← Κύπρος

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Γεν. Αίτηση: 400/15, 9/5/2018

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Γεν. Αίτηση: 400/15, 9/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 400/15 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Αιτητών και

  1. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  2. XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 9.5.2018 Για Αιτητές: κ. Σ. Κ. Στυλιανού Για Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Χ. Καστανιάς. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 3.6.15, οι Αιτητές ζητούν άδεια και/ή διάταγμα, το οποίο να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 15.12.2000 υπέρ αυτών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και
  3. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 21 και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στα άρθρα 12, 21, 52

(1)(β),
(2)(β),4,5 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, στους Κανονισμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών, στην Δ.48 Κ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του XXXXX Σιαηλή, λειτουργού των Αιτητών. Στις 7.10.15 εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 2. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 εμφανίσθηκε μέσω δικηγόρου και αφού ζήτησε χρόνο καταχώρησε στις 20.1.16 ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: Α. Η διαφορά παράνομα, λανθασμένα και παράτυπα παραπέμφθηκε σε διαιτησία μιας και δεν επρόκειτο για διαφορά που προνοείται στο άρθρο 52 του Νόμου 22/85. Β. Ο Διαιτητής επέδειξε κακό χειρισμό και/ή ανάρμοστη συμπεριφορά (misconduct) και/ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του κατά την διαδικασία της διαιτησίας και/ή στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Γ. Η απόφαση στερείται αιτιολογίας, νομιμότητας αφού λήφθηκε παράνομα, παράτυπα και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας κατά παράβαση του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και των σχετικών Κανονισμών και Θεσμών. Περαιτέρω η εν λόγω απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητική απόφασης και δεν γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Δ. Η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα: (
  1. i)δεν δόθηκαν στον Καθ' ου η αίτηση 1 λεπτομέρειες της απαίτησης των Αιτητών. (
  2. ii)δεν διεξήχθη οποιαδήποτε δίκη και/ή δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από οποιαδήποτε των δύο πλευρών. (iii) δεν δόθηκε η ευκαιρία στον Καθ' ου η αίτηση 1 να εκθέσει την υπεράσπιση του. (
  3. iv)δεν τηρήθηκαν πρακτικά κατά την διαδικασία στις 15.2.2000. (ν) η διαιτητική απόφαση ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση. Ε. Ο ενόρκως δηλών κ. XXXXX Σιαηλής δεν γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να δώσει θετική μαρτυρία αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στ. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επ' έκταση η άδεια εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης παραβιάζει την συνταγματικά καταχωρημένη αρχή της δίκαιης δίκης, η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Ζ. Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η. Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εγκριθεί. Θ. Η καταχώρηση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των Αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση 10 ετών. Ι. Οι Αιτητές δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο δια τον οποίο να γίνει παρέκκλιση του γενικού κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 10 ετών. ΙΑ. Οι Αιτητές στην αίτηση και ένορκη δήλωση τους αναφέρονται γενικά και αόριστα ότι ακόμη δεν έχει εξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος χωρίς να αναφέρουν εάν έχουν γίνει κάποιες πληρωμές προς εξόφληση του. IB. Οι Αιτητές μετά την έκδοση της απόφασης είχαν τη δυνατότητα να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα για την άμεση είσπραξη και εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους κάτι που δεν έπραξαν. ΙΓ. Ουδέν μέτρο εκτέλεσης έλαβαν οι Αιτητές εναντίον οποιουδήποτε από τους πρωτοφειλέτες και/ή τους εγγυητές. ΙΔ. Ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 1 η απόφαση του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία και ο Καθ' ου η αίτηση στερήθηκε του δικαιώματος του για προσβολή της απόφασης αυτής με ιεραρχική προσφυγή. Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε αγορεύσεις, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, με παραπομπή στην σχετική νομολογία. Όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή Στην υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716 αναφέρθηκε σε σχέση με Αιτήσεις όπως η παρούσα, ότι σύμφωνα με πάγια πρακτική, γινόντουσαν άνευ κλήσεως. Μετά όμως από αποφάσεις επί αιτήσεων για την έκδοση εντάλματος Certiorari κρίθηκε ότι επιβάλλεται η επίδοση τους και στα ενδιαφερόμενα μέρη καθότι η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης με μονομερή αίτηση παραβίαζε το φυσικό δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να ακουστούν σε θέμα στο οποίο είχαν συμφέρον (βλ. Σ' ότι Αφορά την Βασούλλα Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372, Αναφορικά με την Αίτηση του Χριστόδουλου Πιττάκα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1932 και Αναφορικά με την Αίτηση του Γιάννου Αλεξάνδρου κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ 158). Στην Κυριακίδη ανωτέρω λέχθηκε περαιτέρω ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί», δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄ αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Αναφορικά δε με το ποιο είναι το επίδικο θέμα και τι εξετάζεται σε αιτήσεις για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, στην Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Εξέταση της Αίτησης Με τον λόγο ένστασης Α, ο Καθ' ου η αίτηση 1 υποστηρίζει ότι η διαφορά παράνομα, λανθασμένα και παράτυπα παραπέμφθηκε σε διαιτησία μιας και δεν επρόκειτο για διαφορά που προνοείται στο άρθρο 52 του Νόμου 22/
  1. Προς υποστήριξη αυτού στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε μέλος των Αιτητών, ούτε αξίωσε από αυτούς μέσω μελών ή πρώην μελών ή αποβιώσαντος μέλους Συνεργατικής Εταιρείας, ούτε υπήρξε ποτέ ή είναι μέλος της επιτροπείας Συνεργατικής Εταιρείας ή σύμβουλος ή αξιωματούχος ή αντιπρόσωπος ή υπάλληλος της Συνεργατικής Εταιρείας. Ουδέποτε δε υπήρξε πελάτης τους. Εδράζει δε νομικά την θέση του στο ότι κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας εγγυήσεως δεν παρεχόταν στους Αιτητές δικαίωμα παραπομπής εγγυητών σε διαιτησία. Με τους λόγους ένστασης Β και Δ, οι οποίοι είναι συναφείς ως προς το αντικείμενο τους, ο Καθ' ου η αίτηση 1 υποστηρίζει ότι ο διαιτητής προέβη σε κακό χειρισμό και/ή ανάρμοστη συμπεριφορά και/ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, κατά την διαδικασία της διαιτησίας και/ή στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω ισχυρίζεται παράβαση των κανόνων φυσικής Δικαιοσύνης για τους λόγους που εκθέτει υπό (i-iv), οι οποίοι αφορούν την ίδια την διαδικασία διεξαγωγής της διαιτησίας και το ότι δεν του δόθηκε ευκαιρία να λάβει μέρος σε αυτήν. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει σχετικά ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε να παρευρεθεί στην διαδικασία της διαιτησίας και έτσι στερήθηκε του δικαιώματος του να παρουσιασθεί εκεί και υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο διαιτητής έκδωσε λοιπόν την εν λόγω απόφαση χωρίς να τον ακούσει ενώ είχε και υποχρέωση να του αποστείλει ειδοποίηση για την πρόθεση του να προχωρήσει στην απουσία του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής στην απόφαση δεν αναφέρεται πως υπολογίστηκε και πως προκύπτει το ποσό καθώς και οι τόκοι. Σε σχέση με τους πιο πάνω λόγους ένστασης θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν αμφισβητεί ότι η διαφορά μεταξύ αυτού και των Αιτητών παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Είναι δε προφανώς αντιφατική η θέση που προβάλλει σε ένα σημείο στην ένορκη του δήλωση ότι δεν εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση ενώ ως έχει προαναφερθεί, σε άλλο σημείο ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την διαδικασία και έκδωσε την απόφαση χωρίς να τον ακούσει. Αποτελεί δε μέρος τόσο των λόγων ένστασης Γ και Δ ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση
  2. Ενόψει του ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης αποτελεί μια εκ των βασικών προϋποθέσεων που πρέπει να διαπιστώνεται για εγγραφή της διαιτητικής απόφαση, κρίνεται ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να εξετασθεί πρώτο. Είναι δε απαραίτητο τόσο για το υπό εξέταση θέμα αλλά και για κάποια από τα άλλα θέματα που θα εξετασθούν στην παρούσα, όπως εκτεθεί αυτούσια η πρόνοια του εδαφίου 4 του άρθρου 52 περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης αλλά και μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικηµένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και µιας ηµερών
(21)από της ηµεροµηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης». Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του Νόμου 22/85: «Δικαστήριον» σηµαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας όπου ευρίσκεται η εγγεγραµµένη διεύθυνσις της συνεργατικής εταιρείας» Να σημειωθεί δε ότι ο Νόμος 22/85 δεν προβλέπει την επίδοση της διαιτητικής απόφασης αλλά ούτε και έγγραφη γνωστοποίηση της. Τέτοια λοιπόν μπορεί να είναι και προφορική. Έτσι στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1699 κρίθηκε ότι η απαγγελία της διαιτητικής απόφασης στην παρουσία του αιτητή ήταν επαρκής γνωστοποίηση. Από το λεκτικό του εδαφίου 4 του άρθρου 52 προκύπτει ότι παρέχεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο, που θεωρεί ότι αδικείται από την απόφαση διαιτητή που εκδίδεται δυνάμει του Νόμου 22/85, το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση αυτή στο αρμόδιο κατά τόπον Επαρχιακό Δικαστήριο. Το δικαίωμα αυτό όμως δεν είναι απεριόριστο όσον αφορά τον χρόνο άσκησης του. Προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία 21 ημερών, μετά την παρέλευση της οποίας η διαιτητική απόφαση καθίσταται πλέον τελική. Ως προς δε το αντικείμενο που μπορεί να έχει τέτοια έφεση, από το λεκτικό της διάταξης και συγκεκριμένα από την φράση «που θεωρεί ότι αδικείται», κρίνω ότι αυτό μπορεί να είναι οτιδήποτε έχει να κάνει με την διαδικασία της διαιτησίας, από την παραπομπή της μέχρι και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Σε αυτό περιλαμβάνεται σίγουρα και η κακή συμπεριφορά ή ο κακός χειρισμός της υπόθεσης από τον διαιτητή ή η διαιτησία να διεξήχθη ή η διαιτητική απόφαση να εκδόθηκε παράτυπα. Με δεδομένο ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της υπό εξέταση διαιτητικής απόφασης το εδάφιο 2 του άρθρου 52, προέβλεπε ότι η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας περί Διαιτησίας νομοθεσίας, σχετικό είναι το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Σε σχέση δε με το τι συνιστά κακή συμπεριφορά εκ μέρους του διαιτητή παραπέμπω στις υποθέσεις Galatis v. Savvides and another
(1966)1 C.L.R. 87, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717, Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ ν. Τύλλη κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ 1172, Σολωμού ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD
(2010)1Α Α.Α.Δ 687, P.N.P. Constructions Limited v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2012)1Β Α.Α.Δ 1395 και Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματικών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, Πολ. Εφεση Αρ. 304/2010, ημερ. 10.7.
  1. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η παράβαση εκ μέρους του διαιτητή των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Από την άλλη τέτοια αντικείμενα δεν μπορεί να έχει, ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, ένσταση στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, όπου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ελέγξει την ορθότητα της διαιτητικής διαδικασίας αλλά ούτε και να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, η οποία οδήγησε στην διαδικασία αυτή και στην απόφαση του διαιτητή. Αυτό προκύπτει και από την Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2011, ημερ. 20.6.
  2. Εκεί ο εφεσείοντας παρά το ότι έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης, δεν καταχώρησε έφεση εντός της οριζομένης υπό του νόμου προθεσμίας των 21 ημερών «όπου θα μπορούσε να προωθήσει όλα του τα παράπονα και αιτιάσεις» (αυτή είναι αυτούσια η αναφορά που γίνεται από το Εφετείο) αλλά άφησε το χρόνο να παρέλθει και όταν η εφεσίβλητη καταχώρησε την αίτηση γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης καταχώρησε ένσταση, όπως δικαιούτο αλλά προχώρησε στην συνέχεια και στην καταχώρηση αίτησης για ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Αφού εκδόθηκε απόφαση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εφεσίβαλε αυτή. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η διαιτητική απόφαση μετά την πάροδο των 21 ημερών από την γνωστοποίηση της στον εφεσείοντα κατέστη τελική και δεν μπορούσε πλέον, σύμφωνα με το Νόμο, να προσβληθεί με την διαδικασία ακύρωσης της. Επανέλαβε δε ουσιαστικά ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο η αίτηση επιδόθηκε, η διαιτητική απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα. Ενδεικτικό των ανωτέρω είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντίνου
(1995)1 Α.Α.Δ 827: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου. Πρόκειται για τον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν. 2/77)οι επιπτώσεις του οποίου εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι ν. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποιά είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιό τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο». Προς τα πιο πάνω συνηγορούν και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, παρ. 111 σελ. 50-51, τα οποία αφορούν τις αντίστοιχες διατάξεις του Αγγλικού Arbitration Act 1950, από το οποίο λήφθηκε ο δικός μας περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα εκεί αναφέρεται, σε σχέση με τους λόγους ένστασης που μπορεί να εγερθούν σε μια αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, ότι σε περίπτωση που η ένσταση είναι ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή ότι η διαιτητική απόφαση λήφθηκε λανθασμένα, τότε η ορθή πορεία είναι να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό-ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Αυτό ισχύει κατά την κρίση μου αναλογικά και στην περίπτωση αποφάσεων όπως η επίδικη, όπου παρέχεται στον παραπονούμενο για την απόφαση, δικαίωμα έφεσης δυνάμει του εδαφίου 4 του άρθρου 52 του Νόμου 22/85 αντί αίτησης παραμερισμού. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 υποστηρίζει ότι δεν του γνωστοποιήθηκε ούτε του επιδόθηκε αντίγραφο της επίδικης διαιτητικής απόφασης και δεν έλαβε γνώση της με οποιοδήποτε τρόπο, παρά μόνο με την επίδοση της παρούσας αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται σχετικά ότι έγινε επίδοση της απόφασης στον Καθ' ου η αίτηση 1 στις 24.10.
  2. Επισυνάπτεται δε ως τεκμήριο 3 η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 27.10.
  3. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η «απόφαση διαιτησίας», επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 1 προσωπικά στις 24.10.14, έναντι της υπογραφής του. Να σημειωθεί δε ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση επίδοσης επισυνάπτεται αντίγραφο της επίδικης διαιτητικής απόφασης, το οποίο στο πάνω πάνω δεξί μέρος φέρει χειρόγραφα υπογραφή «XXXXX Αντωνίου» δηλ. το ονοματεπώνυμο του Καθ' ου η αίτηση
  4. Σε σχέση με αυτό ο Καθ' ου η αίτηση 1 περιορίζεται στην ένορκη του δήλωση να αμφισβητήσει γενικά και αόριστα τον ισχυρισμό των Αιτητών περί επίδοσης, χωρίς να αναφερθεί στην προαναφερόμενη υπογραφή ή έστω να αναφέρει κάτι που να δείχνει ότι δεν τέθηκε από τον ίδιο. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή η θέση των Αιτητών και κατ' επέκταση κρίνεται ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στον Καθ' ου η αίτηση 1 στις 24.10.
  5. Με την εν λόγω γνωστοποίηση άρχισε να τρέχει και η προθεσμία των 21 ημερών για άσκηση έφεσης επί της διαιτητικής απόφασης, προθεσμία που παρήλθε άπρακτη. Τούτου δεδομένου η διαιτητική απόφαση κατέστη τελική. Κατ' επέκταση δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, με την οποία ζητείται η εγγραφή της εν λόγω απόφασης, να τίθενται με την ένσταση οποιαδήποτε θέματα, τα οποία έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο της έφεσης όπως η εγκυρότητα ή η ορθότητα της παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία (λόγος ένστασης Α) ή η κακή συμπεριφορά του διαιτητή, περιλαμβανόμενης της παράβασης των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και της ακολουθητέας διαδικασίας ή το κατά πόσο ορθά κατέληξε στα συγκεκριμένα ποσά και τόκους (λόγοι ένστασης Β και Δ). Σε σχέση με τον λόγο ένστασης Α θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι στην Χατζηγεωργίου Νικολάου ανωτέρω, όπου τέθηκε θέμα κύρους και ορθότητας της διαιτητικής διαδικασίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και ο μονομερής διορισμός του διαιτητή από τον Έφορο, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια αίτησης εγγραφής διαιτητικής απόφασης, δεν έχει εξουσία να εξετάζει θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή. Με τον λόγο ένστασης Γ προβάλλεται ουσιαστικά ότι η επίδικη απόφαση στερείται αιτιολογίας και δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητική απόφασης. Η άλλη βασική προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται, εκτός από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται, είναι πράγματι αυτή να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Στην Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895 με αναφορά σε σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παρ. 713 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, παρ. 96 σελ. 42-43 αναφέρεται ότι για να είναι μια διαιτητική απόφαση έγκυρη δεν απαιτείται να έχει συγκεκριμένο λεκτικό αλλά μπορεί να είναι διατυπωμένη σε τέτοια γλώσσα που ο διαιτητής θεωρεί ορθή νοουμένου όμως ότι το νόημα της είναι σαφές. Μια ασαφής ή αβέβαιη διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Ως δε προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο αναφέρεται στην εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων, η δικαστική απόφαση, η οποία δύναται να καταχωρηθεί σε περίπτωση που δοθεί άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης δεν μπορεί να έχει περιεχόμενο άλλο από εκείνο της διαιτητικής. Πράγματι το Δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης αιτήσεων τέτοιου είδους δεν έχει εξουσία τροποποίησης ή διόρθωσης της διαιτητικής απόφασης αλλά μπορεί να δώσει άδεια για εκτέλεση της με το περιεχόμενο που αυτή έχει. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 16η έκδοση στη σελ. 269-270, στα πλαίσια του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, του οποίου το λεκτικό, είναι ακριβώς το ίδιο με του άρθρου 21 του δικού μας Κεφ. 4, αναφέρεται ότι δεν δίδεται άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση που η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης ή το δικαίωμα να βασίσεις διαδικασίες σε αυτή είναι αμφίβολο. Δίδεται δε σαν παράδειγμα η υπόθεση Grech v. Board of Trade
(1923)130 L.T. 15 όπου δεν δόθηκε άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης γιατί αν και αυτή εκδόθηκε εναντίον του «The Board of Trade» ήταν αμφίβολο το κατά πόσο το ποσό που επιδικάσθηκε ήταν πληρωτέο από το «Crown» ή από τα πρόσωπα που συνιστούσαν το «Board of Trade». Στην παρούσα επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, πιστό αντίγραφο της επίδικης διαιτητικής απόφασης, το οποίο φέρει σχετικές σφραγίδες του Εφόρου και της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι ο κ. XXXXX Σωτηρίου διορίσθηκε ως διαιτητής για την διαφορά μεταξύ των Αιτητών και δύο συγκεκριμένων πρωτοφειλετών και 4 εγγυητών, ανάμεσα στους οποίους και ο Καθ' ου η αίτηση
  1. Αναφέρεται ότι η διαφορά είναι σε σχέση με το γραμμάτιο υπ' αρ. XXXXX-6 για Λ.Κ.2.818,09 και τόκο προς 8,5% ετησίως από 1.1.2000 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Αναφέρεται επίσης ότι οι «εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν κατάλληλα» και ότι παρουσιάσθηκε ο ένας εκ των πρωτοφειλετών, ο οποίος παραδέχθηκε το χρέος του. Μετά τα πιο πάνω αναφέρεται ότι «ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ ΤΑ ΕΞΗΣ: (α) Όπως το άνω γραμμάτιο και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές και (β) Έξοδα εκ Λ.Κ.22 πληρωθούν αλληλεγγύως από τους ιδίους (ως η παράγραφος (α)». Τέλος αναφέρεται ο χρόνος και η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και συγκεκριμένα «Λεμεσός την 15.12.2000». Στο κάτω κάτω δεξί μέρος τίθεται χειρόγραφα υπογραφή κάτω από την λέξη «ΔΙΑΙΤΗΤΗΣ» και πάνω από το όνομα «XXXXX ΣΩΤΗΡΙΟΥ». Από το περιεχόμενο λοιπόν της επίδικης διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι αυτή αναφέρει το όνομα του διορισθέντος διαιτητή, τα μέρη-διαδίκους της διαιτησίας, το επίδικο θέμα που είναι το χρέος-απαίτηση, με λεπτομέρεια ως προς το επίδικο γραμμάτιο που το δημιούργησε και το συγκεκριμένο ποσό που αυτό αφορούσε, καθώς και την απόφαση του διαιτητή, η οποία επιλύει την διαφορά. Να λεχθεί δε ότι είναι σαφές ότι η απόφαση αφορούσε το συγκεκριμένο ποσό-χρέος εφόσον αναφέρεται στο συγκεκριμένο γραμμάτιο και τους τόκους που προαναφέρονται. Είναι επίσης σαφές και από ποια πρόσωπα θα πληρωθεί το ποσό αυτό και συγκεκριμένα ότι θα πληρωθεί αλληλέγγυα από τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές, οι οποίοι καθορίζονται ονομαστικά πιο πάνω. Περαιτέρω η απόφαση αναγράφει τόπο και χρόνο έκδοσης της και φέρει την υπογραφή του διαιτητή. Σε σχέση δε με την χρήση του όρου «εναγόμενοι» στο σημείο της απόφασης όπου αναφέρεται ότι οι «εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν κατάλληλα» πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 30 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, μέχρι την έκδοση Κανονισμών για την ρύθμιση της πρακτικής και της διαδικασίας της διαιτησίας, εφαρμόζονται σε διαδικασίες με βάση τo Νόμo αυτό, με τις αvαγκαίες πρoσαρμoγές oι περί Πoλιτικής Δικovoμίας Διαδικαστικoί Καvovισμoί και oπoιεσδήπoτε τρoπoπoιήσεις αυτώv. Μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί σχετικοί Κανονισμοί. Στην Δ.1 Κ.2 των περί περί Πoλιτικής Δικovoμίας Διαδικαστικών Καvovισμών δίδεται δε ο ακόλουθος ορισμός: «"defendant" includes any person served with any writ of summons or process, or served with notice of, or entitled to attend any proceedings» Από τα πιο πάνω προκύπτει, κατά την κρίση μου, ότι σε διαδικασίες διαιτησίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος «εναγόμενος» για το πρόσωπο εναντίον του οποίου προβάλλεται η απαίτηση που είναι αντικείμενο της διαδικασίας. Στην προκειμένη είναι σαφές ότι στην διαιτησία υπήρχε απαίτηση από πλευράς των Αιτητών εναντίον των συγκεκριμένων πρωτοφειλετών και εγγυητών και συναφώς η χρήση του όρου «εναγόμενοι» προφανώς αναφέρεται στους τελευταίους. Ακόμη όμως και εάν η χρήση του όρου «εναγόμενοι» κρινόταν αδόκιμη, είναι σαφές ποιους αφορά και σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ασάφεια της απόφασης επί της ουσίας. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι σαφής και φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Με τον λόγο ένστασης Ε προβάλλεται ότι ο ενόρκως δηλών για τους Αιτητές δεν γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να δώσει θετική μαρτυρία αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης αναφέρει ότι ο κ. Σιαηλής δεν αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα ούτε και αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του. Ως προς αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς η παρούσα Αίτηση δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση ούτως ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει η Διαταγή 39 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ακόμη όμως και να ίσχυε η εν λόγω Διαταγή, η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1 και πάλι δεν θα ευσταθούσε και εξηγώ. Ο κ. Σιαηλής αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης ότι είναι στην υπηρεσία των Αιτητών και γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης ενώ είναι και εξουσιοδοτημένος για τον συγκεκριμένο σκοπό. Τα ουσιώδη για σκοπούς της παρούσας Αίτησης επίδικα θέματα έχουν ήδη προαναφερθεί. Αφορούν την ύπαρξη έγκυρης διαιτητικής απόφασης και την γνωστοποίηση αυτής στον Καθ' ου η αίτηση
  2. Σε σχέση με αυτά ο κ. Σιαηλής αναφέρεται στην ένορκη του δήλωση στις παραγράφους 3 και
  3. Δεν περιορίζεται όμως σε απλή αναφορά των γεγονότων. Επισυνάπτει ως τεκμήρια 2 και 3, πιστό αντίγραφο της απόφασης αλλά και ένορκη δήλωση επίδοσης αυτής στον Καθ' ου η αίτηση 1, τα οποία μιλούν από μόνα τους. Ακόμη λοιπόν και εάν δεν είχε προσωπική γνώση των ουσιωδών για την Αίτηση γεγονότων, με την επισύναψη των πιο πάνω αποκαλύπτεται η πηγή των γνώσεων του. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι καμία αναφορά γίνεται στην αγόρευση του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση 1, για τους λόγους ένστασης Στ - ΙΔ. Οι μόνοι λόγοι ένστασης που προωθήθηκαν είναι αυτοί που προαναφέρθηκαν. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι λοιποί λόγοι ένστασης έχουν εγκαταλειφθεί, δεν προωθούνται και συναφώς δεν θα πρέπει να εξετασθούν. Κατάληξη Ως εκ των άνω η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 15.12.2000, υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση
  4. Τα έξοδα της Αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση
  5. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.