← Κύπρος

Duo ν. AFX CAPITAL MARKETS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 121/16, 21/5/2018

Duo ν. AFX CAPITAL MARKETS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 121/16, 21/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 121/16 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την AFX CAPITAL MARKETS LTD, HE 253014 εκ Λεμεσού Μεταξύ: XXXXX Duo, εξ' Ηνωμένου Βασιλείου Αιτητή και

  1. AFX CAPITAL MARKETS LTD (HE 253014), εκ Λεμεσού
  2. XXXXX Persichino, εκ Λεμεσού Καθ' ων η αίτηση Αίτηση υπό XXXXX Duo - αιτητή ημερ. 10/5/2016 για εκκαθάριση εταιρείας κα/ή εξαγορά μετοχών Ημερομηνία: 21 Μαΐου 2018 Για αιτητή: κα Χριστιάνα Αχιλλέως Για - καθ' ων η αίτηση: κος Κωνσταντίνος Θωμά ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, ο αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση 2 να εξαγοράσει το 50/% του μετοχικού κεφαλαίου που ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δικαιούται στην καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία σε τιμή που θα υπολογιστεί από τον αδειούχο ελεγκτή και/ή από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα που θα διοριστεί από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Διαζευκτικά, επιζητείται διάταγμα Δικαστηρίου για την εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  3. Περαιτέρω και διαζευκτικά, ο αιτητής αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται συγκεκριμένο πρόσωπο ως προσωρινός διαχειριστής και παραλήπτης της εταιρείας, το οποίο είναι αδειοδοτημένο να παρέχει υπηρεσίες συμβούλου αφερεγγυότητας σύμφωνα με τον Περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμο του
  4. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 202, 203

(1)(α), 204-208, 209, 211 (στ) και 213 μέχρι 218, 226, 227, 231, 233 και 235 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Θεσμούς 2, 3 και 4 των Περί Εταιρειών Θεσμών, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48 και Δ.64, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στις συμφύεις εξουσίες του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση Σύμφωνα με τα γεγονότα που αναφέρονται στο σώμα της αίτησης, η καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία (στο εξής η εταιρεία), ενεγράφη στις 28/7/2009 σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 με έδρα την Λεμεσό. Πρόκειται για κυπριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Το εγκεκριμένο και εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, είναι σήμερα €1.001.001,00 διαιρεμένο σε 1.001.001 συνήθεις μετοχές εκ €1,00 εκάστη. Ο μοναδικός μέτοχος της σε ποσοστό 100%, είναι η εταιρεία Evripides Ventures Ltd, που είναι δεόντως εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες, (στο εφεξής η Evripides Ventures). Ο αιτητής κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Evripides Ventures καθώς είναι ο εγγεγραμμένος μέτοχος 2,500 συνήθων μετοχών εκ USD 1,00 εκάστη και ως εκ τούτου είναι ένας από τους απόλυτους δικαιούχους (beneficial owner) του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας μέσω της πιο πάνω συμμετοχής του στην Evripides Ventures. Το υπόλοιπο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Evripides Ventures ανήκει στον καθ' ου η αίτηση 2 καθώς είναι ο εγγεγραμμένος μέτοχος 2,500 συνήθων μετοχών εκ USD 1,00 εκάστη και είναι ο άλλος δικαιούχος (beneficial owner) της εταιρείας. Οι διευθυντές της εταιρείας είναι σήμερα οι (α) ο XXXXX Γεωργιάδης (β) XXXXX Δημητρίου (γ) XXXXX Παπαγαπίου (δ) XXXXX Mazzacco και (ε) ο XXXXX Λιανός. Αναφέρεται στα γεγονότα της αίτησης ότι τόσον η Evripides Ventures όσον και η εταιρεία, έχουν ιδρυθεί από τον αιτητή και τον καθ' ου η αίτηση 2 λόγω της επαγγελματικής συνεργασίας και της προσωπικής σχέσης που είχαν από το 2005. Ως εκ τούτου, η εταιρεία είχε ιδρυθεί με χαρακτηριστικά συνεταιρισμού και έντονου προσωπικού χαρακτήρα, με καίρια για την συνέχιση της σχέσης τους στοιχεία, ήτο, την σχέση εμπιστοσύνης, την αξιοπιστία, αλληλοεκτίμηση και την στενή συνεργασία με σκοπό την προαγωγή των συμφερόντων της εταιρείας. Τα πιο πάνω στοιχεία, αποτελούσαν το θεμέλιο της εταιρικής σχέσης των μερών ως μετόχων της Evripides Ventures και ως δικαιούχων μετόχων (beneficial owners) της εταιρείας και ήταν προϋπόθεση για τη συνέχιση της σχέσης αυτής στο μέλλον. Η εταιρεία κατέχει επίσης 159,451 συνήθεις μετοχές εκ 1,00 GBP στο μετοχικό κεφάλαιο της AFX Markets Ltd, εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο (στο εφεξής AFX Markets). Ο αιτητής και ο καθ' ου η αίτηση 2, κατέχουν από μια
(1)συνήθη μετοχή εκ GBP1,00 έκαστος στο μετοχικό κεφάλαιο της AFX Markets. Αναφέρεται στην συνέχεια στα γεγονότα της αίτησης ότι από το 2014 μέχρι σήμερα, οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό για τον αιτητή. Οι διευθυντές της εταιρείας και ο καθ' ου η αίτηση 2 που συμμετέχει στην διοίκηση της εταιρείας ανεπίσημα και καθοδηγεί το Διοικητικό Συμβούλιο, προέβησαν σε σειρά ενεργειών που εκθεμελίωσαν την πιο πάνω σχέση εμπιστοσύνης και καταπίεσαν και εξακολουθούν να καταπιέζουν τα δικαιώματα του αιτητή ως μετόχου της εταιρείας. Στην συνέχεια, παρατίθενται στο σώμα της αίτησης, μια σειρά λόγοι για τους οποίους ο αιτητής ισχυρίζεται την καταπίεση στο πρόσωπο του. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι μειώθηκε αυθαίρετα ο μισθός του ως διευθυντή της AFX Markets, έγινε αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς να έχει ενημερωθεί ή συγκατατεθεί σε αυτό και περαιτέρω. άνοιξαν νέα γραφεία στην Νέα Υόρκη χωρίς ο αιτητής να γνωρίζει οτιδήποτε. Ως αποτέλεσμα, από τον Νοέμβριο του 2015 η εταιρεία λειτουργεί γραφείο στη Νέα Υόρκη χωρίς ο αιτητής να λαμβάνει ενημέρωση, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις περί τούτου, για τις δαπάνες και τα κέρδη που προκύπτουν από τη λειτουργία του εν λόγω γραφείου. Αναφέρεται επίσης ότι άνευ της γνώσεως και συγκατάθεσης του αιτητή, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας προχώρησε στο διορισμό δύο νέων Διευθυντών, κατόπιν συνεννόησης και εν γνώση του καθ' ου η αίτηση
  1. Ο αιτητής παραπονείται επιπλέον ότι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρείας, οι οικονομικές καταστάσεις του παραδίδονταν πάντοτε με καθυστέρηση. Λόγω της πιο πάνω καθυστέρησης, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη που είχε ο αιτητής στον καθ' ου η αίτηση 2 και στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Διόρισε ως εκ τούτου δικό του οικονομικό σύμβουλο για να επιθεωρήσει τις οικονομικές καταστάσεις (Financial Statements) της εταιρείας. Μετά από τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2011, 2012 και 2013, ο οικονομικός του σύμβουλος διαπίστωσε ότι οι καταστάσεις δεν είναι σαφείς και ότι χρήζουν επεξηγήσεων και αιτιολογήσεων σχετικά με πολυάριθμα έξοδα που πληρώθηκαν. Μόλις ο αιτητής έλαβε γνώση για τα πιο πάνω, ζήτησε από τον καθ' ου η αίτηση 2 και τους διευθυντές της εταιρείας να του παράσχουν πλήρη έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες που είχε η εταιρεία τα τελευταία χρόνια και πλήρη ανάλυση για όλα τα έξοδα της εταιρείας και για τους τραπεζικούς της λογαριασμούς. Αναφορικά με τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2014 που του δόθηκαν πολύ καθυστερημένα, ο οικονομικός σύμβουλος του αιτητή, διαπίστωσε μετά από έλεγχο ότι οι δαπάνες και τα έξοδα της εταιρείας είχαν αυξηθεί σε σημαντικό και σε δυσανάλογο ποσοστό σε σύγκριση με τη σχετική αύξηση των εσόδων. Λόγω του ότι οι διευθυντές της εταιρείας και ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν παρείχαν ποτέ στον αιτητή οποιαδήποτε επεξήγηση και αιτιολόγηση για τις πολυάριθμες δαπάνες που έγιναν από την εταιρεία, ο αιτητής στις 8.4.2015 ενημέρωσε τον καθ' ου η αίτηση 2 μέσω των δικηγόρων του, ότι επιθυμούσε να διορίσει την Deloitte Ltd (στο εφεξής αναφερόμενη ως η «Deloitte») για να ετοιμάσει Έκθεση Δικανικής Λογιστικής (forensic report), να ελέγξει τις καταχωρήσεις που έγιναν στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας ως επίσης και για να ετοιμάσει έκθεση για την εκτίμηση της αξίας των μετοχών της εταιρείας. Ακολούθως στις 15.4.2015, ο αιτητής διόρισε την Deloitte για να συγκεντρώσει και να αναλύσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την εταιρεία, να ετοιμάσει χρηματοοικονομική ανάλυση των ιστορικών οικονομικών καταστάσεων μαζί με τα προβλεπόμενα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης των κύριων χρηματοοικονομικών στοιχείων για τον υπολογισμό των σχετικών βασικών δεικτών και τους δείκτες απόδοσης και να προετοιμάσει μια έκθεση αποτίμησης της δίκαιης αξίας των μετοχών της εταιρείας κατά την 31/12/
  2. Στα πλαίσια αυτά, η Deloitte ζήτησε επανειλημμένα από την εταιρεία να της παράσχει μέσω των ελεγκτών της BDO LTD, τις απαραίτητες πληροφορίες και έγγραφα ως επίσης και πρόσβαση στη διαχείριση της εταιρείας για να είναι σε θέση να εκτελέσει τις πιο πάνω υπηρεσίες για τις οποίες διορίστηκε. Μετά από επανειλημμένες εκκλήσεις, οι ελεγκτές της εταιρείας BDO LTD εφοδίασαν την Deloitte με κάποιες από τις αιτούμενες πληροφορίες όμως αυτές επειδή δεν ήταν αρκετές για να είναι σε θέση η Deloitte να εκτελέσει δεόντως τις πιο πάνω εργασίες, ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες και διευκρινίσεις, όμως μέχρι σήμερα οι ελεγκτές της εταιρείας αρνούνται να το πράξουν. Πέραν των πιο πάνω, ο αιτητής ζήτησε από τον καθ' ου η αίτηση 2 τις οικονομικές καταστάσεις που ετοιμάστηκαν από τη Διεύθυνση (management accounts) και τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου του 2015, πλην όμως μέχρι σήμερα δεν του παραδόθηκε οτιδήποτε. Ως αποτέλεσμα, ο αιτητής δεν γνωρίζει την σημερινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας και πως έχουν κατανεμηθεί τα κεφάλαια και τα κέρδη της. Επιπρόσθετα, το Διοικητικό Συμβούλιο και ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν ικανοποίησαν αίτημα του αιτητή με το οποίο τους ζητούσε να τον εγγράψουν ως μέτοχο του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ούτως ώστε να επισημοποιηθεί το ιδιοκτησιακό του καθεστώς . Όλα τα πιο πάνω κατά τον αιτητή, του προκαλούν καταπίεση και συνιστούν άνιση και άδικη μεταχείριση στον ίδιο ως δικαιούχο του 50% στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας μέσω της συμμετοχής του στην Evripides Ventures. Επιπλέον, καθιστούν δίκαιη και εύλογη την εκκαθάριση της εταιρείας και υποδεικνύουν ότι η εταιρεία δεν μπορεί να συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί όπως είναι σήμερα. Αναφέρεται τέλος στο σώμα της αίτησης ότι έχει παραβιασθεί και καταστραφεί η σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του αιτητή και του καθ' ου η αίτηση 2 κατά την σύσταση της εταιρείας και έχει εξαφανισθεί ο λόγος ύπαρξης και λειτουργίας της, ο οποίος αποτελούσε τον βασικό και αποκλειστικό λόγο ίδρυσης της. Επιπρόσθετα, η εταιρεία θα πρέπει να εκκαθαριστεί λόγω του κακού και αναξιόπιστου τρόπου με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση 2 και το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας χειρίζονται τις υποθέσεις της και/ή λόγω του ότι η πιο πάνω συμπεριφορά τους, είναι καταπιεστική ως προς τον αιτητή. Διαζευκτικά, ο αιτητής αιτείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση 2 να αγοράσει το 50% του αιτητή που δικαιούται στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Τα πιο πάνω γεγονότα ως αναφέρονται στο σώμα της αίτησης, υιοθετούνται με ένορκη δήλωση του ιδίου του αιτητή, η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Η ειδοποίηση ένστασης Οι καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 202 και 211(στ) του Κεφ. 113 για να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τα αιτούμενα διατάγματα επειδή δεν είναι μέτοχος μειοψηφίας στην εταιρεία και επιπλέον, ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν αποτελεί μέτοχο πλειοψηφίας. Αναφέρεται περαιτέρω ότι δεν είναι δίκαιη ούτε εύλογη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ειδικά η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Σε αυτή την περίπτωση θα επηρεαστούν δυσμενώς η εταιρεία, ο καθ' ου η αίτηση 2, οι εταιρείες Evripides Ventures και AFX Markets καθώς και τρίτα πρόσωπα, τα οποία συναλλάσσονται με την εταιρεία και δεν έχουν προστεθεί ως διάδικοι στην αίτηση. Επιπρόσθετα, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι από το ίδιο το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την στηρίζει, η διαφορά των αιτητή με τον καθ' ου η αίτηση 2, αφορά πρωτίστως την εταιρεία Evripides Ventures και την μετοχική συμμετοχή τους σε αυτή, και δευτερευόντως την εταιρεία AFX Markets που είναι εγγεγραμμένη στη Μεγάλη Βρετανία. Και οι δύο αυτές εταιρείες δεν έχουν ενωθεί ως διάδικοι στην παρούσα αίτηση. Όπως γίνεται αντιληπτό από τα αιτούμενα διατάγματα και την σχέση των 2 εταιρειών με την καθ' ης η αίτηση 1, τα συμφέροντα τους θα επηρεαστούν άμεσα χωρίς οι ίδιες να έχουν λόγο στην παρούσα διαδικασία. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί εκδικητικά και καταχρηστικά, για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και να προκαλέσει ταλαιπωρία στον καθ' ου η αίτηση
  3. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της XXXXX Mazzacco εκ των διευθυντών της εταιρείας, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρει επιπλέον ότι η εταιρεία δεν ιδρύθηκε στην βάση σχέσης εμπιστοσύνης αλλά με σκοπό το κέρδος. Για το λόγο αυτό, η συμμετοχή στο κεφάλαιο από τον αιτητή και τον καθ' ου η αίτηση, έγινε μέσω της εταιρείας Evripides Ventures. Περαιτέρω, την εταιρεία και τις υποθέσεις της, διοικεί Διοικητικό Συμβούλιο που αποτελείται από τεχνοκράτες και επαγγελματικά στελέχη, εντελώς ανεξάρτητα από τον αιτητή και τον καθ' ου η αίτηση
  4. Το γεγονός ότι αποκλειστικός μέτοχος της εταιρείας είναι η Evripides Ventures, είναι αποτέλεσμα της θέλησης των δύο μετόχων της εταιρείας αυτής να επιλύουν τις οποιεσδήποτε διαφορές τους στα πλαίσια της Evripides Ventures και όχι στα πλαίσια της εταιρείας, λόγω ακριβώς της πολύ ευαίσθητης φύσης των εργασιών της. Η ομνύουσα αρνείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο που καταπιέζουν τον αιτητή. Αντιθέτως, ήταν η θέση της ότι ο αιτητής από τον Αύγουστο του 2013 χωρίς λόγο, διέκοψε κάθε επαφή με την εταιρεία. Έκτοτε, η επικοινωνία μαζί του ήταν προβληματική μέχρι αδύνατη κατά διαστήματα, ενώ ο ίδιος ούτε εμφανιζόταν ούτε επικοινωνούσε με την εταιρεία ούτε ενδιαφερόταν για τις εργασίες της, εκτός σε πολύ λίγες περιπτώσεις. Ο καθ' ου η αίτηση 2 σε αντίθεση με τον αιτητή, εργάζεται για την εταιρεία και συνεργάζεται με τους διευθυντές της για σκοπούς προώθησης των εργασιών και των σκοπών της. Ενδιαφέρεται για την εταιρεία και τις υποθέσεις της, βοηθά, ενημερώνεται πολύ τακτικά για την πορεία των εργασιών, για τα έξοδα και τα έσοδα κτλ. Παρόλα αυτά όπως είναι παραδεκτό και από τον αιτητή, ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν είναι διευθυντής της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν παρευρίσκεται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, ούτε άμεσα ή έμμεσα ελέγχει ή καθοδηγεί τους διευθυντές της ώστε να καταπιέζεται ο αιτητής. Η ενόρκως δηλούσα δέχθηκε ότι μειώθηκε ο μισθός του αιτητή. Ο εν λόγω μισθός του καταβαλλόταν από την AFX Markets παρόλο ότι ουδεμία υπηρεσία ουσιαστικά δεν προσφέρει είτε στην εταιρεία είτε στην AFX Markets. Η απόφαση για μείωση μισθών δεν λήφθηκε από την εταιρεία. Λήφθηκε από την ίδια την AFX Markets στα πλαίσια περικοπών για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και αφορούσε όλους τους διευθυντές της και όχι μόνο τον αιτητή. Ο καθ' ου η αίτηση 2 που είναι διευθυντής της AFX Markets, λαμβάνει τον ίδιο μισθό με αυτόν του αιτητή. Ο αιτητής γνώριζε και γνωρίζει τα πιο πάνω δεδομένα, τα οποία όμως απέκρυψε από το Δικαστήριο για να προκαλέσει εντυπώσεις Η ομνύουσα για σκοπούς σύγκρισης, ανέφερε επί του προκειμένου ότι η ίδια προσωπικά πληρώνεται από την εταιρεία το ποσό των €2.700,00 μηνιαίως, εργάζεται 6 ημέρες την εβδομάδα τουλάχιστον και ταξιδεύει συνεχώς σε Ασία, Ευρώπη, Αμερική και Κύπρο. Διερωτήθηκε γιατί ο αιτητής πρέπει να αισθάνεται καταπιεσμένος για το ύψος του μισθού του αφού όπως ο ίδιος ουσιαστικά παραδέχεται δεν προσφέρει καμιά υπηρεσία στην εταιρεία ή έστω στην AFX Markets. Η ενόρκως δηλούσα ανέφερε επίσης ότι μετά τη μείωση του μισθού του, ο αιτητής ουδέποτε αποτάθηκε είτε στην ίδια είτε σε οποιοδήποτε άλλο διευθυντή της εταιρείας για να διαμαρτυρηθεί ενώ τώρα δηλώνει καταπιεσμένος και ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όσον αφορά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, αυτό ήταν αποτέλεσμα συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του κανονισμού της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία είναι η επιβλέπουσα και αδειοδοτούσα Αρχή για την εταιρεία. Αυτό γιατί η εταιρεία Κυπριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ), η δραστηριότητα της οποίας αδειοδοτείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και υπόκειται σε συνεχείς και αυστηρούς ελέγχους. Για την αναγκαιότητα αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου όπως αναφέρεται πιο πάνω, ενημερώθηκε ο Διευθυντής της Evripides Ventures κ. XXXXX Γεωργιάδης, καθ' ότι μοναδικός εγγεγραμμένος μέτοχος της εταιρείας είναι η Evripides Ventures, ο οποίος συγκατατέθηκε προς τούτο. Ήταν η θέση της ομνύουσας ότι η υποχρέωση των Διευθυντών της εταιρείας για τέτοια θέματα είναι η ενημέρωση του μετόχου της που είναι η Evripides Ventures. Οι 1000 νέες μετοχές που εκδόθηκαν εγγράφηκαν στο όνομα της Evripides Ventures χωρίς να επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα του αιτητή ή του καθ' ου η αίτηση
  5. Η ομνύουσα δέχθηκε ότι η εταιρεία λειτουργεί πράγματι γραφείο στη Νέα Υόρκη από το
  6. Επεσήμανε μάλιστα ότι παρόμοιο γραφείο λειτουργεί και στην Κίνα από το
  7. Ανέφερε ότι η λειτουργία των γραφείων αυτών κρίθηκε απολύτως απαραίτητη για την προώθηση των σκοπών της εταιρείας. Τα γραφεία λειτουργούν κατόπιν σοβαρής μελέτης και απόφασης που έγινε από το Δ.Σ. της εταιρείας και κατόπιν άδειας που λήφθηκε από τις αρμόδιες αρχές, που είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εταιρεία λειτουργεί επίσης γραφεία στην Κύπρο από το 2010, στο Λονδίνο από το 2012 και στο Μιλάνο από το
  8. Η ομνύουσα επανέλαβε ότι για το άνοιγμα των γραφείων τόσο στη Νέα Υόρκη όσο και στην Κίνα, είχαν ληφθεί σχετικές αποφάσεις που βρίσκονται στα πρακτικά του Δ.Σ. της εταιρείας. Κατά την ενόρκως δηλούσα, η άγνοια του γεγονότος ότι η εταιρεία λειτουργεί γραφείο στην Κίνα, δείχνει την παντελή έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος από πλευράς του αιτητή για τις εργασίες της εταιρείας. Όσον αφορά τον διορισμό 3 νέων διευθυντών, αυτός ήταν απόλυτα αναγκαίος για σκοπούς συμμόρφωσης με υποδείξεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, διασποράς της ευθύνης στους ώμους περισσότερων διευθυντικών στελεχών και καλύτερη λειτουργία και έλεγχο της εταιρείας. Ο αιτητής ήταν ενήμερος όπως ο ίδιος παραδέχεται από τον Σεπτέμβριο του 2015 για τον διορισμό ενός τουλάχιστο διευθυντή χωρίς να διαμαρτυρηθεί και χωρίς να ζητήσει εξηγήσεις. Είναι περαιτέρω σημαντικό για την ομνύουσα ότι για το θέμα διορισμού νέων διευθυντών ενημερώθηκε και συγκατατέθηκε η μέτοχος της εταιρείας Evripides Ventures Ήταν η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η εταιρεία αρνήθηκε να του δώσει τους τραπεζικούς της λογαριασμούς, είναι ψευδής. Ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής έχει απευθείας ηλεκτρονική πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, η οποία είναι και σήμερα διαθέσιμη. Αν πραγματικά ενδιαφερόταν να εξασφαλίσει και να μελετήσει το περιεχόμενο των τραπεζικών λογαριασμών θα μπορούσε να το πράξει από μόνος του με ευκολία. Η ομνύουσα επεσύναψε ως τεκμήριο 5, βεβαίωση της Ελληνικής Τράπεζας ημ. 24/06/2016 που καταδεικνύει το γεγονός ότι ο αιτητής και άλλα πρόσωπα, έχουν ηλεκτρονική πρόσβαση στους λογαριασμούς της εταιρείας από τις 15/11/
  9. Από αυτό μόνο το γεγονός, προκύπτει ξεκάθαρα κατά την ομνύουσα ότι ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ενόρκως δηλούσα αρνήθηκε επίσης ότι υπήρξε αίτηση στο Δ.Σ. της εταιρείας για να μεταβιβαστεί το 50% του κεφαλαίου της στον αιτητή. Περαιτέρω επεσήμανε ότι το ζήτημα ως προς το ποιοι θα είναι οι μέτοχοι της εταιρείας θα έπρεπε να συζητηθεί αποκλειστικά μεταξύ των νυν μετόχων της Evripides Ventures που είναι και η μοναδική μέτοχος της εταιρείας. Αφού επέλθει μεταξύ των μετόχων της Evripides Ventures σχετική συμφωνία, στη συνέχεια θα πρέπει να εξασφαλιστεί συγκατάθεση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για οιαδήποτε αλλαγή μετόχων στην εταιρεία όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία και οι κανονισμοί. Το Δ.Σ της εταιρείας δεν θα μπορούσε από μόνο του να προβεί σε αλλαγές όσον αφορά τους μετόχους και το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας χωρίς το θέμα να επιλυθεί μεταξύ των ιδίων των μετόχων, της Evripides Ventures. Τέλος η ομνύουσα 1 επεσήμανε ότι η εταιρεία παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες παγκοσμίως. Εργοδοτεί 50 περίπου εργαζομένους και διαχειρίζεται επενδύσεις περί τα 30 εκατομμύρια ευρώ που προέρχονται από επενδυτές από ολόκληρο τον κόσμο. Η εταιρεία προσφέρει και άλλες υπηρεσίες, όπως portfolio management κτλ. Η φύση των εργασιών που διεξάγει, είναι τέτοια που στηρίζεται απόλυτα πάνω σε ένα αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης που επιβάλλεται να υπάρχει όσο αφορά την διοίκηση της Η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι τα αποτελέσματα τα οποία φαίνονται στους λογαριασμούς της εταιρείας οφείλονται στην σκληρή δουλειά των εργαζομένων της τα τελευταία χρόνια χωρίς καμιά συμμετοχή του αιτητή. Κυρίως είναι το αποτέλεσμα της αυξανόμενης εμπιστοσύνης των επενδυτών προς το Δ.Σ. της εταιρείας. Ως εκ τούτου, ο διορισμός από το Δικαστήριο προσωρινού διαχειριστή και η έκδοση των υπολοίπων αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη για τις εργασίες και την προοπτική της εταιρείας και θα ζημιώσει σημαντικά τα οικονομικά συμφέροντα της σε μια περίοδο που η εταιρεία δραστηριοποιείται σε όλον τον κόσμο, διατηρώντας γραφεία στην Κύπρο, στην Κίνα, στη Νέα Υόρκη, στο Μιλάνο και στο Λονδίνο. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα καταστραφεί πλήρως το απόλυτα αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης που υπάρχει προς την εταιρεία ως Κυπριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, το οποίο κτίστηκε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο οικονομικής κρίσης με πολύ κόπο και προσπάθεια. Ο αιτητής προσπάθησε άδικα κατά την ομνύουσα να πείσει για δήθεν καταπίεση του ώστε να επιτύχει την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων με τα οποία αυτό που κατ' ουσία επιδιώκεται, είναι ο εξαναγκασμός του καθ' ου η αίτηση 2 να εξαγοράσει τις μετοχές του αιτητή στην Evripides Ventures. Τέλος, η ομνύουσα ανέφερε ότι το Δ.Σ. της εταιρείας αποτελείται από 5 επαγγελματίες Διοικητικούς Συμβούλους. Η όλη δραστηριότητα της εταιρείας βρίσκεται κάτω από αυστηρό έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Σε αντίθεση με τη θέση του αιτητή ότι περίπου οι Διευθυντές της εταιρείας έχουν μετατραπεί σε υποχείρια του καθ' ου η αίτηση 2 και συνωμοτούν μαζί του για να καταπιέσουν τα δικαιώματα του. Η ομνύουσα διαβεβαίωσε ότι κανένας από τους Διευθυντές της εταιρείας δεν πρόκειται να θέσει σε κίνδυνο την εργασία του, το όνομα του και δη θα διακινδυνέψει να καταλήξει στη φυλακή, συνωμοτώντας και παίρνοντας το μέρος είτε του ενός είτε του άλλου μετόχου της Evripides Ventures, στις όποιες διαφορές υφίστανται μεταξύ τους. Αγορεύσεις Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη με αγορεύσεις των μερών αφού καμία πλευρά δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Εξ' άλλου όπως έχει νομολογηθεί, εταιρικές αιτήσεις όπως είναι η παρούσα, εκδικάζονται χωρίς προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας αλλά στην βάση των ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα βέβαια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετική είναι η υπόθεση Κασπαρής
(2013)1 (Γ) Α.Α.Δ 2476 όπου λέχθηκε ότι εταιρικές αιτήσεις όπως π.χ. η αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας, εκδικάζονται κατά κανόνα στην βάση των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως αυτά πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Η αγόρευση της συνηγόρου για τον αιτητή Η συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων της υπόθεσης όπως προκύπτει από τα γεγονότα που εκτίθενται στην αίτηση, δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος. Επανέλαβε δε την εκδοχή του αιτητή ως προς την συμπεριφορά των διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αλλά και του ιδίου του καθ' ου η αίτηση 2, η οποία κατά την άποψη του συνιστά καταπίεση που κατέστρεψε την σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του αιτητή και του καθ' ου η αίτηση 2 κατά την σύσταση της εταιρείας. Ειδικότερα στο ζήτημα της αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας, ο συνήγορος απάντησε στις θέσεις που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι δεν έχει υποστεί ζημιά και ότι η αύξηση ήταν απαραίτητη για σκοπούς συμμόρφωσης της εταιρείας με τις πρόνοιες του κανονισμού ή τις υποδείξεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου θα έπρεπε να αποφασιστεί με ψήφισμα. Ο αιτητής θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να είχε ενημερωθεί προς τούτο καθότι αποτελεί τον έμμεσο μέτοχο και κατά 50% δικαιούχο των μετοχών της εταιρείας. Ο αιτητής δεν ισχυρίζεται κατά την συνήγορο ότι έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την αύξηση του κεφαλαίου. Υποστηρίζει όμως ότι οι Διευθυντές της εταιρείας και ο καθ' ου η αίτηση 2 έχουν αποκλείσει τον αιτητή από τη διοίκηση, πορεία και επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας. Ο αιτητής δεν γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να του είχαν γνωστοποιηθεί στα πλαίσια της συνεργασίας και συνεννόησης μεταξύ του ιδίου και του καθ' ου η αίτηση 2. Το γεγονός της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου σαφώς και αποτελεί γεγονός το οποίο θα έπρεπε να του είχε γνωστοποιηθεί. Η ισχυριζόμενη ενημέρωση του διευθυντή της Evripides Ventures, παρέμεινε αόριστη και γενική αφού κανένα τεκμήριο δεν έχει επισυναφθεί που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Το ίδιο συμβαίνει κατά την συνήγορο και για την απόφαση να λειτουργήσει γραφείο η εταιρεία στην Νέα Υόρκη. Η απόφαση αυτή λήφθηκε από τον καθ' ου η αίτηση 2 χωρίς να έχει εκδοθεί οποιοδήποτε ψήφισμα της εταιρείας και χωρίς να έχει ενημερωθεί σχετικά ο αιτητής. Η συνήγορος ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι από τον Νοέμβριο του 2015, η εταιρεία λειτουργεί γραφείο στη Νέα Υόρκη χωρίς ο αιτητής να λαμβάνει οποιαδήποτε ενημέρωση για τις δαπάνες και τα κέρδη που προκύπτουν από τη λειτουργία του εν λόγω γραφείου. Η συνήγορος απέρριψε τον ισχυρισμό της ένορκης δήλωσης της ένστασης για παντελή έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος για τις εργασίες της εταιρείας από πλευράς αιτητή. Ισχυρίστηκε αντίθετα ότι ο αιτητής προσπάθησε αρκετές φορές να ενημερωθεί για την πορεία της εταιρείας τόσο από το Διοικητικό Συμβούλιο της όσο και από τον καθ' ου η αίτηση 2, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η συνήγορος έκαμε επίσης αναφορά στην καθυστέρηση και σε μερικές περιπτώσει άρνηση του καθ' ου η αίτηση 2 να παραδίδει οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας στον αιτητή. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην άρνηση να ικανοποιηθεί το αίτημα του αιτητή να του μεταβιβαστεί το 50% των μετοχών της αιτητρίας στο όνομα του. Η συμπεριφορά αυτή καταδεικνύει κατά την συνήγορο, την πρόθεση του καθ' ου η αίτηση 2 να καταπιέζει τον αιτητή και να εκμεταλλεύεται το όποιο παραθυράκι υπάρχει στο Νόμο, προκειμένου να εμποδίζει τον έμμεσο μέτοχο και τελικό δικαιούχο (beneficial owner) του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας να διεκδικήσει το λαβείν του. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής δεν ζήτησε οτιδήποτε το οποίο δεν δικαιούται. Ζήτησε να αναγνωριστεί επισήμως το ιδιοκτησιακό του καθεστώς στην εταιρεία. Αλλά, ο καθ' ου η αίτηση 2 μέσω του ελέγχου που ασκεί τόσο στην Evripides Ventures όσο και στην εταιρεία δεν το επιτρέπει. Όλα τα πιο πάνω, έμειναν αναντίλεκτα κατά την συνήγορο ενώπιον του Δικαστηρίου αφού δεν υπήρξε αίτημα αντεξέτασης του αιτητή εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Βέβαια, η συνήγορος δέχθηκε ότι σύμφωνα με την νομολογία, το γεγονός μη καταχώρησης αίτησης για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα δεν αναγκάζει το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία του (βλ. Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624), αλλά παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως στοιχείο που δείχνει ότι, κατά πρώτον, η εκδοχή της άλλης πλευράς είναι αναντίλεκτη και, κατά δεύτερον, ως αποδοχή των ουσιωδών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε (Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαΐδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη ένορκη δήλωση του αιτητή, τόσον το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας όσο και ο καθ' ου η αίτηση 2, απέκλεισαν τον αιτητή από την διαχείριση, λειτουργεία και πορεία της εταιρείας άνευ οποιουδήποτε λόγου, έπληξαν δυσμενώς και ανεπανόρθωτα τα οικονομικά και ιδιοκτησιακά του συμφέροντα και καταχράστηκαν τη θέση τους και την περιουσία της εταιρείας, προβαίνοντας σε αλόγιστα και αδικαιολόγητα έξοδα, τα οποία φαίνονται ξεκάθαρα στις οικονομικές καταστάσεις ως τεκμήρια 9 & 12 στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Η συνήγορος ισχυρίστηκε επίσης ότι η πιο πάνω συμπεριφορά η οποία ήταν παρατεταμένη για αρκετό διάστημα, καθιστά την διαγωγή του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και του καθ' ου η αίτηση 2, αδιαμφισβήτητα καταπιεστική, άδικη και άνιση έναντι του αιτητή. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στο έννομο συμφέρον και την νομιμοποίηση (locus standi) του αιτητή να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι εκτός από τους εγγεγραμμένους μετόχους και οι τελικοί δικαιούχοι (beneficial owner) επί των μετοχών νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν αίτημα εκκαθάρισης εταιρείας για καταπίεση μειοψηφίας. Είναι παραδεκτό ότι ο αιτητής είναι έμμεσος μέτοχος με την έννοια του τελικού δικαιούχου αφού κατέχει το 50% των μετοχών της Evripides Ventures που είναι και ο μοναδικός μέτοχος της σε ποσοστό 100% της εταιρείας. Το γεγονός ότι ο αιτητής δεν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της εταιρείας, αλλά τελικός δικαιούχος δεν μπορεί κατά την συνήγορο από μόνο του να τον εμποδίσει να εγείρει δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων με σκοπό την διαφύλαξη των δικαιωμάτων του. Η συνήγορος παρέπεμψε σε αγγλική νομολογία στην οποία δόθηκε δικαίωμα αντιπροσωπευτικής αγωγής (derivative action), σε έμμεσο μέτοχο μειοψηφίας εναντίον του έμμεσου μετόχου πλειοψηφίας. Ισχυρίστηκε δε ότι οι ίδιες νομικές αρχές εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπως η παρούσα για εξαγορά μετοχών ή διαζευκτικά, εκκαθάριση της εταιρείας. Σχετίζονται άλλωστε και οι δύο διαδικασίες με την καταπίεση της μειοψηφίας από την πλειοψηφία των μετόχων. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση κατά την συνήγορο θα συνεπαγόταν την αποστέρηση των δικαιωμάτων των έμμεσων μετόχων της μειοψηφίας και τελικών δικαιούχων. Ένας έμμεσος μέτοχος της πλειοψηφίας οποιασδήποτε εταιρείας θα μπορούσε να λειτουργεί αυθαίρετα, αντικανονικά και παράνομα, εκμεταλλευόμενος την νομική αδυναμία του έμμεσου μετόχου της μειοψηφίας να κινηθεί εναντίον του. Η συνήγορος υποστήριξε ότι η νέα τάξη πραγμάτων και η σύγχρονη δομή και διάρθρωση των εταιρειών, επιβάλλει τον εκσυγχρονισμό του Νόμου σε αυτήν την κατεύθυνση. Μέχρι όμως να καταστεί εφικτή η τροποποίηση του Κεφ.113 επί του πιο πάνω σημείου, θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο με επίκληση των αρχών της επιείκειας να ερμηνεύσει το Κεφ.113 κατά τέτοιο τρόπο, επιτρέποντας στον αιτητή το αναγκαίο "locus standi" στην υπό κρίση αίτηση. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι θα ήταν άδικο να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο μία αυστηρή ερμηνεία και εφαρμογή του Κεφ. 113, έτσι ώστε να εμποδιστεί ο κατά κοινή παραδοχή έμμεσος μέτοχος και δικαιούχος του 50% των μετοχών της εταιρείας να διεκδικήσει τα δικαιώματα του μόνο και μόνο επειδή δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στο άρθρο 202 του Κεφ. 113 που παρέχει μια εναλλακτική θεραπεία από την εκκαθάριση στις περιπτώσεις καταπίεσης μειοψηφίας. Αυτή η θεραπεία παρέχει την δυνατότητα είτε την αγορά των μετοχών της μειοψηφίας από την πλειοψηφία είτε την ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας. Το Δικαστήριο δύναται κατά την συνήγορο να προβεί σε έκδοση διατάγματος αγοράς των μετοχών της μειοψηφίας από την πλειοψηφία ή ρύθμισης της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί πως οι υποθέσεις της εταιρείας, διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό προς την μειοψηφία και ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα ήταν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις, αλλά ένα τέτοιο διάταγμα θα επηρέαζε την μειοψηφία δυσμενώς. Η συνήγορος παρέπεμψε σε κυπριακή νομολογία σύμφωνα με την οποία η θεραπεία για εκκαθάριση εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(στ) του Κεφ. 113, αποτελεί εναλλακτική και ξεχωριστή θεραπεία, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 202 θα πρέπει να καταλήξει κατά πόσον τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης θα δικαιολογούσαν την εκκαθάριση της εν λόγω εταιρείας. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ως δίκαιη και εύλογη θεραπεία. Ανέφερε ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της ένστασης που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό ότι από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος θα επηρεαστεί δυσμενώς η εταιρεία, η Evripides Ventures, η AFX Capital και τα τρίτα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται η εταιρεία. Περαιτέρω, εξαιτίας της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση 2, προκλήθηκε ρήξη στις διαπροσωπικές σχέσεις του με τον αιτητή και η εμπιστοσύνη, η αξιοπιστία, η αλληλοεκτίμηση και η στενή συνεργασία που υφίστατο μεταξύ τους χάθηκε, με αποτέλεσμα να γκρεμιστεί το θεμέλιο επί του οποίου δημιουργήθηκε η εταιρική τους σχέση ως μέτοχοι στην Evripides Ventures και ως τελικοί δικαιούχοι (beneficial owners) της εταιρείας. Επιπλέον, ο αιτητής έχει απωλέσει την εμπιστοσύνη του και έναντι των διευθυντών της εταιρείας, γεγονός το οποίο εμπίπτει σε μία από τις αναγνωρισμένες από την νομολογία κατηγορίες καταπίεσης των μειοψηφούντων μετόχων. Η συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν υπό τις περιστάσεις επιζήμια η έκδοση διατάγματος για την εκκαθάριση της εταιρείας, δύναται να διατάξει την εξαγορά των μετοχών του αιτητή από τον καθ' ου η αίτηση
  1. Στην συνέχεια, η συνήγορος με εκτενή παραπομπή σε νομολογία, ανάλυσε την έννοια του όρου «καταπίεση μειοψηφίας» που αποτελεί προϋπόθεση για την έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ισχυρίστηκε ότι ο αποκλεισμός της μειοψηφίας από τη διαχείριση της εταιρείας, σε συνάρτηση με πράξεις αυθαιρεσίας και οικειοποίησης του ενεργητικού της εταιρείας από την πλειοψηφία, συνιστά κατά την νομολογία το υπόβαθρο αίτησης όπως η παρούσα. Η συνήγορος απέρριψε την θέση της ένστασης ότι δεν έχουν συνενωθεί στην παρούσα, όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Είναι η θέση της ότι στην υπό κρίση αίτηση, έχουν συνενωθεί μόνο όσοι ήταν είναι αναγκαίοι διάδικοι. Ο αιτητής ήγειρε την παρούσα εναντίον της εταιρείας, για την οποία θα εκδοθεί διάταγμα εξαγοράς μετοχών ή εκκαθάρισης, ως τα αιτητικά της αίτησης και εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος ενδεχομένως να διαταχθεί από το Δικαστήριο να αγοράσει τις μετοχές του αιτητή. Κανένα άλλο πρόσωπο κατά την συνήγορο δεν ήταν αναγκαίο να συνενωθεί ως διάδικος. Εν προκειμένω, ο ισχυρισμός ότι θα έπρεπε να είχαν συνενωθεί ως διάδικοι η Evripides Ventures και η AFX Markets στερούνται νομικού ερείσματος. Αφενός οι μέτοχοι της Evripides Ventures που επηρεάζονται έχουν συνενωθεί στην παρούσα διαδικασία και αφετέρου η AFX Markets, αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας. Η συνήγορος απέρριψε επίσης την θέση περί κατάχρησης της διαδικασίας από τον αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειες, παραλείψεις και συμπεριφορά του Διοικητικού Συμβουλίου και του καθ' ου η αίτηση 2 που προκάλεσαν καταπίεση στον αιτητή. Ο αιτητής δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καταχωρήσει την παρούσα με μόνο γνώμονα τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίψει την αίτηση ή να την αναστείλει για αυτό τον λόγο. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε σύμφωνα με την συνήγορο με παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτητή να διεκδικήσει και προστατεύσει τα δικαιώματά του. Η αγόρευση της συνηγόρου για τους καθ' ων η αίτηση Ο συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση του, υιοθέτησε όλους του λόγους ένστασης όπως αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης. Στην συνέχεια αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, παρέπεμψε στις σχετικές διατάξεις του Κεφ. 113, ισχυριζόμενος ότι δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις για έγκριση των υπό κρίση αιτημάτων. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα άρθρα 202 και 211(στ) του Κεφ. 13 και σε σχετική νομολογία που τα ερμηνεύει. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι απαραίτητη προϋπόθεση για εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, είναι ο αιτητής να ανήκει στην μειοψηφία των μετόχων της εταιρείας. Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής δεν είναι μέτοχος στην εταιρεία. Επίσης, δεν αποτελεί ούτε την μειοψηφία των μετόχων στην εταιρεία Evripides Ventures αφού κατέχει το 50% των μετοχών της. Επιπρόσθετα, οι ισχυρισμοί του αιτητή για καταπίεση δεν αφορούν τα δικαιώματα του ως μέλος της εταιρείας αλλά ως μέτοχος άλλων εταιρειών, συνδεδεμένων με την εταιρεία. Αλλά και επί της ουσίας, ο αιτητής δεν απέδειξε κατά τον συνήγορο, ότι υπήρξε καταπίεση και προσωπικός επηρεασμός σε βάρος των συμφερόντων του. Ούτε έδωσε στοιχεία και λεπτομέρειες για τα πρόσωπα που κατ' ισχυρισμό τον καταπιέζουν. Στο σημείο αυτό υπήρξε αντιφατικός, αναφέροντας ότι η καταπίεση προέρχεται αρχικά από τον καθ' ου η αίτηση
  2. Για να αλλάξει στην συνέχεια την θέση του ισχυριζόμενος ότι η καταπίεση προέρχεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και τους διευθυντές της, οι οποίοι ελέγχονται από τον καθ' ου η αίτηση
  3. Στην συνέχεια, ο συνήγορος επανέλαβε όλους τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης με τους οποίους δίδονται απαντήσεις στις θέσεις του αιτητή για καταπίεση ειδικότερα όσον αφορά την μείωση του μισθού του αλλά και την ενημέρωση του για τις εργασίες της εταιρείας. Ακολούθως ισχυρίστηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 211(στ) για εκκαθάριση της εταιρείας με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Επανέλαβε την θέση ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά μια μικρή εταιρεία που λειτουργεί ως συνεταιρισμός. Αντιθέτως, η εταιρεία συστάθηκε με αποκλειστικό σκοπό και επιδίωξη το κέρδος. Η δημιουργία της εταιρείας, ουδόλως στηρίχθηκε στην προσωπική σχέση του αιτητή και του καθ' ου η αίτηση 1 και ως εκ τούτου δεν προσομοιάζει με συνεταιρισμό. Η αιτήτρια κατά τον συνήγορο, εξακολουθεί να διεξάγει κανονικά τις εργασίες της με επιτυχία. Διαχειρίζεται επενδύσεις 30 περίπου εκατομμυρίων ευρώ που προέρχονται από επενδυτές από ολόκληρο τον κόσμο και λειτουργεί γραφεία σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Νέας Υόρκης και Κίνας. Ως εκ τούτου δεν είναι η περίπτωση όπου υπάρχει αδιέξοδο στην διεξαγωγή των εργασιών και υποθέσεων μιας εταιρείας ώστε να είναι επιβεβλημένη ή έστω δικαιολογημένη ή δίκαιη, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της ένστασης, ο αιτητής δεν αποκλείστηκε από οποιαδήποτε συμμετοχή στην εταιρεία. Αντιθέτως, εξακολουθεί να έχει ηλεκτρονική πρόσβαση στους λογαριασμούς της. Εξακολουθεί επίσης να λαμβάνει κανονικά το μέρισμα του, μέσω της εταιρείας Evripides Ventures και δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου. Επιπλέον, είναι παραδεκτό ότι του παραδόθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για τα έτη 2011,2012,2013 και
  4. Επίσης δόθηκαν στον ίδιο και στους αντιπροσώπους του, διάφορα άλλα έγγραφα σχετικά με τον καθορισμό της αξίας των μετοχών της εταιρείας. Αν η οικονομική κατάσταση για το έτος 2014 παραδόθηκε στον αιτητή με τρεις μήνες καθυστέρηση, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, αυτό δεν μπορεί κατά τον συνήγορο να αποτελέσει λόγο για να τεθεί υπό εκκαθάριση μια κερδοφόρα εταιρεία με πολύ μεγάλο κύκλο εργασιών και με παρουσία σε τόσο μεγάλες αγορές. Ως εκ τούτου δεν είναι κατά τον συνήγορο σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να τεθεί υπό εκκαθάριση η εταιρεία. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε άδικα την εταιρεία και κατ' επέκταση τον αιτητή και τον καθ' ου η αίτηση
  5. Αυτό γιατί πρόκειται για μια κερδοφόρα εταιρεία που διεξάγει τις εργασίες της ομαλά και νόμιμα. Επίσης, ο αιτητής δεν έχει υποδείξει πώς από την εκκαθάριση της εταιρείας θα προκύψει οποιοδήποτε πλεονέκτημα για αυτόν. Άλλα ούτε και το εναλλακτικό αίτημα για εξαγορά των μετοχών, μπορεί κατά τον συνήγορο επί της ουσίας να ικανοποιηθεί. Πέραν των διαδικαστικών ενστάσεων ο συνήγορος υπέβαλε με παραπομπή σε νομολογία ότι για να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα θα έπρεπε να υπάρχει μαρτυρία ως προς την αξία των μετοχών. Ο καθορισμός της αξίας των μετοχών της εταιρείας δεν μπορεί να γίνει κατά τον συνήγορο μετά την έκδοση της απόφασης αλλά θα έπρεπε να βρισκόταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία ώστε να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Είναι ακόμα η θέση του συνηγόρου ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, προέκυψε εξαιτίας της συμπεριφοράς του αιτητή, ο οποίος από τον Αύγουστο του 2013 χωρίς λόγο διέκοψε κάθε επαφή με την εταιρεία με αποτέλεσμα έκτοτε η επικοινωνία μαζί του να είναι προβληματική μέχρι αδύνατη ενώ ο ίδιος ούτε ενδιαφερόταν για τις εργασίες της, εκτός σε πολύ λίγες και συγκεκριμένες περιπτώσεις. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής που ζητεί επιείκεια στηριζόμενος στο άρθρο 211(στ), πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αν η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ του και των άλλων μερών φαίνεται να έχει προκύψει εξ' αιτίας της δικής του κακής συμπεριφοράς τότε δεν μπορεί να εμμένει στην εκκαθάριση της εταιρείας αν οι άλλοι μέτοχοι θέλουν να συνεχίσουν την λειτουργία της. Ακολούθως, ο συνήγορος επανέλαβε την θέση του ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να επικαλείται καταπίεση μειοψηφίας στην παρούσα αφού δεν είναι μέτοχος της εταιρείας. Ούτε είναι μειοψηφών μέτοχος στην Evripides Ventures, η οποία κατέχει τις μετοχές της εταιρείας. Ένα άλλο ζήτημα που έθεσε ο συνήγορος, είναι αυτό της συμπερίληψης όλων των αναγκαίων διαδίκων στην αίτηση. Με παραπομπή σε νομολογία, ανέφερε ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αρθρώσουν τον δικό τους λόγο επί θεμάτων που αφορούν και θίγουν άμεσα τα οικονομικά τους συμφέροντα καθώς και την εν γένει συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Το Δικαστήριο κατά τον συνήγορο δεν έχει δικαιοδοσία να παρακάμψει την εταιρεία Evripides Ventures Ltd, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και ιδιαίτερα να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση 2 να αγοράσει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας από την στιγμή που μοναδικός μέτοχος της είναι η Evripides Ventures Ltd. Περαιτέρω, πλείστοι από τους ισχυρισμούς του αιτητή περί καταπίεσης αφορούν τον τρόπο διεξαγωγής των υποθέσεων των εταιρειών Evripides Ventures και AFX Markets, οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην υπό εξέταση αίτηση. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει άμεσα τις εν λόγω εταιρείες, οι οποίες συνδέονται με την εταιρεία αφού η Evripides Ventures είναι ο μοναδικός μέτοχος της εταιρεία η οποία είναι περαιτέρω η κύρια μέτοχος της AFX Markets. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα υποσκάψει την πορεία της εταιρείας και θα καταστρέψει πλήρως το απόλυτα αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης που υπάρχει προς την εταιρεία ως Κυπριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και το οποίο κτίστηκε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο με πολύ κόπο και προσπάθεια. Περαιτέρω, ο αιτητής όχι μόνο δεν θα αποκτήσει κάποιο πλεονέκτημα αλλά θα επηρεαστούν αρνητικά και τα δικά του οικονομικά του συμφέροντα. Ο αιτητής παρότι γνωρίζει ότι η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης θα επηρεάσει αρνητικά εκτός από τα συμφέροντα της εταιρείας και τα δικά του οικονομικά συμφέροντα, εντούτοις προωθεί κατά τον συνήγορο την παρούσα αίτηση για αλλότριους σκοπούς, ήτοι με σκοπό ην άσκηση πίεσης στον καθ' ου η αίτηση 2, προκειμένου να αγοράσει το 50% των μετοχών του στην εταιρεία Evripides Ventures. Νομική πτυχή Η γενική αρχή είναι ότι Δικαστήριο αρνείται να ικανοποιήσει αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων που αισθάνονται δυσαρεστημένοι με την διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το Διοικητικό Συμβούλιο και αποφεύγει να επεμβαίνει στην διεύθυνση της εταιρείας και να ασχολείται με τα εσωτερικά της ζητήματα. Πρόκειται για δόγμα του κοινοδικαίου που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461 (βλ. Palmer's Company Law 24th ed. 1987, p.978 par.65-03). Όμως όπως κάθε κανόνας, έτσι και αυτός υπόκειται σε εξαιρέσεις. Αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα Palmer's Company Law στην παράγραφο 65-04 ότι επιτρέπεται τέτοια επέμβαση, ύστερα από αίτημα μειοψηφούντων μετόχων όταν μια πράξη της εταιρείας:
  6. Είναι παράνομη ή έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires).
  7. Συνιστά δόλο (fraud) εναντίον της μειοψηφίας, οι δε αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας.
  8. Μπορεί να τελεσθεί ή επικυρωθεί, νόμιμα από ειδικό ψήφισμα που απαιτεί ειδική πλειοψηφία,
  9. Παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου ή μετόχων. Το άρθρο 211(στ), στο οποίο στηρίζεται μεταξύ άλλων η παρούσα αίτηση, αναφέρει τα ακόλουθα: «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν: (α) ............................................................................................ (β) ............................................................................................ (γ) ............................................................................................ (δ) ............................................................................................ (ε) ............................................................................................ (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία»· (ζ) ............................................................................................ Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι μειοψηφών μέτοχος που υποστηρίζει ότι καταπιέζεται από την πλειοψηφία, έχει εκ του Νόμου την δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την εκκαθάριση εταιρείας, επικαλούμενος την πιο πάνω διάταξη. Το τι αποτελεί "δίκαιο" έχει ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων αλλά και σε διάφορα αγγλικά συγγράμματα που πραγματεύονται τον Αγγλικό Companies Act του 1948, οι σχετικές πρόνοιες του οποίου ταυτίζονται με αυτές του δικού μας Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  10. Σχετική με εκκαθάριση εταιρείας δυνάμει των πιο πάνω λόγων, είναι η αγγλική υπόθεση Ebrahimi v. Westbourne Galleries Ltd [1972] 2 All E.R.
  11. Η εν λόγω απόφαση επικεντρώθηκε μεταξύ άλλων, στις αρχές βάσει των οποίων μπορεί να διαταχθεί η εκκαθάριση εταιρείας που εδράζεται σε συνεταιρική βάση. Λέχθηκε ότι η πτώση του συνεταιρικού βάθρου μεταξύ των εταίρων, παρέχει εφόσον κρίνεται δίκαιο και εύλογο, έρεισμα για τη εκκαθάριση της εταιρείας. Όπως υποδείχτηκε στην εν λόγω απόφαση, ο όρος 'equitable' εισάγει τις αρχές της επιείκειας και συναρτά την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το καταστατικό της εταιρείας με το επίπεδο εκείνης της συμπεριφοράς που πρέπει να χαρακτηρίζει την καλόπιστη άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων σε συνεταιριστική βάση. Επειδή όμως η εκκαθάριση της εταιρείας πιθανόν να προκαλέσει σημαντική ζημιά στα συμφέροντα της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο Περί Εταιρειών Νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 202, μια άλλη εναλλακτική θεραπεία ως διαζευκτική της εκκαθάρισης (βλ. μεταξύ άλλων 'Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο' του Γιώργου Κακογιάννη, σελ. 141-142). Σχετικές είναι δύο οι πρώτες παράγραφοι του άρθρου 202 του Κεφ. 113, που έχουν ως εξής: 202.-
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη- (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά. Το άρθρο 202 του Κεφ.113, εκτός από κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές, αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του αγγλικού Company's Act 1948. Ως εκ τούτου, η αγγλική νομολογία είναι καθοδηγητική επί του θέματος όπως και διάφορα αγγλικά συγγράμματα που ερμηνεύουν τις σχετικές διατάξεις του παλαιού αγγλικού Company's Act του 1948. Στην κυπριακή υπόθεση Pelmako Development Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ 1369, λέχθηκε ότι από μελέτη των προνοιών του άρθρου 202 του Κεφ.113, προκύπτει ότι η προβλεπόμενη, εναλλακτική της εκκαθάρισης θεραπεία, παρέχεται εφόσον συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις, οι οποίες ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας: (α) Ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του Κεφ.113, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση. Έρευνα της νομολογίας καταδεικνύει ότι πλείστες υποθέσεις αφορούν αιτήματα μετόχων μειοψηφίας εναντίον της πλειοψηφίας που σχετίζονται με τη δυνατότητα ελέγχου ή την κατοχή άμεσα ή έμμεσα της πλειοψηφίας των μετοχών της εταιρείας. Στην πορεία όμως εξέλιξης του δικαίου, αναγνωρίστηκε η δυνατότητα ύπαρξης περαιτέρω περιπτώσεων εξαίρεσης στον πιο πάνω κανόνα. Τέτοια περίπτωση υποδείχτηκε να είναι όταν οι μετοχές του αιτητή ανέρχονται στο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, δηλαδή είναι μετοχικά ισότιμος με τους κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντες. Λέχθηκε ότι παρόλο που ο αιτητής δεν θεωρείται μέτοχος μειοψηφίας, εντούτοις ο έλεγχος της εταιρείας και η ενεργοποίηση του εταιρικού μηχανισμού εκ μέρους του, είναι εξίσου αδύνατη. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Πιριλλής κα v. Κουή
(2004)1Α Α.Α.Δ. 136, η οποία αφορούσε παράγωγη αγωγή. Όμως οι αρχές που καθιέρωσε, εφαρμόζονται αναλογικά και σε αιτήσεις καταπίεσης μειοψηφίας όπως η παρούσα. Στην εν λόγω υπόθεση, το Εφετείο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Οι περισσότερες υποθέσεις σχετίζονται με τη δυνατότητα ελέγχου ή την κατοχή άμεσα ή έμμεσα της πλειοψηφίας των μετοχών, αλλά μέσα από τις αποφάσεις θεωρείται ολοένα και πιο πολύ αποδεκτό ότι θα ήταν δίκαιο να επιτρέπεται η παράγωγη αγωγή και σε άλλες περιπτώσεις, όπου το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης το καθιστά επάναγκες, ακόμη και όπου οι αδικοπραγήσαντες διοικητικοί σύμβουλοι κατέχουν λιγότερο από το ήμισυ των μετοχών. Στον Palmer's 20ή Έκδ. Σελ. 502, αναγνωρίζεται η δυνατότητα ύπαρξης περιπτώσεων όπου αν και η αδικοπραξία μπορεί να μην θεωρείται δόλος ή να ενεργοποιείται η νομοθετικά κατοχυρωμένη προστασία της μειονότητας, εν τούτοις το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί και περαιτέρω εξαιρέσεις του κανόνα στην Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461, όπως λέχθηκε και από τον Jessel M.R. στην Russel v. Wakefield Waterworks Co. [1875] L.R.20 Eq. 474. Στην Καναδική υπόθεση Glass v. Atkin [1967] 65 D.R.L. 2d 501, θεωρήθηκε ότι σε μια εταιρεία που τα μετοχικά συμφέροντα ήσαν ίσα κατά 50% σε κάθε κατηγορία μετόχων, οι ενάγοντες οι οποίοι κατείχαν το 50% μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή διότι ο εναγόμενος και η σύζυγος του, που μαζί κατείχαν το άλλο 50% μπορούσαν αποτελεσματικά να εμποδίσουν τη γενική συνέλευση από του να περάσει ψήφισμα προς έγερση αγωγής» Στην εν λόγω απόφαση Πιριλλής κα v. Κουή λέχθηκε περαιτέρω ότι όταν η υπόθεση αφορά καταπίεση μειοψηφίας ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 202 και 211(στ) του Κεφ.113 ως είναι η προκειμένη περίπτωση, το ορθό δικονομικό μέτρο είναι η καταχώρηση αίτησης. Τέτοια αίτηση πρέπει να είναι εταιρικής μορφής (petition), να γίνεται δια κλήσεως και γενικότερα να περιέχει τα χαρακτηριστικά εκείνα που κρίνονται αναγκαία από τους συναφείς Περί Εταιρειών Κανονισμούς. Επιπλέον στην υπόθεση Pelmako Development Ltd (ανωτέρω), λέχθηκε ότι όταν διεκδικείται θεραπεία διαζευκτική της αναγκαστικής εκκαθάρισης δυνάμει των προνοιών του άρθρου 202 του Κεφ.113, θα πρέπει αυτό το αίτημα να εξειδικεύεται στην αίτηση μέσα από συγκεκριμένη και σαφή διατύπωση. Το εν λόγω καθήκον επιβάλλεται ώστε η άλλη πλευρά να γνωρίζει, τι βασικά επιδιώκει ο αιτητής δεδομένου ότι η θεραπεία του άρθρου 202 του Κεφ.113 είναι διαφορετική από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης (βλ. επίσης το σύγγραμμα 'Η εκκαθάριση εταιρειών' του Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή, 2η έκδοση, σελ. 57-60). Παρόλα αυτά, είναι σαφές ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει στις υποθέσεις της εταιρείας στη βάση των πιο πάνω διατάξεων δεν είναι απεριόριστη. Οι πρόνοιες των άρθρων 211(στ) και 202 του Κεφ.113 επιτρέπουν το δικαστικό έλεγχο του τρόπου άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων της πλειοψηφίας υπό το πρίσμα των αρχών της επιείκειας. Όμως η δικαστική παρέμβαση στις υποθέσεις μιας εταιρείας, επιτρέπεται μόνον όταν αποδειχθεί πως τα δικαιώματα της πλειοψηφίας, ασκούνται με τρόπο που οδηγεί σε καταπίεση και αδικία εις βάρος της μειοψηφίας (βλ. Palmer's Company Law
(1982)p.787 par.60-03 υπό τον τίτλο "Scope of the section"). Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι σύμφωνα με την διατύπωση του άρθρου 202, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι το παράπονο του αιτητή δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Συγκεκριμένα η αναφορά στο άρθρο 202.2(α) σε υποθέσεις της εταιρείας (company's affairs) καταδεικνύει ότι το παράπονο του αιτητή δεν μπορεί να αφορά ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων (βλ. Palmer's Company Law, 1982, σελίδα 790 παρ. 60-06). Αναφορικά με τον όρο 'καταπίεση', ερμηνεία δίνεται στην αγγλική υπόθεση Re Five Minute Car Wash Service Ltd [1966] 1 All E.R. 242, στην οποία παραπέμπει η κυπριακή υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση τέτοιος ισχυρισμός πρέπει: (α) να αφορά τα δικαιώματα των μελών της εταιρείας, (β) να σχετίζεται με τη διαχείριση της εταιρείας, και (γ) να καθιστά όχι μόνο δίκαιη και εύλογη τη εκκαθάριση της εταιρείας, αλλά και να συνιστά, λόγω του τρόπου διαχείρισης της εταιρείας, καταπίεση για εκείνους που επιδιώκουν τη εκκαθάριση της εταιρείας. Έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66
(1959)A.C 324 όπου λέχθηκε ότι ο όρος 'καταπίεση' περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης εντιμότητας (probity), ή δίκαιης μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχους. Αντίθετα, ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά. Σχετική επί του θέματος είναι και η υπόθεση της Σκωτίας Elder v. Elder & Watson Ltd
(1952)J.S.C. 49, 55 όπου ο Λόρδος Cooper ανέφερε τα πιο κάτω: «The essence of the matter seems to be that the conduct complained of should at the lowest involve a visible departure from the standards of fair dealing, and a violation of the conditions of fair play on which every shareholder who entrusts his money to a company is entitled to rely. » Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι δεν επιβάλλεται η ισχυριζόμενη καταπίεση να ισοδυναμεί με παράνομη ενέργεια. Είναι αρκετό η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται ως καταπιεστική να είναι κατακριτέα λόγω του ότι δεν συνάδει με τα επίπεδα μιας τίμιας συναλλαγής (fair dealing). Στην υπόθεση Bedros Karaoglanian & Sons Ltd and Others v. Hagop Karaoglanian and Another
(1974)JSC 488, τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι η καταπίεση πρέπει να αφορά αυτόν που την επικαλείται ή μία τάξη μετόχων στην οποία ανήκει το άτομο που την ισχυρίζεται καθώς επίσης να άπτεται της ιδιότητας του ως μέλους της εταιρείας. Στην ίδια υπόθεση, λέχθηκε επίσης ότι η καταπίεση πρέπει να σχετίζεται άμεσα με τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων της εταιρείας και να καταλήγει να είναι καταπιεστική για το πρόσωπο του αιτητή. Ως εκ τούτου, για να νομιμοποιείται κάποιος να καταχωρήσει αίτηση δυνάμει των άρθρων 211(στ) και 202 του Κεφ.113 θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένος μέτοχος της εταιρείας. Αυτό προκύπτει επίσης και από την απλή ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων. Η ιδιότητα μέλους της εταιρείας ως αναγκαία προϋπόθεση για επίκληση των προνοιών των άρθρων 211(στ) και 202 του Κεφ.113, αναφέρεται και στο σύγγραμμα 'Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο' του Γιώργου Κακογιάννη και συγκεκριμένα στην σελίδα 182 όπου παρατίθενται τα πιο κάτω: «Στην περίπτωση κατόχου μετοχικού εντάλματος, οι μετοχές δεν είναι "εγγεγραμμένες στο όνομα του" και συνεπώς δεν δικαιούται να υποβάλει αίτηση.» Επαναλαμβάνεται ότι η καταπίεση που ο αιτητής επικαλείται, πρέπει να άπτεται της ιδιότητας του ως μέλους της εταιρείας. Οιαδήποτε άλλη κατάσταση πραγμάτων ανεπιθύμητη για τον αιτητή, όπως πχ η απομάκρυνσή του από τη θέση αξιωματούχου, δεν δικαιολογεί δίχως άλλο, συμπέρασμα καταπίεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Elder v. Elder & Watson Ltd (ανωτέρω) όπου λέχθηκε ότι η καταπίεση που απαιτείται να αποδειχθεί σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να αφορά τα δικαιώματα του αιτητή ως μετόχου της εταιρείας. Έτσι δεν έγινε αποδεκτό ως καταπιεστική συμπεριφορά, παράπονο που αφορούσε την απόλυση μετόχων από την θέση του Διευθυντή της εταιρείας. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα πιο κάτω από τον Λόρδο Cooper: «I do not consider that section 210 was intended to meet any such case, the 'oppression' required by the section being oppression of members in their character as such. I do not think that a 'just and equitable' winding-up has ever yet been ordered merely because of changes effected in the board of directors or the dismissal of officers, and very strong grounds would be needed to justify such a step. » Στην ίδια υπόθεση, ο Λόρδος Keith ανέφερε τα ακόλουθα: « Apart from the Board of Trade, to whom I shall refer later, it is only a member who can invoke the section, and, in my opinion, this means a member in his capacity as member, and further, in my opinion, his only relevant ground of complaint is oppression of his rights as a member, because of the manner in which the affairs of the company are being conducted. An employee who has been treated oppressively has no remedy under this section and a member who is an employee can, in my opinion, have no recourse to this section merely because of treatment he has suffered as an employee. The same holds, in my opinion, of a member who is a director or holds other office in the company and whose only complaint is of deprivation of such office by whatever manner achieved. I do not suggest that such conduct towards a director, officer or employee may not have some relevance in an application under section 210 if it is part and parcel of conduct designed to react on the rights of members as such or to further a scheme whereby the rights of a section of members may be prejudiced. It may seem unnecessary to stress this aspect of the matter, but there was more than a suggestion in the argument to which we listened that oppressive conduct towards a member in his capacity as director might per se justify an application under section 210. I can find no warrant for this view in the statute. » Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Re Bellator Silk Ltd
(1965)1 All E.R
  1. Στην εν λόγω υπόθεση, ο αιτητής ισχυρίστηκε καταπίεση επειδή μεταξύ άλλων, είχε αποκλειστεί από την πλειοψηφία η συμμετοχή του σε όλες τις υποθέσεις της εταιρείας. Ο Plowman J δεν δέχθηκε αυτό τον ισχυρισμό ως αληθινό. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που τον δεχόταν, παρατήρησε με παραπομπή στην υπόθεση Elder v. Elder & Watson Ltd (ανωτέρω) ότι θα επρόκειτο για συμπεριφορά που παραβίαζε τα δικαιώματα του αιτητή ως διευθυντή και όχι ως μετόχου και ως εκ τούτου δεν ενέπιπτε στην έννοια της καταπίεσης του άρθρου 210 του παλιού Companies Act του
  2. Η αίτηση απορρίφθηκε επίσης λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας γιατί κρίθηκε ότι καταχωρήθηκε, επιδιώκοντας αλλότριο σκοπό. Ο ίδιος Δικαστής στην μεταγενέστερη υπόθεση The Lundie Brothers Ltd
(1965)2 Al E.R 692,699 (W.L.R 1051), επιβεβαιώνοντας την πιο πάνω αρχή, απέρριψε αίτηση για καταπίεση μειοψηφίας δυνάμει του άρθρου 210, στην οποία το παράπονο του αιτητή εστιαζόταν στην απομάκρυνση του από την θέση του εργαζόμενου διευθυντή (working director), στην μείωση του μισθού του και στον αποκλεισμό του από τις εργασίες της εταιρείας. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « In other words, Mr Blackmore has to go beyond making out a case for winding-up on the principle of Re Yenidje Tobacco Co Ltd, and has to establish some element of lack of probity or fair dealing to him in his capacity as a shareholder in the company. In my judgment he has wholly failed to do that. His main grievance is, as he admitted in the witness box, that he has been ousted as a working director. That, it seems to me, has nothing to do with his status as a shareholder in the company at all. The same thing is equally true in regard to his complaint that his remuneration as a director of the company has been reduced. That relates to his status as a director of the company, and not to his status as a shareholder of the company» Είναι από τα πιο πάνω σαφές ότι ο αιτητής θα πρέπει να έχει την ιδιότητα του μετόχου της εταιρείας και η συμπεριφορά την οποία χαρακτηρίζει ως καταπιεστική να άπτεται άμεσα της ιδιότητας του ως μετόχου και όχι οποιασδήποτε άλλης ιδιότητας όπως αυτή του διευθυντή ή υπαλλήλου της εταιρείας. Αυτό, παρότι δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαχωριστούν τα δικαιώματα του μετόχου της εταιρείας με αυτά του διευθυντή και του Διοικητικού Συμβούλου, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μικρών ιδιωτικών εταιρειών όπου οι μέτοχοι της εταιρείας, συνήθως συμμετέχουν ενεργά στην διοίκησή της (βλ. Palmer's Company Law, 1982, σελίδα 788 παρ. 60-04). Παρόλα αυτά, η αγγλική νομολογία πριν την ψήφιση του Companies Act 2006, αναγνώρισε δικαίωμα κατ' εξαίρεση σε πρόσωπο που δεν είναι μέτοχος στην εταιρεία αλλά σε άλλη εταιρεία που κατέχει τις μετοχές της (holding company) να προωθήσει παράγωγή αγωγή (Double or multiple derivative action). Προϋποτίθεται όμως ότι ο έλεγχος της μητρικής εταιρείας που κατέχει τις μετοχές να ανήκει στο ίδιο πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν τα παράπονα για παράνομες πράξεις εναντίον της εταιρείας Πλήρης ανάλυση της αγγλικής νομολογίας επί του θέματος, παρατίθεται στην υπόθεση Universal Project Management Services Ltd v Fort Gilkicker Ltd a.o. [2013] EWHC 348 (Ch), στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος του αιτητή και στην οποία λέχθηκαν τα εξής: [21] There were however a number of reported cases in which the court recognised the conferral of locus standi to pursue the company's cause of action not upon one of its members, but upon one or more members of its holding company, where the holding company was itself subject to the same wrongdoer control as the company. In chronological order those cases are Wallersteiner v Moir (No 2) itself, Halle v Trax BW Ltd [2000] BCC 1020, Truman Investment Group v Societe General SA [2003] EWHC 1316 (Ch) and Airey v Cordell [2006] EWHC 2728 (Ch), [2007] Bus LR 391, [2007] BCC 785. ............................... [26] In my judgment the common law procedural device called the derivative action was, at least until 2006, clearly sufficiently flexible to accommodate as the legal champion or representative of a company in wrongdoer control a would-be Claimant who was either (and usually) a member of that company or (exceptionally) a member of its parent company where that parent company was in the same wrongdoer control. I would not describe that flexibility in terms of separate forms of derivative action, whether headed "ordinary", "multiple" or "double". Rather it was a single piece of procedural ingenuity designed to serve the interests of justice in appropriate cases calling for the identification of an exception to the rule in Foss v Harbottle. Σε σχέση με τα πρόσωπα τα οποία ο αιτητής θα πρέπει να συμπεριλάβει στην αίτηση του ως διαδίκους, σχετική είναι η υπόθεση Pelmako Develpment Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ
  1. Αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση ότι στην αίτηση θα πρέπει να προστεθούν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, τα συμφέροντα των οποίων θα επηρεαστούν από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ιδιαίτερα πρόσωπα που είναι μέτοχοι της εταιρείας, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους επί θεμάτων που αφορούν άμεσα προσωπικά οικονομικά τους συμφέροντα καθώς και την εν γένει συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Συμπεράσματα Βασική πτυχή της ένστασης των καθ' ων η αίτηση, αφορά στον ισχυρισμό ότι ο αιτητής δεν είναι μέτοχος της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ο αιτητής δέχεται ότι δεν είναι μέτοχος της εταιρείας αφού είναι παραδεκτό γεγονός ότι μοναδική μέτοχος είναι η εταιρεία Evripides Ventures. Επικαλείται όμως την συμμετοχή του στην Evripides Ventures σε ποσοστό 50%. Ισχυρίζεται ως εκ τούτου ότι είναι πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Χαρακτηρίζει επίσης τον εαυτό του ως «έμμεσο μέτοχο» της εταιρείας λόγω ακριβώς του ότι κατέχει το 50% της μοναδικής μετόχου Evripides Ventures. Με όλο τον σεβασμό, οι πιο πάνω θέσεις δεν ευσταθούν. Δεν προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου ότι η εταιρεία Evripides Ventures κατέχει τις μετοχές της εταιρείας για λογαριασμό του αιτητή ή του καθ' ου η αίτηση 1 ή έστω ως αντιπρόσωπος ή καταπιστευματοδόχος τους. Ούτε έχει αποδειχθεί ότι ο αιτητής, είναι σε οιανδήποτε βαθμό ο πραγματικός δικαιούχος και ιδιοκτήτης (beneficial owner) του 50% των μετοχών της εταιρείας. Αντιθέτως προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι το σύνολο των μετοχών της εταιρείας, κατέχονται χωρίς όρους και επιφυλάξεις από την Evripides Ventures και χωρίς να έχει ο αιτητής δικαίωμα κατοχής σε αυτές. Το γεγονός ότι ο αιτητής κατέχει το 50% της Evripides Ventures δεν τον καθιστά χωρίς άλλο δικαιούχο στο 50% των μετοχών της εταιρείας. Ούτε ο Νόμος αναγνωρίζει την έννοια του «έμμεσου μετόχου» όπως την προβάλει ο αιτητής. Είναι γεγονός όμως ότι η αγγλική νομολογία πριν την ψήφιση του Companies Act 2006, αναγνώρισε κατ' εξαίρεση δικαίωμα σε πρόσωπο που δεν είναι μέτοχος στην εταιρεία αλλά σε άλλη εταιρεία που κατέχει τις μετοχές της (holding company) να προωθήσει παράγωγη αγωγή (Βλ. Universal Project Management Services Ltd v Fort Gilkicker Ltd a.o. ανωτέρω). Προϋποτίθεται όμως ότι ο έλεγχος της εταιρείας που κατέχει τις μετοχές να ανήκει στο ίδιο πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν τα παράπονα για παράνομες πράξεις εναντίον της εταιρείας. Στην παρούσα υπόθεση, ο αιτητής ως μη μέτοχος της εταιρείας, όφειλε να αποδείξει ότι το έλεγχο της Evripides Ventures έχει ο καθ' ου η αίτηση
  2. Παρότι μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του αιτητή, επικεντρώθηκε στον κατ' ισχυρισμό έλεγχο της εταιρείας και του διοικητικού της συμβουλίου από τον καθ' ου η αίτηση 2, εντούτοις εντοπίζονται αναφορές τόσο στην ένορκη δήλωση της αίτησης όσον και στην αγόρευση της συνηγόρου του ότι ο καθ' ου η αίτηση 2, ελέγχει και την μητρική εταιρεία Evripides Ventures. Ως εκ τούτου δεν ισχύει η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας επειδή δεν είναι μέτοχος της εταιρείας. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας επειδή δεν είναι μέτοχος μειοψηφίας στην εταιρεία, λόγω του ότι κατέχει το 50% των μετοχών. Ούτε όμως αυτή η θέση ευσταθεί. Δυνάμει της νομολογίας που παρέθεσα πιο πάνω, μέτοχος σε ποσοστό 50%, νομιμοποιείται να καταχωρήσει αίτηση μειοψηφίας ή παράγωγη αγωγή, δεδομένου ότι με αυτό το ποσοστό δεν έχει τον έλεγχο της εταιρείας (βλ. Πιριλλής κα v. Κουή ανωτέρω). Παρά τα πιο πάνω, εντοπίζω ένα άλλο πρόβλημα διαδικαστικής φύσης, το οποίο δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, στην αίτηση θα πρέπει να προστεθούν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, τα συμφέροντα των οποίων θα επηρεαστούν από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (βλ. Pelmako Develpment Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ 1369). Ιδιαίτερα, πρόσωπα που είναι μέτοχοι της εταιρείας, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους επί θεμάτων που αφορούν άμεσα τα οικονομικά τους συμφέροντα καθώς και την εν γένει συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταστεί διάδικος η Evripides Ventures. Πρόκειται για εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες και είναι παραδεκτό ότι είναι ο μοναδικός μέτοχος της υπό κρίση κυπριακής εταιρείας. Επιζητείται δηλαδή η εκκαθάριση εταιρείας και εναλλακτικά η εξαγορά του 50% των μετοχών της, χωρίς ο μοναδικός μέτοχος της να καθίσταται διάδικος ώστε να εκφέρει την γνώμη του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε συμφωνία με τον συνήγορο για τους καθ' ων η αίτηση, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να παρακάμψει την εταιρεία Evripides Ventures, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και ιδιαίτερα να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση 2 να αγοράσει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας από την στιγμή που μοναδικός μέτοχος της, είναι η Evripides Ventures. Το γεγονός ότι ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η Evripides Ventures ελέγχεται πλήρως από τον καθ' ου η αίτηση 2 δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση να την καταστήσει διάδικο στην παρούσα διαδικασία όπως κατέστησε διάδικο και την καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία. Κατάληξη μου είναι ότι η Evripides Ventures ως η μοναδική κάτοχος των μετοχών της εταιρείας, ήταν αναγκαίος διάδικος στην παρούσα αίτηση. Η παράλειψη του αιτητή να συμπεριλάβει την Evripides Ventures ως διάδικο, είναι καθοριστική και προδιαγράφει την τύχη της παρούσας αίτησης αφού κρίνω ότι δεν συντρέχουν όλες οι προδικαστικές προϋποθέσεις για εξέταση και έγκριση του αιτήματος. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμα και να δεχόμουν ότι δεν δημιουργείτο το ανωτέρω διαδικαστικό πρόβλημα και πάλιν δεν θα εξέδιδα τα υπό κρίση διατάγματα αφού κρίνω επί της ουσίας ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίζονται στον Νόμο και τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Από εξέταση του συνόλου των παραπόνων του αιτητή όπως εκφράστηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οποιοδήποτε από αυτά, συνιστά στην ουσία καταπίεση μειοψηφίας που να δικαιολογεί την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Το παράπονο του αιτητή για την μείωση του μισθού του, δεν σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμό κατοχή των μετοχών της εταιρείας αλλά με την θέση του ως διευθυντή στης AFX Markets. Όμως αυτό το γεγονός σύμφωνα με την νομολογία δεν άπτεται των δικαιωμάτων των μετόχων και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ισχυρισμό για καταπίεση (βλ. Elder v. Elder & Watson Ltd ανωτέρω). Πέραν τούτου, όπως ο ίδιος ο αιτητής ισχυρίζεται δεν είχε διευθυντική θέση στην εταιρεία αλλά στην AFX Markets, η οποία είναι ξεχωριστή νομική οντότητα, εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να επικαλείται την μείωση του μισθού του ως διευθυντή στην AFX Markets, προκειμένου να τεκμηριώσει καταπιεστική συμπεριφορά υπό την ιδιότητα του μετόχου, στην καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία. Δεν έχει επίσης αποδειχθεί η θέση του αιτητή για την δημιουργία της εταιρείας σε συνεταιριστική βάση ως αποτέλεσμα των κατ' ισχυρισμό καλών σχέσεων που διατηρούσε με τον καθ' ου η αίτηση. Πέραν του πιο πάνω γενικού και αόριστου ισχυρισμού, ο αιτητής δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να διευκρινίζει πως δημιουργήθηκαν αυτές οι κατ' ισχυρισμό καλές σχέσεις ούτε και δόθηκαν σχετικές λεπτομέρειες για τους σκοπούς της δημιουργίας της εταιρείας. Από την άλλη πλευρά, είναι αναντίλεκτο ότι η εταιρεία δεν είναι μια μικρή ιδιωτική επιχείρηση, στην οποία οι μέτοχοι έχουν ενεργό συμμετοχή στις εργασίες της. Αντιθέτως, προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι πρόκειται για μια μεγάλη διεθνή επιχείρηση παγκόσμιων επενδύσεων, με γραφεία στην Κύπρο και σε αρκετές πόλεις του εξωτερικού, η οποία εργοδοτεί αρκετούς υπάλληλους μεταξύ των οποίων και πολυπληθές διευθυντικό προσωπικό. Δεν ευσταθεί ως εκ τούτου η θέση που προέβαλε ο αιτητής ότι οι καθ' ων αίτηση με την συμπεριφορά τους, έχουν συντελέσει στην πτώση του συνεταιρικού βάθρου μεταξύ των εταίρων. Για τους ιδίους λόγους δεν ευσταθεί η θέση ότι ο αιτητής είχε σημαντική συμβολή στην διοίκηση της εταιρείας, από την οποία αποκλείστηκε στην συνέχεια εσκεμμένα από τους καθ' ων η αίτηση. Αλλά ούτε και τα παράπονα του αιτητή για την μη παράδοση των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας, ευσταθούν. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι ο αιτητής έχει παραλάβει όλες τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Το γεγονός ότι κάποια από αυτές δόθηκε με καθυστέρηση δεν δικαιολογεί από μόνο του, ισχυρισμό για καταπίεση. Αναφορικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και τον διορισμό νέων διευθυντών στην εταιρεία, οι καθ' ων η αίτηση έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις ότι αυτά έγιναν κατόπιν υποδείξεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Εξ' άλλου, προκύπτει ότι ήταν καθηκόντως ενήμερη για αυτά τα θέματα η Evripides Ventures που είναι η μοναδική μέτοχος της εταιρείας. Αν υπήρχε κάποια υποχρέωση ενημέρωσης από πλευράς εταιρείας, αυτή περιοριζόταν μόνο προς την μέτοχο της Evripides Ventures και όχι προς τον αιτητή. Οποιοδήποτε δε παράπονο από τον αιτητή για τα ζητήματα αυτά θα έπρεπε να απευθυνθεί προς την Evripides Ventures στην οποία είναι μέτοχος και όχι προς την υπό κρίση εταιρεία με την οποία δεν διατηρεί καμία νομική σχέση ως μέτοχος. Τα ίδια ισχύουν και για τα παράπονα του αιτητή, αναφορικά με την λειτουργία γραφείων της εταιρείας στην Νέα Υόρκη. Ο ισχυρισμός για άρνηση της εταιρείας να αποδώσει στον αιτητή το μετοχικό του μερίδιο του 50% που ισχυρίζεται ότι κατέχει σε αυτήν, επίσης δεν ευσταθεί. Η μόνη που θα μπορούσε να μεταβιβάσει μετοχές της εταιρείας προς τον αιτητή είναι η Evripides Ventures, η οποία είναι και η μόνη που κατέχει αυτές τις μετοχές. Η εταιρεία δεν έχει τέτοιο δικαίωμα ούτε και υποχρέωση να μεταβιβάσει μετοχές, ιδιοκτησίας της Evripides Ventures. Ούτε μπορεί να καταλογιστεί καταπίεση εναντίον του αιτητή επειδή η εταιρεία παρέλειψε να πράξει κάτι που δεν είχε δικαίωμα να πράξει. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τους πιο κάτω λόγους: • Δεν συμπεριλήφθηκε ως διάδικος στην παρούσα, η εταιρεία Evripides Ventures Ltd που είναι ο μοναδικός μέτοχος της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας ούτως ώστε να ακουστούν οι απόψεις της για τα αιτούμενα διατάγματα εκκαθάρισης και μεταβίβασης μετοχών της εταιρείας. • Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο αιτητής δεν έχει αποδείξει επί της ουσίας ότι υπήρξε οιουδήποτε είδους συμπεριφορά από τους καθ' ων η αίτηση που να συνιστά δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας, καταπίεση στο πρόσωπο του, η οποία να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.