← Κύπρος

P. & CHR. SEAFOOD EXPRESS LTD ν. Λοΐζου, ως δικαιούχος της εμπορικής επωνυμίας LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT, Αγωγή Αρ.: 165/16, 4/5/2018

P. & CHR. SEAFOOD EXPRESS LTD ν. Λοΐζου, ως δικαιούχος της εμπορικής επωνυμίας LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT, Αγωγή Αρ.: 165/16, 4/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 165/16 Μεταξύ: P. & CHR. SEAFOOD EXPRESS LTD Ενάγουσα - και - XXXXX Λοΐζου, ως δικαιούχος της εμπορικής επωνυμίας LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT Εναγόμενος ---------------------------------- Ημερομηνία: 4 Μαΐου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Γιατρού Για τον Εναγόμενο: κ. Φ. Χαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €7.205,29, δυνάμει κατάστασης λογαριασμού, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, σχετικά με την πώληση εμπορευμάτων στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό οφείλεται από την εταιρεία P. & E. LOIZOU & SONS LTD, και όχι τον ίδιο. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 2013 «σε ανθρώπους της 'νύχτας' και/ή σε 'συλλέκτες χρέους' για λογαριασμό των Ενάγοντων και/ή σε απεσταλμένους και/ή αντιπροσώπους των Ενάγοντων», οι οποίοι «μετά από γραπτές οδηγίες των Εναγόντων, κατά ή περί την 7ην/9/2013 προσέγγισαν τον XXXXX Λοΐζου εν ώρα εργασίας στον χώρο του εστιατορίου του, και απειλώντας τόσο τον ίδιο, όσο και μέλη της οικογένειας του και τρομοκρατώντας τον, τον εξανάγκασαν δίνοντας του προθεσμία 15 ημερών, να καταβάλει το ποσό των €9.000, δηλαδή €1.794,71 επιπλέον του ποσού που όφειλε προς τους Ενάγοντες». Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι, παρόλο που ο ίδιος πλήρωσε το ποσό των €9.000 στα εν λόγω πρόσωπα, τα πρόσωπα αυτά παρέλειψαν να το παραδώσουν στην Ενάγουσα. Ανταπαιτεί δε το ποσό των €1.794,71 ως «αχρεωστήτως καταβληθέν». Αν και το επίδικο ποσό της απαίτησης υπερβαίνει τις €3.000, το επίδικο ποσό της ανταπαίτησης δεν το υπερβαίνει και ως εκ τούτου οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτή μαρτυρία υπό μορφή Ενόρκων Δηλώσεων, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου με άλλη σύνθεση και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 30.11.

  1. Η αγωγή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό την παρούσα σύνθεση για πρώτη φορά στις 8.11.17 σε αίτηση για αναβολή της ακρόασης. Την ημερομηνία εκείνη ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος και από τις δύο πλευρές για να καταχωρήσουν αίτηση αντεξέτασης των Ενόρκως Δηλούντων σε σχέση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους δυνάμει της Δ.30 θ.7(β). Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για αναβολή, ορίζοντας την αγωγή εκ νέου στις 19.1.18 για Ακρόαση. Οι δύο πλευρές δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν οποιοδήποτε μάρτυρα. Επομένως, η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε σε μορφή Ενόρκων Δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προσκόμισαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες Γραπτές Αγορεύσεις. Για την πλευρά της Ενάγουσας καταχωρήθηκε η Ένορκη Δήλωση του XXXXX Φάρκωνα (ΜΕ1), ημερ. 10.3.17, και η Ένορκη Δήλωση του XXXXX Πατσαλή (ΜΕ2), ημερ. 14.3.17, στην οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Για την πλευρά του Εναγόμενου καταχωρήθηκε η Ένορκη Δήλωση του XXXXX Λοΐζου (ΜΥ1), ημερ. 20.4.17, στην οποία επίσης επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Η προσαχθείσα μαρτυρία μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο ΜΕ1 είναι ο αντιπρόσωπος της Ενάγουσας στην επαρχία Αμμοχώστου. Αρχές του 2011 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο στο εστιατόριο LIMELIGHT RESTAURANT που διατηρεί στην Αγία Νάπα με σκοπό τη συνεργασία μεταξύ του τελευταίου και της Ενάγουσας, αναφέροντάς του ότι η Ενάγουσα βρίσκεται στη Λεμεσό. Ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η συνεργασία του ήταν με την Ενάγουσα και ότι ο ίδιος ήταν ο αντιπρόσωπός της. Κατόπιν παράκλησης του Εναγόμενου, τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα «LIMELIGHT RESTAURANT XXXXX Λοΐζου». Ουδέποτε ο Εναγόμενος ενημέρωσε τον μάρτυρα για την ύπαρξη της εταιρείας P. & E. LOIZOU & SONS LTD, ούτε και ζήτησε όπως τα τιμολόγια και οι αποδείξεις εκδίδονται στο όνομα της εν λόγω εταιρείας. Γι' αυτό άλλωστε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ουδέποτε αρνήθηκε ο Εναγόμενος να παραλάβει τα προϊόντα της Ενάγουσας και τα σχετικά τιμολόγια, τα οποία ο Εναγόμενος ή οι αντιπρόσωποί του υπόγραφαν κατά την παραλαβή τους. Όλες οι αποδείξεις πληρωμής εκδίδονταν από τα γραφεία της Ενάγουσας στη Λεμεσό. Το οφειλόμενο υπόλοιπο του Εναγόμενου είναι €7.205,
  2. Ο ΜΕ2 είναι ο διευθυντής της Ενάγουσας, η οποία ασχολείται με την πώληση κατεψυγμένων ειδών και ψαρικών (Τεκμήρια Α, Β και Γ). Ο Εναγόμενος διατηρούσε εστιατόριο στην Αγία Νάπα με την επωνυμία LIMELIGHT RESTAURANT, γνωστή ως LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εφόρου Εταιρειών, η εμπορική επωνυμία LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT ανήκει στον Εναγόμενο (Τεκμήριο Ε). Η συνεργασία μεταξύ του Εναγόμενου και της Ενάγουσας για την αγοραπωλησία κατεψυγμένων προϊόντων άρχισε στις 12.4.2011, μέσω του αντιπροσώπου της τελευταίας XXXXX Φάρκωνα (ΜΕ1). Στα πλαίσια της συμφωνίας των διάδικων, δεν καθορίστηκε ο τόπος πληρωμής του εκάστοτε υπόλοιπου. Ο Εναγόμενος ζήτησε όπως τα τιμολόγια εκδίδονται στο όνομα «LIMELIGHT RESTAURANT PAVLOS LOIZOU» και όχι στο όνομα LIMELIGHT TAVERNA ως αναγράφεται στην επαγγελματική κάρτα του (Τεκμήριο Δ). Ο Εναγόμενος δεν παραπονέθηκε ποτέ ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν σε λάθος όνομα, δεν ανέφερε ποτέ ότι υπάρχει άλλη εταιρεία, ούτε και ζήτησε όπως τα τιμολόγια και οι αποδείξεις εκδίδονται στο όνομα P. & E. LOIZOU & SONS LTD. Αντίθετα, ο Εναγόμενος παραλάμβανε τα εμπορεύματα που του παρέδιδε η Ενάγουσα μαζί με τα τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν στο όνομα «LIMELIGHT RESTAURANT XXXXX Λοΐζου» (Τεκμήρια Θ, Ι, Κ και Λ). Με την παράδοση των πληρωμών των εμπορευμάτων στο λογιστήριο της Ενάγουσας στη Λεμεσό, εκδίδονταν σχετικές αποδείξεις στα γραφεία της τελευταίας στη Λεμεσό. Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του Εναγόμενου στις 5.11.14 ήταν €7.205,29 σύμφωνα με τη σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Στ). Το ίδιο οφειλόμενο ποσό αναφέρεται και στην επιστολή της δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερ. 12.11.14 προς τον Εναγόμενο (Τεκμήριο Ζ). Ουδέποτε η Ενάγουσα ζήτησε το ποσό των €9.000, ως ο ισχυρισμός του Εναγόμενου. Παρά τις προσπάθειες του XXXXX Φάρκωνα (ΜΕ1) και του XXXXX Ανδρέου, πωλητή της Ενάγουσας στη Λάρνακα (Τεκμήρια Στ1 και Στ2), να εισπράξουν το οφειλόμενο ποσό από τον Εναγόμενο, ο τελευταίος δεν ανταποκρινόταν. Ουδείς άλλος στάλθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας στον Εναγόμενο προς το σκοπό αυτό. Ο μάρτυρας αρνείται ότι η απόδειξη πληρωμής με αρ. 12462 εκδόθηκε από την Ενάγουσα ή από κάποιο πρόσωπο που σχετίζεται με την ίδια, ως ο ισχυρισμός του Εναγόμενου. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι η εν λόγω απόδειξη είναι πλαστή αφού όλες οι αποδείξεις είσπραξης εκδίδονταν μόνο στα γραφεία της Ενάγουσας στη Λεμεσό. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού, ο μάρτυρας προσκόμισε στο Δικαστήριο την πρωτότυπη απόδειξη με αρ. 12462 κενή καθώς και ολόκληρο το βιβλιαράκι (μπλοκ) αποδείξεων με αρ. 12541 - 25000 (Τεκμήριο Η), στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η πρωτότυπη απόδειξη με αρ.
  3. Η Ενάγουσα αρνείται ότι εξουσιοδότησε οποιοδήποτε συλλέκτη χρεών να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο προς την ίδια ή να εκδώσει αποδείξεις εκ μέρους της, ως ο ισχυρισμός του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος είναι διευθυντής της εταιρείας P. & E. LOIZOU & SONS LTD, η οποία διαχειρίζεται το εστιατόριο LIMELIGHT TAVERNA (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4). Το 1990 ο Εναγόμενος ενέγραψε την εμπορική επωνυμία LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT, την οποία χρησιμοποίησε στην πινακίδα του εστιατορίου για 3-4 χρόνια. Αρχές Απριλίου του 2011, τον επισκέφθηκε ο ΜΕ1, με τον οποίο συνεργάζεται τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, ο οποίος του είπε ότι αντιπροσωπεύει μια εταιρεία στη Λεμεσό, το όνομα της οποίας ο Εναγόμενος δεν θυμάται αν του το ανέφερε ο ΜΕ1, και τον ρώτησε αν ήθελε να συνεργαστούν. Η συνεργασία τους διήρκησε από τις 14.4.11 μέχρι και τις 20.10.
  4. Η παραγγελία δινόταν στον ΜΕ1, είτε προσωπικά είτε τηλεφωνικώς, και στη συνέχεια αυτοκίνητο της Ενάγουσας παρέδιδε τα προϊόντα στο εστιατόριο. Κατόπιν πληρωμής επί μέρους ποσών μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 (Τεκμήριο 5) από τον Εναγόμενο, παρέμεινε ως οφειλόμενο, λόγω οικονομικών δυσκολιών του Εναγόμενου, το ποσό των €7.205,
  5. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο, τέλος Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του 2013 τον επισκέφθηκε κάποιο πρόσωπο, το οποίο είχε μαζί του «έναν μπράβο, από αυτούς που φαίνεται ξεκάθαρα ποια είναι η δουλειά τους από το ύφος τους και τη σωματική τους διάπλαση», όπως αναφέρει ο ίδιος, ο οποίος τον απείλησε, αν δεν θέλει να πάθει κάτι κάποιος από την οικογένειά του και να μην καεί το εστιατόριό του, να του δώσει €9.000, δίδοντάς του μια κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Ο Εναγόμενος επικοινώνησε με κάποιον «Πανίκκο», ο οποίος του είπε ότι ο «κ. Παντελής» έδωσε στο εν λόγω πρόσωπο οδηγίες να εισπράξει τα χρήματα. Ο Εναγόμενος σκέφτηκε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, και ειδικότερα ότι «τον εκβίαζαν και τον απειλούσαν άνθρωποι του υπόκοσμου και της μαφίας», όμως δεν το άφησαν η γυναίκα του και τα παιδιά του από φόβο μήπως τους σκοτώσουν. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι αρχές Νοεμβρίου του 2013, έδωσε €9.000 μετρητά στο πρόσωπο αυτό και ο τελευταίος του έδωσε σχετική απόδειξη με αρ. 12462, χωρίς ημερομηνία, (Τεκμήριο 8). Ο Εναγόμενος παρατήρησε ότι η απόδειξη αυτή ήταν «διαφορετική» από τις άλλες που έπαιρνε από την Ενάγουσα. Όταν έθιξε το θέμα αυτό στο εν λόγω πρόσωπο, ο τελευταίος του είπε ότι αυτή την απόδειξη του έδωσαν από την εταιρεία. Μάλιστα, ήταν η θέση του Εναγόμενου, ότι για να τον πείσει ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από την εταιρεία και ότι δεν ενεργούσε μόνος του, τηλεφώνησε στα γραφεία της Ενάγουσας στη Λεμεσό και ζήτησε «τον κ. Παντελή». Η κοπέλα που απάντησε τού είπε ότι απουσίαζε εκείνη τη στιγμή και τον ρώτησε αν μπορούσε να τον βοηθήσει η ίδια. Τότε, το πρόσωπο αυτό της είπε «όχι εντάξει» και έκλεισε το τηλέφωνο. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, όλα αυτά έγιναν στην παρουσία της κόρης του XXXXX. Μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής, ο δικηγόρος του Εναγόμενου απέστειλε επιστολή, ημερ. 25.2.16, προς τη δικηγόρο των Ενάγοντων (Τεκμήριο 7), στην οποία επισύναψε την εν λόγω απόδειξη. Ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι τα πρόσωπα στα οποία έδωσε το ποσό των €9.000 υπό το κράτος απειλών για τη ζωή του και της οικογένειάς του, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, εκτελούσαν ρητές οδηγίες του διευθυντή της Ενάγουσας, ΜΕ
  6. Για το λόγο αυτό, είναι η θέση του, ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και περαιτέρω ανταπαιτεί το ποσό των €1.794,71, το οποίο εξαναγκάστηκε να πληρώσει «για να γλυτώσει από τα χέρια της μαφίας», ως ο ισχυρισμός του. Ο Εναγόμενος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ενημερώθηκε ότι τα πρόσωπα τα οποία πλήρωσε τα ποσά αυτά ήταν πρόθυμα, όπως τον πληροφόρησαν, να προσέλθουν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες και να πουν την αλήθεια, στη συνέχεια όμως δεν το έπραξαν για «προφανείς λόγους», όπως περιορίστηκε να αναφέρει στη μαρτυρία του. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιόν μου για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας. Έλαβα υπόψη την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια (Πατάτσου ν. Χιλμί κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A201, Πολιτική Έφεση Αρ. 300/2011, ημερ. 31.5.2017, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 A.A.Δ. 1056, Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157). Ο ΜΕ2, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Ενάγουσας, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Στ) στην οποία αναγράφεται ότι στις 5.11.14 το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €7.205,29, αντίγραφο από την έρευνα στον Έφορο Εταιρειών στην οποία αναγράφεται ότι η εμπορική επωνυμία LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT ανήκει στον Εναγόμενο (Τεκμήριο Ε), καθώς και σχετικά τιμολόγια (Τεκμήρια Θ, Ι, Κ και Λ). Ο μάρτυρας παρέθεσε στη μαρτυρία του ξεκάθαρα και με πληρότητα τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετικά τεκμήρια. Δέον να σημειωθεί ότι αριθμός των τιμολογίων που κατατέθηκαν από τον ΜΕ2 προς υποστήριξη της απαίτησης της Ενάγουσας, κατατέθηκαν και από τον Εναγόμενο ως Τεκμήριο 5 στην έγγραφη μαρτυρία του. Και η μαρτυρία του ΜΕ1 όμως ήταν σαφής και κατανοητή. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο, για την παροχή εμπορευμάτων, καθώς και στα λεχθέντα μεταξύ του ίδιου και του Εναγόμενου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στον τρόπο με τον οποίο γινόταν η παράδοση των εμπορευμάτων και η έκδοση τιμολόγιων και αποδείξεων. Τα όσα αναφέρει ο μάρτυρας προέρχονται από προσωπική του γνώση και συνάδουν με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Ενάγουσας, αλλά και από πλευράς Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 5 στην έγγραφη μαρτυρία του Εναγόμενου). Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ
  1. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Εναγόμενου, η εκδοχή του ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό πληρωμή του ποσού των €9.000 σε αντιπρόσωπους της Ενάγουσας. Ειδικότερα, είναι η δικογραφημένη εκδοχή του Εναγόμενου στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ότι «κατά ή περί την 7ην/9/13» αντιπρόσωποι της Ενάγουσας τον προσέγγισαν και μετά από απειλές του έδωσαν «προθεσμία 15 ημερών» για να πληρώσει το ποσό αυτό, το οποίο εν τέλει πλήρωσε «κατά ή περί το τέλος Σεπτεμβρίου του 2013». Στην έγγραφη μαρτυρία του όμως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι «προς το τέλος Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του 2013, ένα μεσημέρι.» τον επισκέφθηκαν δύο άτομα, οι οποίοι με απειλές του ζήτησαν να πληρώσει το ποσό των €9.000 δίδοντάς του προθεσμία μιας εβδομάδας. «Μετά από μια εβδομάδα. αρχές Νοεμβρίου κατά το μεσημέρι πάλι» τα πρόσωπα αυτά τον επισκέφθηκαν εκ νέου και του ζήτησαν τα χρήματα, ως αναφέρεται στην έγγραφη μαρτυρία του Εναγόμενου. «Την επόμενη μέρα περίπου την ίδια ώρα κοντά στο μεσημέρι» ο Εναγόμενος πλήρωσε στο εν λόγω πρόσωπο το ποσό των €9.
  2. Η αντίθεση μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών του Εναγόμενου και της μαρτυρίας του, στη σημαντικότερη πτυχή της εκδοχής του, ήτοι την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα (Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2008, ημερ. 21.2.2017). Η μαρτυρία του συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, τα δικόγραφα και το σύνολο της μαρτυρίας ως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Η Ενάγουσα ασχολείται με την πώληση κατεψυγμένων ειδών και ψαρικών. Ο ΜΕ1 είναι αντιπρόσωπος της Ενάγουσας στην επαρχία Αμμοχώστου. Αρχές του 2011, ο ΜΕ1 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο, ιδιοκτήτη της εμπορικής επωνυμίας LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT, στο εστιατόριο που διατηρεί στην Αγία Νάπα με σκοπό τη συνεργασία μεταξύ του τελευταίου και της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η συνεργασία του ήταν με την Ενάγουσα και ότι ο ΜΕ1 ήταν ο αντιπρόσωπός της. Ουδέποτε ο Εναγόμενος ενημέρωσε τον ΜΕ1 για την ύπαρξη της εταιρείας P. & E. LOIZOU & SONS LTD. Ο ΜΕ1 εξήγησε στον Εναγόμενο ότι η Ενάγουσα βρίσκεται στη Λεμεσό, χωρίς να καθοριστεί ο τόπος πληρωμής του εκάστοτε υπόλοιπου. Η συνεργασία μεταξύ του Εναγόμενου και της Ενάγουσας άρχισε στις 12.4.
  3. Ο Εναγόμενος ζήτησε όπως τα τιμολόγια εκδίδονται στο όνομα «LIME LIGHT RESTAURANT XXXXX Λοΐζου», όπερ και εγένετο. Ο Εναγόμενος ουδέποτε παραπονέθηκε ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν σε λάθος όνομα, τα οποία υπόγραφαν κατά την παραλαβή των προϊόντων ο Εναγόμενος ή οι αντιπρόσωποί του, ούτε ζήτησε όπως τα τιμολόγια και οι αποδείξεις εκδίδονται στο όνομα της εταιρείας P. & E. LOIZOU & SONS LTD. Με την παράδοση των πληρωμών των εμπορευμάτων στο λογιστήριο της Ενάγουσας στη Λεμεσό, εκδίδονταν σχετικές αποδείξεις στα γραφεία της τελευταίας στη Λεμεσό. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο εκάστοτε Ενάγοντας, αυτός πρέπει να αποδείξει με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά όχι (Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295, Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858). Αν αποτύχει να αποδείξει την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη της άλλης πλευράς (Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Η υποχρέωση του Ενάγοντα να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει κατ' αρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Και αυτό διότι µόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Kades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, σελ. 216). Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα απέδειξε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, προσκομίζοντας τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, ότι η πρώτη, μέσω του αντιπρόσωπού της, ΜΕ1, σύνηψε προφορική συμφωνία παροχής εμπορευμάτων με τον Εναγόμενο. Εξάλλου, ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι πελάτης της Ενάγουσας δεν ήταν ο ίδιος αλλά η εταιρεία P. & E. LOIZOU & SONS LTD, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτός. Και αυτό διότι στην έγγραφη μαρτυρία του Εναγόμενου δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος, κατά τη σύναψη της συμφωνίας με τον ΜΕ1 για την παροχή εμπορευμάτων, δήλωσε ή αποκάλυψε ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας (βλ. άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, Προκόπης (Άκης) Προκοπίου ν. Αδελφοί Τύμβιοι Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 903, Αλέξανδρος Δημητριάδης v. Α/φοι Χριστοφή (Χαλιά, Είδη Προίκας) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A467, Πολιτική Έφεση Αρ. 315/2010, ημερ. 5.10.2016). Πέραν τούτου, η θέση του Εναγόμενου ότι ήταν η εταιρεία P. & E. LOIZOU & SONS LTD που όφειλε το αξιούμενο ποσό, και όχι ο ίδιος, δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία του όπου αναφέρει ότι «χρωστούσα τα χρήματα και ούτος ή άλλως έπρεπε να τα πληρώσω» (η ορθογραφία έχει διατηρηθεί). Ομοίως, δεν συνάδει με τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Συγκεκριμένα, στις δεκαέξι αποδείξεις είσπραξης, οι οποίες επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωσή του ως Τεκμήριο 5, αναγράφεται ότι τα ποσά εισπράχθηκαν από την LIMELIGHT RESTAURANT, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην P. & E. LOIZOU & SONS LTD. Το ίδιο ισχύει και για την κατάσταση λογαριασμού στην οποία αναγράφεται μόνο LIMELIGHT RESTAURANT PAVLOS LOIZOU και επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωσή του ως Τεκμήριο 6. Ούτε όμως στην κατ' ισχυρισμό απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 8), την οποία ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ότι του δόθηκε από τρίτα πρόσωπα εκ μέρους της Ενάγουσας, αναγράφεται ότι το ποσό οφείλεται από την εταιρεία P. & E. LOIZOU & SONS LTD ή ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε εκ μέρους της, ούτε φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα της εταιρείας. Το έγγραφο φέρει μόνο το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του Εναγόμενου. Αναφορικά με το ζήτημα της εμπορικής επωνυμίας και κατ' επέκταση της ούτω καλούμενης προδικαστικής Ένστασης που εγείρει ο Εναγόμενος, σημειώνεται ότι εμπορική επωνυμία σημαίνει το όνομα με το οποίο κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο διεξάγει εργασίες. Δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της εμπορικής επωνυμίας κάποιου προσώπου και του ίδιου καθότι η εμπορική επωνυμία δεν αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα (Avraam Avraamides v. Savvas Christodoulou
(1988)1 C.L.R. 562). Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εμπορική επωνυμία LIMELIGHT TAVERN RESTAURANT ανήκει στον Εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο Ε στη μαρτυρία του ΜΕ2) και συνεπώς η εν λόγω εμπορική επωνυμία αναφέρεται στον Εναγόμενο (Ιάκωβος Γεωργιάδης v. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 629). Κρίνεται συνεπώς ότι, στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι Εναγόμενος όφειλε σε αυτή το ποσό των €7.205,29 (βλ. Τεκμήριο Στ στη μαρτυρία του ΜΕ2). Ακολούθως, το μαρτυρικό βάρος (evidential burden) μεταφέρεται στους ώμους του Εναγόμενου για να αποδείξει τη δική του εκδοχή. Βάρος το οποίο ο Εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει. Και εξηγώ. Όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό εξόφληση του οφειλόμενου ποσού από τον Εναγόμενο σε αντιπρόσωπους της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος προσκόμισε έγγραφο με αρ. 12462 και τίτλο «Απόδειξη Εισπράξεως Receipt Voucher» (Τεκμήριο 8). Το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία και έχει ως επικεφαλίδα το όνομα της Ενάγουσας. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, κρίνεται σκόπιμο όπως το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού παρατεθεί αυτολεξεί: «Christos is a debt collector for the above mentioned company. Ο Χρήστος είναι ένας συλλέκτης χρέους για την παραπάνω εταιρεία. LIMELIGHT RESTAURANT PAVLOS LOIZOY AGIA NAPA owes and has paid in cash €9,000.00 (Nine Thousand Euros). Οφείλει και έχει καταβληθεί σε μετρητά 9,000.00 € (εννέα χιλιάδων ευρώ). Lime Light Restaurant now has no more monies owing to us. Lime Light Restaurant τώρα δεν έχει περισσότερα χρήματα λόγω μας. All money and payments are now the responsibility of Christos. Όλα τα χρήματα και οι πληρωμές είναι τώρα η ευθύνη του Χρήστου» (η ορθογραφία έχει διατηρηθεί). Το έγγραφο αυτό φέρει χειρογράφως το ονοματεπώνυμο του Εναγόμενου δίπλα από τη φράση «όνομα Εκτύπωση/Print name» και μια υπογραφή πάνω από το όνομα του στη θέση «Υπογραφή/Signed». Υπάρχει επίσης μια υπογραφή στη δεύτερη θέση «Υπογραφή/Signed» χωρίς να αναγράφεται οτιδήποτε δίπλα από τη φράση «όνομα Εκτύπωση/Print name». Δέον να σημειωθεί ότι, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγόμενου, η εν λόγω απόδειξη ήταν «διαφορετική από τις άλλες που έπαιρνε από την εταιρεία» σε τέτοιο βαθμό που ζήτησε διευκρινήσεις από το πρόσωπο που την έδωσε. Η δε εκδοχή του Εναγόμενου ότι για να «τον πείσει ότι ήταν από την εταιρεία, και ότι δεν ενεργούσε μόνος του» το εν λόγω πρόσωπο τηλεφώνησε στα γραφεία της Ενάγουσας και ζήτησε να μιλήσει με τον «κ. Παντελή», ο οποίος όμως απουσίαζε, στερείται λογικής και πειστικότητας. Πως μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του Εναγόμενου ότι ένας άνθρωπος με εικοσιπεντάχρονη πείρα, όπως αναφέρει ο Εναγόμενος, θα πλήρωνε €9.000 μετρητά και θα λάμβανε ως εξοφλητική απόδειξη ένα έγγραφο χωρίς ημερομηνία και χωρίς το ονοματεπώνυμο του προσώπου που έλαβε τα χρήματα; Και αυτό λαμβανομένης υπόψη και της διαφοράς, που παρατηρήθηκε και από τον ίδιο τον Εναγόμενο, μεταξύ του εν λόγω εγγράφου με τις υπόλοιπες αποδείξεις που εκδίδονταν από την Ενάγουσα. Επίσης, πως μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ικανοποιήθηκε από το κατ' ισχυρισμό τηλεφώνημα που έγινε στα γραφεία της Ενάγουσας από το πρόσωπο αυτό και το περιεχόμενο της συνομιλίας του με «μια κοπέλα», και μάλιστα υπό τις σκιώδεις συνθήκες τις οποίες ισχυρίζεται ότι του ζητήθηκε να πληρώσει το ποσό αυτό. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος βασίζει τόσο την Υπεράσπισή του, όσο και την Ανταπαίτησή του στην ύπαρξη εξοφλητικής απόδειξης, θα αναμενόταν από αυτόν να προσκομίσει ένα έγγραφο που θα συνδεόταν επαρκώς με την Ενάγουσα, καθώς και μαρτυρία ότι, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, προερχόταν από αυτή (Χαρούς ν. Χαρούς
(2010)1 Α.Α.Δ. 267, Cypromix Concentrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676). Άλλωστε, εναπόκειτο στον Εναγόμενο να πείσει το Δικαστήριο περί της ορθότητας του ισχυρισμού του και όχι στην Ενάγουσα να αποδείξει το αντίθετο ή την πλαστότητα του εγγράφου αφού δεν ήταν η Ενάγουσα που ισχυρίστηκε την ύπαρξη του εγγράφου (Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. v. Δημήτριος Κακαβός, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/10, ημερ. 15.10.2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εναγόμενος απέτυχε να θεμελιώσει το γνήσιο του Τεκμηρίου 8. Σημειώνεται η απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας από πλευράς του Εναγόμενου και αντεξέτασης των μαρτύρων της άλλης πλευράς (Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2010, ημερ. 8.7.2014 και Λευτέρης Δημήτρη v. Ellinas Finance Public Company Limited κ.ά, Πολιτική Έφεση Αρ. 390/2011, ημερ. 6.11.17). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, είναι δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι «η Εναγόμενη κατέβαλε στα εν λόγω πρόσωπα €9.000 προς εξόφληση της απαίτησης των Εναγόντων και έλαβε και σχετική Απόδειξη Εισπράξεως». Ουδεμία επεξήγηση δίδεται γιατί, ενώ είναι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι το αξιούμενο ποσό οφειλόταν από την εταιρεία P. & E. LOIZOU & SONS LTD, εντούτοις το αποπλήρωσε «η Εναγόμενη». Επιπρόσθετα, ουδεμία επεξήγηση δίδεται από τον Εναγόμενο για ποιο λόγο ανταπαιτεί ο ίδιος το ποσό αυτό αφού, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το ποσό αυτό εξοφλήθηκε από την εταιρεία P. & E. LOIZOU & SONS LTD (βλ. παρ. 3(β) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Συνοψίζοντας την εκδοχή του ο Εναγόμενος, επί της οποίας βασίζεται τόσο η Υπεράσπιση όσο και η Ανταπαίτησής του, αναφέρει ότι διευθυντής της Ενάγουσας (ΜΕ2) αποτάθηκε στη «μαφία» για να «εισπράξει το λαβείν του με ανορθόδοξο και παράνομο τρόπο» και «μάλλον τα πράγματα δεν πήγαν καλά για την Ενάγουσα» επειδή το πρόσωπο στο οποίο αποτάθηκε «φαίνεται ότι ενώ εισέπραττε τα χρήματα υπό το καθεστώς απειλών. δεν παρέδιδε τα χρήματα που εισέπραττε στην Ενάγουσα, αλλά τα κρατούσε για λογαριασμό του» (παρ. 32 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου). Επί του καίριου αυτού ζητήματος όμως, η πλευρά του Εναγόμενου δεν αντεξέτασε τον ΜΕ2, ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς την παράλειψη αυτή. Αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας από τους διάδικους θεωρεί σημαντική για την υπόθεσή του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικό του προς σχολιασμό (Δημήτρης Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682, Frederickou Shools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). Τέλος, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αμφότερων των πλευρών επιχείρησαν με τις τελικές αγορεύσεις τους είτε να απαντήσουν στα όσα αναφέρονται στις Ένορκες Δηλώσεις της αντίδικης πλευράς, είτε να πλήξουν την αξιοπιστία των μαρτύρων της άλλης πλευράς. Τα όποια όμως κενά στη μαρτυρία, ειδικότερα στην απουσία αντεξέτασης, δεν μπορούν να συμπληρωθούν από την αγόρευση του δικηγόρου και συνεπώς δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα αφού είναι σαφώς νομολογημένο ότι η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας. Η γνώση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να λάβει για τα γεγονότα της υπόθεσης περιορίζεται σε μαρτυρία και σε γεγονότα κοινώς γνωστά για τα οποία χωρεί δικαστική γνώση (King' s Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 733). Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία και η όλη εκδοχή του Εναγόμενου, παρουσιάζει τέτοιες αδυναμίες που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τη δεχθεί ως αξιόπιστη. Τα πιο πάνω καθιστούν την εκδοχή του Εναγόμενου αβάσιμη και έκθετη σε απόρριψη. Όσον αφορά τη δεύτερη ούτω καλούμενη προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου, σημειώνεται ότι η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στα δικόγραφα (Safarino Shoes Industry and Trading Co. Ltd. v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, Χρίστος Ιωαννίδης ν. Μάριου Κρητικού
(1992)1Β Α.Α.Δ. 828). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις είναι οπωσδήποτε άνευ σημασίας (Interamerican Insurance Co Ltd v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 A.A.Δ. 1529). Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο Εναγόμενος όφειλε να αναζητήσει την Ενάγουσα για να πληρώσει οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο, έδρα της οποίας είναι η Λεμεσός. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ2, ουδέποτε συμφωνήθηκε ο τόπος πληρωμής των οφειλών του Εναγόμενου. Επομένως, εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας ότι ο Εναγόμενος, ως οφειλέτης, έχει καθήκον να αναζητήσει την Ενάγουσα και να την πληρώσει στη Λεμεσό όπου βρίσκονται τα γραφεία της (Καλλικάς Γιαννάκης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Πιττής Σωτήρης ν. Progress Electronics Co Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 50, Χριστοφόρου Εύρος κ.α. ν. Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1644). Κρίνεται συνεπώς ότι το παρόν Δικαστήριο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €7.205,29 και η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ως προς τον τόκο, στις αιτούμενες θεραπείες αξιώνεται νόμιμος τόκος από 1.4.12, χωρίς όμως να δικογραφείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί τούτου στην Έκθεση Απαίτησης. Συνεπώς, επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί του ποσού αυτού από τις 25.1.16, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής[1]. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος για παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.