← Κύπρος

Content Union S.A. ν. Martellata Ltd κ.α., Aγωγή Αρ. 2061/2017, 29/5/2018

Content Union S.A. ν. Martellata Ltd κ.α., Aγωγή Αρ. 2061/2017, 29/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A219 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ. 2061/2017 Μεταξύ: Content Union S.A. από Λουξεμβούργο Ενάγουσας -και-

  1. Martellata Ltd, από την Κύπρο
  2. CJSC "TV Company "Stream", από τη Ρωσία
  3. XXXXX Zyablitsky από τη Ρωσία
  4. XXXXX Lavorv, από τη Ρωσία
  5. XXXXX Golovnev, από τη Ρωσία Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 14.12.2017 Ημερ.: 29.5.2018 Για τον Εναγόμενο 5 - Αιτητή: κ. Χρ. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Χ. Κότσαπα και κ. Ι. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 12.7.
  6. Στρέφεται εναντίον της Εναγομένης 1 Κυπριακής Εταιρείας, της Εναγομένης 2 Ρωσικής Εταιρείας και των Εναγομένων 3 - 5, φυσικών προσώπων από τη Ρωσία. Λόγω της παρουσίας της Εναγόμενης 1 δεν απαιτείτο και δεν ζητήθηκε άδεια για την σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος. Την 27.7.2017 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η επίδοση, τόσο της αγωγής όσο και προσωρινού διατάγματος που είχε στο μεταξύ εκδοθεί, στους Εναγομένους 2 - 5, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας. Την 10.10.2017 η Ενάγουσα καταχώρησε νέα αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, της αγωγής και του προσωρινού διατάγματος, στους Εναγόμενους 2 - 5, διά της επίδοσής τους σε κύπριους δικηγόρους, διά τους μεν Εναγομένους 2 - 4 στους κ.κ. Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ, διά τον δε Εναγόμενο 5 στους κ.κ. Φοίβος, Χρ. Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Σύμφωνα με το πρόγραμμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον μου. Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του προσωρινού διατάγματος θα μπορούσε να είχε τεθεί ενώπιον της αδελφού Δικαστού στην οποία, σύμφωνα με το πρόγραμμα, ανατέθηκε η εκδίκαση του προσωρινού διατάγματος. Πρόδηλα ότι με την ίδια αίτηση ζητήθηκε η υποκατάστατη επίδοση τόσο της αγωγής όσο και του προσωρινού διατάγματος οδήγησε στο να τεθεί η αίτηση ενώπιον της. Σχετικά διατάγματα εκδόθηκαν την 12.10.
  7. Δικαιοδοσία προς τούτο υφίστατο σύμφωνα με τους περί Δικαστηρίων Νόμους, συνεπώς τα εκδοθέντα διατάγματα δεν ήταν άκυρα. Τα διατάγματα της 12.10.2017 εκδόθηκαν στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση ημερ. 10.10.2017 της Τατιάνας Χλωρακιώτου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας. Είχε αναφέρει ότι κατ' ακολουθία του διατάγματος ημερ. 27.7.2017, που διέτασσε την επίδοση μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας, την 24.8.2017, η Ενάγουσα μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας απέστειλε για επίδοση μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας όλα τα σχετικά έγγραφα για επίδοση στους Εναγομένους 2 -
  8. Εξηγούσε η Χλωρακιώτου την διαδικασία που ακολουθείται στη Ρωσία. Ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ρωσίας παραπέμπει τα προς επίδοση έγγραφα στο Ομοσπονδιακό ή Διαιτητικό Δικαστήριο της Κοινότητας όπου θα επιδοθούν και ότι το Ρωσικό Δικαστήριο ορίζει ημερομηνία κατά την οποία καλεί τον εναγόμενο να τα παραλάβει και να συμπληρώσει τα απαραίτητα έγγραφα επιβεβαίωσης της επίδοσης. Η Ενάγουσα δεν είχε ενημέρωση ότι οι Εναγόμενοι είχαν παραλάβει τα έγγραφα και εξέφραζε ανησυχίες ότι η διαδικασία ενδεχομένως να έπαιρνε μήνες ή και να μην είχε αποτέλεσμα εάν οι Εναγόμενοι δεν μετέβαιναν στο Ρωσικό Δικαστήριο για να παραλάβουν τα προς επίδοση έγγραφα. Παρέπεμψε η Χλωρακιώτου στην διαδικασία του προσωρινού διατάγματος στην παρούσα αγωγή όπου οι Εναγόμενοι 2 - 4 εκπροσωπούνταν από τους κ.κ. Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ και ο Εναγόμενος 5 από τους κ.κ. Φοίβος, Χρ. Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Επομένως εφόσον τα έγγραφα επιδίδονταν στους πιο πάνω δικηγόρους θα περιέρχονταν σε γνώση των Εναγομένων. Ο Εναγόμενος 5 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία την 14.12.2017 και αυθημερόν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία εξαιτείται τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 12.10.2017 και της επίδοσης που έγινε στους κ.κ. Φοίβος, Χρ. Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ την 20.10.
  9. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 14.12.2017 του XXXXX Πιριλίδη, του μόνου διευθυντή της Εναγόμενης 1 και εκ των διευθυντών εταιρείας που είναι γραμματέας της Εναγόμενης
  10. Ο Πιριλίδης παρουσιάζει έγγραφα, που όπως σημειώνει είναι αντίγραφα των διαδικασιών που εκκρεμούσαν στη Ρωσία και στο Λουξεμβούργο και που αφορούσαν τα ίδια ή σχετιζόμενα με τα επίδικα στην παρούσα αγωγή ζητήματα. Σε σχέση με την επίδοση που έγινε αναφέρει ότι οι κ.κ. Φοίβος, Χρ. Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ δεν είχαν καμιά εξουσιοδότηση να δεχθούν οποιαδήποτε επίδοση. Περαιτέρω αναφέρεται στα έγγραφα που επιδόθηκαν επισημαίνοντας ότι ούτε το Κλητήριο Ένταλμα, ούτε το Απαγορευτικό Διάταγμα είχαν μεταφραστεί στη ρωσική. Στο υπόλοιπο μέρος της Ένορκης του Δήλωσης ο Πιριλίδης αναλώνεται σε νομική επιχειρηματολογία. Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 14 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 19.3.2018 του Θεόδωρου Οικονόμου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Ο Οικονόμου αναφέρεται και αυτός στο διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, και αναλώνεται, όπως και ο Πιριλίδης, σε νομική επιχειρηματολογία. Στην παρ. 9 της Ένορκης του Δήλωσης επιχειρεί να ενισχύσει την θέση αναφορικά με την αβεβαιότητα για την επίδοση μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας. Επισυνάπτει επιστολές των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 14.3.2018 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας για ενημέρωση οι οποίες, όπως αναφέρει, παραμένουν αναπάντητες. Αναφέρεται ακόμα σε πληροφόρησή του σε σχέση με την διαδικασία επίδοσης στη Ρωσία και προσθέτει την δική του εμπειρία αναφέροντας ότι σε άλλες περιπτώσεις που επιχειρήθηκε επίδοση στη χώρα αυτή η διαδικασία ήταν υπέρμετρα χρονοβόρα και αρκετές φορές χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Το κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 12.10.2017 ορθά εκδόθηκε ή όχι κρίνεται στη βάση των όσων είχαν τότε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή με την ένορκη δήλωση Χλωρακιώτου. Δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη άλλα στοιχεία ούτε και οι μεταγενέστερες επιστολές των δικηγόρων της Ενάγουσας (βλ. Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners

(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, 1033 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 995). Όπως προειπώθηκε ο Εναγόμενος 5 έχει συμμετάσχει στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος που κατέληξε στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 8.3.2008 με την οποία οριστικοποιήθηκε. Το ζήτημα είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος 5 έχει κατ' αυτό τον τρόπο υποβληθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στη Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958 (σελ. 1987-8) αναφέρεται ότι για να εγείρεται θέμα εγκατάλειψης του δικαιώματος να ζητηθεί παραμερισμός, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο διάδικος έχει προβεί στη λήψη κάποιου διαβήματος το οποίο είναι αναγκαίο ή χρήσιμο μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η αντίρρηση του έχει πραγματικά εγκαταλειφθεί. Είναι γι' αυτό που η εμφάνιση σε αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα δεν θεωρείται «νέο διάβημα» («fresh step») γιατί ο διάδικος εμφανίζεται για να προασπίσει τα συμφέροντα του σε μια συνήθως επείγουσα διαδικασία και όχι γιατί ηθελημένα υποβάλλει τον εαυτό του στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Κατ' επέκταση οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με τέτοια αίτηση ή εκδοθέν παρεμπίπτον διάταγμα δεν πρέπει να θεωρείται ως «νέο διάβημα» στην αγωγή. Στην Esal (commodities) Ltd v. Mahendra Pujara
(1989)2 Lloyd's Rep. 479, του Αγγλικού Εφετείου υιοθετείται η Obikoya v. Silvernorth Ltd, The Times 6 July 1983, 133 NLJ 805, όπου σημειώνεται ότι θα ήταν άρνηση δικαιοσύνης εάν επιβαλλόταν στον εναγόμενο, για να μπορέσει να ενστεί στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ή να αιτηθεί για την ακύρωση ή τροποποίηση του, να έπρεπε πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης υπό όρους και αίτηση για τον παραμερισμό του κλητηρίου. Περαιτέρω στην Smay Investments Limited and other v. Sachdev and others
(2003)EWCH 474 αναφέρθηκε ότι ο διάδικος που εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να ενστεί σε ένα διάταγμα παγιοποίησης που εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν απεμπολεί το δικαίωμα του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, εκτός και εάν συμφωνήσει στην έκδοση διατάγματος που καθορίζει τη θέση του μέχρι τη δίκη και συνεπώς εκλαμβάνεται ότι αποδέχεται ότι θα ακολουθήσει δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος. Το προσωρινό διάταγμα δεν οριστικοποιήθηκε με τη σύμφωνη θέση του Εναγόμενου 5, αλλά μετά από ακροαματική διαδικασία αφού ο Εναγόμενος 5 είχε υποβάλει ένσταση στη διατήρηση του σε ισχύ. Είναι επομένως η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 5 δεν έχει προβεί σε «νέο διάβημα» στην αγωγή ώστε να θεωρείται ότι έχει υποβληθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η αναφορά στην Ένορκη Δήλωση Πιριλίδη σε συμφωνία των μερών άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, όχι ως θέμα δημόσιας τάξης αλλά κατ' εφαρμογή επικαλούμενης συμφωνίας των μερών. Στην αίτηση ημερ. 10.10.2017 δεν είχε ζητηθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι το διάταγμα ημερ. 27.7.2017 και είναι στη διαδικασία εκείνη που εξετάστηκαν οι πρόνοιες της Δ.6 αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στη βάση της ένορκης δήλωσης του XXXXX Οικονόμου ημερ. 24.7.2017. Με την υπό κρίση Αίτηση δεν επιζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος ημερ. 27.7.2017. Εφόσον δεν προσβάλλεται το διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να εξεταστεί στο στάδιο αυτό. Αναφέρουν ακόμα οι Εναγόμενοι 2 - 4 ότι τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν στους δικηγόρους δεν ήταν μεταφρασμένα στα ρωσικά. Επικαλούνται την Earlsfield όπου αναφέρθηκε πως τα έγγραφα που είχαν επιδοθεί θα έπρεπε να είχαν μεταφραστεί στη γλώσσα του συμβαλλόμενου μέρους στην αγγλική. Η επίδοση είχε γίνει δυνάμει του περί της Συμφωνίας Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Κυρωτικού) Νόμου του 2005 και επομένως θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 3 αυτού. Η θέση των δικηγόρων της Ενάγουσας είναι πως η υποχρέωση επίδοσης και μετάφρασης δυνάμει της Δ.6 θ.7
(1)επιβάλλεται μόνο όταν η επίδοση γίνεται εκτός δικαιοδοσίας, υποδεικνύοντας πως στην προκείμενη περίπτωση η επίδοση έγινε στην Κύπρο. Έχουν, όμως, ήδη επιχειρηματολογήσει ότι άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εξασφαλίστηκε με το διάταγμα ημερ. 27.7.2017. Στην ουσία επιτεύχθηκε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με υποκατάστατο τρόπο στην Κύπρο. Όμως, εάν ήταν αναγκαίο να επιδοθούν μεταφράσεις αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του διατάγματος αλλά μόνο της επίδοσης. Δεν μπορεί να συνιστά λόγο προσβολής του διατάγματος το γεγονός ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του ο διάδικος δεν έχει συμμορφωθεί με τους διαδικαστικούς κανόνες για την επίδοση του. Εφόσον ο παραμερισμός της επίδοσης δεν επιζητείται ως αυτοτελής θεραπεία το ζήτημα τελειώνει εδώ. Στην αγόρευση των δικηγόρων του Εναγόμενου 5 υποστηρίζεται ότι η επίδοση που έγινε προς αυτούς ως δικηγόρους του Εναγόμενου 5 είναι σε κάθε περίπτωση αντικανονική. Παραπέμπουν στην Smith v. Probin and Other [2000] EWHC QB 136 όπου αναφέρθηκε ότι ο δικηγόρος ο οποίος αποδέχεται επίδοση αγωγής, χωρίς ρητή εξουσιοδότηση του πελάτη του, παραβιάζει την επαγγελματική του ευθύνη προς τον πελάτη του και στην Brown v. Innovatore PLC [2009] EWHC 1376 (COMM) όπου αναφέρθηκε ότι επίδοση σε δικηγόρο επιτρέπεται μόνο όταν ο δικηγόρος έχει ρητή προς τούτο εξουσιοδότηση. Όμως, αυτό που υποδείχθηκε στην Αίτηση Αρ. 152/2015 Αναφορικά με την Αίτηση του κ. Σωτήρη Πίττα, ημερ. 18.11.2015, ήταν ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτές δεν εφαρμόζονται στην Κύπρο αφού στην Αγγλία στην οποία αναφέρονται το ζήτημα της επίδοσης αγωγής σε δικηγόρο ρυθμίζεται από ειδικό κανονιστικό πλαίσιο. Στην Κύπρο η επίδοση σε δικηγόρο γίνεται όπως θα μπορούσε να γίνει μέσω οιουδήποτε τρίτου προσώπου που θα μπορούσε να έχει επαφή με το διάδικο ώστε να το γνωστοποιήσει το γεγονός της εναντίον του αγωγής. Στην υπόθεση Cooper v. Wood 49 E.R. 629 επιτράπηκε υποκατάστατη επίδοση κλήσης στο δικηγόρο ο οποίος είχε ενεργήσει για τον εναγόμενο σε προγενέστερες διαδικασίες (βλ. επίσης Waters v. Waters
(1875)34 L.T. 33). Στην υπόθεση The Prommerania
(1879)4 P.D. 195, διαταγή που είχε εκδοθεί για υποκατάστατη επίδοση στους δικηγόρους του εναγόμενου παραμερίστηκε γιατί οι δικηγόροι του εναγόμενου είχαν πληροφορήσει τους δικηγόρους των εναγόντων ότι δεν ενεργούσαν πλέον για τους εναγόμενους, ενώ στην υπόθεση Margrett v. Emanuel
(1890)6 T.L.R. 453 το Δικαστήριο δεν είχε εκδώσει το ζητηθέν διάταγμα γιατί είχε διαφανεί από τα γεγονότα ότι οι δικηγόροι του εναγόμενου δεν γνώριζαν πού βρισκόταν και όταν του έγραφαν, αυτό γινόταν διά μεσάζοντος. Στην Karim (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Armitage v. Fitzwilliam and Others
(1875)W.N. 238 όπου εγκρίθηκε ως μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους δικηγόρους του ενάγοντα παρά την άρνηση τους να αποδεκτούν επίδοση στη βάση του ότι δεν είχαν οδηγίες. Σαν θέμα αρχής δεν υπάρχει κώλυμα στο να διαταχθεί τέτοια επίδοση στο δικηγόρο κάποιου διάδικου. Το ζήτημα είναι πραγματικό, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης που καταλήγουν στο κατά πόσο τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν ξεκάθαρο πως οι δικηγόροι ήταν σε επαφή και λάμβαναν οδηγίες από τον πελάτη τους και θα μπορούσαν αμέσως να τον ενημερώσουν σε σχέση με τα έγγραφα που επιδόθηκαν. Παραμένει προς εξέταση το κεφαλαιώδες ζήτημα κατά πόσο η επίδοση δικαστικών εγγράφων στον Εναγόμενο 5 που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία μπορούσε να επιτευχθεί υποκατάστατα με τον τρόπο που έγινε. Η Δ.5, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που επιτρέπει την υποκατάσταση επίδοση προνοεί ότι: «Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στο θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ' αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις .» Στην αγόρευση των δικηγόρων του Εναγόμενου 5 ερμηνεύεται η αναφορά στο θ.2 να σημαίνει προσωπική επίδοση, ενώ ο θ.2 αναφέρεται και σε τρόπους επίδοσης όχι προσωπικά. Οποτεδήποτε ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί επίδοση του κλητηρίου όπως προνοείται στη Δ.5, θ.2, δηλαδή να διενεργηθεί με επιδότη όπως προνοείται στην Δ.5Β, θ.
  1. Στη Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958 αναφέρεται στη σελ.131 πως όταν ο εναγόμενος ευρίσκεται στο εξωτερικό καθίσταται αδύνατο να πραγματοποιηθεί προσωπική επίδοση. Επομένως, εφόσον ο Εναγόμενος 5 διαμένει στη Ρωσία η Δ.5, θ.9 εφαρμόζεται και θα έπρεπε να αναζητηθεί τρόπος επίδοσης του Κλητηρίου διαφορετικός από αυτούς που περιγράφονται στη Δ.5, θ.
  2. Εμπλέκουν οι δικηγόροι του Εναγόμενου 5 τη Δ.42Α, θ.2 που αφορά στην επίδοση διατάγματος και όπου αναφέρεται ότι αυτή πρέπει να είναι προσωπική εκτός αν διαταχθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο. Η Δ.42Α έχει σημασία σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα ημερ. 17.7.
  3. Με το προσβαλλόμενο διάταγμα ημερ. 12.10.2017 διατάχθηκε υποκατάστατη επίδοση του και παρά το ότι το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιήθηκε την 8.3.2018, μπορεί να έχει σημασία για σκοπούς ενδεχόμενης παρακοής του προσωρινού διατάγματος μετά την επίδοση του. Αναφέρονται οι δικηγόροι του Εναγόμενου 5 στη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει επίδοση με άλλο τρόπο από προσωπική επίδοση στην περίπτωση που ο εναγόμενος κρύβεται και αποφεύγει την επίδοση. Σε αυτή τη βάση επιχειρηματολογούν ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 5 κρυβόταν ή απόφευγε την επίδοση και επομένως δεν θα έπρεπε να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατο τρόπο επίδοσης μέσω των δικηγόρων. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων του Εναγόμενου 5 έχει ως υπόβαθρο τη θέση ότι εάν ο Εναγόμενος 5 επισκεφθεί το Δικαστήριο της περιοχής του και παραλάβει τα δικαστικά έγγραφα αυτό σημαίνει προσωπική σε αυτόν επίδοση. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με αυτή την προσέγγιση. Προσωπική επίδοση συντελείται όταν επιδότης επιδίδει προσωπικά στον εναγόμενο το δικαστικό έγγραφο. Όταν ο εναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό εξ αντικειμένου δεν μπορεί να επιτευχθεί προσωπική επίδοση. Επομένως όταν ο εναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό είναι δεδομένο ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει άλλο τρόπο επίδοσης του διατάγματος, όπως ακριβώς έχει εξηγηθεί και για την περίπτωση του κλητηρίου εντάλματος. Παραπέμφθηκε το Δικαστήριο σε απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου (Gorsoan Limited κ.ά ν. Janna Bullock κ.ά αρ. αγωγής 3573/2012 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 12.3.2014) όπου έγινε εκτενής αναφορά στην αγγλική υπόθεση Worboys v. Worboys
(1953)P192 όπου αναφέρθηκε ότι μπορεί να διαταχθεί υποκατάστατη επίδοση όταν είναι αδύνατο να επιτευχθεί προσωπική επίδοση. Οι περιπτώσεις που αναφέρονται στην αγγλική υπόθεση δεν αφορούσαν διάδικο που βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας, αλλά διάδικο που βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας των αγγλικών Δικαστηρίων. Επομένως έπρεπε να δικαιολογηθεί επί των γεγονότων της κάθε υπόθεσης ότι ήταν αδύνατο να επιδοθεί προσωπικά. Αυτές οι αυθεντίες δεν υποβοηθούν στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας αφού είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί προσωπική επίδοση σε αυτόν. Το βάρος στην πλευρά του αιτητή να καταδείξει ότι η προσωπική επίδοση είναι αντικειμενικά αδύνατη εξαντλείται με την αναφορά ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό. Η Zehil v. Roberts
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 678 στην οποία αναφέρθηκαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, αφορούσε και πάλι ζήτημα υποκατάστατης επίδοσης σε διάδικο που βρισκόταν εντός δικαιοδοσίας. Συνεπώς, όταν ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί σε αυτόν προσωπική επίδοση. Θα πρέπει να αναζητηθεί άλλος τρόπος επίδοσης είτε πρόκειται για κλητήριο ένταλμα είτε για κάποιο προσωρινό ή άλλο διάταγμα. Το ζήτημα μπορεί να διαφοροποιείται όταν υφίσταται διεθνής σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία όπου καθορίζεται ο τρόπος που πρέπει ή μπορεί να επιδίδονται δικαστικά έγγραφα σε εναγόμενο που βρίσκεται σε ξένη χώρα. Εάν η διεθνής σύμβαση επιβάλλει συγκεκριμένο τρόπο αυτός πρέπει να ακολουθείται. Εάν δεν επιβάλλει το συγκεκριμένο τρόπο αλλά τον προνοεί προς διευκόλυνση των διαδικασιών, τότε εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης κατά πόσο ο τρόπος που προνοείται θα ακολουθηθεί ή κάποιος άλλος θα θεωρηθεί προσφορότερος. Εάν η διεθνής σύμβαση προνοεί τον τρόπο προς διευκόλυνση των διαδικασιών και δεν τον επιβάλλει, τότε το γεγονός ότι έχει δοθεί άδεια για επίδοση με το συγκεκριμένο τρόπο δεν εμποδίζει τον ενάγοντα να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο και να ζητήσει υποκατάστατη επίδοση με διαφορετικό τρόπο, στη βάση ότι έχουν προκύψει γεγονότα που καθιστούν άλλο τρόπο προσφορότερο ή έχει διαφανεί ότι η επίδοση θα επιτευχθεί πιο εύκολα ή πιο γρήγορα με άλλο τρόπο. Ο Εναγόμενος 5 επικαλείται την Σύμβαση περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του
  1. Δεν επικαλείται την Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου η οποία κυρώθηκε με τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του
  2. Η Συνθήκη δεν αναφέρεται στη νομική βάση της Αίτησης, όμως αναφέρεται στη νομική βάση της ένστασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει την ύπαρξη της Συνθήκης και να αποφασίσει χωρίς να την λάβει υπόψη. Άλλωστε το γεγονός ότι προβάλλεται στην ένσταση καθιστά τις πρόνοιες της εμπλεκόμενες. Αναφέρουν οι δικηγόροι του Εναγόμενου 5, και προς τούτο είναι και η θέση του Δικαστηρίου ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 169.3 του Συντάγματος, οι Διεθνείς Συνθήκες έχουν υπέρτερη ισχύ έναντι οποιουδήποτε Ημεδαπού Νόμου υπό τον όρο ότι εφαρμόζονται αντίστοιχα από τον αντισυμβαλλόμενο. Το επόμενο ζήτημα είναι κατά πόσο οι Διεθνείς Συμφωνίες ή Συμβάσεις που ισχύουν και προνοούν για τον τρόπο επίδοσης δικαστικών εγγράφων στην Ρωσία όπου διαμένει ο Εναγόμενος 5 επιβάλλουν η επίδοση να γίνεται με τον τρόπο που προνοείται σε αυτές ή απλά προνοούν τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιείται. Επίδοση που πραγματοποιείται κατά παράβαση Διεθνούς Σύμβασης είναι άκυρη και δεν μπορεί να διασωθεί (βλ. Heeren v. Scaper κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 1069). Εάν οι Διεθνείς Συμφωνίες ή Συμβάσεις που ισχύουν απλά προνοούν τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιείται, το γεγονός ότι δόθηκε άδεια για υποκατάστατη επίδοση με τον τρόπο αυτό δεν εμπόδιζε την Ενάγουσα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να εξασφαλίσει διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση με άλλο τρόπο, μέσω των δικηγόρων κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, όταν οι τελευταίοι παρουσιάστηκαν ως δικηγόροι του Εναγόμενου
  1. Είναι η θέση των δικηγόρων της Ενάγουσας ότι το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να διατάξει επίδοση εντός των πλαισίων των θεσμών ανεξαρτήτως εφαρμογής οιασδήποτε διεθνούς συμβάσεως. Παραπέμφθηκε το Δικαστήριο από τους δικηγόρους της Ενάγουσας σε απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου (Robert Hugh Kelly v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά, Αγωγή Αρ. 8128/12, 19.3.2014) όπου με αναφορά στον Κανονισμό 1393/2007 αναφέρθηκε ότι «. εάν ήταν πρόθεση η Δικαστική Εξουσία να δεσμεύεται να ακολουθήσει κατ' αποκλειστικότητα τις πρόνοιες αυτού του Κανονισμού τότε η Δικαστική Εξουσία (Ανώτατο Δικαστήριο), θα προέβαινε στην αναγκαία προσαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάτι, όμως, το οποίο ουδέποτε έγινε.» Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει τέτοιο ζήτημα στην Sukys v. Grand Go Group Limited κ.ά, Αρ. Αγωγής 1318/2016 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 25.11.
  2. Παρατίθεται το σκεπτικό της Απόφασης: «Η θέση του Ενάγοντα δεν είναι ότι ο Κανονισμός 1393/2007 επιτρέπει την επίδοση με τον τρόπο που έγινε, αλλά ότι η επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα είχε διαταχθεί δυνάμει των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι, κατά την εισήγηση του, μπορούν, παρά τις πρόνοιες του Κανονισμού, να ρυθμίσουν το ζήτημα της επίδοσης σε πρόσωπο που βρίσκεται σε χώρα Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 1 του Κανονισμού με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής» αναφέρει ότι ο Κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όταν μια δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να διαβιβασθεί από ένα Κράτος Μέλος σε άλλο για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί. Το άρθρο 20 με τίτλο «Σχέσεις με άλλες συμφωνίες ή διακανονισμούς στις οποίες μετέχουν τα κράτη μέλη» προνοεί ότι για θέματα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του, ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα Κράτη Μέλη. Τα Κράτη Μέλη μπορούν να διατηρούν ή να συνάπτουν επιμέρους συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάδουν με τον Κανονισμό, προκειμένου να επιτυγχάνεται ή να απλουστεύεται περαιτέρω η διαβίβαση των πράξεων, αλλά οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή αντίγραφο των συμφωνιών ή διακανονισμών που έχουν συναφθεί μεταξύ τους καθώς και τα σχέδια συμφωνιών ή διακανονισμών που προτίθενται να συνάψουν. Ο Κανονισμός στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην προστασία του πολίτη που διαμένει σε Κράτος Μέλος και μεριμνά ώστε η προς αυτόν επίδοση δικαστικής πράξης να γίνεται με τέτοιο τρόπο και να εμπεριέχει τέτοια έγγραφα που να εξασφαλίζουν σε αυτόν δίκαια ευκαιρία να αντιμετωπίσει την υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του σε άλλο Κράτος Μέλος. Προς διαφύλαξη του σκοπού αυτού ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα Κράτη Μέλη, ώστε αυτές να μην δύνανται να χρησιμοποιηθούν, παράλληλα ή διαζευκτικά, προς επίτευξη νόμιμης επίδοσης. Για τον πρόδηλο λόγο ότι μπορεί να μην διασφαλίζεται ο πιο πάνω σκοπός. Εκεί που επιτρέπεται η διατήρηση ή σύναψη επιμέρους συμφωνίας ή διακανονισμού είναι όπου οι πρόνοιες τους συνάδουν με τον Κανονισμό. Είναι δηλαδή τέτοιες που επίδοση στη βάση τους διασφαλίζει τον πιο πάνω σκοπό. Το λογικό είναι ότι της κοινοποίησης στην Επιτροπή ακολουθεί, στην κατάλληλη περίπτωση, ρητή ή σιωπηρή έγκριση για τη χρήση της συμφωνίας ή του διακανονισμού. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο Κανονισμός δεν επιτρέπει συμφωνία ή διακανονισμό μεταξύ Κρατών Μελών ως προς τον τρόπο διαβίβασης δικαστικής πράξης προς επίδοση, παρά μόνο εφόσον τέτοιος τρόπος συνάδει με τον Κανονισμό, κατά μείζονα λόγο δεν είναι δυνατόν να επιτρέπεται η επίδοση σε πρόσωπο που βρίσκεται σε άλλο Κράτος Μέλος σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους όπου εγείρεται η δικαστική διαδικασία. Για τον πρόδηλο λόγο ότι η νομοθεσία του Κράτους Μέλους όπου εγείρεται η δικαστική διαδικασία μπορεί να μην εμπεριέχει πρόνοιες που να διασφαλίζουν τον πιο πάνω σκοπό του Κανονισμού. Υπερισχύει σημαίνει ότι οι πρόνοιες του είναι που τυγχάνουν εφαρμογής. Δεν σημαίνει ότι δυνητικά εφαρμόζεται ή διαζευκτικά σε σχέση με διμερείς συμφωνίες ή τη νομοθεσία Κράτους Μέλους. Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Αιτ. αρ. 193/2014, ημερ. 26.3.2015 επιβεβαιώνεται η πάγια νομολογιακή αρχή περί υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και αναφέρεται ότι «στο άρθρο 23 του προοιμίου ορίζεται ότι ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, η σχετική ευχέρεια των οποίων περιορίζεται στη διατήρηση ή τη σύναψη συμφωνιών ή διακανονισμών, με σκοπό και πάλι την επιτάχυνση ή την απλούστευση της διαβίβασης των πράξεων, εφόσον, όμως, συνάδουν με τις διατάξεις του». Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι «είναι φανερή από τον ίδιο τον Κανονισμό η βούληση να δοθεί τέτοια δραστικότητα και ισχύς στον Κανονισμό ώστε να εξυπηρετείται αποτελεσματικά και ουσιαστικά η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, τηρουμένων των ασφαλιστικών δικλείδων που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Κανονισμού 1393/07, που προϋποθέτει, προκειμένου για λήψη απόφασης ερήμην του εναγομένου, επίδοση με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο έγκαιρο χρόνο, ώστε ο εναγόμενος να είναι πράγματι σε θέση να αμυνθεί». Οι δικηγόροι του Ενάγοντα έχουν παρερμηνεύσει αναφορές σε αποφάσεις του Εφετείου όπου αναφέρεται ότι ο Κανονισμός 1393/2007 δεν ακυρώνει ούτε αναστέλλει τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε καμιά όμως από τις αποφάσεις του Εφετείου που επικαλέστηκαν δεν αναφέρεται ότι είναι εφικτό να επιδοθεί δικαστική πράξη σε πρόσωπο που βρίσκεται σε άλλο Κράτος Μέλος με τρόπο άλλο από αυτούς που προνοούνται στον Κανονισμό. Και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση είχε γίνει δυνάμει του Κανονισμού και εγείρονταν παρεμφερή ζητήματα. Στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau κ.α.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 1935, η σχετική αναφορά είχε γίνει σε συνάρτηση με τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αναφέρθηκε ότι, εφόσον ο Κανονισμός δεν κατονομάζει τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδίδονται, πρέπει να επιδίδονται αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου και που προβλέπονται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Αναφέρεται στη Dau ότι για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Κανονισμού πρέπει να παρέχεται τυποποιημένη ενημέρωση του παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί την επίδοση (σελ.1952), ότι ο Κανονισμός προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (σελ.1954) και ότι για να διαφυλαχθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου, οι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει να εφαρμόζονται με τρόπο ώστε να εξουδετερώνεται ο σκοπός του Κανονισμού (σελ.1958). Γίνεται ακόμα παραπομπή στην απόφαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην Leffler v. Berlin Chemie AG C-443/03 [2005] ECR I-9611, που αφορά στον κανονισμό 1348/2000 που αντικαταστάθηκε με τον Κανονισμό 1393/2007 και αναφέρεται ότι: «η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν πρέπει να συνεπάγεται την εκ μέρους του εθνικού δικαστή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη του, παρά μόνο στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν το λόγο υπάρξεως και το σκοπό του κανονισμού. . Συνεπώς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κανονισμός δεν προβλέπει τις συνέπειες ορισμένων πράξεων, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να εφαρμόζουν, καταρχήν, το εθνικό δίκαιο εξασφαλίζοντας την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και να απορρίπτουν, αν παραστεί ανάγκη, μια εθνική ρύθμιση που αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή αυτή .» (σελ.1959). Στην Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Εφ .αρ.387/2011, ημερ. 17.10.2014, το ζήτημα αφορούσε στο κατά πόσο ορθά επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα αντί ειδοποίηση του σε επίδοση που έγινε δυνάμει του Κανονισμού 1393/
  1. Αναφέρεται ότι ο Κανονισμός δεν αναιρούσε τη δυνατότητα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου αντί του ιδίου του κλητηρίου και οι διατάξεις του δεν ισοδυναμούσαν με κατάργηση της εσωτερικής ή εθνικής νομοθεσίας ή πολιτικής δικονομίας κάθε Κράτους Μέλους. Αναφέρθηκε ότι υπάρχει έδαφος για εφαρμογή εθνικών κανόνων και ρυθμίσεων. Ειδικά, ότι θα ήταν άδικο να μην μπορεί ο εναγόμενος να εκμεταλλευτεί τις δικονομικές πρόνοιες του κράτους στο οποίο καλείται να υπερασπιστεί με βάση το δικονομικό δίκαιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον αντίδικο του για να υπαχθεί στη δική του δικαιοδοσία. Αναφέρεται ότι ο Κανονισμός δεν έχει καταργήσει την Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σημειώνεται ότι ο Κανονισμός έχει νομική ισχύ στη Δημοκρατία «αλλά δεν σημαίνει ότι αντικαθιστά την ημεδαπή δικονομία σ΄ όλες τις εκφάνσεις της». Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του λόγου της απόφασης και όχι ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να χρησιμοποιηθούν ώστε να επιτευχθεί επίδοση σε πρόσωπο που βρίσκεται σε χώρα Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρόπο άλλο που δεν προνοείται στον Κανονισμό. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για επίδοση σε πρόσωπο που βρίσκεται σε χώρα Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρόπο άλλο που δεν προνοείται στον Κανονισμό.» Η Σύμβαση περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982 προνοεί για την υποχρέωση ορισμού κεντρικής αρχής από κάθε συμβαλλόμενο Κράτος η οποία θα δέχεται παρακλήσεις για επίδοση προερχόμενες από άλλο συμβαλλόμενο Κράτος. Πέραν αυτού το άρθρο 8 προνοεί ότι κάθε συμβαλλόμενο Κράτος είναι ελεύθερο να ενεργεί απευθείας επίδοση δικαστικών εγγράφων σε πρόσωπα στην αλλοδαπή χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε εξαναγκασμού, μέσω των διπλωματικών ή προξενικών υπηρεσιών του. Ακόμα το άρθρο 10 προνοεί ότι υπό την προϋπόθεση ότι το Κράτος προορισμού δεν ενίσταται η Σύμβαση δεν περιορίζει την ελευθερία αποστολής δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς απευθείας σε πρόσωπα στην αλλοδαπή. Αυτό σημαίνει πως εάν η Ρωσική Ομοσπονδία δεν έχει ένσταση τότε δεν περιορίζεται η δυνατότητα για την επίδοση δικαστικού εγγράφου σε πρόσωπο που διαμένει στη Ρωσία απευθείας με το ταχυδρομείο. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα. Στην Heeren το Δικαστήριο καταλήγοντας ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης είχε σημειώσει σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 10 ότι η Γερμανία, όπου είχε πραγματοποιηθεί η επίδοση, είχε διατυπώσει ένσταση σε σχέση με το άρθρο 10 και ότι προς τούτο είχε δοθεί μαρτυρία από λειτουργό του Υπουργείου Εξωτερικών. Σε κάθε περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η επίδοση στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν με την αποστολή των δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς στον Εναγόμενο
  2. Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου η οποία κυρώθηκε με τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 είχε υπογραφτεί μεταξύ της Κύπρου και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης την οποία έχει αντικαταστήσει η Ρωσική Ομοσπονδία. Η Συνθήκη προνοεί για παραγγελία νομικής συνδρομής στην οποία περιλαμβάνεται και η παραγγελία για επίδοση εγγράφων. Το άρθρο 7 που τιτλοφορείται «Επίδοση Εγγράφων» προνοεί ότι: «
  3. Η παραγγελλόμενη αρχή θα ενεργεί την επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο Κράτος αυτής, εφόσο τα προς επίδοση έγγραφα είναι συντεταγμένα στη δική της γλώσσα ή συνοδεύονται από πιστο­ποιημένη μετάφραση στη γλώσσα αυτή. Σε περίπτωση που τα έγγραφα δεν είναι συντεταγμένα στη γλώσσα του παραγγελλόμενου Μέρους και δε συνοδεύονται από μετάφραση, αυτά θα επιδίδονται στον παραλήπτη μόνο αν αυτός προθυμοποιείται να τα αποδεχθεί.
  4. Η παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει την ακριβή διεύθυνση του παραλήπτη και τον τίτλο του προς επίδοση εγγράφου. Αν η διεύθυνση που δίδεται στην παραγγελία δεν είναι πλήρης ή ακριβής, η παραγγελλόμενη αρχή οφείλει, σύμφωνα με το δίκαιο της, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για εξακρίβωση της ορθής διεύθυνσης.» Το άρθρο 9 που τιτλοφορείται «Επίδοση Εγγράφων σε Ημεδαπούς Πολίτες» προνοεί ότι: «
  5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δικαιούνται να ενεργούν επίδοση εγγράφων στους ημεδαπούς τους πολίτες μέσω των διπλωματικών τους αποστολών ή των προξενικών τους γραφείων.
  6. Κανένας εξαναγκασμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναφορικά με την επίδοση αυτή.» Αναφορά πρώτα στο άρθρο 9 διευκολύνει στην καλύτερη κατανόηση της σημασίας των προνοιών του άρθρου
  7. Το άρθρο 9 παρέχει το δικαίωμα για επίδοση σε ημεδαπούς πολίτες με τρόπο διαφορετικό από αυτό που διενεργείται μέσω της παραγγελλόμενης αρχής. Δηλαδή εάν ένας κύπριος πολίτης κατοικεί στην Ρωσική Ομοσπονδία τότε επίδοση σε αυτόν μπορεί να γίνει μέσω των διπλωματικών αποστολών ή των προξενικών γραφείων της Κύπρου στη Ρωσία. Εάν δεν πρόκειται για κύπριο πολίτη αλλά για ρώσο ή άλλο ο τρόπος αυτός δεν είναι επιτρεπτός. Αυτό σημαίνει ότι εάν η επίδοση θα γίνει σε ρώσο πολίτη ή πολίτη άλλης χώρας εκτός από κύπριο πολίτη τότε πρέπει να ακολουθηθεί ο τρόπος επίδοσης μέσω της παραγγελλόμενης αρχής. Εάν ήταν επιτρεπτό να γίνει επίδοση διαφορετικά τότε δεν θα είχε καμιά σημασία η συμπερίληψη του άρθρου 9 για να εξαιρέσει από τις πρόνοιες του άρθρου 7 τον ημεδαπό πολίτη. Είναι πρόδηλο ότι με τη Συνθήκη τα συμβαλλόμενα κράτη ήθελαν με το άρθρο 7 να εξασφαλίσουν ότι η επίδοση στην επικράτεια τους θα γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των προσώπων προς τα οποία θα πραγματοποιείτο η επίδοση. Επέτρεψαν παρέκκλιση για τους πολίτες του άλλου κράτους μέλους για τους οποίους προστασία μπορεί να παράσχει το δικό τους Κράτος. Δηλαδή η Ρωσική Ομοσπονδία προστατεύει τους πολίτες που κατοικούν στην επικράτεια της και απαιτεί όπως η προς αυτούς επίδοση δικαστικών εγγράφων από την Κύπρο γίνεται μέσω της παραγγελλόμενης αρχής, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στη Ρωσική Ομοσπονδία και στην περίπτωση που τα έγγραφα δεν είναι μεταφρασμένα στη ρωσική γλώσσα ή δεν συνοδεύονται από μετάφραση στη ρωσική γλώσσα τότε ο πολίτης που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι υπόχρεος να τα παραλάβει. Του επιδίδονται μόνο αν προθυμοποιηθεί να τα αποδεχτεί. Για την περίπτωση του κύπριου πολίτη που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία επιτρέπεται να γίνει επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 9, πρόδηλα με το σκεπτικό ότι η Κύπρος της οποίας είναι πολίτης είναι σε θέση ή καλύτερη θέση να διαφυλάξει τα δικαιώματα του. Η επίδοση σε μη κύπριο πολίτη που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά παρά μέσω της παραγγελλόμενης αρχής σύμφωνα με το άρθρο 7 της πιο πάνω Συνθήκης. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται από τον τίτλο της αγωγής ότι ο Εναγόμενος 5 διαμένει στη Ρωσία δεν αποκαλύπτεται, ούτε από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, κατά πόσο είναι και ρώσος πολίτης. Όμως, εφόσον η επίδοση δεν έγινε ούτε σύμφωνα με το άρθρο 9 δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ήταν επιτρεπτή από τη Σύμβαση. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά από τους τρόπους που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 9 της Σύμβασης. Η επίδοση προς τον Εναγόμενο 5 δεν ήταν τέτοια και ήταν συνεπώς άκυρη. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται το διάταγμα ημερ. 12.10.2017 με το οποίο διατάχθηκε και επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση της αγωγής και άλλων δικαστικών εγγράφων στους δικηγόρους Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ για τον Εναγόμενο
  8. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 5 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.