BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. ΣΠΗΤΑΛΙΩΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 99/2011, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 99/2011 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Στασίνου 51, Στρόβολος, Λευκωσία Εναγόντων Και XXXXX ΣΠΗΤΑΛΙΩΤΗΣ (XXXXX4430), XXXXX XXXXX 67-69, XXXXX Λάρνακα Εναγομένου -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.05.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Α. Δημητρίου με κα Η. Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Α. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία (για ν' ακούσει απόφαση κ. Θεοτή) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες που πρόκειται για εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες απαιτούν από τον Εναγόμενο το ποσό των €40.166,18 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €38.996,29 από 29/10/2010 πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 20/6/21996 και εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 25/6/1996 γενομένης μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας Coptic Enterprises Ltd η οποία τελεί υπό διάλυση δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου ημερομηνίας 8/11/2002 (στο εξής καλουμένης «η Εταιρεία Coptic »), οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πως δίδουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές ή άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις εις την εταιρεία δυνάμει των όρων της αναφερόμενης συμφωνίας εις τον λογαριασμό XXXXX3919 μετέπειτα XXXXX5534 νυν XXXXX5636 για το ποσό των €25.629,02 (ΛΚ.15.000,00). Ακολούθως και συγκεκριμένα δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 27/2/1998 οι Ενάγοντες ενέκριναν την αύξηση του ορίου στον αναφερόμενο Τρεχούμενο Λογαριασμό από €25.629,02 (ΛΚ15.000,00) σε €51.258,04 (ΛΚ30.000,00). Ο Εναγόμενος κατά την 6/3/1998 εις αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων οποιοσδήποτε μορφής είτε σε μορφή δανείων οποιοσδήποτε φύσεως είτε σε μορφή τρεχούμενου ή άλλου είδους λογαριασμού και/ή άλλως πως και/ή ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας Coptic προς τους Ενάγοντες δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 6/3/1998 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους Ενάγοντες είτε αυτές ήταν παρούσες ή μελλοντικές μέχρι του ποσού των €51.258,04 (ΛΚ.30.000,00). Ο Εναγόμενος με την αναφερόμενη συμφωνία εγγύησης αναλάμβανε όπως πληρώσει προς τους Ενάγοντες οποιονδήποτε ποσό χρημάτων το οποίο ήθελε καταστεί πληρωτέο εν σχέση με τις υποχρεώσεις του πελάτη συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 19/4/2001 τερμάτισαν τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και κάλεσαν τον Εναγόμενο να διευθετήσει την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου εντός 15 ημερών. Περαιτέρω με την ίδια επιστολή πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι ο αναφερόμενος λογαριασμός θα επιβαρύνεται με τόκο 11,75% καθώς και ότι το επιτόκιο θα κυμαίνεται σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας που ισχύει από καιρό εις καιρό. Μη συμμορφούμενου του Εναγόμενου με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 19/4/2001, οι Ενάγοντες δυνάμει της μεταξύ των συμφωνίας και/ή λόγω της εκ μέρους της Εταιρείας Coptic παράβασης των όρων της ως άνω συμφωνίας και/ή εξασκώντας τα δικαιώματα τους δυνάμει της ως άνω συμφωνίας με επιστολή τους ημερομηνίας 29/10/2010 προς τον Εναγόμενο επιβεβαίωσαν τον εν λόγω τερματισμό της λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού και κάλεσαν τον Εναγόμενο όπως εξοφλήσει παν οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους. Ο εναγόμενος ουδέν ποσόν κατέβαλε μέχρι σήμερα προς εξόφληση του πιο πάνω αναφερόμενου χρέους και έτσι εξακολουθεί να οφείλεται το συνολικό ποσό των €40.166,18 πλέον τόκος προς 9% επί ποσού €38.996,29 από 29/10/2010 μέχρι εξοφλήσεως με εξαμηνιαίο ανατοκισμό. Ο Εναγόμενος με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης του αποδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας ημερ. 25.6.1996 μεταξύ των Εναγόντων και της Εταιρείας Coptic καθώς επίσης και ότι ο ίδιος υπέγραψε το επίδικο έγγραφο εγγύησης. Επιφυλάσσοντας όμως τους ισχυρισμούς του ως προς την εγκυρότητα , την έκταση, το περιεχόμενο και /ή την ισχύ της επίδικης συμφωνία εγγύησης καθώς και ως προς την ευθύνη του βάση αυτής, αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι ακυρώσιμη γιατί επιτεύχθηκε κατόπιν παράνομης επιρροής. Προβάλλει επίσης ότι ήταν έκδηλα εναντίον των συμφερόντων του καθώς και ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να τον πληροφορήσουν αναφορικά με τους κινδύνους που αναλάμβανε με την υπογραφή της. Μεταξύ άλλων ο Εναγόμενος αρνείται ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν την ισχυριζόμενη επιστολή και ότι τερμάτισαν νομότυπα τη λειτουργία του αναφερόμενου λογαριασμού. Είναι επίσης η θέση του ότι η αύξηση του τόκου είναι αντισυμβατική και/ή παράνομη καθώς και ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνταν βάσει της τότε νομοθεσίας να κεφαλαιοποιούν τον τόκο 2 φορές το χρόνο και συνεπώς ο όρος αυτός είναι άκυρος και/ή παράνομος και/ή ανεφάρμοστος και/ή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω αμφισβητεί το ποσό που απαιτούν οι Ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι αυτό είναι διογκωμένο και/ή προϊόν παράνομων και/ή καταχρηστικών και/ή αυθαίρετων ενεργειών των εναγόντων και/ή παράνομου ανατοκισμού. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά προς τις πιο πάνω υπερασπίσεις, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου από το να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον του, εφόσον ως ισχυρίζεται στις 6.7.2007 εκδόθηκε απόφαση από άλλο αρμόδιο Δικαστήριο αναφορικά με τα ίδια επίδικα θέματα και τους ίδιους διάδικους. Συγκεκριμένα οι επίδικες συμφωνίες στην παρούσα αγωγή ήταν επίδικες και στην Αγωγή 1304/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία οι Ενάγοντες ήταν οι ίδιοι και ο Εναγόμενος στην παρούσα εναγόταν ως Εναγόμενος 4. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου από το να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον του, αφού όφειλαν να προωθήσουν τις επίδικες στην παρούσα αξιώσεις στα πλαίσια της αγωγής 1304/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους και στα πλαίσια της οποίας ο Εναγόμενος εξόφλησε ολόκληρο το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό. Επιπρόσθετα και διαζευκτικά των πιο πάνω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στις αξιώσεις που ζητούν και/ή κωλύονται από το να τις προωθούν αφού ενήργησαν με υπέρμετρη καθυστέρηση παραβλάπτοντας και επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματά του. Επαναλαμβάνοντας τέλος τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης του ο Εναγόμενος ανταπαιτεί εναντίον των Εναγόντων Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη και/ή παράνομη καθώς και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να την ακυρώνει. Οι Ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Ειδικότερα αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ότι κωλύονται λόγω δεδικασμένου να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον του καθότι κατά τους ισχυρισμούς του εκδόθηκε απόφαση από άλλο Δικαστήριο αναφορικά με τα ίδια επίδικα θέματα και τους ίδιους διαδίκους. Ισχυρίζονται ότι η αγωγή 1304/2004 εγέρθηκε εναντίον άλλων Εναγομένων μεταξύ των οποίων και του Εναγομένου ως εγγυητή, για άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις, που δεν αφορούν τον επίδικο λογαριασμό της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα στην αγωγή 1304/2004 οι Ενάγοντες παραχώρησαν προς όφελος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Εγγυητική για το ποσό των Λ.Κ 10.000 προς εξασφάλιση χρέους της Εταιρείας Coptic και άνοιξαν προς τούτο τον λογαριασμό XXXXX0884 πρώην L/G XXXXX6980 έπειτα XXXXX5644 τον οποίο εγγυήθηκε ο Εναγόμενος, ενώ η παρούσα αγωγή αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό XXXXX3919 μετέπειτα XXXXX5534 νυν XXXXX5636 για το ποσό των €25.629,02 (ΛΚ.15.000,00) τον οποίο ο Εναγόμενος εγγυήθηκε δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 6/3/1998. Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, με τις τελικές του εισηγήσεις, δεν επέμενε στην προώθηση του συνόλου των δικογραφημένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων της πλευράς του. Περιορίστηκε στην προβολή συγκεκριμένων θέσεων που κυρίως αφορούν την αμφισβήτηση του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού καθώς και την ύπαρξη δεδικασμένου. Τόσο η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί, όσο και η επιχειρηματολογία των συνηγόρων είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και τις γραπτές αγορεύσεις και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω στην ολότητα τους. Γι' αυτό και θα αναφερθώ περιληπτικά στα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες τα οποία και θα αξιολογηθούν, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους οι Ενάγοντες κάλεσαν ένα μάρτυρα, τον XXXXX Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του(Έγγραφο Α). Στη γραπτή δήλωση του αναφέρει ότι εργάζεται στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών των Εναγόντων και είναι ένας από τους υπεύθυνους λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της θέσης και των καθηκόντων του αλλά και από μελέτη του αρχείου που τηρούν οι ενάγοντες και του φακέλου της υπόθεσης. Αναφέρει ότι οι ενάγοντες που είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και διεξάγει τραπεζικές εργασίες από τις 12.7.2004 μετονομάσθηκε σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ. Προς τούτο κατέθεσε πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος των εναγόντων (τεκμ.1). Ακολούθως στην γραπτή του δήλωση ο ΜΕ1 επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ημερ. 26.6.1996 βάσει της οποίας οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν στην Εταιρεία Coptic πιστωτικές διευκολύνσεις στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό καθώς και σε σχέση με την εγγύηση που παρείχε ο Εναγόμενος προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας Coptic. Περαιτέρω αναφέρει ότι λόγω παράβασης των όρων της αναφερόμενης συμφωνίας οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο επιστολή τερματισμού ημερ. 19.4.2001 με την οποία τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσαν αυτόν να διευθετήσει την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού ενημερώνοντας τον και ότι ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο 11.75% ετησίως. Επίσης οι Ενάγοντες με την επιστολή τους ημερ. 29.10.2010 επιβεβαίωσαν τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και πληροφόρησαν τον Ενάγοντα ότι θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Σε σχέση με τις επιστολές αναφέρει ότι αυτές ταχυδρομήθηκαν από τους Ενάγοντες στην διεύθυνση που είχε δηλώσει ο Εναγόμενος και ουδέποτε επεστράφησαν στην τράπεζα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού για τη χρονική περίοδο από 07/09/1993 μέχρι και 30/06/2017(τεκμ.9). Όπως ανέφερε οι καταστάσεις αυτές αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας και παρήχθησαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με το τραπεζικό βιβλίο που τηρούν οι Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή και ως εκ τούτου αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Το Αρχείο αυτό βρίσκεται στην φύλαξη και έλεγχο των Εναγόντων και το αντίγραφο αυτού κατόπιν σύγκρισης του με το αρχικό, διαπιστώθηκε ότι είναι το ορθό. Οι εν λόγω καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Μαζί με τις καταστάσεις τεκμ. 9 κατέθεσε Πιστοποιητικό σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου (τεκμ.9 Α ). Εξήγησε πως οι καταστάσεις αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων και αποτελούν το αρχείο σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Ο λόγος που οι καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό σταματούν στις 30/06/2017 είναι επειδή η εκτύπωση τους από το ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι εξαμηνιαία. Ανέφερε όμως ότι έλεγξε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων και διαπίστωσε ότι από τις 01/07/2017 μέχρι και σήμερα καμία πίστωση δεν έχει γίνει στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό. Ανέφερε επίσης ότι οι καταστάσεις τεκμ.9 αποτελούν αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο που ήταν και είναι ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων καθώς και ότι οι καταχωρήσεις σε αυτά έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Ακολούθως ο ΜΕ1 κατέθεσε αναθεωρημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (τεκ.10) τις οποίες όπως ανέφερε ετοίμασε ο ίδιος λαμβάνοντας υπόψη τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις τεκμ. 9 αφού αφαίρεσε από αυτές τυχόν χρεώσεις και έξοδα καθώς και όλους τους τόκους υπερημερίας που οι ενάγοντες δεν αξιώνουν πλέον. Με βάση τις αναθεωρημένες καταστάσεις το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €41.994,34 πλέον τόκο 8% επί του ποσού των €41.173,13 από τις 30.9.2017 πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι εξοφλήσεως. Κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα τεκμήρια Την απόφαση των Εναγόντων ημερ. 20.6.1996 σε σχέση με την Εταιρεία Coptic, για την επαναέγκριση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των Λ.Κ 15.000 καθώς και για την παροχή δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των Λ.Κ 15.000 τεκμ.
- -Τη επίδικη συμφωνία ημερ. 25.6.1996 τεκμ.
- -Την απόφαση των Εναγόντων ημερ. 27.2.1998 για την αύξηση του ορίου τρεχούμενου λογαριασμού της Εταιρείας Coptic από Λ.Κ 15.000 σε Λ.Κ 30.000 τεκμ.
- -Τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Coptic ημερ. 27.2.1998 τεκμ.
- -Τη συμφωνία εγγύηση του Εναγόμενου ημερ. 6.3.1998 για το περιορισμένο ποσό των Λ.Κ 30.000 τεκμ.
- -Την επιστολή τερματισμού του επίδικου λογαριασμού ημερ. 19.4.2001 τεκμ.
- -Την επιστολή των επιβεβαίωση του τερματισμού ημερ. 29.10.2010 τεκμ.
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας τεκ.3 καθώς και της συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος και συνεπώς η γνώση του για τις συμφωνίες αυτές προέρχεται από το περιεχόμενου του φακέλου της υπόθεσης. Ερωτήθηκε επίσης εκτεταμένα σε σχέση με διάφορες χρεώσεις που εμφανίζονται στις καταστάσεις του τεκμ. 9, ενώ σε σχέση με τους τόκους με τους οποίους χρεωνόταν ο επίδικος λογαριαμός, ανέφερε ότι αυτοί υπολογίζονταν επί των εκάστοτε ημερήσιων υπολοίπων με ποσοστό επιτοκίου που ισχύει από καιρού εις καιρόν και κεφαλαιοποιούνταν κάθε έξι μήνες. Ερωτηθείς για τις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού τεκμ.10, ανέφερε ότι αυτές αρχίζουν από το έτος 2001 με το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζουν τότε οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμ.9 και στη συνέχεια αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις και οι τόκοι υπερημερίας που οι Ενάγοντες αποφάσισαν να μην απαιτήσουν. Διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι από το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζαν οι καταστάσεις του τεκμ.9 πριν από την 1.1.2001 το οποίο και μεταφέρθηκε στις καταστάσεις του τεκμ. 10 δεν αφαιρέθηκαν οποιεσδήποτε χρεώσεις. Σε σχέση με την αγωγή 1304/2004 ανέφερε ότι αυτή έχει διευθετηθεί και αναγνώρισε την απόφαση που εκδόθηκε στις 6.7.2007 εναντίον του Εναγόμενου η οποία και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμ.
- Διαφώνησε όμως σε σχετική υποβολή ότι με την απόφαση αυτή έχει εξοφληθεί κάθε οφειλή του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα Τράπεζα αναφέροντας ότι η αγωγή 1304/2004 αφορούσε άλλην υποχρέωση την οποία επίσης εγγυήθηκε ο Εναγόμενος. Διαφώνησε επίσης με σχετικές υποβολές της υπεράσπισης ότι οι καταστάσεις τεκμ. 9 και τεκμ.10 δεν παρουσιάζουν το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού και ότι σε αυτό περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις. Ως ΜΥ1 κλήθηκε και κατέθεσε ο Χριστόδουλος Χαραλάμπους, Πρωτοκολλητής στο Τμήμα των Πολιτικών υποθέσεων του Ε.Δ. Λεμεσού. Ανέφερε ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει στην κατοχή του το φάκελο της αγωγής 1304/2004 του Ε.Δ. Λεμεσού. Καταγράφεται από την αρχή ότι η μαρτυρία του ήταν τυπική και ως τέτοια δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Ουσιαστικά κλήθηκε και κατέθεσε από το φάκελο της αγωγής 1304/2004 πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος (τεκμ.12) και πιστό αντίγραφο της μονομερούς αίτησης με συνημμένη ένορκη δήλωση (τεκμ. 13) βάσει της οποίας οι Ενάγοντες αιτήθηκαν απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2 λόγω παράλειψης της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Του υποδείχθηκε επίσης και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο του τεκμ. 11 δηλαδή της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1304/2004 εναντίον του εναγόμενου στη παρούσα αγωγή. Σημειώνεται ότι δηλώθηκε από κοινού και από τις δύο πλευρές ότι τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση τεκμ. 11 είναι σε λίρες Κύπρου και όχι σε Ευρώ. Ως ΜΥ 2 κατέθεσε ο Εναγόμενος ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του(Έγγραφο Β). Αναφέρει στη γραπτή δήλωση του ότι με την εγγύηση που υπέγραψε εγγυήθηκε μόνο μία δανειοδότηση της εταιρείας Coptic και όχι πολλές. Περαιτέρω αρνείται ότι οφείλει οποιονδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και υποστηρίζει ότι με την απόφαση τεκ. 11 που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή 1304/2004 και την καταβολή του εκεί αναφερόμενου ποσού των Λ.Κ19.000 διευθετήθηκαν όλες οι οφειλές του βάσει της εγγύησης που παρείχε σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εταιρείας Coptic. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής αναφέρει περαιτέρω ότι με βάση και το περιεχόμενο της απόφασης τεκμ. 11 με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ19.000 οι Ενάγοντες του εκχώρησαν την υποθήκη που είχε παραχωρηθεί προς όφελος τους προς εξασφάλιση του λαβείν τους. Στη γραπτή δήλωση του υποστηρίζει επίσης ότι πριν να υπογράψει την επίδικη συμφωνία εγγύησης δεν έλαβε οποιανδήποτε ενημέρωση για την περιουσία της Εταιρείας Coptic. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι η αγωγή 1304/2004 αφορούσε άλλο λογαριασμό από τον επίδικο λογαριασμό που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Διαφώνησε όμως με σχετική υποβολή ότι με την απόφαση του τεκμ 11 δεν έχουν διευθετηθεί όλες οι οφειλές του προς τους Ενάγοντες. Με βάση τα γεγονότα που παρέμειναν αδιαμφισβήτητα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δυνάμει των όρων της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 25/6/1996 (τεκμ.3), οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν δάνεια σε τρεχούμενο και/ή άλλως δίδουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές πιστωτικές διευκολύνσεις εις την εταιρεία Coptic μεταξύ άλλων και όριο εις τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των €25.629,02 (ΛΚ.15.000,00). Αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 27/2/1998 οι Ενάγοντες ενέκριναν την αύξηση του ορίου στον επίδικο τρεχούμενο Λογαριασμό από €25.629,02 (ΛΚ15.000,00) σε €51.258,04 (ΛΚ30.000,00). Η θέση του Εναγόμενου ότι με την επίδικη εγγύηση εγγυήθηκε μόνο μία δανειοδότηση της Εταιρείας Coptic δεν ευσταθεί και δεν γίνεται αποδεκτή αφού καταρρίπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγύησης τεκμ. 6 το οποίο και δεν έχει αμφισβητηθεί. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος κατά την 6/3/1998 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας Coptic προς τους Ενάγοντες δυνάμει του εγγράφου ημερομηνίας 6/3/1998 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους Ενάγοντες είτε αυτές ήταν παρούσες ή μελλοντικές μέχρι του ποσού των €51.258,04 (ΛΚ.30.000,00). Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος με την αναφερόμενη συμφωνία εγγύησης αναλάμβανε όπως πληρώσει προς τους Ενάγοντες οποιονδήποτε ποσό χρημάτων το οποίο ήθελε καταστεί πληρωτέο για το οποίο ευθύνεται βάσει της εγγύησης του συμπεριλαμβανομένων και τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Γίνεται επίσης αποδεκτό ότι οι Ενάγοντες ταχυδρόμησαν δεόντως την ειδοποίηση τερματισμού του επίδικου λογαριασμού προς τον Ενάγοντα, στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δώσει στην τράπεζα. Υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Στην κρινόμενη περίπτωση το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί αφού καμία σχετική μαρτυρία προσκομίσθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου ενώ παράλληλα η θέση του ΜΕ1 σε σχέση με την ταχυδρόμηση της επιστολής τεκ.7 δεν έχει αμφισβητηθεί. Με βάση τα όσα έχουν συναφώς λεχθεί και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 479, δεν χρειαζόταν απόδειξη παραλαβής της επιστολής. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες με την επιστολή ημερομηνίας 19/4/2001 τερμάτισαν τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και κάλεσαν τον Εναγόμενο να διευθετήσει την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου εντός 15 ημερών. Περαιτέρω με την ίδια επιστολή πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι ο αναφερόμενος λογαριασμός θα επιβαρύνεται με τόκο 11,75% καθώς και ότι το επιτόκιο θα κυμαίνεται σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας που ισχύει από καιρό εις καιρό. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους γίνεται επίσης αποδεκτό ότι οι Ενάγοντες ταχυδρόμησαν δεόντως προς το Εναγόμενο και την επιστολή επιβεβαίωση του τερματισμού ημερ. 29.10.2010. Σημειώνεται ωστόσο για σκοπούς πληρότητας ότι και στις δύο αυτές επιστολές δεν καθορίζεται το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Ο Εναγόμενος προβάλλει επίσης με την υπεράσπιση του ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν έκδηλα εναντίον των συμφερόντων του και ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να τον πληροφορήσουν αναφορικά με τους κινδύνους που αναλάμβανε με την υπογραφή της. Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ v. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ECLI:CY:AD:2014:A501, Πολ. Έφεση 276/2009 ημερ. 9.7.2014 όπου και εξετάστηκε το ερώτημα του κατά πόσον η εφεσίβλητη τράπεζα είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 101 του Κεφ. 149, ή άλλως πως, να πληροφορήσει τον εφεσείοντα για την οικονομική κατάσταση ή τη δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου από την πρωτοφειλέτιδα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο και τους κανόνες της επιεικείας, που είναι μέρος του δικαιϊκού μας συστήματος, υπάρχει περιορισμένη υποχρέωση εκούσιας αποκάλυψης πληροφοριών, από μια τράπεζα, σε ένα προτιθέμενο εγγυητή, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Η σύμβαση εγγύησης δεν είναι σύμβαση απόλυτης πίστεως (uberrimae fidei), όπως είναι μια ασφαλιστική σύμβαση. Επομένως ο πιστωτής δεν έχει, γενικό καθήκον αποκάλυψης, στον προτιθέμενο εγγυητή, όλων των ουσιαστικών στοιχείων που γνωρίζει ο πιστωτής για τον πρωτοφειλέτη. Όμως, ο πιστωτής έχει περιορισμένο καθήκον αποκάλυψης, η ευρύτητα του οποίου εξαρτάται από το συγκεκριμένο τύπο της εγγύησης. Στην περίπτωση των εγγυήσεων των τραπεζών, σε σχέση με τις υποχρεώσεις των πελατών τους, όπως είναι η προκείμενη, η πιο αυθεντική διατύπωση της υποχρέωσης αποκάλυψης θεωρείται αυτή του Λόρδου Campell στην υπόθεση Hamilton v. Watson
(1845)12 Cl & Fin 109 at 119, HL. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη αυθεντία, εκτός εάν ο εγγυητής υποβάλει κάποιες ερωτήσεις στον πιστωτή, ο πιστωτής δεν έχει γενική υποχρέωση αποκάλυψης των πληροφοριών που γνωρίζει για τον πρωτοφειλέτη. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει εάν ο πιστωτής γνωρίζει γεγονότα τα οποία δεν είναι, κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων, αναμενόμενα, αλλά εάν δεν υπάρχει κάτι που δεν είναι, φυσικά, αναμενόμενο, μεταξύ των μερών, τότε είναι υποχρέωση του ίδιου του προτιθέμενου εγγυητή να προφυλαχθεί από τους ελλοχεύοντες κινδύνους και να υποβάλει ο ίδιος τις ερωτήσεις, των οποίων την απάντηση επιθυμεί να έχει, πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης. Η μη αποκάλυψη από την τράπεζα στον εγγυητή ότι ο πρωτοφειλέτης είχε λογαριασμό παρατραβήγματος από την κίνηση του οποίου η τράπεζα υποπτευόταν ότι ο πρωτοφειλέτης εξαπατούσε τον εγγυητή, κρίθηκε ότι δεν καθιστούσε άκυρη την εγγύηση (Δέστε: National Provincial Bank of England Ltd v. Glanusk
(1913)3 Κ.Β. 335 καιRoyal Bank of Scotland v. Greenshields
(1914)SC 259). Επίσης η τράπεζα δεν είναι υποχρεωμένη να προσφέρει, σε προτιθέμενο εγγυητή, πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ανεξάρτητα από το πόσον ουσιαστική είναι αυτή η πληροφόρηση. Όμως αν ερωτηθεί, από τον προτιθέμενο εγγυητή, για κάτι που έχει σημασία αναφορικά με την ανάληψη της εγγύησης από τον εγγυητή, η τράπεζα θα πρέπει να δώσει την πληροφορία (Δέστε: Hamilton, ανωτέρω).» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές διαπιστώνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία που να τεκμηριώνει με οποιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω θέση που προβάλλει με την υπεράσπιση του ο Εναγόμενος και συνεπώς αυτή δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Τέλος σε σχέση με την προβαλλόμενη θέση της υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν με υπέρμετρη καθυστέρηση είναι εμφανές από τα γεγονότα ότι οι Ενάγοντες ενώ τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό το έτος 2001 προσέφυγαν στο Δικαστήριο 10 χρόνια αργότερα. Η θέση όμως ότι από την καθυστέρηση έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του Εναγόμενου τίθεται γενικά και δεν καθορίζεται συγκεκριμένα στην έκθεση υπεράσπισης του. Ούτε όμως ο ίδιος καταθέτοντας στο Δικαστήριο παρέθεσε οποιαδήποτε επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν ότι έχει επηρεαστεί το δικαίωμα του να προβάλει την υπεράσπιση του αφού κατά τη μαρτυρία του αρκέστηκε μόνο να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι στο παρελθόν είχε στην κατοχή του έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν ότι η εγγύηση που υπέγραψε αφορούσε τη παραχώρηση μόνο ενός δάνειου. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι η συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε αφορούσε μόνο την παραχώρηση ενός δάνειου έχει ήδη απορριφθεί για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Επιπλέον θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της ολιγωρίας εφαρμόζεται όπου επιζητείται θεραπεία δυνάμει του δικαίου της επιείκειας. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η υπόθεση ΑΤΗΚ ν. Κλεάνθους
(2013)1Α Α.Α.Δ 158 όπου αναφέρεται ότι το δόγμα της ολιγωρίας εφαρμόζεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις όπου η αιτούμενη θεραπεία, ανάγεται στο δίκαιο της επιείκειας, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Παραμένει συνεπώς στη συνέχεια να εξεταστεί η θέση της υπεράσπισης βάσει της οποίας αμφισβητείται το ποσό της αξίωσης για το λόγο ότι αυτό είναι διογκωμένο και/ή προϊόν παράνομων και/ή καταχρηστικών και/ή αυθαίρετων ενεργειών των εναγόντων και/ή παράνομου ανατοκισμού. Γενικά οι Ενάγοντες φέρουν το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης τους (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Οικονόμου, Πολιτική Έφεση Αρ.335/2009 ημερ. 17.10.14). Στην υπόθεση ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, v. CORAL FOODS LTD και άλλων,
(2008)1Β Α.Α.Δ 956 όπου οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι νόμιμα οφειλόταν το αξιούμενο ποσό, λέχθηκε ότι η κατάθεση των λογαριασμών από τους εφεσείοντες δε μετέφερε στους ώμους των εφεσιβλήτων οποιοδήποτε βάρος ή καθήκον αυτοί να εξειδικεύσουν με ακρίβεια τις παράνομες χρεώσεις. Η υποχρέωση τους εξαντλείτο στο να καταδείξουν ότι στους λογαριασμούς υπήρχαν χρεώσεις που δεν εξηγήθηκε από τους εφεσείοντες πώς προέκυψαν ή εάν ήταν εύλογες. Λέχθηκε περαιτέρω ότι το βάρος απόδειξης ότι οι διάφορες χρεώσεις ήταν εύλογες, εφ' όσον το ύψος τους δεν είχε συμφωνηθεί, όπως και ότι, με αυτές, το ποσοστό του τόκου δεν υπερέβαινε το 9% ετησίως επί του κεφαλαίου, ήταν στους ώμους των εφεσειόντων και με τη μαρτυρία τους, δεν το απέσεισαν. Επίσης σύμφωνα με τις νομολογημένες αρχές οι χρεώσεις των τόκων και κάθε άλλης επιβάρυνσης στους λογαριασμούς πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 η πλευρά του Εναγόμενου υποβάλλοντας σχετικές ερωτήσεις και θέσεις αμφισβήτησε το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός και το ύψος του ποσού που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους. Μεταξύ άλλων υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζουν οι καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένο και αυτό περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις αλλά και ποσά που προκύπτουν από παράνομους τόκους. Σε σχέση με το αναφερόμενο ζήτημα και για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια κρίνεται ότι η μαρτυρία των Εναγόντων παρουσιάζει σημαντικά κενά και αδυναμίες που δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση τους και δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα για την ορθότητα του ισχυριζόμενο χρεωστικού υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού και κατά πόσο αυτό οφείλεται νόμιμα. Όπως περιγράφεται πιο πάνω με βάση τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης αλλά και την μαρτυρία του ΜΕ1 οι ενάγοντες παρείχαν τις ισχυριζόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις μεταξύ των οποίων και όριο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό βάσει των όρων της γραπτής συμφωνίας ημερ. 25.6.1996, τεκμ.
- Όπως όμως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο του τεκμ. 9 που οι Ενάγοντες καταθέσαν στο Δικαστήριο αλλά και την μαρτυρία του ΜΕ1 ο επίδικος λογαριασμός φαίνεται να ανοίχθηκε και εν πάση περιπτώσει λειτουργούσε από τις 7.9.
- Ωστόσο οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν οποιανδήποτε συμφωνία βάσει της οποίας λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός κατά την περίοδο από το άνοιγμα του μέχρι και την σύναψη της συμφωνίας τεκμ. 3, με αποτέλεσμα να μην έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοιδήποτε όροι που να καθορίζουν το νόμιμο των χρεώσεων για την αναφερόμενη περίοδο. Ερωτηθείς δε κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 για συγκεκριμένες χρεώσεις που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού τεκμ 9 κυρίως κατά την εν λόγω περίοδο, διαφάνηκε πως δεν ήταν σε θέση να δώσει για όλες τις χρεώσεις αυτές επαρκείς εξηγήσεις, αφού, για κάποιες δεν μπόρεσε να δώσει σαφή απάντηση τι ακριβώς αφορούσαν, ενώ σε σχέση με άλλες δηλώνοντας ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση αρκέστηκε να δώσει μόνο υποθετικές απαντήσεις βασιζόμενες στις διαδικασίες που γενικά ακολουθούνται από την Ενάγουσα Τράπεζα. Παραμένει συνεπώς άγνωστο βάσει ποιων δεδομένων και υπό ποιους όρους ανοίχθηκε και λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός από το 1993 μέχρι και την 25.6.1996 ημερομηνία συνομολόγηση της συμφωνίας τεκ.
- Επίσης παραμένει άγνωστο και ατεκμηρίωτο ποια ποσά παραχωρήθηκαν στον πρωτοφειλέτη και με βάση ποια δεδομένα και ποιους όρους χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός κατά την αναφερόμενη περίοδο. Καμία απολύτως μαρτυρία προσκομίσθηκε εκ μέρους των Εναγόντων σε σχέση με το αναφερόμενο ζήτημα, έτσι ώστε, να είναι εφικτό να διαπιστωθεί κατά πόσο οι χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό αυτό και ειδικότερα σε ότι αφορά τη χρέωση διάφορων ποσών, εξόδων αλλά και τόκων έγιναν καθόλα σύννομα και δικαιωματικά . Παρόλα αυτά από την μαρτυρία των Εναγόντων και κυρίως την αντεξέταση του ΜΕ1, προκύπτει ότι, κατά την αναφερόμενη χρονική περίοδο στον επίδικο λογαριασμό γίνονταν διάφορες χρεώσεις για την επιστροφή επιταγών, την έκδοση βιβλιαρίων επιταγών, την αγορά χαρτόσημων τη ταχυδρόμηση επιστολών αλλά και άλλες χρεώσεις με ποσά που όπως αναφέρεται πιο πάνω δεν επεξηγήθηκαν επαρκώς από τους Ενάγοντες. Παράλληλα σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 οι εν λόγω χρεώσεις προσθέτονταν στο τοκοφόρο χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Επίσης ο ΜΕ1 ανέφερε και ήταν σαφής ότι στον επίδικο λογαριασμό γινόταν χρέωση τόκων οι οποίοι υπολογίζονταν, όπως ισχυρίσθηκε, επί των εκάστοτε ημερήσιων υπολοίπων και κεφαλαιοποιούνταν κάθε έξι μήνες. Για την αναφερόμενη συνεπώς περίοδο παραμένει άγνωστο και ατεκμηρίωτο κατά πόσο οι χρεώσεις των τόκων γίνονταν επί συμφωνημένου ποσοστού επιτοκίου αλλά και κατά πόσο η κεφαλαιοποίηση των τόκων ήταν συμφωνημένη και εάν ναι κατά πόσο αυτή γινόταν κατά τους συμφωνηθέντες χρόνους. Από το περιεχόμενο του τεκ. 9 δεν διαπιστώνεται μόνο ότι ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσε από το έτος 1993 αλλά και ότι κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας ημερ. 25.6.1996 τεκμ. 3 παρουσίαζε ήδη χρεωστικό υπόλοιπο για συγκεκριμένο ποσό. Η ορθότητα και η νομιμότητα του χρεωστικού αυτού υπολοίπου δεν είναι εφικτό να ελεγχθεί εφόσον με τα κενά που, ως υποδεικνύεται πιο πάνω, παρουσιάζει η μαρτυρία των Εναγόντων σε σχέση με τη αναφερόμενη χρονική περίοδο δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο οι χρεώσεις που γίνονταν ήταν συμφωνημένες και νόμιμες αλλά ούτε και να διαπιστωθεί κατά πόσο ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με παράνομους τόκους δεδομένου ότι τότε ίσχυε το άρθρο 3 του περί Τόκου Νόμου του 1977, (Νόμος 2/77) που προέβλεπε ότι το επιτόκιο σε οποιοδήποτε χρέος δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως. Με τα πιο πάνω δεδομένα η δήλωση του ΜΕ1 ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αναπαράχθηκαν από το τραπεζικό βιβλίο που τηρούν οι Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή και αφού συγκρίθηκαν με την αρχική καταχώρηση διαπιστώθηκε ότι είναι ορθές δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις ικανοποιητικό στοιχείο για να αποδειχθεί η ορθότητα του ισχυριζόμενου χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού και ότι αυτό αξιώνεται νόμιμα. Τα κενά δε που παρουσιάζει η μαρτυρία των εναγόντων σαφώς και δεν αναπληρώνονται με την κατάθεση στο Δικαστήριο της αναθεωρημένης κατάστασης λογαριασμού τεκμ. 10 που αρχίζει από το έτος
- Τούτο διότι είναι σαφές αλλά προκύπτει και άμεσα από τα λεγόμενα του ΜΕ1, ότι, η αναθεωρημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού διενεργήθηκε στη βάση των δεδομένων που παρουσιάζουν οι αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού τεκμ.
- Όπως δε ο ίδιος ο μάρτυρας διευκρίνισε στις αναθεωρημένες καταστάσεις τεκμ. 10 μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο των €40.422,40 που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός κατά το έτος 2001 χωρίς προηγουμένως να έχουν αφαιρεθεί από το ποσό αυτό οποιεσδήποτε χρεώσεις. Συνεπώς με αυτά τα δεδομένα και τα κενά στην μαρτυρία των εναγόντων που υποδεικνύονται πιο πάνω, παραμένει άγνωστο το πως προέκυψε το ποσό που χαρακτηρίζεται στο τεκμ.10 ως το χρεωστικό υπόλοιπο από μεταφορά και κατά πόσο αυτό αξιώνεται νόμιμα. Ως αποτέλεσμα συνεπώς όλων όσων υποδεικνύονται πιο πάνω το ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού παραμένει μετέωρο και ατεκμηρίωτο. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 A.A.Δ. 1390, αποφασίσθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αφού οι «καταστάσεις λογαριασμών .. δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεωπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απόληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο.» Στην Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 846, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κριθεί ότι αποδείχθηκε το υπόλοιπο του χρεωστικού λογαριασμού. Τονίσθηκε σε αυτήν ότι η αόριστη δήλωση της υπαλλήλου της τράπεζας, έστω και χωρίς αντεξέταση ότι οι λογαριασμοί «είναι ορθοί», δεν είναι αρκετή για να αποδειχθεί το ακριβές χρεωστικό υπόλοιπο σε μια υπόθεση που αμφισβητείτο. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση D&G Products Ltd v. Premixco Asprialting Company Ltd
(1999)1 AAΔ 263, «Η απλή δήλωση χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς οτιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας». Ελλείψει συνεπώς των στοιχείων που υποδεικνύονται πιο πάνω και ή άλλης ικανοποιητικής μαρτυρίας που να αποδεικνύει την ορθότητα του χρεωστικού υπολοίπου στο οποίο απολήγει ο επίδικος λογαριασμός και ότι αυτό αξιώνεται νόμιμα η απαίτηση των εναγόντων δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Η πιο πάνω κατάληξη προδιαγράφει και το αποτέλεσμα της αγωγής. Εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω στη συνέχεια και το ζήτημα το οποίο εγείρεται από της υπεράσπιση για την ύπαρξη δεδικαμένου. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου από το να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον του, αφού εκδόθηκε απόφαση εναντίον του από άλλο αρμόδιο Δικαστήριο αναφορικά με τα ίδια επίδικα θέματα και τους ίδιους διάδικους στα πλαίσια της αγωγής 1304/2004. Ο Εναγόμενος διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να προωθήσουν τις επίδικες με την παρούσα αξιώσεις στα πλαίσια της αγωγής 1304/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους και στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος εξόφλησε ολόκληρο το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι, (i) Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, (ii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Είναι επίσης γνωστό ότι με βάση τη νομολογία η αρχή του δεδικασμένου επεκτείνεται όχι μόνο στις δικογραφημένες επίδικες διαφορές αλλά σε όλα εκείνα τα θέματα που θα μπορούσαν να καταστούν επίδικα από τους διαδίκους αν ασκούσαν τη δέουσα επιμέλεια ( βλ. ΑΝΤΡΙΑΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, v. ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,
(2008)1Β Α.Α.Δ 1298). Καταρχήν θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση της πλευράς της υπεράσπισης ότι το δεδικασμένο προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης (τεκμ.11) η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1304/2004 (στο εξής η πρώτη αγωγή) και συγκεκριμένα από την εκεί καταγραφείσα δήλωση ότι «οποιαδήποτε οφειλή προς τους ενάγοντες θα θεωρείται εξοφληθείσα». Εξετάζοντας το περιεχόμενο της απόφασης στο σύνολο του κατά τη κρίση μου η δήλωση αυτή εμπίπτει στους όρους της συμφωνηθείσας αναστολής εκτέλεσης όπως αυτή καταγράφεται στην απόφαση και σύμφωνα με την οποία εάν ο Εναγόμενος εντός της εκεί αναφερόμενης προθεσμίας κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ 19.000 η απόφαση για το ποσό των Λ.Κ20.789,28 πλέον τόκους θα θεωρείτο εξοφληθείσα. Στην υπό εξέταση περίπτωση παραμένει αδιαμφισβήτητο όπως άλλωστε προκύπτει και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ότι η πρώτη αγωγή αφορούσε τρεχούμενο λογαριασμό άλλο από τον επίδικο στην παρούσα αγωγή. Προκύπτει βέβαια και παρέμεινε αδιαμφησβήτητο ότι και στις δύο αγωγές η απαίτηση των Εναγόντων στηρίζεται στην συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εταιρεία Coptic ημερ. 25.6.1996 (τεκμ.3) καθώς και ότι η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου τόσο στη πρώτη όσο και στην παρούσα αγωγή βασίζεται στην ίδια συμφωνία εγγύησης ημερ.6.3.1998 (τεκμ. 6). Σημειώνεται επίσης ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι κατάβαλε στους Ενάγοντες το ποσό που αναφέρεται στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στα πλαίσια της πρώτης αγωγής δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτός. Το ερώτημα που παραμένει συνεπώς να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι Ενάγοντες όφειλαν να συμπεριλάβουν στην πρώτη αγωγή και την απαίτηση τους σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό της παρούσας αγωγής. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στις υποθέσεις ΗΛΙΑΣ Μ. ΤΣΙΑΚΛΙΔΗΣ V. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ,
(2005)1ΑΑ.Α.Δ 768 και ΗΛΙΑΣ Μ. ΤΣΙΑΚΛΙΔΗΣ V. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ,
(2003)1Β Α.Α.Δ 1031, (βλ. επίσης ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ πιο πάνω) όπου αποφασίσθηκε ότι δεν πρόκυπτε δεδικασμένο ή και κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου με την καταχώρηση διαφορετικών αγωγών για διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς που ανοίχθηκαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Αντίθετα λέχθηκε ότι η εφεσίβλητη τράπεζα ήταν ελεύθερη να εγείρει διαφορετικές αγωγές εναντίον των εφεσειόντων για κάθε διαφορετικό λογαριασμό. Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω σχετική με το ζήτημα νομολογία στη παρούσα υπόθεση όπου πρόκειται για διαφορετικούς λογαριασμούς που ανοίχθηκαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες κρίνεται πως δεν προκύπτει δεδικασμένο με την καταχώρηση των δύο αγωγών. Ένα άλλο όμως σημαντικό κατά τη κρίση μου ζήτημα το οποίο εγείρεται στην προκειμένη περίπτωση και έχει τεθεί κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, είναι κατά πόσο με την επιλογή των Εναγόντων να εγείρουν δύο αγωγές για τους διαφορετικούς λογαριασμούς, ο Εναγόμενος καθίσταται υπόλογος για ποσό που υπερβαίνει το ποσό της εγγύησης του. Τούτο δεδομένης της περιορισμένης ευθύνης του Εναγόμενου βάσει της εγγύησης του που ήταν για το ποσό των ΛΚ 30.000 πλέον τόκους και της έκδοσης απόφασης εναντίον στα πλαίσια της πρώτης αγωγής για το ποσό των Λ.Κ20.789,28 πλέον τόκους(τεκμ.11). Σε σχετική με το ζήτημα υποβολή ο ΜΕ 1 κατά την αντεξέταση του παρέλειψε να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική απάντηση και ή να θέσει οποιαδήποτε άλλα επαρκή και τεκμηριωμένα στοιχεία. Αντίθετα αρκέστηκε μόνο να αναφέρει ότι ο Εναγόμενος ευθύνεται και για την καταβολή τόκων επί του ποσού της εγγύησης του. Όπως δε διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της πρώτης αγωγής και της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου. Ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως το μόνο που γνωρίζει είναι ότι η πρώτη αγωγή και η εναντίον του Εναγόμενου εκδοθείσα απόφαση αφορούσε άλλο λογαριασμό λέγοντας μάλιστα ότι ο ίδιος παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει μόνο σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Όμως λογικά θα αναμενόταν πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας, κατά την ετοιμασία της παρουσίασης του ως ο μοναδικός μάρτυρας για την απόδειξη της αξίωσης των Εναγόντων και αφού όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε είχε μελετήσει και τον φάκελο της υπόθεσης, θα έπρεπε να ήταν έτοιμος να αναφερθεί όχι αποκλειστικά και μόνο σε ένα από τους λογαριασμούς που κάλυπτε η εγγύηση του Εναγόμενου αλλά γενικότερα στην όλη συμβατική σχέση του τελευταίου με τους Ενάγοντες αναμφίβολα λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως και τους ισχυρισμούς του δικογράφου της υπεράσπισης. Αντίθετα όμως δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία έτσι ώστε να τεκμηριώσει ότι το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή εντάσσεται εντός της ευθύνης του Εναγόμενου βάσει της εγγύησης του με δεδομένη την έκδοση απόφασης εναντίον του στην πρώτη αγωγή. Απασχόλησε σοβαρά το Δικαστήριο κατά πόσο, υπό το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον του, θα μπορούσε με ασφάλεια να προσδιοριστεί οποιονδήποτε τυχόν υπόλοιπο οφειλόμενο από τον Εναγόμενο χωρίς το ενδεχόμενο αυτός να καταστεί υπόλογος για ποσό που να υπερβαίνει το ποσό της εγγύησης του. Υπενθυμίζεται ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Γίνονταν συνεχείς χρεοπιστώσεις και κεφαλαιοποιήσεις τόκων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερό κεφάλαιο. Παρόλα αυτά δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου βάσει του περιορισμένου ποσού της εγγύησης του Εναγόμενου και τους αναλογούντες σε αυτό τόκους. Συγκεκριμένα δεν έχει διευκρινιστεί με βάση την περιορισμένη εγγύηση του ποιο οφειλόμενο ποσό παρέμεινε και ήταν τοκοφόρο για τον Εναγόμενο αφότου εκδόθηκε εναντίον του η απόφαση στα πλαίσια της πρώτης αγωγής. Διαπιστώνεται επίσης ότι ούτε και σε σχέση με το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου στην πρώτη αγωγή, παρουσιάσθηκαν στοιχεία που να υποδεικνύουν ποιο ποσό αφορούσε οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου βάσει του περιορισμένου ποσού της εγγύησης του και ποιο ποσό αφορούσε τους αναλογούντες τόκους. Με αυτά τα δεδομένα κρίνεται συνεπώς ότι ακόμα και εάν αποδεικνυόταν το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, το οποίο για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί, δεν θα ήταν εφικτό για το Δικαστήριο να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς για να εντοπίσει τυχόν υπόλοιπο ποσό για το οποίο ευθύνεται ο Εναγόμενος με βάση την περιορισμένη εγγύηση του. Κατά συνέπεια όλων των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται όπως επίσης και η ανταπαίτηση δεδομένου ότι για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη και ή παράνομη. Λόγω του ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν στην ίδια διαδικασία και απορρίφθηκαν και οι δύο, δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο