← Κύπρος

PE Investments Limited ν. Noyex Capital Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 369/2015, 19/4/2018

PE Investments Limited ν. Noyex Capital Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 369/2015, 19/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A152 Αρ. Αίτησης: 369/2015 Αναφορικά με το άρθρο 9 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Και Αναφορικά με το άρθρο 35 του Κανονισμού 1215/2012/ΕΕ Και Αναφορικά με διαφορά η οποία θα επιλυθεί με διαιτησίες που θα καταχωρηθούν στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου, μεταξύ της PE Investments Limited (Ενάγουσας) και των

(1)Noyex Capital Limited,
(2)Dmitry Kolesnik,
(3)Yury Puchinkin,
(4)Starwell Enterprises Limited (Εναγομένων). Μεταξύ: PE Investments Limited, από την Κύπρο Αιτήτριας -και-
(1)Noyex Capital Limited, από την Κύπρο
(2)Dmitry Kolesnik, από την Ουκρανία
(3)Yury Puchinkin, από την Ουκρανία
(4)Starwell Enterprises Limited, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση από τον Dmitry Kolesnik καθ' ου η αίτηση 2 - αιτητή ημερ. 24.11.2017 για παραμερισμό επίδοσης αίτησης παρακοής Ημερομηνία: 19 Απριλίου 2018 Για καθ' ου η αίτηση 2 - αιτητή στην παρούσα: κος Χαρίλαος Βελάρης Για αιτήτρια - καθ' ης η αίτηση στην παρούσα: κος Αλέξανδρος Τσιρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διαφορές των διαδίκων εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA). Προς υποβοήθηση της εν λόγω διαιτητικής διαδικασίας, η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Γενική Αίτηση με την οποία ζητά την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση που βρίσκονται στην Κύπρο, μέχρι και του ποσού των US$43.200.000,00 (43 εκατομμυρίων και διακοσίων χιλιάδων Αμερικής). Επιπλέον, η αιτήτρια πέτυχε με μονομερή αίτηση στις 13.05.2015, προσωρινό διάταγμα με την οποίο μεταξύ άλλων διορίστηκε ενδιάμεσος παραλήπτης και παγοποιήθηκε η περιουσία του καθ' ου η αίτηση 2 Dmitry Kolesnik μέχρι το πιο πάνω ποσόν. Μετά από ακρόαση, το εν λόγω διάταγμα κατέστη οριστικό με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 19.1.2017 μέχρι πλήρους εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Με την ίδια απόφαση, εκδόθηκε επίσης διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 Dmitry Kolesnik. Το εν λόγω διάταγμα επιδόθηκε σύμφωνα με την αιτήτρια στον καθ' ου η αίτηση 2 μέσω του Ουκρανού δικηγόρου Κizenko Dmitro κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση. Ως αποτέλεσμα στις 6.6.2017, η αιτήτρια καταχώρησε αίτηση παρακοής εναντίον του καθ' ου η αίτηση
  1. Στην συνέχεια, η αιτήτρια πέτυχε την έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης της αίτησης παρακοής στον καθ' ου η αίτηση
  2. Συγκεκριμένα, διατάχθηκε όπως η αίτηση παρακοής και η σχετική μαρτυρική κλήση καθώς και άλλα σχετικά έγγραφα, επιδοθούν στον καθ' ου η αίτηση 2 μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών, στην δικηγορική εταιρεία Brown Rudnick LLP που τον εκπροσωπεί στην διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA). Πρόκειται συγκεκριμένα για διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου που εκκρεμεί μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα της διαιτητικής διαδικασίας για την υποβοήθηση της οποίας, καταχωρήθηκε η παρούσα Γενική Αίτηση. Τα υπό κρίση έγγραφα, επιδόθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο μαζί με πιστή μετάφραση τους στα Ουκρανικά και Αγγλικά. Πριν την πιο πάνω έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, είχε προηγηθεί η έκδοση παρόμοιου διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση των ιδίων εγγράφων στην Ουκρανία μέσω του Ουκρανού δικηγόρου Κizenko Dmitro. Η επίδοση αυτή δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί. Ο λόγος είναι σύμφωνα με τον κ. Κizenko, επειδή ο καθ' ου η αίτηση 2 έχει αλλάξει διεύθυνση η οποία δεν είναι γνωστή και σε 2 με 3 περιπτώσεις που εντοπίστηκε σε εξωτερικούς χώρους δεν ήταν δυνατή η επίδοση καθότι περιτριγυρίζεται από 5 με 6 σωματοφύλακες που δεν αφήνουν κανένα να τον προσεγγίσει. Είναι για αυτό τον λόγο που η αιτήτρια ζήτησε και πέτυχε την υπό κρίση υποκατάσταση επίδοση της αίτησης παρακοής στους Άγγλους δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση
  3. Σύμφωνα με την αιτήτρια, προσωπική επίδοση στον καθ' ου η αίτηση 2 δεν είναι δυνατή με κανένα απολύτως τρόπο για τους προαναφερθέντες λόγους. Η παρούσα αίτηση του καθ' ου η αίτηση 2 Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο καθ' ου η αίτηση 2, ζητά τα εξής: Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.11.2017 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ως άνω Πρωτογενούς Αίτησης και το οποίο επέτρεπε την υποκατάστατη επίδοσης της αίτησης παρακοής ημερ. 6.6.2017 και μαρτυρικής κλήσης ημερ.07.11.2017 στον καθ' ου η αίτηση 2 δια επίδοσης στους Άγγλους δικηγόρους Brown Rudnick LLP.
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η επίδοση της αίτησης παρακοής ημερ. 6.6.2017 και της μαρτυρικής κλήσης ημερ. 7.11.2017 που έγινε στους Άγγλους δικηγόρους Brown Rudnick LLP συνωδά του ως άνω διατάγματος ημερ. 2.11.
  5. Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η μαρτυρική κλήση ημερ. 07.11.2017 αφορώσα στον καθ' ου η αίτηση
  6. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το Νόμο 39/1962, στα άρθρα 8 και 11 της Συμφωνίας Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα που κυρώθηκε με το Νόμο 8(ΙΙΙ)/2005 στα άρθρα 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στις Δ.1 Θ2, Δ.2 Θ.2-3, Δ.5.Θ.7, Δ.5Α, Δ.6 ΘΘ.1-9, Δ.16 Θ.9, Δ.32, ΘΘ. 1-5 Δ.48 ΘΘ.1-13, Δ.51 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την αίτηση, τα γεγονότα που την στηρίζουν εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκη δήλωση δικηγόρου που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων του αιτητή. Σύμφωνα με αυτήν, ο αιτητής αρνείται ότι του έχει επιδοθεί το προσωρινό διάταγμα μέσω του Ουκρανού δικηγόρου Kizenko Dmitro. Όσον αφορά την αίτηση παρακοής, δέχεται ότι επιδόθηκε στους δικηγόρους του στην Αγγλία, οι οποίοι τον εκπροσωπούν στη διαιτητική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA). Ήταν όμως η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση σε παρόμοιου είδους διαδικασίες. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται υποκατάστατη επίδοση τέτοιων αιτήσεων, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε δικαστικές διαδικασίες επί ματαίω. Ούτως ή άλλως, οι Άγγλοι δικηγόροι ενημέρωσαν τους δικηγόρους της αιτήτριας, με επιστολή τους ημερ. 16.11.2017, ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένοι από τον καθ' ου η αίτηση 2 να παραλαμβάνουν εκ μέρους του οποιαδήποτε έγγραφα πέραν αυτών που αφορούν στη διαιτητική διαδικασία κι ως εκ τούτου δεν δέχονται επίδοση εκ μέρους του. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τον ομνύοντα, η υποκατάστατη επίδοση της μαρτυρικής κλήσης, παραβιάζει τη διμερή σύμβαση μεταξύ Κύπρου και Ουκρανίας. Η αιτήτρια δεν αναφέρει κανένα λόγο γιατί δεν προσπάθησε να επιδώσει τα έγγραφα που επιθυμούσε δια της κανονικής οδού που προνοείται από τη διμερή σύμβαση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει τέλος ότι ακόμη και στις περιπτώσεις που επιτρέπεται υποκατάστατη επίδοση, αυτή πρέπει να επιζητείται μόνο όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί επίδοση με τη συνήθη διαδικασία. Η ένσταση της αιτήτριας Η αιτήτρια καταχώρησε ένσταση στο αίτημα για παραμερισμό της υπό κρίση επίδοσης. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η επίδοση της αίτησης παρακοής και της μαρτυρικής κλήσης, έγιναν νομότυπα μετά από δικαστικό διάταγμα και όπως προτάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρεται επίσης ότι η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής δεν είναι ο μόνος πρόσφορος τρόπος επίδοσης. Αντιθέτως, επιτρέπεται η υποκατάστατη επίδοση κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Αναφέρεται επίσης ότι η επίδοση του προσωρινού διατάγματος έγινε κανονικά και νομότυπα και η αμφισβήτηση της επίδοσης του στο παρόν στάδιο δεν επιτρέπεται αφού το ζήτημα αυτό θα αποφασιστεί στα πλαίσια άλλης αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η διαιτητική διαδικασία και η παρούσα Γενική Αίτηση, είναι άμεσα συνδεδεμένες και θεωρούνται ως ενιαία διαδικασία ενώ δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η εξουσιοδότηση δικηγόρων να λαμβάνουν έγγραφα εκ μέρους διαδίκου όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου σε ισχύ. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η παρούσα αίτηση είναι ανυπόστατη και καταχρηστική και εν πάση περιπτώσει, επιβεβαιώνει ότι ο καθ' ου η αίτηση 2, έχει λάβει γνώση της αίτησης παρακοής και ότι ορθά το Δικαστήριο επέτρεψε την υποκατάστατο επίδοση της. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσον προφορικά όσον και με γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις πιο πάνω εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά τα επίδικα θέματα της παρούσας. Η θέση του καθ' ου η αίτηση 2 - αιτητή στην παρούσα. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση 2 στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη φύση της αστικής καταφρόνησης, η οποία χαρακτηρίστηκε από την νομολογία ως οιονεί ποινική διαδικασία. Στα πλαίσια αυτά, είναι αναγκαία η προσωπική επίδοση, τόσον του διατάγματος όσον και της αίτησης παρακοής. Η υποκατάστατη επίδοση αιτήσεων παρακοής σύμφωνα με τον συνήγορο, είναι ανεπίτρεπτη με βάση τα εν Κύπρω ισχύοντα θέσμια και την οικεία νομολογία. Περαιτέρω, η υποκατάσταση επίδοση στην παρούσα περίπτωση, πάσχει για ένα ακόμη επιπρόσθετο λόγο. Συγκεκριμένα, δεν επιδιώχθηκε αρχικά η επίδοση μέσω της κανονικής οδού, ήτοι μέσω της διαδικασίας που προνοεί η διμερής σύμβαση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ουκρανία. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι για να διαταχθεί υποκατάστατη επίδοση, θα πρέπει πρώτα να εξαντληθούν όλες οι προσπάθειες επίδοσης διαμέσου της κανονικής οδού, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο ώστε να διατάξει την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής με τον πιο πάνω τρόπο. Ανέφερε επί του προκειμένου ότι ψευδώς η αιτήτρια αναφέρει ότι επέδωσε το προσωρινό διάταγμα στον καθ' ου η αίτηση 2 στην πόλη Σεβεροντονέτσκ κι ότι αργότερα αυτός άλλαξε διεύθυνση. Κατά τον συνήγορο, ο καθ' ου η αίτηση 2 εγκατέλειψε την πόλη αυτή από το 2008, ήτοι πολύ πριν την ισχυριζόμενη επίδοση. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία η μη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, συνιστά κακοπιστία, προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου και δικαιολογεί την ακύρωση της επίδοσης που επετεύχθη με αυτόν τον τρόπο. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα πρέπει κατά τον συνήγορο να παραμερίσει το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στους Άγγλους Δικηγόρους. Επιπλέον θα πρέπει να παραμεριστεί και η επίδοση που επετεύχθη στην βάση του πιο πάνω διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Η θέση της αιτήτριας - καθ' ης η αίτηση στην παρούσα. Ο συνήγορος της αιτήτριας - καθ' ης η αίτηση στην παρούσα, στην δική του αγόρευση ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο καταχωρήθηκε η δεύτερη αίτηση υποκατάστατης επίδοσης στους Άγγλους Δικηγόρους, είναι γιατί η προσωπική επίδοση συμφώνα με το πρώτο διάταγμα στην Ουκρανία μέσω του Ουκρανού δικηγόρου Kizenko Dmitro, δεν έγινε κατορθωτή για τον λόγο ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 άλλαξε διεύθυνση. Επιπλέον ο κ. Kizenko κατάφερε να τον εντοπίσει σε 2 με 3 περιπτώσεις σε εξωτερικούς χώρους αλλά δεν κατάφερε να τον πλησιάζει καθότι περιτριγυρίζεται από 5 με 6 σωματοφύλακες που δεν αφήνουν κανένα να τον προσεγγίσει. Ο πιο πάνω τρόπος επίδοσης είναι κατά τον συνήγορο, ο μόνος πρόσφορος και σίγουρος τρόπος για να λάμβανε γνώση ο καθ' ου η αίτηση 2 της ύπαρξης και των συνεπειών που επισύρει η αίτηση παρακοής. Αυτό δεδομένου ότι οι εν λόγω Άγγλοι δικηγόροι, εκπροσωπούν τον καθ' ου η αίτηση 2 στην διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) που εκκρεμεί μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα της διαιτητικής διαδικασίας για την υποβοήθηση της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα Γενική Αίτηση. Ο συνήγορος παρέπεμψε στην Δ.48Α Θ.3 σύμφωνα με την οποία μια αίτηση παρακοής επιδίδεται στον καθ' ου η αίτηση προσωπικά «εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Με τον τρόπο αυτό, αφήνεται κατά τον συνήγορο ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει στον αιτητή να παρεκκλίνει από τον κανόνα της προσωπικής επίδοσης. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι δεν υπάρχει Κυπριακή νομολογία στο ζήτημα της χορήγησης άδειας για υποκατάστατη επίδοση αίτησης παρακοής. Επεσήμανε όμως ότι σε όλες τις υποθέσεις όπου τονίστηκε η σημασία της προσωπικής επίδοσης, αφορούσαν περιπτώσεις όπου δεν είχε δοθεί προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση. Παρ' όλα, αυτά ακόμη και σε εκείνες τις αποφάσεις το Δικαστήριο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο της παράκαμψης του κανόνα της προσωπικής επίδοσης. Ο συνήγορος παραπέμποντας σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι η υποκατάστατη επίδοση διατάγματος μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο αν είναι αντικειμενικά αδύνατη η επίδοση προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση ή αποδειχθεί σαφής πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να αποφύγει την επίδοση αλλά και την εκ του διατάγματος υποχρέωση του. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις υποκατάστατης επίδοσης επειδή όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι αντικειμενικά αδύνατη η προσωπική επίδοση στον καθ' ου η αίτηση 2 αφού αυτός έχει αλλάξει διεύθυνση που δεν είναι πλέον γνωστή στην αιτήτρια και επιπλέον συνοδεύεται από φρουρούς που δεν αφήνουν κανένα να τον πλησιάσει. Τα πιο πάνω, καταδεικνύουν κατά τον συνήγορο πως η ενέργεια του αυτή είναι σκόπιμη αφού γνωρίζει την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος και της αίτησης παρακοής. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αλλαγή διεύθυνσης καθίσταται δευτερεύον θέμα, από την στιγμή που ο καθ' ου η αίτηση 2 εντοπίστηκε στην Ουκρανία αλλά ο δικηγόρος Κίζενκο, απέτυχε να του επιδώσει προσωπικά την αίτηση αφού οι φρουροί δεν επιτρέπουν σε κανένα να τον πλησιάσει.. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι εάν οι Θεσμοί μας ήθελαν αποκλειστικά προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής θα ανέφεραν ότι τέτοια αίτηση πρέπει να επιδίδεται «αποκλειστικά προσωπικά» και δεν θα υπήρχε πρόνοια για διαφορετικό τρόπο επίδοσης «εάν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Η έλλειψη κυπριακής νομολογίας επί του θέματος δεν καθιστά την πιο πάνω δικονομική πρόνοια ανενεργή. Ο συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου σε αγγλική νομολογία όπου καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης του κανόνα προσωπικής επίδοσης σε αίτηση παρακοής. Η κύρια περίπτωση κατά τον συνήγορο που η αγγλική νομολογία καθορίζει ότι μπορεί να επιτραπεί υποκατάστατη επίδοση της αίτησης είναι όταν, ενώ έχει γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια εκ μέρους του αιτητή για προσωπική επίδοση, τέτοια επίδοση δεν είναι δυνατή ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση αποφεύγει την επίδοση. Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια έχει κατά τον συνήγορο καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιδώσει προσωπικά την αίτηση παρακοής στον καθ' ου η αίτηση 2 αλλά τέτοια επίδοση δεν κατέστη δυνατή αφού αυτός φρουρείται και δεν αφήνει κανένα να τον πλησιάσει, πόσο μάλλον να του επιδώσει προσωπικά την αίτηση παρακοής ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. Ο συνήγορος ανέφερε ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία θα ήταν αδιανόητο και σε αντίθεση με την κοινή λογική και δικαιοσύνη, ένα πρόσωπο που έχει παρακούσει σε ένα διάταγμα να έχει την δυνατότητα να αποφύγει τις συνέπειες μιας αίτησης παρακοής, απλά και μόνο αποφεύγοντας την επίδοση σε αυτόν προσωπικά τέτοιας αίτησης. Είναι χαρακτηριστικό κατά τον συνήγορο ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 έχει λάβει γνώση της αίτησης παρακοής αλλά και του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε εναντίον του αφού εμφανίστηκε με δικηγόρο και επιδιώκει τον παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών στην παρούσα αίτηση, ρητά δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον καθ' ου η αίτηση 2 να προβεί στην ένορκο δήλωση. Ήταν η τελική θέση του συνηγόρου ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, ο καθ' ου η αίτηση 2 θα καταχράται τις πρόνοιες της Δ.42, θ.3
(2)εις βάρος της αιτήτριας, η οποία κατάφερε να καταστήσει οριστικό το ενδιάμεσο διάταγμα και να εκδώσει περαιτέρω διατάγματα τα οποία δεν είχαν εκδοθεί με την μονομερή αίτηση. Σε αυτήν την περίπτωση, ο καθ' ου η αίτηση 2 θα συνεχίζει να αποφεύγει τις υποχρεώσεις του και τις συνέπειες της παράβασης του ενδιάμεσου διατάγματος μόνο και μόνο με το να κρύβεται και να μην δέχεται επίδοση σε αυτόν της αίτησης παρακοής. Σε αντίθετη περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση 2 θα κληθεί να λογοδοτήσει για την παρακοή του χωρίς να έχει υποστεί οποιαδήποτε αδικία αφού έχει λάβει γνώση και εμφανίζεται με δικηγόρο ενώ η απόφαση του Δικαστηρίου θα είναι πλήρως συμμορφούμενη με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Συμπεράσματα Η διαταγή για υποκατάστατη επίδοση, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό υποκατάστατης επίδοσης, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσον τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το σχετικό διάταγμα, όσο και η δικαιοδοτική του βάση (βλ. S.P.P. Projects Ltd v Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762). Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση 2, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι το Δικαστήριο παραπλανήθηκε γιατί υποστηρίχθηκε από την αιτήτρια ότι έγινε προσωπική επίδοση του προσωρινού διατάγματος. Ανέφερε μάλιστα ότι η υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής θα πρέπει να ακυρωθεί για μόνο αυτόν τον λόγο λόγω απόκρυψης από την αιτήτρια των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Υπάρχει σαφώς διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς το κατά πόσον έγινε προσωπική επίδοση του συντηρητικού διατάγματος στον καθ' ου η αίτηση 2 στην Ουκρανία. Το ζήτημα όμως αυτό δεν θα αποφασιστεί στο παρόν στάδιο αλλά κατά την ακρόαση της ουσίας της αίτησης παρακοής. Υπό τας περιστάσεις δεν μπορεί να καταλογιστεί στην αιτήτρια απόκρυψη ενός γεγονότος με το οποίο διαφωνεί. Δεν ισχύουν ως εκ τούτου στην παρούσα, οι αρχές της μη αποκάλυψης όπως καθορίστηκαν από την νομολογία ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης για μόνον αυτό τον λόγο. Αναφορικά με την επίδοση σε δικηγόρο, ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση 2 στην αγόρευση του δεν αμφισβήτησε την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει υποκατάστατη επίδοση σε δικηγόρο διαδίκου. Αυτό που προέβαλε, είναι ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων παρακοής δεν παρέχεται ευχέρεια για υποκατάστατη επίδοση αφού σύμφωνα με την νομολογία, η επίδοση τόσον της αίτησης όσον και του σχετικού διατάγματος θα πρέπει να είναι προσωπική. Προέβαλε επίσης την θέση ότι η επίδοση θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί οι Άγγλοι δικηγόροι δεν είχαν εξουσιοδότηση από τον καθ' ου η αίτηση 2 να παραλάβουν οποιοδήποτε έγγραφο και ειδικά την υπό κρίση αίτηση παρακοής. Ανεξαρτήτως τούτου, είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο μας η υποκατάστατη επίδοση σε δικηγόρο διάδικου. Στην υπόθεση Κarim v. Κονιδάρη
(1994)1 ΑΑΔ 36, λέχθηκε ότι το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσον ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου. Έγινε επίσης παραπομπή στην υπόθεση Αrmitage v. Fitzwilliam and Others, 1875 W.N. 238 όπου εγκρίθηκε ως μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον δικηγόρο του εναγομένου. Η επίδοση δικαστικών εγγράφων σε δικηγόρο εξετάστηκε σε έκταση από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην αίτηση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari & Prohibition αρ.152/2015 Σωτήρη Πίττα ημ.18.11.
  1. Λέχθηκε ότι η επίδοση σε δικηγόρο στην Κύπρο γίνεται ως υποκατάστατη επίδοση με βάση την Δ.5 & Δ.5Α, σε αντίθεση με την ακολουθούμενη πρακτική στην Αγγλία όπου το θέμα αυτό, ρυθμίζεται από ειδικό κανονιστικό πλαίσιο. Στην πιο πάνω απόφαση Σωτήρη Πίττα, λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Στην Κύπρο, όπως άλλωστε έχει αναφερθεί και από τον ευπαίδευτο συνήγορο, δεν υπάρχει διαδικαστικός κανονισμός που να ρυθμίζει θέμα επίδοσης σε δικηγόρο. Η επίδοση σε δικηγόρο γίνεται όπως θα γινόταν εναντίον οποιουδήποτε τρίτου προσώπου μέσω του οποίου, κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα, το κλητήριο ένταλμα θα μπορούσε να τεθεί υπόψη του εναγομένου. Επί του προκειμένου, ο ενάγων στήριξε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, μεταξύ άλλων, στο ότι ο αιτητής μετά την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναντίον των εναγομένων 2, 3, 4 και 5, απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους των εναγόντων, με την οποία τους πληροφορούσε ότι θα εμφανιζόταν εκ μέρους των εν λόγω εναγομένων κατά την ημερομηνία που ήταν επιστρεπτέο το ενδιάμεσο διάταγμα, πράγμα που έπραξε. Καταχώρησε, επίσης, εκ μέρους των ιδίων εναγομένων, ένσταση στα εν λόγω διατάγματα.» Αναφορικά με το ζήτημα της εξουσιοδότησης προς τον δικηγόρο να αποδέχεται την επίδοση δικογράφων, λέχθηκαν τα εξής στην πιο πάνω υπόθεση Σωτήρη Πίττα: «Αιτήσεις για υποκατάστατον επίδοση καταχωρούνται μονομερώς και δεν προκύπτει, είτε από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, είτε από τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, υποχρέωση να ερωτηθεί το πρόσωπο προς το οποίο θα γίνει η επίδοση, ήτοι ο δικηγόρος επί του προκειμένου, κατά πόσο έχει ρητή εξουσιοδότηση να δεχθεί επίδοση. Ως εκ τούτου, δεν κρίνω ότι υπήρξε στην προκείμενη περίπτωση παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης για τους λόγους που επικαλείται ο αιτητής.» Ενόψει των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, κρίνω ότι δεν ισχύει η θέση του συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση 2 ότι η υποκατάστατη επίδοση στους Άγγλους δικηγόρους θα πρέπει να ακυρωθεί για μόνον τον λόγο ότι αυτοί δεν είχαν ρητή εξουσιοδότηση να παραλαμβάνουν δικαστικά έγγραφα της παρούσας υπόθεσης για τον καθ' ου η αίτηση
  2. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση 2 ότι η αιτήτρια όφειλε προτού ζητήσει υποκατάστατη επίδοση να ακολουθήσει την διαδικασία επίδοσης που προβλέπεται από την διμερή σύμβαση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ουκρανία. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος της αιτήτριας δεν αμφισβητεί τις διατάξεις της πιο πάνω συνθήκης. Ισχυρίζεται όμως ότι αυτές δεν επηρεάζουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει υποκατάστατη επίδοση με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, δυνάμει των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από την Τ. Ψαρά Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε), στην πρωτόδικη υπόθεση του Ε.Δ Λεμεσού Sergei Petrovich Poymanov v. Aletarro Ltd κ.α. Αγ. αρ. 3463/13 ημ. 29.4.2014, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της αιτήτριας. Στην εν λόγω υπόθεση, έγινε επίδοση στην Ρωσική Ομοσπονδία μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφορών DHL. Ακολούθησε αίτηση για ακύρωση της επίδοσης ως παράτυπης για λόγους που αφορούσαν μεταξύ άλλων όπως και στην παρούσα υπόθεση, παράβαση της διαδικασίας επίδοσης που προβλέπει η σύμβαση μεταξύ Ρωσίας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Δικαστήριο αφού επανέλαβε την αρχή ότι το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει το κλητήριο υπόψη του εναγομένου, ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Ενάγοντα ότι η Σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον βέβαια δοθεί το κατάλληλο υπόβαθρο, να ασκήσει τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες. Το Δικαστήριο αυτό έπραξε, αποφασίζοντας για τη μορφή επίδοσης, η οποία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν αρκούντως γρήγορη και ικανοποιητική ως προς την πλήρωση της απαραίτητης προϋπόθεσης της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον Εναγόμενο. Πράγμα το οποίο έχει συντελεστεί. Άλλωστε η θεώρηση μου είναι ότι η ένσταση της Ρωσίας για τον τρόπο επίδοσης με ταχυδρομείο ή άμεσα σε πολίτη της, όπως προβλήθηκε από τον Αιτητή, ακριβώς δεν ισχύει όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω. Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ. Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε. Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής» Στην συνέχεια, το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση, παραπέμπει στην υπόθεση Alpha Bank v. Si Senh Dau
(2013)1 Α.Α.Δ 1935, η οποία αν και αφορούσε μόνο επίδοση με βάση τον Ε.Κ. 1393/07, προβαίνει σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάσθηκαν στην διαδικασία επίδοσης. Λέχθηκε επί του προκειμένου ότι σημασία έχει η διαδικασία να περιέλθει σε γνώση του εναγομένου. Όπου δεν έχει υποστεί ζημιά ο εναγόμενος, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που δεν αφορούν εκκρεμοδικία, θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση να ακυρωθεί η επίδοση για λόγους παρατυπίας. Ταυτόσημη προσέγγιση με παραπομπή στο πιο πάνω απόσπασμα της υπόθεσης Poymanov, ακολουθήθηκε και από τον Ι. Ιωαννίδη Π.Ε.Δ, στην υπόθεση του Ε.Δ Λευκωσίας Fonds Rusnano Capital S.A ν. Nanoenergo Fund Limited Αγ. αρ. 1772/14 ημ. 10.3.2017. Οι ίδιες αρχές ισχύουν κατά την κρίση μου και στην παρούσα υπόθεση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει υποκατάστατη επίδοση σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν αναιρείται από την σύμβαση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ουκρανία. Σημαντικό είναι ο καθ' ου η αίτηση 2 να λάβει γνώση των διαδικασιών που κινήθηκαν ενώπιον του, πράγμα που είναι και το ζητούμενο στην διαδικασία υποκατάστατης επίδοσης. Επιπλέον δεν προκύπτει να έχει υποστεί οιανδήποτε ζημιά ο καθ' ου αίτηση 2, από το γεγονός ότι η επίδοση δεν έγινε με βάση την διμερή συνθήκη Κύπρου - Ουκρανίας. Κατά την κρίση μου, το κυρίαρχο ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα περίπτωση, είναι το κατά πόσον παρέχεται ευχέρεια για υποκατάστατη επίδοση σε αίτηση παρακοής. Αυτό δεδομένου ότι σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία για να αποδειχθεί αστική καταφρόνηση είναι αναγκαία προϋπόθεση μεταξύ άλλων, η προσωπική επίδοση στον καθ' ου η αίτηση, της αίτησης παρακοής αλλά και του διατάγματος που κατ' ισχυρισμό παρακούει (βλ. μεταξύ άλλων Mouzouris v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287 & Αλέκος Κωνσταντινίδης
(2003)1Β ΑΑΔ 1298, σελ. 1304). Η διαδικασία αίτησης παρακοής καθώς και η επίδοση της ρυθμίζεται από την Δ.42Α Θ.3 που έχει ως εξής: Order 42A: ATTACHMENT AND SEQUESTRATION 3.
(1)Where such an order has been issued by any Court and the person directed to do or prohibited from doing an act (hereinafter referred to as "the respondent") refuses or neglects to do or abstain from doing it, according to the directions of such order, the person in whose favour such order has been given (hereinafter referred to as "the applicant") may apply to the Court for a writ of attachment.
(2)Such an application shall be made by summons supported by affidavit and an office copy thereof shall, unless otherwise directed by the Court or Judge, be served on the respondent personally. But the Court or a Judge, if satisfied that the delay caused by proceeding in the aforesaid way would or might entail irreparable or serious mischief, may make an order ex parte upon such terms as to costs or otherwise, and subject to such undertaking, if any, as the Court or Judge may think just; And any party affected by such order may move to set it aside. Είναι σαφές από την ανάγνωση της πιο πάνω διαταγής ότι η αίτηση παρακοής θα πρέπει να επιδίδεται προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση (shall be served on the respondent personally). Όμως στην ίδια διαταγή, αφήνεται διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει όπως η επίδοση γίνει με διαφορετικό τρόπο. Η φράση «εκτός αν διαταχθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο ή τον Δικαστή» (unless otherwise directed by the Court or Judge) δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ως προς την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής. Ως εκ τούτου δεν είναι σωστή η θέση του καθ' ου η αίτηση 2 ότι σε κάθε περίπτωση αίτησης παρακοής θα πρέπει να γίνεται προσωπική επίδοση. Η νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση 2, αφορά τον βασικό κανόνα για την αναγκαιότητα προσωπικής επίδοσης, στις περιπτώσεις που δεν διατάσσεται διαφορετικά από το Δικαστήριο. Όμως η πιο πάνω νομολογία δεν αναιρεί την ρητή εξουσία που δίνει στο Δικαστήριο η Δ.42Α Θ.3
(2)να διατάξει σε κατάλληλες περιπτώσεις που θα κρίνει σκόπιμο, την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται, είναι σε ποιες περιπτώσεις το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την πιο πάνω διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση αίτησης παρακοής, κατ' εξαίρεση του βασικού κανόνα που προβλέπει προσωπική επίδοση. Όπως επισημάνθηκε από τους συνηγόρους, δεν εντοπίζεται κυπριακή νομολογία επί του θέματος. Κρίνω όμως ότι στο θέμα αυτό, θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία, δεδομένου ότι οι πρόνοιες της αστικής καταφρόνησης που ρυθμίζει η Δ.42Α, προέρχονται από τους αντίστοιχους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και ειδικά την Ο.44 R.2. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στην σελίδα 1081, αναγράφονται τα πιο κάτω σε σχέση με την ερμηνεία της Ο.44 r.2 των παλαιών αγγλικών θεσμών: « Service - Committal - The summons or notice of motion must be served personally on the contemnor. Appearance of the contemnor at the hearing is not a waiver of necessity for service. In exceptional circumstances where every effort to make personal service on an evading contemnor has been made, substitute service may be allowed. In O' Donovan v. O' Donovan [1955] 1 W.L.R 1086, a committal order was made against a person, although he was out of the jurisdiction and had not been served with notice» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει υποκατάστατη επίδοση σε αίτηση παρακοής, όταν έχει αποτύχει κάθε προσπάθεια για προσωπική επίδοση ή όταν ο καθ' ου η αίτηση αποφεύγει σκόπιμα την προσωπική επίδοση. Στην υπόθεση Mander v Falcke [1891] 2 Ch. 554 στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της αιτήτριας, αναφέρθηκε ότι υπάρχει δυνατότητα για υποκατάστατη επίδοση και παράκαμψη του βασικού κανόνα της προσωπικής επίδοσης της αίτησης παρακοής όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έγινε κάθε προσπάθεια για προσωπική επίδοση, η οποία όμως δεν κατέστη δυνατή. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Mander v Falcke (ανωτέρω): « It is not laid down anywhere that you cannot have an order for committal without personal service of the notice of motion; but the Court will not allow the order to go until it is satisfied that every endeavor has been made to effect personal service» Στην συνέχεια αναφέρονται τα πιο κάτω στην ίδια υπόθεση: « I will not prejudice such an application one way or the other, except so far as to say that it would be impossible and inconceivable, and contrary to common sense and justice, that a man who has rendered himself liable to committal should ultimately be able to evade it by keeping out of the way.» Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι προκειμένου ο αιτητής να πετύχει υποκατάστατη επίδοση σε αίτηση παρακοής θα πρέπει πρώτα να πείσει το Δικαστήριο ότι προέβηκε ανεπιτυχώς σε όλες τις δέουσες ενέργειες για προσωπική επίδοση. Είναι όμως επίσης σαφές ότι το Δικαστήριο θα διατάξει υποκατάστατη επίδοση ώστε να μην επιτρέψει σε διάδικο που εσκεμμένα εμποδίζει την προσωπική επίδοση, να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του όταν κατηγορείται για αστική καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Οι αρχές της υπόθεσης Mander v Falcke (ανωτέρω) υιοθετήθηκαν και σε μεταγενέστερη αγγλική νομολογία (βλ. Kistler v. Tettmar [1905] 1 K.B 39, Worboys v. Worboys
(1953)1 ALL E.R 857). Στην υπόθεση Kistler v. Tettmar (ανωτέρω) ο Stirling LJ παρέθεσε το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την παλαιότερη απόφαση Hyde v. Hyde 57 [1888] L. J. P89: « It is true that as a general rule no order will be made for sequestration or attachment unless it can be shewn that there has been personal service of the order disobeyed, but there are exceptions to that rule. If it were proved for instance, that the person was actually in Court at the time the order was made, service would be unnecessary in order to obtain process for contempt, and personal service is also dispensed with if it is shewn that the reason why there has been no personal service is that the person to be served has evaded service. » Στην μεταγενέστερη υπόθεση Worboys (ανωτέρω), έγινε ανασκόπηση της μέχρι τότε αγγλικής νομολογίας επί του θέματος. Παρατέθηκε επίσης απόσπασμα του Mathew LJ από την υπόθεση Kistler v. Tettmar (ανωτέρω) σύμφωνα με το οποίο, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί την συμπεριφορά διαδίκου που στην προσπάθεια του να αποφύγει τις συνέπειες της παρακοής σε δικαστικό διάταγμα, αποφεύγει εσκεμμένα την προσωπική επίδοση σε αυτόν. Το θέμα τέθηκε ως εξής από τον Mathew LJ στην υπόθεση Kistler v. Tettmar (ανωτέρω): « It was argued for the judgment debtor that the rule requiring personal service of an order, before a writ of attachment can be issued for disobedience of it, admitted of no exception; and consequently that in this case no writ of attachment could issue even although the judgment debtor was well aware of the existence of the order, and was evading the service of it. This is a somewhat startling proposition, for, after all, the only object of the rule requiring personal service is that the party should know what the order was and the consequences of disobeying it. I do not think that there is any authority for this proposition, which would lead to a manifest absurdity, namely, that the court would be rendered powerless to enforce its order if the person against whom the order was made chose to lock himself up, and so prevent personal service upon him» Στην παρούσα υπόθεση, από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι η αιτήτρια προέβηκε σε όλες τις δέουσες ενέργειες για να πετύχει προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στον καθ' ου η αίτηση
  1. Το πρώτο διάταγμα που προνοούσε την προσωπική επίδοση της αίτησης στην Ουκρανία από τον δικηγόρο Kizenko δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί. Η θέση της αιτήτριας επί του προκειμένου ότι οι σωματοφύλακες του καθ' ου η αίτηση 2 δεν αφήνουν κανένα να τον πλησιάσει δεν αντικρούστηκε πειστικά από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση
  2. Είναι σαφές κατά την άποψη μου ότι η αποτυχία της αιτήτριας να επιδώσει προσωπικά την αίτηση παρακοής στον καθ' ου η αίτηση 2, οφείλεται σε ενέργειες του ιδίου. Η αιτήτρια με πειστικό τρόπο, κατέδειξε ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 μετά την σε αυτόν προσωπική επίδοση του συντηρητικού διατάγματος, πέραν του ότι άλλαξε διεύθυνση, αποφεύγει την επίδοση της αίτησης παρακοής με τον πιο πάνω τρόπο που ανέφερε ο Ουκρανός δικηγόρος Kizenko. Την στιγμή μάλιστα που γνωρίζει για την έκδοση του διατάγματος, το οποίο κατέστη οριστικό μετά από ακροαματική διαδικασία στην οποία συμμετείχε μέσω των δικηγόρων του. Υπό τας περιστάσεις, ο παραμερισμός της υποκατάστατης επίδοσης στην παρούσα υπόθεση θα στερήσει από την αιτήτρια το δικαίωμα να προωθήσει την θέση της για καταφρόνηση του Δικαστηρίου από τον καθ' ου η αίτηση
  3. Επιπλέον θα έδινε την ευκαιρία στον καθ' ου η αίτηση 2 να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του, που κατά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας συνιστούν αστική καταφρόνηση, απλά και μόνο επειδή αποφεύγει την επίδοση της εν λόγω αίτησης παρακοής προσωπικά στον ίδιο και παρότι γνωρίζει για την έκδοση του διατάγματος. Κάτι που βέβαια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η υπό κρίση υποκατάστατη επίδοση, ήταν ο μόνος τρόπος να ενημερωθεί ο καθ' ου η αίτηση 2 για τις διαδικασίες αστικής καταφρόνησης που η αιτήτρια καταχώρησε εναντίον του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εξ' ου και η καταχώρηση της παρούσας με την οποία αμφισβητεί την επίδοση της αίτησης παρακοής. Υπενθυμίζεται δε ότι οι Άγγλοι δικηγόροι στους οποίους διατάχθηκε η επίδοση, εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν τον καθ' ου αίτηση 2 στην διαιτητική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, είναι κατά πόσον ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, την αίτηση παρακοής υπόψιν του καθ' ου η αίτηση. Κάτι που σαφώς επιτεύχθηκε με το υπό κρίση διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η παρούσα αίτηση του καθ' ου η αίτηση 2 για παραμερισμό της υποκατάστατης επίδοσης που έγινε σε αυτόν της υπό κρίση αίτησης παρακοής και των άλλων σχετικών εγγράφων, απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 και αιτητή στην παρούσα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.