← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ν. Παντελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 743/2017, 29/5/2018

ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ν. Παντελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 743/2017, 29/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 743/2017 Μεταξύ: XXXXX ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και

  1. XXXXX Παντελή, από την Λεμεσό
  2. XXXXX Παντελή, από την Λεμεσό
  3. ORATIS DEVELOPMENT & INVESTMENT CO LTD, από τη Λεμεσό
  4. STALLION FUND LTD, από Νησιά Κέυμαν
  5. CIRCUMFERENCE FS (CAYMAN) LTD, από Νησιά Κέυμαν Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.11.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.5.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη 4: κα. Παφίτη για Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση κα Νικολάου) Για καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Χρίστου για Χαραλάμπους & Χρίστου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα στις 21.3.2017 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει από τους Εναγόμενους το ποσό των €53.896,72 ως αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, συνομωσία, εξαπάτηση και ή καταδολίευση. Την ίδια ημερομηνία καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία επιδιώκει την έκδοση εναντίον των εναγόμενων ενδιάμεσου απαγορευτικού Διατάγματος καθώς και διαταγμάτων αποκάλυψης. Το δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση έκρινε πως τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν μονομερώς και ως εκ τούτου ζητήθηκε από την Ενάγουσα χρόνος για την επίδοση της. Ακολούθως καταχωρήθηκε από την ενάγουσα αίτηση με την οποία ζήτησε άδεια για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση προς τους εναγόμενους 4 και 5, της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, της μονομερούς αίτησης ημερ. 21.3.2017 και των συναφών δικαστικών εγγράφων. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε την 1.6.2017 σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο δόθηκε άδεια για την επίδοση στους εναγόμενους 4 και 5 μέσου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις ηλεκτρονικές τους διευθύνσεις. Την 26.10.2017 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα σχετική ένορκη δήλωση που επιβεβαιώνει ότι έγινε η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των υπόλοιπων δικαστικών εγγράφων στους εναγόμενους 4 και 5 σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια η επίδοση έγινε στις 22.9.
  6. Η εναγόμενη 4 στις 23.11.2017 καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και ταυτόχρονα την ίδια ημερομηνία καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το Διάταγμα ημερομηνίας 1/06/2017 διά άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατου επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21.03.2017 με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το Διάταγμα ημερομηνίας 1/06/2017 διά άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατου επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και όλων των αναφερόμενων σε αυτό εγγράφων στην Εναγόμενη 4 στο εξωτερικό καθώς και οτιδήποτε το έχει ακολουθήσει ή στηριχθεί σε αυτό, σαν αποσπασθέντα ή εξασφαλισθέντα από το Δικαστήριο παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατόπιν απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων ή παραπλάνησης ή εξαπάτησης του Δικαστηρίου και/ή λόγω κατάχρησης διαδικασίας από την Ενάγουσα και/ή γιατί η ένορκη δήλωση στην οποία βασίστηκε η Ενάγουσα κατά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 1/06/2017 δεν αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως και/ή καλή υπόθεση στην αγωγή της Ενάγουσας και/ή ενόψει του ότι η εν λόγω αίτηση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις για επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας και/ή ενόψει του ότι η ένορκη δήλωση στην οποία βασίστηκε η Ενάγουσα δεν περιείχε τα αναγκαία ουσιώδη γεγονότα που να καταδεικνύουν το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας και/ή δεν ήταν αληθή. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το διάταγμα ημερομηνίας 1/06/2017 διά άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατου επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και όλων των αναφερόμενων σε αυτά εγγράφων στην Εναγόμενη 4 στο εξωτερικό καθώς και οτιδήποτε το έχει ακολουθήσει ή στηριχθεί σε αυτό, σαν αποσπασθέντα ή εξασφαλισθέντα από το Δικαστήριο παράτυπα και/ή αντικανονικά καθότι στη Μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 12/05/2017 διά έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 01/06/2017 διά άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατου επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ελλείπει η ορθή νομική βάση και/ή δεν αναφέρεται η Σύμβασης της Χάγης για την επίδοση στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων σε πολιτικά και εμπορικά θέματα της οποίας οι Νήσοι Κέυμαν είναι μέλος ως Βρετανικό έδαφος και/ή κατά παράβαση του Κυρωτικού Νόμου 3(ΙΙΙ)/2000). Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή διαγράφεται το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ημερ.21.03.2017 και/ή Ειδοποίηση του Κλητήριου Εντάλματος και/ή η επίδοση της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη 4 λόγω μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής κατά της Εναγόμενης 4 και/ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή λόγω ύπαρξη δικαιοδοτικής ρήτρας των Νήσων Κέϋμαν ή ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων των Νήσων Κέϋμαν. E. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή το Δικαστήριο θα ήθελε θεωρήσει αναγκαία ή εύλογη. Στο σημείο αυτό ανοίγεται μία παρένθεση για να σημειωθεί ότι το Διάταγμα ημερ. 1.6.17 του οποίου ζητείται η ακύρωση εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 24.5.17 και όχι 15.5.17 ως αναφέρεται στην υπό εξέταση αίτηση. Η Αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, Δ.5 θ. 1,2,9,10, Δ.5 Α, Δ.6 θ.θ. 1 έως 9, Δ.15 ΘΘ.3 και 4, Δ.16 ΘΘ.9 και 10 , Δ.27 Θ3 Δ.40 Θ7 και 11, Δ.48 ΘΘ 1, 2, 8

(1)(r.i), 8
(4), Δ.57 Θ.2, Δ.64 Θ1-3, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ΚΕΦ. 6, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, (Κυρωτικού Νόμου 3(ΙΙΙ)/2000), στις αρχές του Δικαίου της επιείκειας, της Νομολογίας και των Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Πέτσα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 4- Αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση δεδομένου ότι, η παρούσα αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα, αφορούν αμιγώς νομικά θέματα και/ή διαδικασίες τις οποίες ως εκ της θέσεως του είναι σε θέση να γνωρίζει. Η γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης προέρχεται από μελέτη του φακέλου, τον οποίο έχει στην κατοχή του, καθώς επίσης και από πληροφορίες που έλαβε από την Εναγόμενη 4 - Αιτήτρια (στο εξής η Αιτήτρια). Δηλώνει επίσης ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση του και εξ όσων γνωρίζει είναι αληθινά, όπου δε αυτά δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Ακολούθως ο κ. Πέτσας αναλύει τους λόγους για τους οποίους η Αιτήτρια ζητά τις αιτούμενες θεραπείες. Παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας με την οποία υποστήριξε την αίτηση της για την έκδοση του Διατάγματος της υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας (στο εξής το Διάταγμα ημερ. 1.6.17) ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτής είναι ανεπαρκές. Υποστηρίζει ότι δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως και/ή καλή υπόθεση στην αγωγή της Ενάγουσας καθώς και ότι η αίτηση της δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις για επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας ενόψει του ότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν περιείχε τα αναγκαία ουσιώδη γεγονότα που να καταδεικνύουν αγώγιμο δικαίωμα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν παρατέθηκε τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία για στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Είναι η θέση του ότι πέραν της αναφοράς της Ενάγουσας για καταβολή χρημάτων στην Αιτήτρια μέσω του Εναγόμενου 1 και της προσδοκίας της διά κερδοφορία μέσω των επενδύσεων της Αιτήτριας, κανένα τεκμήριο δεν παρατίθεται περί τούτου. Η αναφορά της Ενάγουσας σε άρνηση της Αιτήτριας για την εξαγορά των μετοχών της χωρίς να παρατίθεται κανένας λόγος, καμία λεπτομέρεια και κανένα έγγραφο περί τούτου δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως και/ή καλή υπόθεση στην αγωγή της Ενάγουσας. Αναφέρει επίσης ότι η Ενάγουσα δεν παρέθεσε ως Τεκμήρια τους όρους πρόσκλησης για εγγραφή των μετόχων της Αιτήτριας (offering memorandum), ως επίσης και τη συμφωνία αγοράς των μετοχών (subscription agreement) δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα, απόκτησε τις μετοχές της Αιτήτριας. Εισηγείται πως η ενάγουσα όφειλε να παρουσιάσει τουλάχιστον ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ως προς τα εξής:- (
  1. i)Ποια ήταν η ισχυριζόμενη συμφωνία και τι προνοούσε ρητά ή εξυπακουόμενα. (
  2. ii)Πότε έγινε ακριβώς και πού και αν υπάρχει δικαιοδοτική ρήτρα. (iii) Γιατί κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων υπήρξε παράβαση της συμφωνίας. Στην ένορκη δήλωση του ο κ. Πέτσας επισυνάπτει αντίγραφο της επικαλούμενης συμφωνίας αγοράς μετοχών της Αιτήτριας από την Ενάγουσα (subscription agreement) ως Τεκμ. Δ και τους ισχυριζόμενους όρους πρόσκλησης (offering memorandum) ως Τεκμ. Ε. Ως προς το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την υποβολή της μονομερούς αίτησης βάσει της οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ημερ.1.6.17 εισηγείται ότι με απλή ανάγνωση της συμφωνίας αγοράς των μετοχών(subscription agreement) δυνάμει της οποία η ενάγουσα απόκτησε τις μετοχές της Αιτήτριας (τεκμ. Δ) εύκολα εντοπίζονται στις σελίδες 3 και 5 τα ακόλουθα: 10. Representations, warranties and covenants The undersigned Subscriber (or, if more than one, each of them): (a)Hereby acknowledges that it has received and considered the Offering Memorandum and this application is made on the terms thereof and subject to the provisions of the Company's Memorandum and Articles of Association from time to time in force ... ... ... ... (
  3. b)Hereby acknowledges that it has read and fully considered and understand the Offering Memorandum in connection with this application for Shares in the Company and that it has evaluated its proposed investment in the Company in the light of its financial condition and resources ... ... ... ... (
  4. m)Understands and agrees that redemptions request a six month notice and this is not negotiable. However the directors may in certain circumstances, provide a loan to any shareholder upon request. The Directors can alter the redemption period if they consider it appropriate. Ως ισχυρίζεται ο κ. Πέτσας, από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η ενάγουσα όχι μόνο δεν απεκάλυψε ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο αλλά απέκρυψε και ουσιώδη γεγονότα όπως, το δικαίωμα της Αιτήτριας να παρατείνει πέραν των έξη
(6)μηνών ή και περισσότερο ή και να αναστείλει την εξαγορά των μετοχών. Σημειώνει επίσης ότι τα ίδια, αναφέρονται και επί του Τεκμηρίου Ε στις σελίδες 29 και εντεύθεν. Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων ο κ. Πέτσας ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδες γεγονός, ήτοι ότι, το έγγραφο αγοράς των μετοχών (subscription agreement) διέπεται από το Δίκαιο των Νήσων Κέϋμαν ως εμφαίνεται στην σελίδα 6 που είναι και η τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου Δ, όπου συγκεκριμένα ρητά αναφέρονται τα ακόλουθα: (c) This application form shall be irrevocable and shall be governed by and construed in accordance with the laws of the Cayman Islands. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω θεωρεί, ότι, όχι μόνο υπήρξε από πλευράς της Ενάγουσας απόκρυψη σε σχέση με γεγονότα εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά και παραπλάνηση στην ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν εκφράσει την πρόθεση τους όπως εφαρμοστεί το δίκαιο συγκεκριμένης χώρας, αυτό το δίκαιο θα ήταν και το αρμόζον και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός από μόνος του οδηγεί άνευ ετέρου στην ακύρωση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε σχέση με την επίδοση καθαυτή ο κ. Πέτσας εισηγείται ότι το Διάταγμα του Δικαστηρίου 01/06/2017 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση και/ή η υποκατάστατη επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και όλων των υπόλοιπων δικαστικών εγγράφων στην Αιτήτρια στο εξωτερικό θα πρέπει να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους: Eίναι παραδεκτό πως η Αιτήτρια εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στις Νήσους Κέϋμαν οι οποίες είναι υπερπόντιο Βρετανικό έδαφος. Τόσο οι Νήσοι Κέϋμαν όσο και η Κύπρος είναι μέλη της Σύμβαση της Χάγης (Σύμβαση Αναφορικά με την Πολιτική Δικονομία που έγινε στη Χάγη την 1η Μαρτίου 1954). Είναι κοινά αποδεκτό ότι η εν λόγω σύμβαση ισχύει τόσο στην Κύπρο (Κυρωτικός Νόμος 3(ΙΙΙ)/2000) όσο και στις Νήσους Κέϋμαν. Με βάση το άρθρο 1 της Σύμβασης, η επίδοση όλων των δικαστικών εγγράφων, σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις θα πρέπει να διενεργείται μέσω της διπλωματικής οδού, στην αρμόδια αρχή του κράτους στο οποίο απευθύνεται η επίδοση. Είναι φανερό πως η άδεια δόθηκε χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στη Σύμβαση και σε κάθε περίπτωση, η άδεια που δόθηκε για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προσκρούει στις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης στην οποία ρητά προβλέπεται ότι η επίδοση διενεργείται μέσω της διπλωματικής οδού. Εν πάση περίπτωση, από την αίτηση της Ενάγουσας, ελλείπει η ορθή νομική βάση και/ή δεν αναφέρεται η Σύμβασης της Χάγης για την επίδοση στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων σε πολιτικά και εμπορικά θέματα της οποίας οι Νήσοι Κέύμαν είναι μέλος ως Βρετανικό έδαφος και/ή κατά παράβαση του Κυρωτικού Νόμου 3(ΙΙΙ)/2000). Η Ενάγουσα /καθ΄ης η Αίτηση στις 5.2.2018 καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  1. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη .
  2. Οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές απέτυχαν να «καθιερώσουν» στον απαιτούμενο βαθμό την σχέση τους με τον Ενόρκως Δηλούντα.
  3. Υπάρχει εύλογη αιτία αγωγής και αυτή έχει επαρκώς εξηγηθεί και/ή αναλυθεί, στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
  4. Η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ πρώιμο στάδιο και πριν από την καταχώριση δικογράφων και/ή των έγγραφων προτάσεων των μερών και των καθορισμό των επίδικων θεμάτων.
  5. Οι Εναγόμενοι 4 έλαβαν πλήρη γνώση της διαδικασίας ενόψει της καθόλα νομότυπης επίδοσης που έγινε προς αυτούς, δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 01/06/2017 και/ή στη βάση σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών και/ή Συμβάσεων.
  6. Οι Εναγόμενοι 4 δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά και/ή κανένα δικαίωμα τους δεν έχει επηρεαστεί, από τη διαδικασία επίδοσης που έλαβε χώρα .
  7. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of court process) αφού στην ουσία η βάση της αγωγής της Ενάγουσα αποτελεί η τέλεση δόλου και απάτης και όχι παράβαση σύμβασης
  8. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι η βάση της αγωγής προέκυψε εν όλω ή εν μέρει εντός της δικαιοδοσίας αυτού .
  9. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ΕΚ 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
  10. Η Καθ'ης η Αίτηση δεν έχει αποκρύψει κανένα ουσιώδες στοιχείο και/ή δεν έχει παραπλανήσει και/ή εξαπατήσει το Δικαστήριο σε κανένα στάδιο της διαδικασίας.
  11. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων που στηρίζονται στην ισχυριζόμενη κατά των Εναγομένων 4 έλλειψη δικαιοδοσίας, στο ακατάλληλο βήμα (forum conveniens) και στην καταλληλόλητα επίδοσης, αποτελεί καταστρατήγηση της νομολογιακής αρχής, ότι δεν επιτρέπεται η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και η διαιώνιση τους μέσω πολλαπλών διαδικασιών.
  12. Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη καθότι οι λόγοι που προβάλλονται και/ή προωθούνται μέσω αυτής, δεν δύνανται να εξεταστούν στο παρόν στάδιο.
  13. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και της νομολογίας, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  14. Τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση.
  15. Εάν οι Αιτητές επιτύχουν με την αίτηση τους, ενδέχεται να αποστερήσουν από την Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμα να προωθήσουν το κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα, επί της περιουσίας και/ή ιδιοκτησίας της.
  16. Οι υποκατάστατες επιδόσεις μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας δεν έγιναν κατά παράβαση και/ή δεν αντίκεινται στις πρόνοιες του Ν. 40/1982 και/ή οι υποκατάστατες επιδόσεις έγιναν με πλήρη συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του Ν. 40/
  17. Οι τρόποι επίδοσης που προνοούνται στον Ν. 40/1982 δεν είναι αποκλειστικής μορφής και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δύναται να ενεργήσει και διαφορετικά και/ή δεν αποκλείουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ενεργήσει ως ενήργησε, στη βάση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η οποία απορρέει από το Κυπριακό Σύνταγμα, τα άρθρα 3, 9 του Κεφ. 6, το Ν. 14/60και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  18. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ήταν άσκοπη, περιττή και μάταιη αφού η οποιαδήποτε ζημιά έχει ολοκληρωθεί και δεν μπορεί να επαναληφθεί και/ή είναι αδύνατο να επαναφερθεί η προτέρα κατάσταση.
  19. Υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια εις βάρος της έγκρισης του αιτήματος του Αιτητή και να απορρίψει την Αίτηση με έξοδα εναντίον του. Η ένσταση στηρίζεται στη Δ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.9, Δ.16, Δ.39 Δ.48, Θ. 4, Δ.51, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 29, 30, 31 του Νόμου Ν. 14/1960, στην Κυπριακή και Αγγλική Νομολογία, στο Ν. 40/1982, στο Κεφάλαιο 6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα αλλά όχι αποκλειστικά στο άρθρο 30, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), στα άρθρα 7
(2)και 8
(1)του ΕΚ 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, επί της εν γένει πρακτικής και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και των κανόνων της επιείκειας. Η ένσταση υποστηρίζεται από την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της Ενάγουσας η οποία και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι με την αίτηση για την έκδοση διατάγματος επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου και των λοιπών δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, αποκαλύπτεται και αιτιολογείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση έναντι της Αιτήτριας. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, γεγονότα, δεδομένα και λεπτομέρειες, στη βάση των οποίων αιτιολογείται το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον της Αιτήτριας. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί μη επισύναψης συγκεκριμένων συμφωνιών, μοναδικό στόχο έχουν να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο και να δημιουργήσουν αμφιβολίες για την έκδοση του Διατάγματος. Ο λόγος της μη συμπερίληψης οποιουδήποτε εγγράφου καταβολής των χρημάτων από την ίδια προς τον Εναγόμενο 1 είναι διότι αυτός δεν της έδωσε οποιοδήποτε έγγραφο - απόδειξη καταβολής χρημάτων. Ο Εναγόμενος 1 με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε από την ίδια το ποσό των €35.222,37 προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει σε ένα επενδυτικό ταμείο «trust fund» πράγμα το οποίο θα της απέφερε κέρδη και «υψηλές αποδόσεις». Περαιτέρω της ανέφερε ότι τα χρήματα αυτά θα ήταν άμεσα αναλήψιμα. Η αναφορά στην Αιτήτρια που πρόκειται για εταιρεία η οποία συστάθηκε στα νησιά Κέυμαν, προέκυψε από τις καταστάσεις λογαριασμού που της έδινε ο Εναγόμενος 1 για την δήθεν επένδυση . Ουδέποτε της ειπώθηκε ότι εξαγόραζε μετοχές της Αιτήτριας και αυτός είναι ένας ισχυρισμός τον οποίο άκουσε για πρώτη φορά από τον Δικηγόρο της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να έχει στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο «εξαγοράς μετοχών». Ουδέποτε οι Αιτητές παρέδωσαν στην ίδια οποιοδήποτε άλλο έγγραφο πέραν από τα έγγραφα που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 21.03.2017 που συνοδεύει την αίτηση της για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης και παγοποίησης ούτως ώστε να είναι σε θέση να τα αποκαλύψει. Οι όροι πρόσκλησης για εγγραφή των μετόχων (offering memorandum), το οποίο αποτελεί το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε της υπό εξέταση αίτησης, ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε. Η πρώτη φορά που είδε τους εν λόγω όρους, είναι μέσω της παρούσας αίτησης και είναι εμφανές και από απλή ανάγνωση του ότι δεν πρόκειται για έγγραφο μεταξύ της ίδιας και της Αιτήτριας αλλά για δείγμα τέτοιου εγγράφου αφού δεν φέρει το δικό της όνομα, δεν φέρει υπογραφές από κανένα εκ των διαδίκων και γενικά δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό που να μπορεί να οδηγήσει έστω και στην υποψία, ότι το εν λόγω έγγραφο σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και/ή ενέχει οποιαδήποτε νομική και/ή δεσμευτική αξία και/ή ισχύ. Περαιτέρω η Ενάγουσα με την ένορκη της δήλωση υποστηρίζει ότι βάση της παρούσας αγωγής αποτελούν τα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων και εξ όσων πληροφορείται σε περίπτωση αστικών αδικημάτων, δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια εντός της δικαιοδοσίας των οποίων λαμβάνει χώρα το αστικό αδίκημα και που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το Ε.Δ. Λεμεσού. Περαιτέρω εξ όσων συμβουλεύεται από τους νομικούς της συμβούλους μέσω της επίδικης διαδικασίας δεν δύναται να εγερθεί ζήτημα δικαιοδοσίας. Επιπλέον, το χρονικό σημείο το οποίο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση δεν είναι το κατάλληλο καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων και ως εκ τούτου ακόμη να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέματα, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει και να αποφασίσει επί τούτου. Περαιτέρω και εάν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει ρήτρα αποκλειστική δικαιοδοσίας μεταξύ της ίδιας και της Αιτήτριας αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει και σε ότι αφορά την σχέση της με τους υπόλοιπους Εναγόμενους και να παραμεριστεί ολόκληρο το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής Επίσης και εάν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει ρήτρα αποκλειστική δικαιοδοσίας υπάρχουν καλοί και πειστικοί λόγοι για την μη εφαρμογή της. Τέτοιοι είναι:- i. Το γεγονός ότι όπως επιβεβαιώνεται μέσα από την ένορκη δήλωση Πέτσα, οι Εναγόμενη 4 ήταν εταιρεία του εξωτερικού η οποία συμμετείχε και παρείχε συνδρομή στην τέλεση της εναντίον της απάτης και ότι τα χρήματα της τοποθετήθηκαν στην εν λόγω εταιρία. ii. Ο Εναγόμενος 1 ο οποίος την εξαπάτησε και αρνείται να της επιστρέφει πίσω τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ως θεματοφύλακα φαίνεται να μην ήταν αδειούχος επενδυτής και δεν είχε άδεια να ενεργεί ως πράκτορας για την Εναγόμενη 4. iii. Η μοναδική σύνδεση που έχει με την Εναγόμενη 4 είναι ο Εναγόμενος 1. Έτσι σε περίπτωση που αποδεσμευθεί η Εναγόμενη γιατί το Σεβαστό δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι υπάρχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας τότε δεν θα έχει τρόπο να της επιστραφούν πίσω τα χρήματά της από την Εναγόμενη 4 . iv. Περαιτέρω εξ' όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους της τα επίδικα θέματα και οι ίδιοι οι διάδικοι είναι τόσο συνδεδεμένοι μεταξύ τους ώστε να μην ενδείκνυται ο διαχωρισμός ή και διαμελισμός τους. v. οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει κανένα στοιχείο που να φανερώνει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούν να εκδικάσουν την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή τις οποιεσδήποτε ενδιάμεσες διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον του. vi. Επιπρόσθετα, όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, από τη στιγμή που υπάρχουν περισσότεροι του ενός Εναγόμενου και κάποιοι εξ αυτών έχουν την κατοικία τους εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τότε το εν λόγω Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας, καθότι ξεχωριστή εκδίκαση της υπόθεσης του Ενάγοντα με κάθε Εναγόμενο, ενέχει τον κίνδυνο έκδοσης ξεχωριστών και ενδεχόμενα ασυμβίβαστων αποφάσεων. Η Ενάγουσα αναφέρει επίσης ότι εξ' όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της η επίδοση προς την Αιτήτρια έγινε με βάση την έκδοση Διατάγματος Δικαστηρίου επί τη βάσει της πρόσφατης τροποποίηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι επιτρέπουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων διαμέσου ηλεκτρονικού μηνύματος και όχι τη Σύμβαση της Χάγης και του Νόμου που την επικύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία. Ορθά το δικαστήριο προέβη στην έκδοση του εν λόγω Διατάγματος διότι οι πρόνοιες του νόμου που επικυρώνεται η Σύμβαση της Χάγης για την επίδοση εγγράφων στο εξωτερικό δεν ήταν το δικαστικό διάβημα βάσει του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, τον παραμερισμό της οποίας ζητά με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια. Με την επίδοση η Αιτήτρια έλαβε πλήρη γνώση της δικαστικής διαδικασίας και καμία ζημιά ή δυσμενή συνέπεια δεν έχει υποστεί. Έλαβε επίσης γνώση και εμφανίστηκε άμεσα στις δικάσιμους που ορίστηκαν από το Δικαστήριο για την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 21/03/2017. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε στις ένορκες δηλώσεις και οι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και δεν κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του περιεχομένου τους. Ξεκινώντας από τη θέση της Ενάγουσας περί ελαττωματικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση καθότι γίνεται από δικηγόρο, είναι γνωστό ότι είναι ανεπιθύμητο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του εφόσον με αυτό το τρόπο καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 υπογραμμίσθηκε το ασυμβίβαστο της κατάθεσης ένορκης δήλωσης και της ταυτόχρονης ανάληψης της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση. Στην υπόθεση Πέτρος Ζωγράφου κ.α. v. Drosoneri Farm Limited Πολιτική Έφεση ΑΡ. 379/2012, ημερ. 21.5.2015 όπου εξετάσθηκε η θέση περί παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση λόγω όμνυσης της από δικηγόρο λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που ο ομνύων δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..» (βλ. Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013).» Στην απόφαση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva (πιο πάνω), αναφέρεται ότι απαιτείται να δοθεί κάποια εξήγηση αναφορικά με το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Όπως όμως έχει λεχθεί στην Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1202, με αναφορά και στην Rybolovlev, η νομολογία δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται τέτοια ένορκη δήλωση. Εφαρμόζοντας συνεπώς τα πιο πάνω στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνεται ότι ο λόγος ένστασης ως προς την αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης δεν ευσταθεί. Κατά τη διαδικασία της ακρόασης της αίτησης δεν εμφανίσθηκε ο δικηγόρος που προβαίνει στην ένορκη δήλωση αλλά άλλος δικηγόρος. Συγκεκριμένα εμφανίσθηκε η κα. Παφίτη η οποία και υπογράφει τη γραπτή αγόρευση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο εκ μέρους του δικηγορικής εταιρείας Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ. Ο δικηγόρος κ. Πέτσας δίνοντας κάποια εξήγηση, που υπό τις περιστάσεις κρίνεται επαρκής, αναφέρει ότι ο λόγος που προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση είναι επειδή τα θέματα που εγείρονται είναι νομικής φύσης. Παράλληλα έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησης του και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επανερχόμενη στην ουσία της αίτησης ένα από τα ζητήματα που εγείρει η Αιτήτρια είναι ότι δεν αποκαλύπτεται από την Ενάγουσα εκ πρώτης όψεως υπόθεση και/ή καλή υπόθεση καθώς και ότι η μονομερής αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ήταν αναιτιολόγητη λόγω ανεπάρκειας της ένορκης δήλωσης που την υποστήριξε με αποτέλεσμα να μην ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις για επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Στο στάδιο έκδοσης διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο που εξετάζεται είναι εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και δεν απαιτείται όπως το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγοντας θα πετύχει στην αγωγή του. Στην απόφαση Cyprus Trad. Corp. Ltd v. ZimIsrael Navig. Co. Ltd κ.ά.
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1168, λέχθηκε ότι ο αιτητής πρέπει να αποδείξει μόνο «εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση». Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Ltd κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 351 αρκεί να διαφανεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση υπό την έννοια ότι εάν δεν αντικρουστεί ο εκάστοτε ενάγοντας θα δικαιούται σε απόφαση. Παράλληλα δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο να εκδικάσει αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις ένορκες δηλώσεις ή να εκφράσει πρόωρη άποψη επί τους ουσίας της αγωγής (βλ. DIGIMED COMMUNICATIONS LT v. NERA ASA κ.α
(2010)1Α Α.Α.Δ 625). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας με την οποία και υποστήριξε το αίτημα της για την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 1.6.17 κρίνω ότι η προβαλλόμενη θέση της Αιτήτριας δεν ευσταθεί. Χωρίς να θεωρείται σκόπιμη η επανάληψη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας, κρίνεται ότι σε αυτή παρατίθενται γεγονότα που στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Αιτήτριας στο βαθμό που απαιτείται προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Επιπρόσθετα στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται πως η Ενάγουσα, όπως άλλωστε και η ίδια ισχυρίζεται, παρέθεσε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα και στοιχεία που ήταν σε γνώση της και σχετίζονται με την απαίτηση της εναντίον των εναγομένων και στην ένορκη δήλωση της η οποία συνοδεύει την αίτηση ημερ. 21.3.17 που υπέβαλε ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής αιτούμενη την έκδοση των Διαταγμάτων που αναφέρονται πιο πάνω. Το περιεχόμενο της πολυσέλιδης αυτής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας και τα επισυνημμένα σε αυτή έγγραφα θεωρώ πως δεν θα πρέπει να παραγνωριστούν στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης, δεδομένου ότι πρόκειται για στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ταυτόχρονα με τη καταχώρηση της αγωγής και βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. Σύμφωνα και με τα όσα έχουν λεχθεί στην απόφαση ΚΥΠΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ V. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ (ΑΡ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1938 το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου. Θέση που άλλωστε φαίνεται να επικαλείται και η πλευρά της Αιτήτριας δεδομένου ότι μεταξύ άλλων η αίτηση της στηρίζεται και στις αρχές του Δικαίου της επιείκειας, της νομολογίας, των Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου. Συνεπώς η προβαλλόμενη θέση ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με την απαίτηση της δεν βρίσκει έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας ότι η ενάγουσα δεν παρέθεσε οποιονδήποτε τεκμήριο που να καταδεικνύει την εκ μέρους της καταβολή χρημάτων στην Αιτήτρια μέσω του Εναγόμενου 1, η Ενάγουσα αναφέρει και δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι ο λόγος της μη συμπερίληψης οποιουδήποτε εγγράφου καταβολής των χρημάτων από την ίδια προς τον Εναγόμενο 1 είναι διότι αυτός δεν της έδωσε οποιοδήποτε έγγραφο - απόδειξη καταβολής χρημάτων. Υποστηρίζει επίσης η Αιτήτρια ότι η Ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση δεν παρέθεσε ως τεκμήρια την πρόσκληση για εγγραφή των μετόχων της (offering memorandum, τεκμ. Ε στην Αίτηση) καθώς και τη συμφωνία αγοράς των μετοχών (subscription agreement τεκμ. Δ στην Αίτηση). Προς απάντηση η Ενάγουσα αναφέρει ότι ουδέποτε οι Αιτητές της παρέδωσαν κανένα άλλο έγγραφο πέραν από τα έγγραφα που επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 21.03.2017 που συνοδεύει την αίτηση της για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων ούτως ώστε να είναι σε θέση να τα αποκαλύψει. Δηλώνει περαιτέρω ότι οι όροι πρόσκλησης για εγγραφή των μετόχων (offering memorandum), το οποίο αποτελεί το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε της υπό εξέταση αίτησης, ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε και η πρώτη φορά που βλέπει τους εν λόγω όρους, είναι μέσω της παρούσας αίτησης. Ορθά επίσης υποδεικνύει ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε, δεν πρόκειται για έγγραφο μεταξύ της ίδιας και της Αιτήτριας αλλά πρόκειται για δείγμα τέτοιου εγγράφου αφού δεν φέρει το δικό της όνομα, ούτε υπογραφές από κανένα εκ των διαδίκων και γενικά δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό που να μπορεί να οδηγήσει έστω και στην υποψία, ότι το εν λόγω έγγραφο σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και/ή ενέχει οποιαδήποτε νομική και/ή δεσμευτική αξία και/ή ισχύ. Τέλος σε σχέση με την θέση ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να παρουσιάσει στοιχεία για τη συμφωνία που συνήψε με την Αιτήτρια στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής αλλά κυρίως τις ένορκες δηλώσεις της Ενάγουσας, η βάση της αγωγής δεν είναι η παράβαση οποιασδήποτε συμφωνίας αλλά ισχυριζόμενος δόλος και απάτη που έλαβαν χώρα εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συνάγεται συνεπώς από τα πιο πάνω ότι ικανοποιούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Αιτήτρια ως δεύτερο ζήτημα για την ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 1.6.17, προβάλλει ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Σύμφωνα με τις νομολογημένες αρχές ο αιτητής που αποτείνεται στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση οφείλει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. Ουσιώδη είναι τα γεγονότα τα οποία επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούγονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν διαπιστώνεται ότι η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη κρίση του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση με την οποία υποστήριξε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αποκαλύπτει τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και επισυνάπτει έγγραφα σχετικά με τη βάση της αγωγής της που αφορά την απαίτηση της εναντίον των Εναγόμενων για απάτη , δόλο και συνομωσία προς εξαπάτηση της. Δεν τίθεται επίσης θέμα μη αποκάλυψης μέρους των έγγραφων που φαίνεται να μην επισυνάφθηκαν στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μεταξύ των οποίων και η επικαλούμενη από την Αιτήτρια συμφωνία αγοράς των μετοχών (subscription agreement τεκμ. Δ στην Αίτηση) αφού αυτή καθώς και όλα τα έγγραφα που ήταν σε γνώση της Ενάγουσας επισυνάφθηκαν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 21.03.2017 που υποστηρίζει την αίτηση για την έκδοση εναντίον των εναγόμενων των ενδιάμεσων Διαταγμάτων που αναφέρονται πιο πάνω. Στην προκειμένη δε περίπτωση όπου η αγωγή της Ενάγουσας βασίζεται σε δόλο και απάτη σε σχέση με ποσό χρημάτων που κατέβαλε στην Αιτήτρια μέσω του Εναγόμενου 1 για επένδυση με ψηλές αποδόσεις και το οποίο μέχρι σήμερα παρά την απαίτηση της προς τούτο δεν της έχει επιστραφεί, οι συγκεκριμένες πρόνοιες που υποδεικνύονται από την Αιτήτρια επί του περιεχομένου του Τεκμ. Δ δεν κρίνονται ότι αποτελούν στοιχεία που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του Διατάγματος ημερ.1.6.
  1. Επιπρόσθετα όμως των πιο πάνω, όπως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμ. Δ το οποίο η Αιτήτρια επικαλείται ως τη συμφωνία που συνήψε με την Ενάγουσα, αφενός φαίνεται να πρόκειται για ένα τυποποιημένο έντυπο που χαρακτηρίζεται ως " APPLICATION FORM " και αφετέρου δεν φέρει οποιαδήποτε υπογραφή εκ μέρους της ίδια της Αιτήτριας παρά μόνο την υπογραφή της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα παραθέτει τους ισχυρισμούς της σε σχέση με την υπογραφή του εγγράφου αυτού, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, οι οποίοι βέβαια δεν θα αξιολογηθούν στο παρόν στάδιο. Απλά σημειώνεται πως ενώ διαπιστώνεται από το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμ. Δ ότι σε διάφορα σημεία απαιτείται η συμπλήρωση του με συγκεκριμένα στοιχεία, εντούτοις, πλην των σημείων όπου έχει συμπληρωθεί με το όνομα και τη διεύθυνση της Ενάγουσας τα υπόλοιπα από τα εν λόγω σημεία φαίνεται να μην έχουν συμπληρωθεί. Με την Αίτηση προβάλλεται επίσης ότι η ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο το ουσιώδες γεγονός ότι το έγγραφο Τεκμ. Δ δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα απέκτησε τις μετοχές της Αιτήτριας διέπεται από το Δίκαιο των Νήσων Κέϋμαν. Προς τούτο η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι υπήρξε παραπλάνηση στην ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ο λόγος αυτός οδηγεί χωρίς άλλο στην ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 1.6.
  2. Όπως έχει λεχθεί στην ΤΗΕ CYPRUS POTATO MARKETING BOARD, PRIMLAKS (PACIFIC VIOLET) BV ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ,
(1990)1 Α.Α.Δ 219, η απόκρυψη ουσιαστικού στοιχείου σε αιτήσεις για επίδοση δεν συνιστά, απαραίτητα, λόγο ακύρωσης της επίδοσης αν ο ενδιαφερόμενος διάδικος δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει το δικαστήριο. Γίνεται δε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ellinger v. Guiness, Mahon & Co.[1939] 4 All E.R. 16 στη σελ. 17: "This was not a case where the court, in the exercise of its discretion, ought to refuse to allow notice of the writ to be served on the defendants out of the jurisdiction. Non-disclosure of a material fact on the ex-parte application is not in itself sufficient ground for setting the order aside. There must be an attempt to deceive the court." Στην υπό εξέταση υπόθεση με τα στοιχεία και γεγονότα που αναλύονται πιο πάνω είναι αμφίβολο αν η ως άνω πρόνοια του τεκμ. Δ συνιστά ουσιώδες για την υπόθεση γεγονός αλλά και εν πάση περιπτώσει ο λόγος της απόφασης Ellinger δικαιολογεί στην προκειμένη περίπτωση την απόρριψη της θέσης της Αιτήτριας αφού κατά την κρίση μου, δεν υπήρχε εκ μέρους της Ενάγουσας οποιαδήποτε πρόθεση παραπλάνησης του δικαστηρίου. Τούτο προκύπτει από το γεγονός που αναφέρεται και πιο πάνω ότι η αγωγή και η αξίωση της Ενάγουσας δεν έχει ως βάση τη συμφωνία αγοράς μετοχών που επικαλείται η Αιτήτρια (Τεκμ. Δ) αλλά ισχυριζόμενο δόλο και απάτη που έλαβαν χώρα στη Κύπρο με την συμμετοχή όλων των εναγόμενων. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί πως νοουμένου ότι δεν έχει ακόμη καταχωριστεί έκθεση απαίτησης, τα γεγονότα της υπόθεσης θεμελιώνονται από τις ένορκες δηλώσεις της Ενάγουσας όπου και παραθέτει με λεπτομέρεια τις κατ' ισχυρισμό ενέργειες των Εναγομένων που σχετίζονται με την απαίτηση της για τα αναφερόμενα αστικά αδικήματα. Σε κάθε όμως περίπτωση και παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου η αναφερόμενη πρόνοια σε σχέση με το δίκαιο από το οποίο διέπεται το έγγραφο Τεκμ. Δ δεν κρίνεται ότι αποδίδει και αποκλειστική δικαιοδοσία σε αλλοδαπό Δικαστήριο και συγκεκριμένα των Νήσων Κέϋμαν. Εξετάζοντας όμως για σκοπούς πληρότητας και την περίπτωση που η ως άνω πρόνοια του Τεκ. Δ ήθελε θεωρηθεί ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπού Δικαστηρίου η Ενάγουσα προβάλλει ότι ο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να μην την λάβει υπόψη. Η ύπαρξη της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας δεν αποκλείει την κατάθεση αγωγής στο Κυπριακό Δικαστήριο. Τα κριτήρια που λειτουργούν στην ανάληψη δικαιοδοσίας, παρά την ύπαρξη ρήτρας για απόδοση της σε δικαστήριο άλλης χώρας, εκτίθενται στις αποφάσεις του Εφετείου και της Ολομέλειας Shehata καιάλλων v. Ellias
(1995)1 A.A.Δ.621(σελ.629,631)και Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel NavigationCo.Ltd. and others
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168. Η νομολογία διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώθηκε ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας και της περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασία. Στην πρώτη το βάρος απόδειξης έχει, σύμφωνα με την υπόθεση Eleftheria
(1969)2 All E.R. ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο (Cyprus Potato Marketing Board πιο πάνω). Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή Νικήτα στην υπόθεση G. P. MICHAELIDES & SONS LTD. V. TRANSMARCOM N.V κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 863, κατά κανόνα εφαρμόζεται η ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας, εκτός αν ο ενάγων αποδείξει ότι υφίστανται ισχυροί λόγοι που καθιστούν την παραγκώνιση της δικαιολογημένη. Το δικαστήριο συσταθμίζει τους παράγοντες για την εξεύρεση του πιο κατάλληλου forum ανάμεσα στο τοπικό και το ξένο δικαστήριο. Η διαδικασία είναι ανάλογη με εκείνη που γίνεται στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του forum nonconveniens. Στην υπό εξέταση περίπτωση πέραν του ότι όλα τα σχετιζόμενα με την υπόθεση γεγονότα διαδραματίσθηκαν στη Κύπρο όπου οι πλείστοι από τους εναγόμενους έχουν τη κατοικία και ή την έδρα τους, η Ενάγουσα με την ένσταση της ισχυρίζεται μεταξύ και άλλων ότι η Εναγόμενη 4-Αιτήτρια εταιρεία συμμετείχε και παρείχε συνδρομή στην τέλεση της εναντίον της απάτης. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 ο οποίος την εξαπάτησε και αρνείται να της επιστρέψει πίσω τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε φαίνεται να μην ήταν αδειούχος επενδυτής και δεν είχε άδεια να ενεργεί ως πράκτορας για την Αιτήτρια. Υποστηρίζει επίσης ότι η μοναδική σύνδεση που έχει με την Αιτήτρια εταιρεία είναι ο Εναγόμενος 1 και σε περίπτωση που αυτή αποδεσμευθεί τότε δεν θα υπάρχει τρόπος να της επιστραφούν πίσω τα χρήματα της. Συσταθμίζοντας συνεπώς όλα τα πιο πάνω μαζί και με το γεγονός ότι η διαφορά των διαδίκων δεν αναφύεται από την συμφωνία που επικαλείται η Αιτήτρια αλλά η βάση της αγωγής της Ενάγουσας είναι ισχυριζόμενος δόλος και απάτη που έλαβαν χώρα εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων κρίνω ότι αποτελούν ισχυρούς λόγους απόκλισης από την εφαρμογή της πρόνοιας του τεκμ. Δ στην περίπτωση που αυτή θεωρηθεί ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Για την περίπτωση δε που η Αιτήτρια επικαλούμενη την ως άνω πρόνοια του τεκμ. Δ εισηγείται ακαταλληλότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων σημειώνεται ότι δεν έγινε εκ μέρους της αναφορά σε οποιονδήποτε στοιχεία ή άλλα γεγονότα που να φανερώνουν ότι η Κύπρος δεν είναι το καταλληλότερο forum για να εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση. Και τούτο ενώ όπως είναι γνωστό το βάρος απόδειξης μετακυλά στον Εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει ότι υπάρχει καταλληλότερο forum αλλού (Cyprus Potato Marketing Board (πιο πάνω) 1 Α.Α.Δ. 219,231). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η χώρα εντός της οποίας διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα που έδωσαν το έναυσμα για τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας είναι η Κύπρος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός της ισχυριζόμενης απάτης αλλά και το μέρος όπου διαμένουν και/ή εδρεύουν οι πλείστοι των διαδίκων που συνδέονται με την ισχυριζόμενη απάτη. Βοηθητικό είναι θεωρώ και το απόσπασμα που παραθέτω στη συνέχεια από την απόφαση ημερ. 9.8.2017 στην αγωγή 3342/16 Φρίξος Κυπριανού v. STALLION FUND LIMITED όπου εξετάσθηκαν από τον Α.Ε.Δ Χρ. Φιλίππου παρόμοια ζητήματα. « .. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα Δικαστήρια έλκουν δικαιοδοσία από το τόπο όπου το εκάστοτε αστικό αδίκημα λαμβάνει χώρα. Χρήσιμη αναφορά για τα πιο πάνω γίνεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΕ 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (από τώρα και στο εξής «ο Κανονισμός»). Ειδικότερα στα άρθρα 7 και 8 του Κανονισμού προνοείται: Άρθρο 7 «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: . . . 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός· Άρθρο 8 « Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους». Στις αντίστοιχες διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 (ο οποίος και αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό 1215/2012), που επιτρέπουν την συνεκδίκαση απαιτήσεων στο τόπο κατοικίας ενός από τους εναγόμενους στις περιπτώσεις ένοχης αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, γίνεται αναφορά και στην υπόθεση DIGIMED COMMUNICATIONS (πιο πάνω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση βάσει της οποίας κρίθηκε πως τα Κυπριακά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή λόγω της ύπαρξης συμφωνημένης δικαιοδοτικής ρήτρας. Το τελευταίο ζήτημα που εγείρεται με την υπό εξέταση αίτηση είναι το παράτυπο της επίδοσης. Αφενός η Αιτήτρια εισηγείται ότι η αίτηση βάσει της οποίας επιτράπηκε η επίδοση δεν στηρίζεται στη Σύμβαση της Χάγης που ισχύει βάσει του κυρωτικού Νόμου 3(ΙΙΙ)/2000 ενώ αφετέρου προβάλλει ότι η επίδοση που έγινε προσκρούει στις πρόνοιες της αναφερόμενης Σύμβασης. Όπως λέχθηκε και στην απόφαση στην αγωγή 3342/16 (πιο πάνω), « ο κυρωτικός Νόμος 3(ΙΙΙ)/2000, δεν ήταν το δικαστικό διάβημα στη βάση του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, τον παραμερισμό της οποίας ζητούν με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές. Σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του εν λόγω Νόμου δεν περιορίζουν το εκάστοτε δικαστήριο να τις εφαρμόσει κατ' αποκλειστικότητα, αφού το εκδικάζον δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει διατάγματα από τη σύμφυτη εξουσία του, όπως του παρέχεται από το Σύνταγμα και οικείους Νόμους και Κανονισμούς.» Επιπρόσθετα στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει υποδειχθεί από την Αιτήτρια ότι έχουν θιγεί με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της. Αντίθετα όπως άλλωστε και η Ενάγουσα εισηγείται με την ένσταση της, η Αιτήτρια έλαβε πλήρη γνώση της δικαστικής διαδικασίας και δεν διαφαίνεται να έχει προκύψει οποιαδήποτε δυσμενής συνέπεια σε βάρος της με την αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, μέσω των οποίων επιδόθηκαν η σχετική ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και των υπόλοιπων δικαστικών εγγράφων. Απόδειξη τούτου είναι ότι η Αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων της εμφανίστηκε έγκαιρα, υπό διαμαρτυρία βέβαια και άσκησε το Δικαίωμα που της παρέχουν οι σχετικοί κανονισμοί. Συνακόλουθα όλων όσων εξηγούνται πιο πάνω οι αιτούμενες με την υπό κρίση αίτηση θεραπείες δεν βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και τις ισχύουσες νομικές αρχές. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Εναγομένης 4-Αιτήτριας και υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης της αγωγής. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.