των αιτητριών, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, τα διατάγματα είναι τύπου Chabra με την έννοια ότι αφορούν μεταξύ άλλων και σε περιουσιακά στοιχεία των αιτητριών εταιρειών που δεν είναι διάδικοι στην αγωγή. Κρίθηκε από το Δικαστήριο επί του προκειμένου ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία ανήκουν στον εναγόμενο 2 και ελέγχονται από τον ίδιο, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον και ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε αυτά, παρότι η εν λόγω περιουσία, βρίσκεται επ' ονόματι των αιτητριών εταιρειών. Με την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του ημ. 18/10/2016, το Δικαστήριο στηριζόμενο μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι οι αιτήτριες δεν είχα παρέμβει στη διαδικασία και δεν ζήτησαν εξαίρεση των περιουσιακών τους στοιχείων από την εμβέλεια του διατάγματος, έκρινε ότι δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων τύπου Chabra για την δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, προς ικανοποίηση τελικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί εναντίον του εναγομένου
  1. Κρίθηκε συναφώς ότι η επίδικη δεσμευθείσα περιουσία, ελέγχεται στον αναγκαίο βαθμό από τον εναγόμενο
  2. Όμως παράλληλα με την απόφασή του, το Δικαστήριο αναγνώρισε το δικαίωμα στις αιτήτριες να απευθυνθούν μεταγενέστερα στο Δικαστήριο ούτως ώστε να ζητήσει την εξαίρεση τους από την εμβέλεια του διατάγματος. Ακολούθησε καταχώρηση άλλης αίτησης ημερ. 2.8.2016 με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτήθηκαν την απόρριψη της αγωγής λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Διαζευκτικά, επιζητείτο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. Υποστηρίχθηκε ότι η παρούσα αγωγή θα μπορούσε να ενταχθεί ως ανταπαίτηση στις αγωγές των εναγομένων και ιδιαίτερα της πρώτη αγωγή 1388/1 της εναγομένης
  3. Ως εκ τούτου, η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τους εναγομένους 1 & 2, η παρούσα αγωγή άπτεται των ιδίων θεμάτων με την πρώτη αγωγή 1388/16 που καταχώρισε η εναγομένη στην παρούσα. Τα επίδικα θέματα είναι στην ουσία τα ίδια και αφορούν την συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχών ημερ. 22.6.2015 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης
  4. Υπάρχει δηλαδή ταύτιση των επιδίκων θεμάτων και του πραγματικού υποβάθρου των δύο αγωγών. Η πιο πάνω αίτηση, απορρίφθηκε μετά από ακρόαση με ενδιάμεση απόφαση μου ημ. 31 Οκτωβρίου
  5. Έκρινα ότι στην προκειμένη περίπτωση, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και η επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας από την ενάγουσα δεν έχει αποδειχθεί πως θα μπορούσε χωρίς άλλο να προξενήσει πίεση στους εναγομένους, σε βαθμό που να ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό που έπραξε η ενάγουσα ήταν η προσπάθεια εξασφάλισης των συμφερόντων της με τα ένδικα μέσα που διέθετε την συγκεκριμένη στιγμή. Υπό τας περιστάσεις δεν εντοπίστηκε κανένα στοιχείο πίεσης εναντίον των εναγομένων ή κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της ενάγουσας. Στο μεταξύ, σε προγενέστερο στάδιο στις 7/6/2017, αδελφή Δικαστής εξέδωσε μετά από ακρόαση, δύο ενδιάμεσες αποφάσεις με τις οποίες έδωσε άδεια στις αιτήτριες εταιρείες για παρέμβαση στην παρούσα αγωγή, μόνον όσον αφορά τα συντηρητικά διατάγματα. Στην πιο πάνω άδεια παρέμβασης, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώρηση εντός 15 ημερών, αίτησης παραμερισμού των επίδικων διαταγμάτων. Η παρούσα αίτηση και ένσταση Στα πλαίσια αυτά, οι αιτήτριες εταιρείες καταχώρησαν στις 7/7/2017 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν τον παραμερισμό των επίδικων διαταγμάτων. Είναι η θέση των αιτητριών ότι ενόψει του επηρεασμού των δικαιωμάτων τους χωρίς να είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, καθίσταται επιτακτική ανάγκη παραμερισμού ή τουλάχιστον τροποποίησης των διαταγμάτων, έτσι ώστε να εξαιρούνται από αυτά, τα περιουσιακά τους στοιχεία και οι δραστηριότητες τους. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.48 Θ.8
(4)και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Ηρακλέους, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων των αιτητριών. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης, αρνούμενη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Υποστηρίχθηκε μεταξύ άλλων ότι η αιτήτρια δεσμεύεται από το περιεχόμενο της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 18/10/2016 με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Η εν λόγω απόφαση, περιέχει ευρήματα ότι τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία που είναι εγγεγραμμένα και/ή κατέχονται από την αιτήτρια, είτε ανήκουν δικαιωματικά στον εναγόμενο 2, είτε ουσιαστικά ελέγχονται από αυτόν. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσον προφορικά όσον και με γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις πιο πάνω εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων, αλλά και την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά τα επίδικα θέματα της παρούσας. Η θέση των αιτητριών Οι αιτήτριες στηρίζουν την αίτηση τους στην Δ.48 Θ.8
(4)των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει εκδοθέν διάταγμα μετά από αίτηση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Ο συνήγορος των αιτητριών στην αγόρευση του, απέρριψε την θέση της ενάγουσας ότι οι αιτήτριες κωλύονται στην καταχώρηση της παρούσας επειδή το Δικαστήριο στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων, προέβη σε αναφορά για τον έλεγχο των αιτητριών από τον εναγόμενο
  1. Ο συνήγορος επεσήμανε ότι στην ίδια απόφαση, γίνεται μνεία για το δικαίωμα των αιτητριών να παρέμβουν στην διαδικασία και να ζητήσουν την ακύρωση των διαταγμάτων, τα οποία τις επηρεάζουν δραστικά. Ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο, οι αιτήτριες για κανένα λόγο δεν κωλύονται από το να προωθούν τη παρούσα αίτηση όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα στην ένσταση της. Στην συνέχεια ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, στον εναγόμενο
  2. Το γεγονός αυτό κατά τον συνήγορο, έχει ως αποτέλεσμα την εκπνοή του κλητηρίου, κάτι που συμπαρασύρει σε διακοπή και όλων των διαδικασιών της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων. Με την εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, ο εναγόμενος 2 δεν είχε υποβάλει τον εαυτό του στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να επιδώσει τα αστικά έγγραφα στον εναγόμενο 2 και σε περίπτωση που δε θα μπορούσαν να το πράξει, μετά την εκπνοή του κλητηρίου να ζητήσει την ανανέωση του ώστε αυτό να βρίσκεται σε ισχύ. Σε σχέση με την έκδοση των διαταγμάτων τύπου Chabra, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι αιτήτριες θα πρέπει να εξαιρεθούν από το τα εκδοθέντα διατάγματα, λόγω του ότι αυτές αποτελούν ανεξάρτητες νομικές οντότητες που διεξάγουν τις δικές τους επιχειρηματικές δραστηριότητες και δεν ελέγχονται σε ουσιαστικό βαθμό από τον εναγόμενο
  3. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την άσκηση της δικαιοδοσίας τύπου Chabra αναφορικά με τις αιτήτριες με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται η παγοποίηση των περιουσιακών τους στοιχεία ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου
  4. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποδέχεται το αίτημα για παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων τρίτου που δεν είναι διάδικος, εκτός και αν υπάρχει καλός λόγος για να υποτεθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία στην πραγματικότητα, ανήκουν στον εναγόμενο. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι τα περιουσιακά στοιχεία κατέχονται από τρίτο πρόσωπο προς όφελος του εναγόμενου, βαρύνει τον ενάγοντα. Το χαρακτηριστικό αυτής της δικαιοδοσίας είναι κατά τον συνήγορο η προσθήκη του τρίτου προσώπου ως συνεναγομένου ώστε να μπορούν να εκδοθούν εναντίον του διατάγματα που δεσμεύουν τα περιουσιακά στοιχεία που είναι στο όνομα του ενώ αυτά ελέγχονται από τον εναγόμενο σε βαθμό που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για εξόφληση της απόφασης. Στην παρούσα όμως περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Τα εκδοθέντα διατάγματα κατά τον συνήγορο, είναι τύπου Mareva και απαιτείται να καταδειχτεί ότι οι αιτήτριες κατέχουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ως καταπιστευματοδόχοι του εναγόμενου 2 κάτι προφανώς παράλογο και χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο, αφού καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε προς αυτή τη κατεύθυνση. Στην ουσία, το μόνο στοιχείο που έχει προσφερθεί είναι ότι οι αιτήτριες εταιρείες έχουν ως απόμακρο τελικό δικαιούχο τους τον εναγόμενο 2, πράγμα που είναι λανθασμένο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αρκετό για να επιτρέψει δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των αιτητριών. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση ότι οι αιτήτριες αποτελούν εταιρείες που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό και προς όφελος του εναγόμενου 2 ή ότι ο εναγόμενος 2 έχει μεταβιβάσει προσωπικά του περιουσιακά στοιχεία σε αυτές για να αποφύγει την ικανοποίηση οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης τυχόν εκδοθεί εναντίον του. Επίσης, δεν έχει προσκομιστεί από την ενάγουσα οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδηλώνει ότι υπάρχει καλός λόγος να υποτεθεί ότι ο εναγόμενος 2 ασκεί άμεσο ή ουσιαστικό έλεγχο στα περιουσιακά στοιχεία των αιτητριών ώστε αυτές να μπορούν να θεωρηθούν ως εναγόμενες τύπου Chabra. Αντιθέτως, η βάση στην οποία στηρίχτηκε η έκδοση του διατάγματος εναντίον των αιτητριών ήταν, όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 45 της ενδιάμεσης απόφασης, η παράληψη τους να αιτηθούν σε συντομότερο στάδιο την παρέμβασή τους στη διαδικασία και να ζητήσουν άδεια του Δικαστηρίου για να ενστούν στην οριστικοποίηση του διατάγματος Όμως κατά τον συνήγορο, οι αιτήτριες αποτελούν ανεξάρτητες νομικές οντότητες που διενεργούν τις δικές του επιχειρηματικές δραστηριότητες και τα περιουσιακά τους στοιχεία δε μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον του εναγόμενου
  5. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι παρά το ότι πρόεδρος και τελικός δικαιούχος του ομίλου Delo είναι ο εναγόμενος 2, είναι ξεκάθαρο ότι ο εν λόγω όμιλος δεν λειτουργεί απλά ώστε να κατέχει περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό του εναγόμενου 2 αλλά ως συγκρότημα εταιρειών καθώς απασχολεί τεράστιο αριθμό εργοδοτουμένων, προβαίνει σε συναλλαγές με τρίτους, έχει πιστωτές και διενεργεί γνήσιες επιχειρηματικές δραστηριότητες ως συγκρότημα. Είναι πρόδηλο κατά τον συνήγορο ότι ο όμιλος Delo δεν αποτελεί απλά ένα προσωπείο πίσω από το οποίο ο εναγόμενος 2 κρύβει ή κατέχει τα περιουσιακά του στοιχεία, αλλά αντιθέτως ο όμιλος καθώς και οι εταιρείες που τον απαρτίζουν, διενεργούν αυθεντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, μεγάλου μάλιστα βεληνεκούς στον συγκεκριμένο εμπορικό τομέα που ασχολούνται. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι ακόμη και εάν υπονοείται ότι υπάρχει σύνδεση των αιτητριών με τον εναγόμενο 2 ή κάποιος έλεγχος τους από αυτόν, η ενάγουσα θα έπρεπε να καταδείξει ότι οι αιτήτριες κατέχουν περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό του εναγόμενου 2 ή ότι συγκεκριμένα περιουσιακά τους στοιχεία ελέγχονται από αυτόν ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για εξόφληση της οφειλής του προκειμένου να εξασφαλίσουν διάταγμα Chabra. Απλός μετοχικός «έλεγχος» δεν αρκεί καθώς δε συνεπάγεται απαραίτητα ότι η εταιρεία κατέχει περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό του μετόχου της και ή ότι αυτά δύναται να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον του. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 δεν ασκεί περισσότερο έλεγχο από αυτόν που συνήθως ασκείται από έναν έμμεσο μεγαλομέτοχο. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία των αιτητριών θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα προς ικανοποίηση της τυχόν απόφασης που μπορεί να εκδοθεί εναντίον του εναγόμενου 2, στα πλαίσια της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν παγοποιηθεί δεν ανήκουν στον εναγόμενο 2 για να τα χρησιμοποιεί όπως εκείνος επιθυμεί αλλά είναι περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στις εταιρείες που τα κατέχουν και που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ενός ομίλου εταιρειών που αποδεδειγμένα δραστηριοποιείται ενεργά στην Ρωσία. Ο εναγόμενος 2, αποτελεί απλά τον μέτοχο που κατέχει τις μετοχές στην μητρική εταιρεία του ομίλου ως εκ τούτου δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας που να δικαιολογούν την παγοποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων των αιτητριών, ακρωτηριάζοντας με αυτό τον τρόπο, τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους ως μια μορφή έκνομης εξασφάλισης προς όφελος της ενάγουσας. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 2 κατέχει προσωπικά περιουσιακά στοιχεία μεγάλης χρηματικής αξίας που υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό της απαίτησης και τα οποία έχουν παγοποιηθεί από τις πρόνοιες του διατάγματος. Έγινε συγκεκριμένα αναφορά στην κατοχή από τον εναγόμενο 2, του συνόλου των μετοχών στην εταιρεία Deloports Ltd, 10% του οποίου είχε αρχικά πωληθεί από την ενάγουσα στην εναγόμενη 1, δυνάμει της συμφωνίας πώλησης μετόχων ημ. 22/6/
  6. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος 2 έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον του και ότι οι αιτήτριες δεν ελέγχονται σε ουσιαστικό βαθμό από τον εναγόμενο 2, δεν δικαιολογείται κατά τον συνήγορο, η παγοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων ως εξασφάλιση της απαίτησης εναντίον του ίδιου του εναγομένου
  7. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην δραστικότητα των επίδικων διαταγμάτων που επηρεάζουν κατά την κρίση του, την εύρυθμη λειτουργία των αιτητριών. Επεσήμανε ότι τα διατάγματα δεν περιορίζονται μόνον στη δέσμευση της περιουσίας των αιτητριών, άλλα απαγορεύουν περαιτέρω στις αιτήτριες από το να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή στο μετοχικό τους κεφάλαιο και/ή στην μετοχική τους δομή και/ή στην σύνθεση του διοικητικού τους συμβουλίου μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Πρόκειται κατά τον συνήγορο για δραστικά διατάγματα, καθώς αυτό ξεφεύγουν του απαιτούμενου εύρους που χρειάζεται υπό τις περιστάσεις. Τα διατάγματα αδικαιολόγητα απαγορεύουν στις αιτήτριες από το να λαμβάνουν μέτρα και να ρυθμίζουν τις εργασίες τους με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους. Η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων ή η επιβολή περιοριστικών όρων σε βαθμό που δυσχεραίνει την εργασία μιας εταιρείας θα πρέπει να αποτελέσει κατά τον συνήγορο, λόγο ακύρωσης του διατάγματος καθώς η ίδια η βιωσιμότητα της εταιρείας, καθίσταται ακροσφαλής. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα υπό κρίση διατάγματα θα πρέπει να παραμεριστούν και λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από την ενάγουσα. Η ενάγουσα συμπεριέλαβε κατά τον συνήγορο τις αιτήτριες στην μονομερής αίτηση όχι καλόπιστα επειδή πίστευε ότι έτσι θα διασφαλιζόταν η ικανοποίηση πιθανής απόφασης υπέρ της αλλά για αλλότριους σκοπούς. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα πρόσθεσε τις αιτήτριες στο αιτητικό του διατάγματος με σκοπό να ακρωτηριάσει τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και τα επενδυτικά τους σχέδια και να ασκήσει με αθέμιτο τρόπο πίεση στον εναγόμενο 2 ώστε να παύσει να αμφισβητεί την εγκυρότητα της συμφωνίας εγγύησης και αγοραπωλησίας μετοχών. Τα πιο πάνω, αποτελούν επαρκείς λόγους κατά τον συνήγορο ώστε το Δικαστήριο να ακυρώσει το υπό κρίση διάταγμα, στον βαθμό που αυτό επηρεάζει τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα των αιτητριών. Η θέση της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι στο παράρτημα Α των ενδιάμεσων διαταγμάτων, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία το οποία δεν κατέχονται άμεσα από τον εναγόμενο 2, και τα οποία αποτελούνται από επενδύσεις που έγιναν στο όνομα της συζύγου του στη Κύπρο και από αριθμό εταιρειών του ομίλου εταιρειών Delo Group, ιδιοκτήτης και ιδρυτής του οποίου, είναι ο εναγόμενος
  8. Ο συνήγορος επεσήμανε ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα αποτελούνται από απαγορευτικά διατάγματα τύπου Mareva, τα οποία στρέφονται προσωπικά εναντίον του εναγομένου 2 μόνον, ενώ οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τρίτων προσώπων που αναφέρονται ρητά στα διατάγματα, καλύπτονται ως περιουσιακά στοιχεία που δικαιωματικά ανήκουν ή ελέγχονται ουσιαστικά από τον εναγόμενο
  9. Ο συνήγορος ανέφερε ότι περί τις 28/11/16 και μετά που ο εναγόμενος 2 απέτυχε να παραμερίσει τα διατάγματα στα πλαίσια της ακρόασης οριστικοποίησης τους, για πρώτη φορά καταχωρήθηκαν 3 πανομοιότυπες αιτήσεις από τρίτα πρόσωπα για παρέμβαση στην διαδικασία, προκειμένου να αιτηθούν εξαίρεση περιουσιακών στοιχείων επ' ονόματι τους από την εμβέλεια των διαταγμάτων. Οι αιτήτριες στις εν λόγω αιτήσεις, ενεργούν κατά τον συνήγορο εξόφθαλμα, στη βάση οδηγιών και σε συνεργασία με τον εναγόμενο 2, με μοναδικό σκοπό να δοθεί στον εναγόμενο 2 μια δεύτερη ευκαιρία για να ελευθερώσει τα περιουσιακά του στοιχεία από την εμβέλεια των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης ότι τόσον η σύζυγος του εναγόμενου 2 Olga Shishkareva, όσον και οι εταιρείες DCP και η Atokosa, εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου την 4/8/2016 που ήταν επιστρεπτέα τα μονομερή ενδιάμεσα διατάγματα μέσω δικηγόρων και επιφύλαξαν τα δικαιώματα των να παρέμβουν σε μεταγενέστερο στάδιο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι το ζήτημα της εξαίρεσης από την εμβέλεια των διαταγμάτων, των περιουσιακών στοιχείων που δεν είναι επ' ονόματι του εναγόμενου 2, έχει εγερθεί και κριθεί από το Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση του για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων ημερομηνίας 18/10/16 (σελίδες 41 μέχρι 45 σχετικής απόφασης). Το ίδιο ζήτημα τέθηκε και στην έφεση του εναγομένου 2 εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεση απόφασης για οριστικοποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων στα πλαίσια του 2ου λόγου έφεσης (τεκμ. 4 στην ένσταση). Ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι το γεγονός ότι οι τρεις αιτήσεις παρέμβασης που καταχωρήθηκαν την ίδια ημέρα είναι πανομοιότυπες, καταδεικνύει ότι αυτές έγιναν σε συνεργασία με τον εναγόμενο
  10. Ο εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση της ένστασης του στην διαδικασία ενδιάμεσων διαταγμάτων, παραδέχεται ότι ενεργεί σε συνεργασία με την Olga Shishkareva καθώς επίσης και ότι οι εταιρείες του ομίλου Delo Group, του ανήκουν και τελούν υπό τον έλεγχο του. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το ευρύτερο δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης, καταδεικνύει επίσης ότι ο εναγόμενος 2 σε αρκετές περιπτώσεις, έχει χρησιμοποιήσει τη σύζυγο του Olga Shishkareva και τις εταιρείες του ομίλου Delo Group (ήτοι την Utterlan, DCP και Atokosa), με σκοπό να εξασφαλίσει δικονομικά πλεονεκτήματα και να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς την ενάγουσα. Ο συνήγορος έκανε επί του προκειμένου αναφορά σε καταχώρηση αγωγών από την Olga Shishkareva και εταιρείες του ομίλου για ακύρωση της σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών και της συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης, λόγω κατ' ισχυρισμόν απάτης και ψευδών παραστάσεων σε σχέση με την αξία των μετοχών και ένεκα του ότι δεν λήφθηκε η ρητή συγκατάθεση της Olga Shishkareva ως συζύγου του εναγόμενου
  11. Η πιο πάνω καταχρηστική συμπεριφορά του εναγομένου 2, επισημαίνεται κατά τον συνήγορο και από το Δικαστήριο στην απόφαση του ημερομηνίας 18.10.
  12. Στην συνέχεια παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα τύπου Chabra. Ισχυρίστηκε ότι με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του, το Δικαστήριο απέρριψε κατά την οριστικοποίηση του διατάγματος, παρόμοιους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 με αυτούς που προβάλλουν οι αιτήτριες στην παρούσα. Συγκεκριμένα απορρίφθηκε ισχυρισμός ότι τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τις αιτήτριες και την σύζυγο του εναγομένου 2 δεν του ανήκαν και δεν ελέγχονται ουσιαστικά από αυτόν και ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης εκδοθεί εναντίον του στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο αφού ανέλυσε την σχετική νομολογία επί του θέματος και έχοντας υπόψη τις δύο ένορκες δηλώσεις Pankov που συνοδεύουν την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, αναφέρει στις σελίδες 41-45 της απόφασης του ότι τέθηκε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ανήκουν και ελέγχονται από τον εναγόμενο
  13. Επιπλέον, σημείωσε ότι κανένα πρόσωπο δεν έχει αιτηθεί την εξαίρεση των περιουσιακών του στοιχείων από τα διατάγματα, εκτός από τον ίδιο τον εναγόμενο
  14. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα αιτούμενα διατάγματα μπορούν να επεκτείνονται στα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία των αιτητριών, κάτω από την δικαιοδοσία τύπου Chabra. Σε περίπτωση που τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία όντως ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα, αυτά πρέπει να αιτηθούν την εξαίρεση τους από τα διατάγματα, παραθέτοντας στοιχεία που να αποδεικνύουν την απόλυτη κυριότητα τους επί της εν λόγω περιουσίας. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ανέφερε ότι το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 7.6.17, έδωσε άδεια στις αιτήτριες να παρέμβουν με σκοπό να ζητήσουν την εξαίρεση τους από τα υπό κρίση διατάγματα. Επεσήμανε όμως ότι το Δικαστήριο δεν έχει παραχωρήσει άδεια παρέμβασης στις αιτήτριες για να αιτηθούν ακύρωση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να αποδείξουν ότι τα υπό κρίση περιουσιακά τους στοιχεία δεν ελέγχονται από τον εναγόμενο
  15. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει περιοριστικά το ζήτημα κατά πόσον με βάσει το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του, δικαιολογείται η ακύρωση ή η τροποποίηση των ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Ο συνήγορος επανέλαβε ότι η ενάγουσα παρουσίασε αποδεικτικό υλικό, σύμφωνα με το οποίο τα υπό κρίση περιουσιακά στοιχεία των αιτητριών ελέγχονται πλήρως από τον εναγόμενο
  16. Έγινε παραπομπή σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης Pankov που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Τις θέσεις αυτές, αποδέχθηκε το Δικαστήριο κατά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του για οριστικοποίηση των διαταγμάτων ημερομηνίας 18/10/
  17. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιεί μια αλυσίδα υπεράκτιων εταιρειών καθώς και μέλη της οικογένειάς του, προκειμένου να έχουν στο όνομα τους περιουσιακά του στοιχεία για να συγκαλύψει το εύρος της περιουσίας του με σκοπό την παραπλάνηση πιθανών πιστωτών του. Δεδομένου δε ότι έχει απογυμνώσει τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 1, είναι πιθανό ότι θα επιδιώξει να λάβει περαιτέρω μέτρα για να μεταβιβάσει όλη την περιουσία των αιτητριών, η οποία του ανήκει και ελέγχεται πλήρως από αυτόν. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύονται κατά τον συνήγορο και από την ΕΔ Babintsev που συνοδεύει την ένσταση της ενάγουσας στην παρούσα αίτηση και η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί από και τις αιτήτριες. Ιδιαίτερα η αιτήτρια DCP Holdings Ltd, είναι κατά τον συνήγορο ένα όχημα ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicle) που έγινε για να υλοποιήσει συγκεκριμένη συμφωνία και ο αποκλειστικός σκοπός της είναι η κατοχή των μετοχών στην KSK και δεν έχει οποιανδήποτε άλλη εργασία ή δραστηριότητα. Ο κ. Pankov ενήργησε κατά την περίοδο 2013-2015 ως Πρόεδρος στην αιτήτρια DCP Holdings Ltd και ένας από τους Διευθυντές και Γενικός Διευθυντής αυτής (και ως Διευθύνοντας Σύμβουλος της Deloport Ltd (βλέπε παράγραφο 44 (i) της ΕΔ Babintsev). Ο ίδιος ο κ. Pankov πληροφόρησε τον κ. Babintsev ότι όταν ενεργούσε ως Διευθυντής, Γενικός Διευθυντής και Πρόεδρος της DCP, ακολουθούσε και εκτελούσε αποκλειστικά τις οδηγίες του εναγόμενου
  18. Το ίδιο έκανε ο κ. Pankov και όταν ενεργούσε ως Διευθύνοντας Σύμβουλος της Deloport κατά την περίοδο 2013-2015 και εκτελούσε αποκλειστικά τις οδηγίες του εναγόμενου 2 (βλ. παράγραφο 44 (e) και (f) της ΕΔ Babintsev). Σε σχέση με την αιτήτρια Atokosa, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι από το μαρτυρικό υλικό, προκύπτει ότι είναι μια εταιρεία που σκοπός της είναι να κατέχει τις μετοχές της Ρωσικής Nutep και δεν ασκεί καμία δραστηριότητα ή εργασία, δεν έχει προσωπικό, και ο διευθυντής της, είναι μια εταιρεία υπηρεσιών που ανήκει σε κυπριακό δικηγορικό γραφείο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα παρουσίασε μαρτυρία ικανοποιητική για να αποδείξει ότι υπάρχει καλός λόγος για να υποτεθεί (good reason to suppose) ότι τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν δεσμευθεί ανήκουν δικαιωματικά στον εναγόμενο 2 και ελέγχονται ουσιαστικά από αυτόν. Σε αντίθεση, οι αιτήτριες δεν παρουσίασαν κατά τον συνήγορο κανένα αποδεικτικό υλικό που να καταδεικνύει την θέση τους ότι είναι ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα. Το τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στην ΕΔ Ηρακλέους είναι κατά τον συνήγορο οι ενοποιημένες εκθέσεις (Consolidated Statements) της DCP και περιλαμβάνει και τα οικονομικά δεδομένα της Ρωσικής θυγατρικής αυτής, ήτοι της KSK που εξασκεί εργασίες και έχει προσωπικό. Όλα τα δεδομένα που καταγράφονται στις εν λόγω ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της DCP αφορούν σύμφωνα με τον συνήγορο την KSK και όχι την DCP όπως παραπλανητικά ισχυρίζεται ο κ. Ηρακλέους (βλέπε παράγραφο 48 (d) της ΕΔ Babintsev). Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι με βάσει τα γεγονότα που παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση των διαταγμάτων τύπου Chabra. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.48 Θ.8
(4)των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει εκδοθέν διάταγμα μετά από αίτηση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Η εν λόγω διάταξη έχει ως ακολούθως: «Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» Στην υπόθεση Κουή v. Χριστοδούλου
(2010)1 ΑΑΔ 401 λέχθηκε ότι ο όρος «any person» (οποιοδήποτε πρόσωπο) στην Δ.48, Θ.8
(4)δεν καλύπτει πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διάδικοι σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά (βλ. επίσης Heli-Air (Egypt) J.S.C. v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234). Στην υπόθεση Brainpedia Holdings Ltd
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1713 διευκρινίσθηκε, ότι τα αποφασισθέντα στην Κουή v. Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν καταργούν τη δυνατότητα παρέμβασης στη διαδικασία. Απλά, για την υποβολή αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, τίθεται ως προϋπόθεση, η προηγούμενη υποβολή αίτησης συνένωσης του προσώπου που ισχυρίζεται ότι επηρεάζονται τα συμφέροντά του. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Richard Harazim Πολ.ECLI:CY:AD:2016:D552, Αίτ.140/2016 ημ. 15.12.2016, έγινε ανασκόπηση της νομολογίας που ερμηνεύει την Δ.48, θ.8
(4). Επισημάνθηκε ότι η απόφαση Heli-Air (ανωτέρω) έθεσε το θέμα υπό μια γενικότητα και ταυτόχρονα φαίνεται να περιόρισε το ζήτημα της ανάγκης παρέμβασης από τρίτο διά συνένωσης του στην αγωγή, στο ότι εκεί η βάση της αγωγής ήταν η ιδιοκτησία του αντικειμένου που αφορούσε ευθέως και το ενδιάμεσο διάταγμα που δόθηκε. Επιπλέον, η υπόθεση Κουή (ανωτέρω) αφορούσε ιδιάζοντα περιστατικά όπου κρίθηκε ότι η μητέρα του εναγομένου δεν αντιπροσώπευε τον εναγόμενο υιό της και έτσι δεν εμποδιζόταν η αποξένωση ή άλλως πως μεταχείριση περιουσιακών στοιχείων. Στην πιο πάνω υπόθεση Richard Harazim, έγινε επίσης αναφορά και στην υπόθεση ABP Holdings Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 557, η οποία διακρίθηκε από την Heli -Air (ανωτέρω). Επισημάνθηκε εκεί ότι η ερμηνεία που δόθηκε άφηνε περιθώρια για εξαιρέσεις. Και ότι πέραν των διαφορετικών γεγονότων, οι λέξεις «all persons affected» στην Δ.48 Θ.3, και «any person» στην Δ.48 Θ.4, δεν σημαίνουν μόνο το διάδικο στην αγωγή. Μπορεί επομένως να συναχθεί ότι και οι λέξεις «any person» στη Δ.48 θ.8
(4), δεν περιορίζονται μόνο στους διαδίκους και ότι αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη θα χρησιμοποιούσε την λέξη «party» ή θα επέβαλλε τη δικονομική αναγκαιότητα συνένωσης στην αγωγή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που επηρεάζεται από διάταγμα. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση Richard Harazim (ανωτέρω), η μέχρι τότε νομολογία αφορούσε ιδιάζοντα γεγονότα και εφαρμοζόταν σε άτομα που δεν είχαν ιδιαίτερο συμφέρον στην υπόθεση. Όμως, είναι σαφές ότι το λεκτικό της Δ.48 Θ.8
(4), δίδει δικαίωμα σε οποιοδήποτε άτομο επηρεάζεται από το διάταγμα να αποταθεί για ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Από όλα τα ανωτέρω συνάγονται τα εξής: Η ερμηνεία που δόθηκε στη Δ.48 θ.8
(4), αφορούσε ιδιάζοντα γεγονότα και εφαρμοζόταν σε άτομα που δεν είχαν ιδιαίτερο συμφέρον στην υπόθεση. Το λεκτικό της Δ.48 θ.8
(4), καθιστά σαφές ότι οποιοδήποτε πρόσωπο επηρεάζεται από διάταγμα μπορεί να αποταθεί για την ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Ακόμη και να περιορίζεται η ερμηνεία από την ανάγκη να προηγηθεί αίτηση για συνένωση, που κατά την άποψη του Δικαστηρίου, θα ήταν μέτρο αχρείαστο στα δεδομένα της πρωτόδικης διαφοράς, και πάλι η Δ.48 θ.8
(4), προσφέρεται ως εναλλακτικό ένδικο μέσο. » Λέχθηκε ως εκ τούτου ότι η προηγούμενη συνένωση του αιτητή ως διαδίκου όχι μόνον αναγκαία δεν είναι αλλά αντιθέτως κανένα σκοπό δεν εξυπηρετεί παρά μόνο την διαιώνιση της διαφοράς, την επιμήκυνση της εκκρεμοδικίας και την περιπλοκή στη διαδικασία ενώ το μόνο που ενδιαφέρει το τρίτο πρόσωπο είναι ο επηρεασμός των δικών του συμφερόντων και πολύ λίγο ή καθόλου δεν επιθυμεί να εμπλακεί στη διαφορά των διαδίκων. Στην ίδια απόφαση Richard Harazim (ανωτέρω), λέχθηκε ότι η αίτηση δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4)μπορεί να καταχωρηθεί και μετά την οριστικοποίηση του διατάγματος. Τέλος σύμφωνα με την υπόθεση Igor Zhigachov κα
(2013)1 Α.Α.Δ 133, αιτήσεις δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4)πρέπει να γίνονται δια κλήσεως και όχι μονομερώς. Πέραν των πιο πάνω διαδικαστικών προϋποθέσεων, για να διαταχθεί επί της ουσίας ακύρωση ή τροποποίηση του διατάγματος, το Δικαστήριο θα κρίνει στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας, τον βαθμό επηρεασμού του τρίτου προσώπου και κατά πόσον η αίτηση γίνεται καλόπιστα (βλ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 1η έκδοση, 2016, σελ.231). Αναφορικά με τα διατάγματα τύπου Chabra, η νομολογία αναγνωρίζει την δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα κατά προσώπου, εναντίον του οποίου δεν υπάρχει απαίτηση ή αγώγιμο δικαίωμα, εάν το πρόσωπο αυτό κατέχει και ελέγχει περιουσία εναγομένου, εναντίον του οποίου δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων. Η εν λόγω δικαιοδοσία έχει αναγνωρισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 A.A.Δ 201. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο μπορεί να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τρίτο πρόσωπο αλλά επί της ουσίας ελέγχονται και/ή αποτελούν περιουσία του εναγόμενου. Περαιτέρω στην υπόθεση Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926, λέχθηκε ότι υπάρχει δυνατότητα στα πλαίσια, να εκδοθούν ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικος, παρά το ότι δεν υπάρχει εναντίον του απευθείας αγώγιμο δικαίωμα, νοουμένου ότι η έκδοση διατάγματος είναι βοηθητική και παρεμπίπτουσα της αιτίας αγωγής του αιτητή εναντίον του εναγομένου. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%.» Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε λίγο αργότερα στην Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113 στην οποία τονίστηκαν τα εξής: «Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant'». Επιπλέον, στην πιο πάνω υπόθεση Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις αρχές που καθιέρωσε η αγγλική απόφαση SCF v. Masri [1985] 1 W.L.R 876. Σύμφωνα με αυτές, διάταγμα τύπου Chabra δεν πρέπει να στρέφεται εναντίον του τρίτου προσώπου ως να ήταν διάδικος, αλλά πρέπει να στρέφεται εναντίον του εναγόμενου ως διάδικου και να επεκτείνεται σε περιουσία που ευρίσκεται στα χέρια του τρίτου προσώπου ως καταπιστευματοδόχου για τον εναγόμενο, που είναι ο πραγματικός πραγματικό ιδιοκτήτης (beneficial owner), δεσμεύοντας το τρίτο πρόσωπο, εφόσον το διάταγμα επιδίδεται σε αυτό. Παρόλα αυτά, τα εν λόγω τρίτα πρόσωπα διατηρούν δυνάμει της Δ.48 Θ.8
(4), το δικαίωμα να αιτηθούν από το Δικαστήριο σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, την ακύρωση των διαταγμάτων που επηρεάζουν περιουσιακά στοιχεία που κατ' ισχυρισμό τους ανήκουν. Συμπεράσματα Ο αδελφός Δικαστής στην ενδιάμεση απόφαση του ημ. 18.10.16 για οριστικοποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων παγοποίησης, διευκρίνισε ότι έχει εξουσία να εκδώσει διατάγματα τύπου Chabra για δέσμευση περιουσίας τρίτων προσώπων, η οποία κατ' ισχυρισμό ανήκει στον εναγόμενο 2. Επεσήμανε όμως ταυτόχρονα ότι τα τρίτα αυτά πρόσωπα, έχουν δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για ακύρωση των διαταγμάτων δυνάμει της Δ.48 Θ.8
(4). Στην συνέχεια, δέχθηκε ότι με βάση την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του, η υπό κρίση περιουσία των αιτητριών, ανήκει και ελέγχεται δικαιωματικά από τον εναγόμενο
  1. Δεν ισχύει επί του προκειμένου η θέση των αιτητριών ότι συμπεριλήφθηκαν στα διατάγματα παγοποίησης από το Δικαστήριο επειδή απλά δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και δεν ζήτησαν την εξαίρεση τους από το διάταγμα. Είναι σαφές ότι το Δικαστήριο αφού αξιολόγησε το υλικό που τέθηκε ενώπιον του, δέχθηκε την θέση της ενάγουσας επί του θέματος και ειδικότερα τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Ε.Δ Pankov που συνοδεύει την αίτηση για τα διατάγματα παγοποίησης, ως προς τον απόλυτο έλεγχο των αιτητριών από τον εναγόμενο
  2. Το θέμα όμως δεν σταματά εκεί. Το ίδιο το Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του, αναφέρει ότι οι αιτήτριες έχουν στην συνέχεια δικαίωμα να ζητήσουν την ακύρωση των διαταγμάτων, παραθέτοντας νέα στοιχεία που να αποδεικνύουν την απόλυτη κυριότητα τους επί της υπό κρίση περιουσίας. Υπό τας περιστάσεις δεν ισχύουν ούτε οι θέσεις της ενάγουσας περί κωλύματος των αιτητριών λόγω δεδικασμένου να προωθήσουν την παρούσα αίτηση. Μπορεί το Δικαστήριο να αποφάνθηκε ότι οι αιτήτριες με βάση το υλικό που είχε ενώπιον του, κατέχονται και ελέγχονται από τον εναγόμενο 2, όμως άφησε ανοιχτό το θέμα, επισημαίνοντας ότι οι αιτήτριες θα μπορούσαν να ζητήσουν ακύρωση του διατάγματος αν προσκόμιζαν νέα στοιχεία που να αποδεικνύουν την απόλυτη κυριότητα τους στην εν λόγω περιουσία. Αυτό, προφανώς λόγω του ότι η οριστικοποίηση των διαταγμάτων, έγινε στην απουσία των αιτητριών παρά την αρχική εμφάνιση τους μέσω δικηγόρου με πρόθεση να παρέμβουν στην διαδικασία. Υποστηρίχθηκε βέβαια από τον συνήγορο της ενάγουσας ότι η επιλογή των αιτητριών να μην εμφανιστούν κατά το στάδιο οριστικοποίησης και εκδίκασης των προσωρινών διαταγμάτων, τους στερεί το δικαίωμα να καταχωρήσουν την παρούσα. Λέχθηκε επί του προκειμένου ότι η παρούσα αίτηση, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού δίνει μια δεύτερη ευκαιρία στον εναγόμενο 2 να αμφισβητήσει την συμπερίληψη της υπό κρίση περιουσίας στα προσωρινά διατάγματα, κάτι που ο εναγόμενος 2 έκανε χωρίς επιτυχία στην διαδικασία οριστικοποίησης των διαταγμάτων. Με όλο το σέβας δεν με βρίσκει σύμφωνο η πιο πάνω θέση. Η μη εμφάνιση των αιτητριών στην διαδικασία οριστικοποίησης δεν συνιστά από μόνη της κώλυμα ούτε τις εμποδίζει να ζητήσουν ακύρωση ή τροποποίηση των υπό κρίση διαταγμάτων δυνάμει της Δ.48 Θ.8
(4). Εν πάση περιπτώσει δεν εντοπίζω στην δικονομική συμπεριφορά των αιτητριών, κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί ισχυρισμό για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Αυτό, έχοντας πάντα βέβαια υπόψη, την ενδιάμεση απόφαση του αδελφού Δικαστή με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα επίδικα διατάγματα και με την οποία άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο στις αιτήτριες να ζητήσουν ακύρωση ή τροποποίηση τους, αλλά και την απόφαση αδελφής Δικαστού ημ. 7.6.17 με την οποία δόθηκε άδεια για παρέμβαση στην παρούσα διαδικασία με αποκλειστικό σκοπό την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού ή τροποποίησης των επιδίκων διαταγμάτων. Υπό τα περιστάσεις δεν θα συνιστούσε κατάχρηση, η λήψη ενδίκων μέτρων που το ίδιο το Δικαστήριο έδωσε άδεια να καταχωρηθούν. Επί της ουσίας του αιτήματος, συμφωνώ με την επισήμανση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 7.6.17, έδωσε άδεια στις αιτήτριες να παρέμβουν με σκοπό να ζητήσουν την εξαίρεση τους από τα υπό κρίση διατάγματα. Δεν παραχώρησε όμως άδεια παρέμβασης στις αιτήτριες για να αιτηθούν ακύρωση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να αποδείξουν ότι τα υπό κρίση περιουσιακά τους στοιχεία δεν ελέγχονται από τον εναγόμενο
  1. Ως εκ τούτου δεν θα εξεταστούν ισχυρισμοί για ακύρωση του διατάγματος λόγω εκπνοής του κλητηρίου για τον εναγόμενο
  2. Ο ισχυρισμός εξ' άλλου της μη επίδοσης αμφισβητείται από την ενάγουσα και δεν μπορεί να εξεταστεί αυτό το ζήτημα, στα πλαίσια της παρούσας. Για τους ιδίους λόγους δεν μπορεί να εξεταστεί και η θέση των αιτητριών περί δραστικότητας του διατάγματος και ότι η δεσμευθείσα περιουσία του εναγομένου 2, καλύπτει το ποσόν της απαίτησης με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η συμπερίληψη της περιουσίας των αιτητριών στα διατάγματα παγοποίησης. Τα ζητήματα αυτά εξετάστηκαν εξ' άλλου όταν το Δικαστήριο αποφάσισε την οριστικοποίησης των διαταγμάτων. Επαναλαμβάνεται ότι αντικείμενο της παρούσας αίτησης, είναι αποκλειστικά το κατά πόσον ορθά συμπεριλήφθηκαν στα επίδικα διατάγματα υπό την δικαιοδοσία τύπου Chabra οι αιτήτριες, ως εταιρείες τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων, ανήκουν και ελέγχονται από τον εναγόμενο
  3. Υπό τας περιστάσεις το κυρίαρχο στοιχείο που θα εξεταστεί ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι το κατά πόσον από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι αιτήτριες έχουν ανεξάρτητη επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι την απόλυτη κυριότητα και έλεγχο επί της περιουσίας τους, έχουν οι ίδιες και όχι ο εναγόμενος
  4. Επί του προκειμένου, οι αιτήτριες ανέφεραν στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι είναι ξεχωριστές νομικές οντότητες με δική τους επιχειρηματική δραστηριότητα και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η δέσμευση της περιουσίας τους αλλά ούτε και η παγοποίηση της εταιρικής τους δομής. Όμως πέραν των πιο πάνω γενικών ισχυρισμών δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Η παρουσίαση των ενοποιημένων εκθέσεων (Consolidated Statements) της DCP που περιλαμβάνει τα οικονομικά δεδομένα της ρωσικής θυγατρικής της εταιρείας KSK δεν αποδεικνύει τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αιτητριών. Αντιθέτως με την ένορκη δήλωση Babintsev που συνοδεύει την ένσταση, επιβεβαιώνονται και τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας επί του προκειμένου όπως είχαν αρχικά διατυπωθεί στην ένορκη δήλωση Pankov που συνοδεύει την αίτηση για τα συντηρητικά διατάγματα παγοποίησης. Παρουσιάστηκε με την ένορκη δήλωση Babintsev, συγκεκριμένη μαρτυρία ότι η αιτήτρια DCP Holdings Ltd είναι ένα όχημα ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicle) που έγινε για να υλοποιήσει συγκεκριμένη συμφωνία και ο αποκλειστικός σκοπός της είναι η κατοχή των μετοχών στην KSK και δεν έχει οποιανδήποτε άλλη εργασία ή δραστηριότητα. Σε σχέση με την αιτήτρια Atokosa, προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό ότι είναι μια εταιρεία που σκοπός της είναι να κατέχει τις μετοχές της Ρωσικής Nutep και δεν ασκεί καμία δραστηριότητα ή εργασία, δεν έχει προσωπικό και ο διευθυντής της, είναι μια εταιρεία υπηρεσιών που ανήκει σε κυπριακό δικηγορικό γραφείο. Επιπλέον, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση Babintsev που παραπέμπει σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και πρακτικές του εναγομένου 2, καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιεί τις αιτήτριες εταιρείες καθώς και μέλη της οικογένειάς του, προκειμένου να έχουν στο όνομα τους περιουσιακά του στοιχεία για να συγκαλύψει το εύρος της περιουσίας του με σκοπό την παραπλάνηση πιθανών πιστωτών του. Προσεκτική μελέτη όλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, καταδεικνύει ότι οι αιτήτριες δεν προσκόμισαν καμία ουσιαστική μαρτυρία που να αντικρούει αποφασιστικά τους πιο πάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας όπως τεκμηριώνονται στις ένορκες δηλώσεις Pankov και Babintsev. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις, οδηγούν αναπόφευκτα στην απόρριψη της παρούσας αίτησης για ακύρωση ή τροποποίηση των συντηρητικών διαταγμάτων που οριστικοποιήθηκαν με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 18.10.
  5. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητριών και υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.