Κρόκου κ.α. ν. CUPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 737/2015, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 737/2015 Μεταξύ: XXXXX Κρόκου XXXXX Παναγή Εναγόντων και
- CUPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από την Λευκωσία
- XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, από τη Λευκωσία
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόμενων -------------------------------------------------- Και διά τροποποιήσεως δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 12/12/2017 Μεταξύ: XXXXX Κρόκου XXXXX Παναγή Εναγόντων και
- CUPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, υπό την εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου του 2016, Ν.22(I)/2016 και/ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού, ενεργώντας μέσω του εκάστοτε Ειδικού και/ή Γενικού Διαχειριστή της και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου, από τη Λευκωσία
- XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, από τη Λευκωσία
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25.9.2017 για απόρριψη και/ή διαγραφή και/ή παραμερισμό του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Έλενα Πεύκου για Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Κωστακόπουλος) Για τους ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Χρύσω Χαραλάμπους για κ. Ανδρέα Χ. Κυπρίζογλου (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Γεωργίου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν την ακύρωση της συμφωνίας, στη βάση της οποίας συνήψαν με την εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των 300.000 Ελβετικών Φράγκων. Αξιώνουν επίσης αποζημιώσεις για καταδολίευση και/ή εξαπάτηση και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων, καθώς και την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων, μεταξύ αυτών και διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται πάγια τιμή συναλλάγματος του Ευρώ έναντι του Ελβετικού Φράγκου, στην τιμή που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας δανείου. Αποδίδουν στην εναγόμενη 1 καταχρηστική συμπεριφορά (μη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων και/ή πληροφοριών, ανακριβείς δηλώσεις), η οποία τους ώθησε να συνάψουν συμφωνία χρηματοδότησης και/ή οικιστικό δάνειο σε ξένο νόμισμα. Με την υπό κρίση Αίτηση η εναγόμενη 1 αιτείται: «Α. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την απόρριψη (dismiss) και/ή την καθολική διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και/ή του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχωρηθέντος στις 25/2/2015 και συνακόλουθα της Έκθεσης Απαίτησης, ημερ. 7/9/2016, εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας επί τω ότι: i. Δεν αποκαλύπτεται κατά νόμω και/ή εύλογο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας και/ή προωθείται κατ' αυτής αντικανονικά και/ή παράτυπα και/ή άνευ του κατάλληλου νομικού υποβάθρου και/ή ως ανυπόστατης και/ή επιπόλαιας και ενοχλητικής (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή σκανδαλώδους. ii. Δεν αποκαλύπτει καλή και/ή εύλογη και/ή υπαρκτή βάση και/ή αιτία αγωγής (cause of action) ώστε η συνέχισή της συνιστά προϊόν κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας (abuse of judicial process) και/ή στερείται προοπτικής επιτυχίας. iii. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν και/ή αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας τις αυτές θεραπείες και/ή εσφαλμένα και/ή άνευ εννόμου ερείσματος εγείρουν και/ή προωθούν την υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή εναντίον της τελώντας εν αντιθέσει και/ή κατά παράβαση ρητών και/ή ειδικών διατάξεων της οικείας νομοθεσίας. iv. Τα συμβατικά και/ή αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση έναντι της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας έχουν μεταβληθεί και/ή επηρεαστεί από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης υπό των οποίων τελεί και/ή την πώληση των εργασιών της και ορίζονται πλέον ρητά και ειδικά εκ της σχετικής νομοθεσίας και/ή δευτερογενούς νομοθεσίας. v. Συνεπεία της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας και/ή ειδικότερα της πώλησης ορισμένων εργασιών της στην ημεδαπή επί τη βάσει της Κ.Δ.Π. 104/2013 προς έτερο νομικό πρόσωπο, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ΗΕ 165), οιεσδήποτε υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας βαρύνουν και/ή στρέφονται πλέον ενάντια στο διάδοχο και/ή αποκτών μέρος. vi. Η δυνάμει νομοθετικής ρύθμισης μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας επέφερε από την ημερομηνία πραγμάτωσής της έννομα αποτελέσματα δεσμευτικά έναντι των τρίτων οπότε επήλθαν αυτόματα μεταβολές ως προς τις δυνατότητες δικαστικής επιδίωξης ή λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας όσο και προς τον καθορισμό κατά νόμω διάδικου μέρους σε δικαστική ή άλλη διαδικασία. Β. Διαζευκτικά και/ή Επικουρικά, Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την απόρριψη (dismiss) και/ή την διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και/ή του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχωρηθέντος στις 25/2/2015 και συνακόλουθα της Έκθεσης Απαίτησης, ημερ. 7/9/2016, εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας ως ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή στερούμενης οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή ως εκ του ότι η συνέχιση της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of judicial process) και/ή τείνουσας να προκαλέσει στην Εναγομένη 1 - Αιτήτρια αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα. Γ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και/ή εύλογη υπό τας περιστάσεις. Δ. Νόμιμους Τόκους πλέον Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.9, Δ.16, Δ.19 θθ. 1, 4, 5, 20, 21, 22, 23, 26, Δ.20 θθ. 1, 2, Δ.27 θ.3, Δ.39, Δ.48 θθ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9(j)(o), Δ.63 θθ. 1, 2, Δ.64 θθ. 1, 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Διάταγμα Κ.Δ.Π. 94/2013, ημερ. 25.3.2013 (περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013) και στα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 97/2013 ημερ. 26.3.2013, Κ.Δ.Π. 103/2013 ημερ. 29.3.2013, Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερ. 29.3.2013, Κ.Δ.Π. 105/2013 ημερ. 1.4.2013 και Κ.Δ.Π. 197/13 ημερ. 26.3.2013, στο δίκαιο της επιείκειας (equity law), στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Σωτηρίας Χρίστου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη
- Είναι θέση της ομνύουσας πως λόγω της υπαγωγής από τις 25.3.2013 της εναγόμενης 1 (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) σε καθεστώς εξυγίανσης, η τελευταία δεν δύναται να προβαίνει στην ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού. Η δε εναγόμενη 3 (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ), στην οποία μεταβιβάστηκαν από τις 29.3.2013 τα περιουσιακά στοιχεία, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 (εξαιρουμένων όσων αναγράφονται στο Παράρτημα I του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013), υποκαθίσταται ως το «Αποκτών Πρόσωπο» σ' όλα τα δικαιώματα, οφέλη, προνόμοια και υποχρεώσεις που της έχουν μεταβιβαστεί. Ως εκ τούτου οι συμφωνίες και/ή οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί με την εναγόμενη 1, λογίζεται ως να έχουν καταρτιστεί με την εναγόμενη 3, την οποία και δεσμεύουν. Κατά την ομνύουσα, «το λαβείν της Αιτήτριας» από τους ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, δυνάμει της συμφωνίας δανείου (ως περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας), μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη
- Ένεκα της ύπαρξης πλέον ενοχικού δεσμού και/ή συμβατικής σχέσης (privity of contract) με την εναγόμενη 3 και εφόσον αυτή καθίσταται πλέον συμβαλλόμενο μέρος (contractual party) που κατέληξε σε συμφωνία (who reach agreement), αποκτά δικαιώματα ή υπόκειται σε ευθύνες που προκύπτουν από μία σύμβαση (acquire rights or be subjected to liabilities arising under a contract)». Η ομνύουσα διατείνεται επίσης πως από την ημερομηνία μεταβίβασης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1, «επήλθαν αυτόματα μεταβολές ως προς τις δυνατότητες δικαστικής επιδίωξης ή λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον της όσο και προς τον καθορισμό κατά νόμω διάδικου μέρους σε δικαστική ή άλλη διαδικασία». Συνεπώς η εναγόμενη 3 «κατέστη και θεωρείται πλέον το αποκτών και μόνο διάδοχο μέρος της Αιτήτριας, εναντίον του οποίου ασκείται και/ή συνεχίζεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα». Συνακόλουθα, οποιαδήποτε καλή βάση αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1 εκλείπει, οπότε η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον της θεωρείται καταχρηστική, ενοχλητική, επιπόλαια, προξενούσα μόνο ταλαιπωρία και έξοδα. Είναι γι' αυτό τον λόγο που η αγωγή θα πρέπει να τύχει απόρριψης (dismiss) και/ή καθολικής διαγραφής (strike out) και/ή παραμερισμού (set aside), έναντι της εναγόμενης
- Οι ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας έντεκα
(11)Λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη. Είναι επίσης πρόωρη, καθότι δεν αφορά προδικαστικά ζητήματα, αλλά με αυτή ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ουσίας της αγωγής και/ή να ακούσει μαρτυρία. Σκοπός της Αίτησης είναι η παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας και γι' αυτό είναι καταχρηστική. Σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος της εναγόμενης 1, παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι περιλαμβανόμενοι στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμοί των εναγόντων, τεκμηριώνουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης 1, καθότι αφορούν, μεταξύ άλλων, ζητήματα που προέκυψαν καθ' ον χρόνο η εναγόμενη 1 διεξήγαγε τις τραπεζικές της εργασίες. Η εναγόμενη 1 έχει αποτύχει στο να καταδείξει ικανοποιητικά και/ή επαρκή γεγονότα και/ή ισχυρισμούς και/ή οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την θέση της πως η αγωγή στερείται νομικού υπόβαθρου και/ή είναι ανυπόστατη και/ή επιπόλαια και ενοχλητική και/ή καταπιεστική και/ή σκανδαλώδης. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 1, XXXXX Κρόκου, ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Είναι η θέση του πως τα ζητήματα τα οποία άπτονται της ουσίας της επίδικης διαφοράς, παρουσιάζουν «περιπλοκότητα» ως προς την επίλυση τους και ως εκ τούτου δεν «προσφέρονται για τελική απόφαση στο παρόν στάδιο». Διατείνεται πως τα επίδικα ζητήματα της αγωγής, προέκυψαν καθ' ον χρόνο η εναγόμενη 1 διεξήγαγε τις εργασίες της. Στη βάση αυτή, όπως λέει, η αιτία αγωγής ή και το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης 1, προκύπτει από τις ενέργειες ή/και την αμελή συμπεριφορά της τελευταίας ή των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της, οι οποίοι ενήργησαν αμελώς ή/και κακόπιστα ή/και παράνομα ή/και προέβησαν σε παραπλανητικές δηλώσεις προς το πρόσωπο των εναγόντων. Επομένως, καταλήγει ο ομνύων, η παρούσα αγωγή αλλά και οι θεραπείες που αξιώνονται με αυτήν, σχετίζονται με αυτά τα γεγονότα και όχι με τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν τον Μάρτιο του
- Η Δ.19 Κ.26 επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, έχει ως εξής: «
- The Court or a judge may, at any stage of the proceeding, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Η Δ.27 Κ.3 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Είναι καλά γνωστό πως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στην Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Κ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. Όμως το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις των (Knowles v. Roberts
(1988)38 Ch. D. 263, 270). Στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1846, στη σελ. 1850 αναφέρθησαν τα εξής αναφορικά με τη σύνταξη δικογράφων: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση. (Βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685.)» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.4. (Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852.) Κύριος σκοπός της Δ.19 Κ. 26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση της αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Κ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Κ. 3. Γενικά κρίνονται ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα, τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα και προσβλητικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Αν όμως είναι σχετικά, δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1953, σελ. 366, 367, Rossage v. Rossage and Others
(1960)1 All E.R. 600, Butters Gas & Oil Co. V. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.2016. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα, δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον Εναγόμενο. (βλ. Davy v. Garret,
(1878)7 Ch. D. 486). Γι ΄ αυτό το κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα που δίνουν στον αντίδικο την αναγκαία πληροφόρηση για το τι θα αντιμετωπίσει κατά την δίκη. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. 499, 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών που είναι σκανδαλώδεις σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι μόνο το γεγονός ότι ένα θέμα αποκαλύπτει ένα σκανδαλώδες γεγονός δεν θεωρείται σκανδαλώδες εν τη εννοία του Δικαστικού Κανονισμού αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετική είναι η υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914), 111 L.T. 512, C.A. Αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί θεωρούνται «ενοχλητικοί» αν είναι τόσο άσχετοι ώστε αν παραμείνουν θα προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και θα επηρεάσουν την δίκη εφόσον θέτουν τους διαδίκους σε μια διαφορά εκτός των επίδικων θεμάτων. Από το κείμενο της Δ.27 Κ. 3 προκύπτει πως το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να διαγράψει ένα δικόγραφο και σε τέτοια περίπτωση να αναστείλει ή να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexations). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Κ.3, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others
(1970)1 All E.R. 1094, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap 113
(1991)1 A.A.Δ. 246, Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R. 418, C.A.). Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω πως η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια. Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι μόνο νομικό αλλά και πραγματικό. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων όπως προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι πως οι ίδιοι εξαπατήθηκαν και/ή παραπλανήθηκαν από την εναγόμενη
- Πως οι παραστάσεις και οι δηλώσεις των υπαλλήλων της, επί των οποίων στηρίχθηκαν οι ενάγοντες για να συνομολογήσουν την συμφωνία δανειοδότησης σε Ελβετικό Φράγκο, ήσαν παραπλανητικές και/ή ψευδείς και/ή ανακριβείς, αφού οι υπαλλήλοι και/ή οι αντιπρόσωποι της εναγόμενης 1 απέκρυψαν από τους ενάγοντες τους κινδύνους δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Οι ενάγοντες αποδίδουν στην εναγόμενη 1 καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη συμπεριφορά και αξιώνουν αποζημιώσεις για καταδολίευση και/ή εξαπάτηση τους και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων. Αποδίδουν δε χρονικά τις ενέργειες τις εναγόμενης 1, κατά τον χρόνο σύνταξης της συμφωνίας δανείου, δηλαδή κατά το
- Το δικόγραφο των εναγόντων, η Έκθεση Απαίτησης δηλαδή, δεν είναι ανυπόστατο. Εμφανίζει αιτία αγωγής και ζήτημα κατάλληλο για εκδίκαση. Συμφωνώ με την θέση των εναγόντων, πως το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να αποφασιστεί χωρίς να ακουστεί μαρτυρία και να διατυπωθούν ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Επομένως για τον λόγο αυτό το αίτημα της εναγόμενης 1, κρίνεται πρόωρο. Η εναγόμενη 1 - Αιτήτρια διατείνεται πως οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση αγωγής εναντίον της, καθότι η εναγόμενη 3, λόγω των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν, κατέστη αποκτών και διάδοχο πρόσωπο της εναγόμενης 1 και συνεπώς «οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων ασκείται και συνεχίζεται εναντίον της εναγόμενης 3». Δεν αμφισβητείται από πλευράς εναγόντων πως η Τράπεζα Κύπρου (εναγόμενη 3), αποτελεί διάδοχο πρόσωπο της Λαϊκής Τράπεζας (εναγόμενης 1). Όμως, και συμφωνώ επί τούτου με την θέση των εναγόντων, δεν συνάγεται από το λεκτικό των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 103/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013, πως η Λαϊκή Τράπεζα έπαυσε να υπάρχει ως νομική οντότητα. Τα θέματα που προκύπτουν από την υπαγωγή της εναγόμενης 1 σε καθεστώς εξυγίανσης, πράγματι δεν είναι ούτε απλά, ούτε εύκολα αλλά απεναντίας είναι νεοφανή και θεωρώ πως θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο και όχι τώρα. Θεωρώ πως το Δικαστήριο, για τους πιο πάνω λόγους, δεν θα πρέπει να προβεί στο δραστικό μέτρο της διαγραφής της εναγόμενης
- Είναι η κατάληξη μου πως η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος της εναγόμενης 1 - Αιτήτριας. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο