Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Phylaxis Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 982/2012, 10/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 982/2012 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και
- Phylaxis Developments Ltd, από την Λεμεσό
- XXXXX Πέτρου, από την Λεμεσό
- XXXXX Γεωργίου Κυριάκου από την Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση ημερ. 7/7/2017 υπό Εναγομένης 3 - Αιτήτριας για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Ημερομηνία: 10 Μαΐου 2018 Για εναγομένη 3 - αιτήτρια: κα Ειρήνη Μουζουρίδου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Μιχάλης Σεβέρης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της, η εναγομένη 3 - αιτήτρια ζητά τον παραμερισμό (set aside) της απόφασης ημερομηνίας 26/6/2013, η οποία εκδόθηκε εναντίον της και στην απουσία της. Επιζητείται επίσης η αναστολή εκτέλεσης της υπό κρίση απόφασης. Η απόφαση διατάσσει μεταξύ άλλων την εκποίηση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8XXXXX1, Φ/Σχ. LIV/25, τεμάχιο 4XXXXX4 που βρίσκεται στο χωριό Παλώδια της Επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας της αιτήτριας - εναγομένης
- Η εκποίηση διατάχθηκε στην βάση υποθήκης ημ. 14/12/2009 με αρ. 10644/09, που παραχωρήθηκε προς όφελος της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας για σκοπούς εξασφάλισης δανειακών διευκολύνσεων προς την εναγομένη 1 για το ποσό €220.000,
- Η υποθήκευση έγινε δυνάμει γενικού πληρεξουσίου εγγράφου της εναγομένης 3 προς τον διευθυντή της εναγομένης 1, εναγόμενο 2, την έγκυρη σύσταση του οποίου η εναγομένη 3 αμφισβητεί με την παρούσα αίτηση της. Η εναγομένη 3, ισχυρίζεται ότι την ύπαρξη της πιο πάνω απόφασης την έμαθε η ίδια μετά που της επιδόθηκε ειδοποίηση τύπου Θ από την ενάγουσα για εκποίηση της εν λόγω υποθήκης και μετά από σχετικές έρευνες του δικηγόρου της. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και η οποία υπογράφεται από την αιτήτρια - εναγομένη 3, αυτή αγόρασε από την εναγομένη 1 με την διαδικασία ανταλλαγής, ένα υπό κατασκευή διαμέρισμα στο κτιριακό συγκρότημα «XXXXX Apartments». Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε όπως για την τιμή του διαμερίσματος, να μεταβιβάσει η εναγομένη 3 το υπό κρίση οικόπεδο ιδιοκτησίας της, στο όνομα της εναγομένης
- Συμφωνήθηκε επίσης όπως η μεταβίβαση γίνει με την έκδοση τίτλου για το διαμέρισμα. Προς τον σκοπό αυτό υπεγράφησαν δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ένα για την αγορά του διαμερίσματος και ένα για την πώληση και μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στην εναγομένη
- Είναι η θέση της αιτήτριας ότι ο εναγόμενος 2 στα πλαίσια των πιο πάνω συμφωνιών, της έδωσε να υπογράψει διάφορα έγγραφα. Όμως, η προχωρημένη ηλικία της, η έλλειψη γνώσεων και κατάλληλης μόρφωσης, την εμπόδιζαν να αντιληφθεί από μόνη της, το περιεχόμενο εγγράφων που της δίδονταν προς υπογραφή. Ο εναγόμενος 2 εκμεταλλεύτηκε αυτή την κατάσταση. Στα πλαίσια αυτά, φαίνεται ότι στις 7/12/2009 τα εν λόγω αγοραπωλητήρια έγγραφα αποσύρθηκαν με την υπογραφή της από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Εξ' όσων γνωρίζει η ίδια και σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που λαμβάνει, η απόσυρση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων θα αποτελούσε την μοναδική οδό για την επίτευξη των σκοπών των εναγομένων 1 & 2 ήτοι την αποδοχή της υποθήκευσης του οικοπέδου της από την ενάγουσα τράπεζα. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα απάτης και πλάνης από τον εναγόμενο
- Θεωρεί ότι θα ήταν αντίθετο με τη λογική και σε κάθε περίπτωση εναντίον των συμφερόντων της, να προβεί σε απόσυρση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και στην συνέχεια να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο στον εναγόμενο 2 για να υποθηκεύσει το οικόπεδο της. Ο λόγος έγκειται στο ότι θα ήταν απόλυτα εκτεθειμένη αφού θα υποθήκευε μεν το οικόπεδο της προς όφελος των υποχρεώσεων της ενάγουσας τράπεζας, χωρίς να λάβει προηγουμένως τους τίτλους ιδιοκτησίας του διαμερίσματος ως προνοούσε η συμφωνία αγοράς του. Για τα ως άνω έχει προβεί σε σχετική καταγγελία στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού στις 24/2/
- Η αιτήτρια δηλώνει άγνοια τόσον για την έκδοση απόφασης εναντίον της όσον και για την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου προς τον εναγόμενο 2, δυνάμει του οποίου υποθηκεύτηκε το ακίνητο της στην ενάγουσα τράπεζα. Δηλώνει επίσης άγνοια για την εκ μέρους της απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου για το Κτηματολόγιο. Επικαλείται μεταξύ άλλων, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, τα τελευταία 20 και πλέον έτη, πάσχει από μυασθένεια και λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή με πολλές συνέπειες στην ψυχολογία της, στην αντίληψη καθώς επίσης και στη μνήμη της. Το ίδιο πιστεύει ότι θα συνέβηκε σε περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί ότι η υπό κρίση αγωγή, της επιδόθηκε προσωπικά. Όσον αφορά το πληρεξούσιο, επισημαίνει ότι ενώ φαίνεται ότι στις 8.12.2009 το υπέγραψε, η ισχυριζόμενη πιστοποίηση από την πιστοποιών υπάλληλο, την οποία σε κάθε περίπτωση αμφισβητεί, φαίνεται ότι έλαβε χώρα στις 12 Δεκεμβρίου του 2009, δηλαδή 4 ημέρες μετά την ισχυριζόμενη υπογραφή της. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι η υποθήκευση του ακινήτου της αλλά και η απόσυρση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο, είναι αποτέλεσμα απάτης του εναγομένου 2 και θα πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθούν. Αναφέρει επίσης ότι είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να παραμερισθεί και να ακυρωθεί η ερήμην εκδοθείσα απόφαση ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει την υπεράσπιση και τους δικούς της ισχυρισμούς, με σκοπό το Δικαστήριο να έχει όλα τα γεγονότα και τη σχετική μαρτυρία ενώπιον του, προτού αποφασίσει την ουσία της αγωγής. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της ενάγουσας και σε περίπτωση που δικαιούνται τις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες, αυτές θα τους αποδοθούν μετά από πλήρη ακρόαση της αγωγής. Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δοθεί καμία δικαιολογία από την από αιτήτρια τόσον για την παράλειψη εμφάνισής της στην αγωγή, όσον και για υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων για ακύρωση της Δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε από τις 26/06/
- Υποστηρίζεται ότι η αιτήτρια επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την τύχη της αγωγής, η οποία της επιδόθηκε προσωπικά και νομότυπα στις 7/6/
- Η αιτήτρια καταχρηστικά και αδικαιολόγητα επιχειρεί στο παρόν στάδιο, δηλαδή 5 και πλέον χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, να καταστήσει ατελέσφορη την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και να αποφύγει τις συνέπειες της δικής της αδιάφορης συμπεριφοράς. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η εναγόμενη 3 - αιτήτρια δεν προβάλλει σοβαρή και/ή καθόλου υπεράσπιση στην αγωγή. Αντιθέτως, προβάλλονται αόριστοι, αναληθείς και αντιφατικοί ισχυρισμοί, άσχετοι για την απόδειξη καλής υπεράσπισης. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης ως αυτό ζητείται στην παράγραφο Β της αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Γιάννη Πότση, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ο ενόρκως δηλών υποδεικνύει στην συνέχεια ότι το κλητήριο της αγωγής, επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 3 μέσω ιδιώτη δικαστικού επιδότη στις 07/06/
- Αυτό τεκμηριώνεται και προκύπτει από τη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης ημ. 806/12, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και την οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο κατά την έκδοση της υπό κρίση απόφασης στις 26/6/
- Και ενώ η αιτήτρια στην παρ. 31 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει ότι δεν της επιδόθηκε η αγωγή, στην αμέσως επόμενη παράγραφο προβάλλει αντιφατικούς ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι πιθανόν να της επιδόθηκε μεν η αγωγή αλλά να μην ήταν σε θέση να το αντιληφθεί λόγω διαφόρων κατ' ισχυρισμό προβλημάτων με την υγεία της. Δεν δικαιολογεί όμως γιατί επέλεξε συμπεριφορά αντίθετη όταν της επιδόθηκε η ειδοποίηση τύπου Θ όπου την παρέδωσε θορυβημένη στην θυγατέρα της προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Επί του προκειμένου, ο ενόρκως δηλών επικαλείται πληροφορίες από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, σύμφωνα με τις οποίες μετά την επίδοση της αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης, ο δικηγόρος Βασιλείου, επικοινώνησε με τους συνηγόρους της ενάγουσας ως συνήγορος της εναγομένης 3 προκειμένου να συζητήσει την αγωγή. Στην συνέχεια όμως δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπό κρίση ερήμην απόφαση εναντίον της εναγομένης
- Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά τον ομνύοντα ότι όχι μόνο το κλητήριο επιδόθηκε στην εναγόμενη 3, αλλά επίσης και ότι η εναγόμενη 3 αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για αγωγή, ή τουλάχιστον αντιλήφθηκε ότι για το έγγραφο το οποίο της είχε επιδοθεί, χρειαζόταν να αναζητήσει νομική βοήθεια και συμβουλή, κάτι το οποίο προφανώς και έπραξε. Καταδεικνύεται επίσης ότι η αιτήτρια δεν λέει την αλήθεια, επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο για ίδιον όφελος και ότι είχε την ευκαιρία να εμφανιστεί από το 2012 στην παρούσα αγωγή και να προβάλει τον οποιονδήποτε ισχυρισμό επιθυμούσε προς υπεράσπισή της. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η πιο πάνω συμπεριφορά και αδιαφορία της αιτήτριας, είναι προφανές ότι υπήρξε περιφρονητική και καταφρονητική της Δικαστικής διαδικασίας, των δικαιωμάτων της ενάγουσας και του πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να επιβραβεύσει, αλλά αντίθετα να αποδοκιμάσει την αιτήτρια για την αδιαμφισβήτητα επιδεικνυόμενη αδιαφορία της, με την απόρριψη της παρούσας αίτησης παραμερισμού. Στην συνέχεια. ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η συγκεκριμένη αγοραπωλησία και ανταλλαγή μεταξύ της αιτήτριας και της εναγόμενης 1 εταιρείας δεν αφορά την ενάγουσα, η οποία ουδεμία σχέση έχει με αυτήν. Η αιτήτρια ελεύθερα επέλεξε να συμβληθεί με τη συγκεκριμένη εταιρεία και ουσιαστικά με τον διευθυντή και μέτοχο της, εναγόμενο
- Ακόμα και αν ήθελαν θεωρηθεί ως αληθή τα όσα η αιτήτρια αναφέρει στις παραγράφους 8 μέχρι και 14 της ένορκης της δήλωσης, καμίας μορφής υπεράσπιση δεν προβάλλεται εναντίον της ενάγουσας. Αντιθέτως, καταδεικνύεται η έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους της αιτήτριας για υλοποίηση των όρων της συμφωνίας με την συγκεκριμένη εταιρεία. Προκύπτει ότι το διαμέρισμα της παραδόθηκε από το
- Η εν λόγω εταιρεία είχε υποχρέωση να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο ένα χρόνο μετά, δηλαδή εντός του
- Η αιτήτρια κανένα λόγο δεν αναφέρει και καμία έστω στοιχειώδη αιτιολόγηση δεν παραθέτει για ποιο λόγο από το 2010 και για τα επόμενα τουλάχιστον 7 έτη μέχρι σήμερα, δεν επέδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον προς το σκοπό υλοποίησης της εν λόγω συμφωνίας ή έστω να διερευνήσει με οποιοδήποτε τρόπο γιατί δεν είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι. Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στις παραγράφους 15, 16, 17 & 18 της ένορκης της δήλωσης που αναφέρουν ότι ο εναγόμενος 2 υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεσή της. Η ίδια η αιτήτρια υπόγραψε το σχετικό πληρεξούσιο με το οποίο εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 μεταξύ άλλων να υποθηκεύσει και το εν λόγω ακίνητο (τεκμ. Ζ στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας). Ο ενόρκως δηλών ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι παραπλανητικά η αιτήτρια αναφέρεται σε γενικό και αόριστο πληρεξούσιο ενώ αντίθετα οι πρόνοιες του ήταν σαφείς και συγκεκριμένες. Ειδικότερα στην παράγραφο 9 του πληρεξουσίου, αναφέρεται ειδικά ότι ο εναγόμενος 2 είχε δικαίωμα να υποθηκεύει το εν λόγω ακίνητο προς όφελος οποιασδήποτε τράπεζας, με οποιαδήποτε σειρά υποθήκης και με οποιουσδήποτε όρους. Κατά τον ομνύοντα, η αιτήτρια δεν εξηγεί με σαφήνεια για ποιο λόγο αμφισβητεί την εγκυρότητα του πιο πάνω πληρεξουσίου εγγράφου και αφήνει να υπονοηθούν ή να πιθανολογηθούν διάφορες εκδοχές, οι οποίες είναι διαζευκτικές και αλληλοαναιρούμενες μεταξύ τους. Συγκεκριμένα δεν αναφέρει ξεκάθαρα εάν αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι ουδέποτε υπόγραψε το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ή εάν το υπόγραψε μεν, αλλά δεν τηρήθηκαν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις Νόμου για την εγκυρότητα του. Τους ίδιους αντιφατικούς ισχυρισμούς, αναφέρει κατά τον ενόρκως δηλούντα η αιτήτρια σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης, την οποία σε κάποιες περιπτώσεις χαρακτηρίζει ως άκυρη και σε άλλες ως ακυρώσιμη. Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, η θέση της ενάγουσας είναι ότι ορθά και νόμιμα αποδέχθηκε την υποθήκευση του ακινήτου, η οποία είναι καθόλα έγκυρη και νόμιμη, όπως επίσης ορθά το Κτηματολόγιο προέβη σε όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες προς τούτο. Τα ίδια ισχύουν και ως προς την θέση της αιτήτριας για τον τερματισμό της δανειακής σύμβασης από την ενάγουσα. Από την μια ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε καθόλου τερματισμός και ταυτόχρονα διαζευκτικά αναφέρει ότι ο τερματισμός δεν ήταν έγκυρος. Ο ομνύων απέρριψε τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι για την υποθήκευση του ακινήτου, έπρεπε προηγουμένως να αποσυρθούν τα πωλητήρια έγγραφα από το Κτηματολόγιο. Υποστήριξε αντιθέτως ότι καμία υποθήκευση ακινήτου δεν προαποκλείεται επειδή απλά υπάρχει είτε προηγούμενη υποθήκη είτε κατατεθειμένο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Επί του προκειμένου, κάθε περίπτωση εξετάζεται στη βάση των δικών της δεδομένων. Αυτό που προκύπτει κατά τον ομνύοντα από τα όσα η ίδια αιτήτρια αναφέρει στις παραγράφους 21, 22 και 23 της ένορκης δήλωσής της, είναι ότι με δική της ενυπόγραφη δήλωση, απόσυρε το πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο στις 7/12/2009, προφανώς για λόγους που αφορούν την ίδια και την εναγόμενη 1 εταιρεία και που δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την ενάγουσα. Αυτό που αιτήτρια ισχυρίζεται και προβάλλει ουσιαστικά ως υπεράσπιση, είναι ότι οι γνώσεις της ήταν ανύπαρκτες και η μόρφωσή της χαμηλή και ότι επί της ουσίας υπόγραφε διάφορα έγγραφα και δηλώσεις χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό τους. Είναι προφανές κατά τον ομνύοντα ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι εκ των υστέρων επινοήσεις. Αλλά ακόμα και εάν ήταν αληθείς και πάλι δεν καταδεικνύεται το παραμικρό ίχνος υπεράσπισης. Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα ως ισχυρίζεται η αιτήτρια, πολύ απλά δεν έπρεπε να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου δεν γνώριζε. Η προβολή της άγνοιας της αλλά και της αμέλειας της να ζητήσει νομική συμβουλή προτού υπογράψει δεν συνιστά υπεράσπιση. Ούτε οι γενικόλογοι ισχυρισμοί ότι ενεργούσε κατόπιν οδηγιών και συστάσεων του εναγομένου 2 και ότι ο τελευταίος εσκεμμένα την εκμεταλλεύτηκε, συνιστούν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης
- Ο ομνύων ισχυρίζεται στην συνέχεια ότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 & 2 δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα με την αιτήτρια, αυτό δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της ενάγουσας επί του νομίμως υποθηκευμένου ακινήτου και ούτε βέβαια καθιστά εκ των υστέρων άκυρο το πληρεξούσιο, είτε απλά επειδή η αιτήτρια μετάνιωσε και αντιλήφθηκε ότι προέβη σε λανθασμένο χειρισμό των υποθέσεών της, είτε διότι έχει οποιαδήποτε αξίωση σήμερα από τους εναγομένους 1 &
- Ο ομνύων ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η διαδικασία στην αγωγή που ολοκληρώθηκε εδώ και 4 και πλέον χρόνια θα επανανοίξει, στερώντας ταυτόχρονα από την ενάγουσα το δικαίωμα να λάβει τα νόμιμα μέτρα που δικαιούται προς εκτέλεση της απόφασης. Ήταν η θέση του ότι η παρούσα αίτηση τελεί σε αντίθεση με την αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει την θέση ότι η αιτήτρια δεν δικαιολογεί με οποιοδήποτε ικανοποιητικό τρόπο την παράλειψη της να εμφανιστεί στην αγωγή αλλά και την υπέρμετρη καθυστέρηση της στη λήψη δικαστικών μέτρων για ακύρωση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εδώ και 4 και πλέον χρόνια. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίστηκε τέλος ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και τουλάχιστον ελλιπής καθότι δεν παρατίθεται οποιαδήποτε νομοθετική ή δικονομική πρόνοια που να στηρίζει το αίτημα της για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα αναστολής με τον τρόπο που αυτό γενικά και αόριστα ζητείται στην παρούσα αίτηση. Με άδεια του Δικαστηρίου η εναγομένη 3 - αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με αυτή αρνείται τους ισχυρισμούς για κακόπιστη και καταχρηστική αίτηση. Αναφέρει επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο δικηγόρος Αντώνης Βασιλείου τηλεφώνησε στους συνηγόρους της ενάγουσας για να συζητήσει την υπόθεση ούτε γνωρίζει το περιεχόμενο τέτοιας συνομιλίας σε περίπτωση που έγινε. Αφού χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό αυτό ως γενικό και αόριστο, ανέφερε στην συνέχεια ότι παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω δικηγόρος είναι συγγενής της δεν ενέργησε ποτέ ως εντεταλμένος συνήγορος της. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι οι δικηγόροι της έμαθαν την ύπαρξη της απόφασης πολύ αργότερα ήτοι περί τα μέσα Απριλίου του 2017 όταν αποτάθηκαν τηλεφωνικά στους δικηγόρους της ενάγουσας και μετά που η ενάγουσα δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό τους μήνυμα. Αρνήθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι οι δικηγόροι της αναγκάστηκαν να αποταθούν επανειλημμένως στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και να συναντηθούν με τους αρμόδιους λειτουργούς για να λάβουν τις απαραίτητες επεξηγήσεις, αναφορικά με τη διαδικασία που έλαβε χώρα στη συγκεκριμένη περίπτωση καθώς επίσης και να λάβουν αντίγραφα των καταχωρημένων εγγράφων. Μόλις στις 15/6/2017 έλαβαν πιστοποιημένα αντίγραφα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, της απόσυρσης και όλων των σχετικών εγγράφων που υπήρχαν στο φάκελο του Κτηματολογίου. Η αιτήτρια επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι η υποθήκευση του οικοπέδου προς όφελος της ενάγουσας χωρίς την γνώση και την συγκατάθεση της, είναι καλή υπεράσπιση. Θεωρεί παράλληλα ότι το θέμα αφορά την ενάγουσα αφού η υποθήκη καταρτίστηκε προς όφελος της. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατέθεσε με οδηγίες του Δικαστηρίου και η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Αυτή υπογράφεται όπως και η αρχική ένορκη δήλωση από τον δικηγόρο Γιάννη Πότση. Στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας, την οποία χαρακτηρίζει ως προσπάθεια παραποίησης της αλήθειας προς το σκοπό σύγχυσης και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Επιπλέον, τα όσα αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας, συνιστούν κατά τον ομνύοντα σε μεγάλο βαθμό, αχρείαστη επανάληψη των ισχυρισμών της αρχικής ένορκης δήλωσης και τίποτε δεν προσθέτουν στην υπόθεση. Σε σχέση με την επίδοση της αγωγής, ο ομνύων εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια φαίνεται ότι δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι ο δικηγόρος Βασιλείου που είναι συγγενής της, αποτάθηκε στους δικηγόρους της ενάγουσας για να συζητήσει την υπόθεση. Αναφέρει μεν ότι δεν γνωρίζει αν έγινε αυτή η επικοινωνία και πιο ήταν το περιεχόμενο της όμως δεν αρνείται καθόλου ότι μπορεί και να έγινε. Δεν αμφισβητείται δηλαδή άμεσα ότι ο δικηγόρος Βασιλείου συζήτησε τη συγκεκριμένη αγωγή ως εκπρόσωπος της. Το ότι τελικά δεν μετατράπηκε σε εντεταλμένο δικηγόρο της αιτήτριας καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης, ουδεμία σημασία έχει αναφορικά με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στην αιτήτρια και ότι επιπλέον με την επίδοση της αγωγής, η αιτήτρια αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να αναζητήσει νομική συμβουλή όπως και έπραξε. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι διάδικοι περιορίστηκαν στις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση κανενός από τους ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο αλλά και με προφορικές αγορεύσεις στις οποίες υπεστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως αυτές εκτίθενται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις όπως αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο παρόν στάδιο αναλυτικά, στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων όπως αυτή εκτίθεται στις γραπτές τους αγορεύσεις. Ιδιαίτερη αναφορά δυνατόν να γίνει στην συνέχεια κατά το στάδιο παράθεσης των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Με την αίτηση, ζητείται διαζευκτικά πέραν του παραμερισμού της ερήμην εκδοθείσας απόφασης και διάταγμα για την αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. Όμως με τον τρόπο που προωθήθηκε η αίτηση με τις ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν και την αγόρευση της συνηγόρου για την αιτήτρια, το αίτημα που προωθήθηκε ήταν μόνο αυτό της αίτησης παραμερισμού της απόφασης. Εξ' άλλου δεν δικαιολογείται κατά την κρίση μου η αναστολή εκτέλεσης δεδομένου ότι δεν έχει καταδειχθεί καμία προϋπόθεση για ικανοποίηση του εν λόγω αιτήματος. Ενόψει τούτου θα εξεταστεί μόνο το αίτημα της ενάγουσας 3 - αιτήτριας για παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης ημ. 26/6/
- Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Από την άλλη όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αναφέρθηκε επιπλέον στις πιο πάνω αποφάσεις ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και η τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στα πλαίσια αυτά, πέραν της υποχρέωσης αποκάλυψης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά που είναι περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει επίσης ότι σε περιπτώσεις κακής επίδοσης της αγωγής ή ακόμα περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου 1Α Α.Α.Δ.
(1997)247, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αντικανονική επίδοση, εκθεμελιώνει την διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae). Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι η επίδοση της αγωγής, έγινε προσωπικά στην εναγομένη 3 στις 7.6.
- Σχετική είναι η ένορκη δήλωση επίδοσης που καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης και έκδοσης ερήμην απόφασης εναντίον της εναγομένης
- Η ιδιώτης επιδότρια αναφέρει μάλιστα στην ένορκη δήλωση επίδοσης ότι η εναγομένη 3, αρνήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα επίδοσης. Η αιτήτρια δεν φαίνεται να αρνείται με σαφήνεια την επίδοση σε αυτήν του κλητηρίου. Δεν αποκλείει μάλιστα να της επιδόθηκε αλλά λόγω ηλικίας, περιορισμένης μόρφωσης και προβλημάτων υγείας να μην έχει αντιληφθεί περί τίνος επρόκειτο. Σημειώνω όμως εδώ ότι η αιτήτρια δεν παρουσίασε κανένα ιατρικό πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει τα κατ' ισχυρισμό ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ούτε επεξήγησε πως η κατ' ισχυρισμό μυοπάθεια της, επηρεάζει την μνήμη και αντίληψη της. Στη συνέχεια όμως, η αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι εξ' όσων μπορεί να θυμηθεί, είναι σε θέση να δηλώσει ότι δεν της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Ανεξαρτήτως τούτου, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν της επιδόθηκε καθόλου δεν ζήτησε την αντεξέταση της επιδότριας προκειμένου να αμφισβητήσει το γεγονός της επίδοσης όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της επιδότριας. Γεγονός παραμένει ότι η ένορκη δήλωση της επιδότριας για προσωπική επίδοση της αγωγής από τις 7.6.2012 δεν αμφισβητήθηκε με πειστικά επιχειρήματα από την εναγομένη
- Σημειώνω επίσης ότι δεν αντικρούστηκε πειστικά και η θέση της ενάγουσας ότι μετά την επίδοση του κλητηρίου, επικοινώνησε με τους συνηγόρους της, πρόσωπο που ενεργούσε ως δικηγόρος της εναγομένης 3, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η εναγομένη 3 - αιτήτρια δεν φαίνεται να αποκλείει αυτήν την επαφή, δηλώνοντας απλά ότι δεν γνωρίζει αν έγινε ούτε και είναι δε θέση να ξέρει τι ειπώθηκε. Παρότι δέχεται ότι ο εν λόγω δικηγόρος που κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας την εκπροσωπούσε, είναι συγγενικό της πρόσωπο. Η αιτήτρια προσπάθησε να πείσει ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τα έγγραφα που της επιδίδονταν καθώς και αυτά που της παρουσίαζε ο εναγόμενος 2 για να υπογράψει. Το γεγονός όμως ότι αρνήθηκε να υπογράψει την επίδοση της αγωγής, καταδεικνύει σαφώς ότι ήταν σε θέση να αντιληφθεί το είδος που εγγράφου που της επιδόθηκε. Σε συνδυασμό βέβαια με την αναντίλεκτη θέση ότι μετά την επίδοση, ο πιο πάνω δικηγόρος - συγγενής της, επικοινώνησε με τους συνηγόρους της ενάγουσας για να συζητήσει την υπόθεση. Ούτε έδωσε κάποια ικανοποιητική εξήγηση πως αντιλήφθηκε την ειδοποίηση εκποίησης του οικοπέδου για την οποία έδωσε οδηγίες μέσω της θυγατέρας της να καταχωρηθεί η παρούσα ενώ για όλα τα άλλα έγγραφα δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο τους. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται η επίδοση του κλητηρίου την οποία αρνήθηκε να υπογράψει αλλά και το πληρεξούσιο καθώς και η απόσυρση του πωλητηρίου από το Κτηματολόγιο για τα οποία ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο τους αλλά πιθανόν να τα υπέγραψε. Ενόψει των πιο πάνω, είναι σαφές ότι η εναγομένη 3 - αιτήτρια γνώριζε μετά την επίδοση του κλητηρίου για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον της. Ως εκ τούτου, αυτό που πρέπει να εξεταστεί στο παρόν στάδιο είναι το κατά πόσον η αιτήτρια έδωσε επαρκή αιτιολογία για την παράλειψη της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο αλλά και για την μεγάλη καθυστέρηση να αποταθεί για παραμερισμό της υπό κρίση ερήμην απόφασης. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η αιτήτρια, απέτυχε στις πιο πάνω υποχρεώσεις της. Καμία δικαιολογία δεν δόθηκε για την μη εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου παρότι η αγωγή, της επιδόθηκε νομότυπα σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ιδιώτου επιδότριας, η οποία έμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου και παρότι δικηγόρος που ενεργούσε ως συνήγορος της, επικοινώνησε με τους συνηγόρους της ενάγουσας μετά την επίδοση της αγωγής για να συζητήσει την υπόθεση. Όπως επίσης δεν αιτιολογήθηκε με πειστικά επιχειρήματα, η παράλειψη της αιτήτριας να ενδιαφερθεί για την πορεία της αγωγής και σε περίπτωση που διαπίστωνε την έκδοση ερήμην απόφασης, να αποταθεί στο Δικαστήριο σε σύντομο χρονικό διάστημα για τον παραμερισμό της. Είναι ενδεικτικό ότι η εναγομένη 3 - αιτήτρια, αποτάθηκε στο Δικαστήριο μόνο μετά που της επιδόθηκε ειδοποίηση για εκποίηση του οικοπέδου, το οποίο αντάλλαξε με την εναγομένη 1 για σκοπούς αγοράς του επίδικου διαμερίσματος. Η πιο πάνω συμπεριφορά της αιτήτριας, καταδεικνύει πλήρη αδιαφορία για τις δικαστικές διαδικασίες καθώς και για τα δικαιώματα της αντιδίκου της, η οποία εξασφάλισε απόφαση από τις 26.6.2013, παραμένοντας με την εντύπωση για πάρα πολλά χρόνια ότι η αιτήτρια δεν ενδιαφέρεται για την αγωγή. Είναι σαφές κατά την κρίση μου ότι η αιτήτρια γνώριζε για την αγωγή που κινήθηκε εναντίον της από την επίδοση του κλητηρίου στις 7/6/
- Εντούτοις αποφάσισε στις 7.7.2017 ήτοι 5 χρόνια μετά να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, μόνο μετά που της επιδόθηκε ειδοποίηση εκποίησης του πιο πάνω οικοπέδου. Κατά την κρίση μου, πρόκειται για συμπεριφορά που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της ενάγουσας και στερεί από την αιτήτρια, του δικαιώματος να ζητά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της. Ανεξαρτήτως τούτου, από το υλικό που προσκομίστηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι η αιτήτρια απέτυχε επίσης στην υποχρέωση της να αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Όλοι οι ισχυρισμοί της, στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου 2 για απάτη, αναφορικά με την υπογραφή του πληρεξουσίου και άλλων εγγράφων. Σε καμία όμως περίπτωση δεν συνιστούν συζητήσιμη υπεράσπιση της αιτήτριας στην παρούσα αγωγή. Αλλά ακόμα και στο ζήτημα της συζητήσιμης υπεράσπισης, η αιτήτρια προέβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς. Αρχικά αναφέρει ότι το πληρεξούσιο που υπέγραψε στον εναγόμενο 2 ήταν αόριστο και γενικό με αποτέλεσμα να μην δύναται να χρησιμοποιηθεί για τον ειδικό σκοπό υποθήκευσης του επίδικου οικοπέδου. Παραγνωρίζοντας ότι στο εν λόγω πληρεξούσιο υπήρχε ειδική πρόνοια για αυτό τον σκοπό (τεκμ. Η στην Ε.Δ απόδειξης της αγωγής). Στην συνέχεια όμως η αιτήτρια αρνείται την υπογραφή του πληρεξουσίου. Για να αναφέρει ακολούθως ότι ο εναγόμενος 2, της έδινε διάφορα έγγραφα να υπογράψει χωρίς η ίδια να γνωρίζει το περιεχόμενο τους και μέσα στα πλαίσια αυτά, πιθανόν να υπέγραψε το πληρεξούσιο αλλά και την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο. Όλα τα πιο πάνω όμως σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν υπεράσπιση στην αγωγή της ενάγουσας, παρότι πιθανόν να στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου
- Αυτό χωρίς να εξετάζεται στο παρόν στάδιο η αρχή υπεράσπισης non est factum. Σύμφωνα με την πιο πάνω αρχή, αυτός που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, οφείλει να καταδείξει, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως πχ τυφλότητα ή αναλφαβητισμός, ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και προσοχή που επέδειξε. Θα πρέπει, επίσης, το έγγραφο να είναι εντελώς διαφορετικό, υπό την έννοια ότι εντάσσεται σε διαφορετική κατηγορία εγγράφων (βλ. Εργατίδη ν. Γεν. Εισαγγελέα Πολ. Έφεση 293/2012 ημ. 7.2.2018). Ανεξαρτήτως των αξιώσεων που η αιτήτρια πιθανόν να έχει εναντίον του εναγομένου 2, γεγονός παραμένει ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αξίωση της ενάγουσας εναντίον της, αναφορικά με την υποθήκευση του επίδικου οικοπέδου ως εγγύηση για τις δανειακές συμβάσεις που παραχώρησε στην εναγομένη
- Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους: • Η αιτήτρια επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της αντιδίκου της. • Η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εναγομένης 3 - αιτήτριας και υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο