Επαμεινώνδα κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Παραπομπή αρ.: 48/2011, 14/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Παραπομπή αρ.: 48/2011 Μεταξύ:
- XXXXX Επαμεινώνδα
- XXXXX Καρεκλά
- XXXXX Σαββίδου
- XXXXX Επαμεινώνδα
- XXXXX Δημητρίου
- XXXXX Επαμεινώνδα Απαιτητών και Κυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αποζημιούσας Αρχής -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.1.2018 για αντικατάσταση του επισυναπτόμενου στην Αιτιολογημένη Έκθεση Εκτίμησης της Αποζημιούσας Αρχής, πίνακα συγκριτικών πωλήσεων Ημερομηνία: 14 Μαϊου 2018 Εμφανίσεις: Για την Αποζημιούσα Αρχή - Αιτήτρια: κ. Αντώνης Μελάς για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου) Για τους Απαιτητές - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γιαννάκης Π. Φαίδωνος (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Πέτρος Φαίδωνος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Παραπομπή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι Απαιτητές αξιώνουν από το Δικαστήριο τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους ακινήτου τους που βρίσκεται στην ενορία Ζακάκι του Δήμου Λεμεσού. Η Γνωστοποίηση της Απαλλοτρίωσης δημοσιεύτηκε την 29.2.2008 (Δ.Π. 224) ενώ το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης δημοσιεύτηκε την 27.2.2009 (Δ.Π. 149). Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αποζημιούσα Αρχή αιτείται: «Α. Την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την αντικατάσταση του πίνακα συγκριτικών πωλήσεων και των χωρομετρικών σχεδίων που επισυνάπτονται στην αιτιολογημένη Έκθεση Εκτίμησης της Αποζημιούσας Αρχής που βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου με τον επισυνημμένο στην παρούσα αίτηση πίνακα συγκριτικών πωλήσεων και χωρομετρικών σχεδίων. Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή κρίνει το Δικαστήριο ορθή και δίκαιη.» Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης για Σκοπούς Δημόσιας Ωφέλειας Νόμο 15/62, στις Διαταγές 8, 9, 15, 16, 19 και 49 των Διαδικαστικών Κανονισμών - The Compensation Assessment Tribunal Rules of 1956, στη Δ.25 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη νομολογία του ΕΔΑΔ, στο Δίκαιο της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Σταυρούλας Χειμώνα, εκτιμήτριας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, η οποία προς υποστήριξη του αιτήματος, αναφέρει τα εξής: «
- Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, μου ανατέθηκε από την Αποζημιούσα Αρχή να εκτιμήσω το ύψος της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση των επίδικων ακινήτων. Κατά την προετοιμασία μου για ακρόαση της υπόθεσης έλεγξα ξανά όλες τις πωλήσεις που έγιναν κατά την ουσιώδη περίοδο της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης στην ευρύτερη περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα και διαπίστωσα ότι κάποιες από αυτές τις πωλήσεις είναι σημαντικές για την ενίσχυση της εκτίμησης μας. Επιπλέον, έχω την άποψη ότι η προσθήκη των συγκριτικών αυτών πωλήσεων είναι απαραίτητη ώστε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του όλες τις διαθέσιμες συγκριτικές πωλήσεις για να καταλήξει στον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης.
- Με βάση τα πιο πάνω, ζητώ να αντικαταστήσω τον πίνακα συγκριτικών πωλήσεων και των χωρομετρικών σχεδίων που επισυνάπτονται στην αιτιολογημένη Έκθεση Εκτίμησης της Αποζημιούσας Αρχής που βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου με τον επισυνημμένο Πίνακα με ένδειξη «Α» και τα σχετικά χωρομετρικά σχέδια στα οποία φαίνονται οι συγκριτικές πωλήσεις.» Οι Απαιτητές-Καθ' ων η Αίτηση, έφεραν ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας πως το αίτημα δεν καλύπτεται από την Διαταγή 25, αφού δεν ζητείται η τροποποίηση του Πίνακα Συγκριτικών Πωλήσεων και Σχεδίων αλλά η ολική αντικατάσταση του, θεραπεία μη προβλεπόμενη από την εν λόγω Διαταγή. Εισηγούνται επίσης πως η Αίτηση υποβάλλεται σε «πολύ καθυστερημένο στάδιο και συγκεκριμένα λίγο πριν την ακρόαση», πως δεν υποστηρίζεται από το «αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο επιτυχίας», πως η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ανυπόστατη και αδικαιολόγητη ως μη συνάδουσα με τις καθοριζόμενες υπό του Νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις. Τέλος, εισηγούνται ως προς την ουσία του αιτήματος, πως οι συγκριτικές πωλήσεις που επιθυμεί η πλευρά της Απαλλοτριούσας Αρχής να προσθέσει στον σχετικό Πίνακα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην παρούσα υπόθεση, ως μη σχετικές. Η Ένσταση (δεν συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση αφού τα γεγονότα, όπως αναφέρουν οι Απαιτητές, εμφαίνονται στη δικογραφία), στηρίζεται στους περί Ειδικού για τον Καθορισμό Αποζημίωσης Δικαστηρίου Κανονισμός του 1956, Κ.9
(1)
(2)
(3)
(4)
(5), Κ.Κ. 8, 15, 16, 17, 19, 21 και 49, Δ.19
(4), στο άρθρο 20 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου 15/62 ως τροποποιήθηκε, στο Σύνταγμα Άρθρα 23.4 και 30.2, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48 Κ.Κ. 4 και 7, στην διακριτική ευχέρεια και στην εν γένει εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και στη νομολογία. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της. Ο κ. Μελάς, από πλευράς της Αιτήτριας (Αποζημιούσα Αρχή), εισηγήθηκε πως εκείνο που επιζητείται με την αίτηση δεν είναι η «ολοκληρωτική» αντικατάσταση του Πίνακα Συγκριτικών Πωλήσεων αλλά η προσθήκη πέντε
(5)νέων συγκριτικών πωλήσεων, ώστε να υποστηριχθεί η κατά μέτρο αξία της γης που υιοθετήθηκε από πλευράς Αποζημιούσας Αρχής και απετέλεσε το βάθρο για την προσφερόμενη αποζημίωση. Αναφερόμενος σε νομολογία (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Ιωάννου Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ., 1342) και με δεδομένο, διευκρίνισε, πως σύμφωνα με αυτήν, οι Εκθέσεις Εκτίμησης που κατατίθενται στη διαδικασία της Παραπομπής εκατέρωθεν θεωρούνται ως στοιχείο της μαρτυρίας, εισηγήθηκε πως δεν «μπορεί να στερηθεί ο οποιοσδήποτε διάδικος σε Παραπομπή την δυνατότητα να προσκομίσει μαρτυρία για να στηρίξει τις θέσεις του και για να βοηθήσει το Δικαστήριο στον καθορισμό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης». Και τούτο, τόνισε, καθότι «στο πλαίσιο εκδίκασης της Παραπομπής, το Δικαστήριο έχει, με βάση το άρθρο 23.4
(4)του Συντάγματος, υποχρέωση να καθορίσει την δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, γι' αυτό και ο χαρακτήρας της διαδικασίας είναι εν μέρει εξεταστικός». Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Φαίδωνος, εκ μέρους των Απαιτητών. Με αναφορά επίσης σε νομολογία, εισηγήθηκε πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες εκ του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις, για την έγκριση της. Εισηγήθηκε πως οι σχετικοί Κανονισμοί του 1956, δεν επιτρέπουν την τροποποίηση είτε της Έκθεσης Υπεράσπισης είτε της Εκτίμησης της Απαλλοτριούσας Αρχής. Όσον αφορά την Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήταν η θέση του πως η εμβέλεια της, εξαντλείται σε θέματα αγωγών και άλλων μέσων έναρξης αστικής διαδικασίας και δεν καλύπτει τις παραπομπές. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελούσα το νομικό βάθρο της Αίτησης, τυγχάνει εφαρμογής και στις υποθέσεις των Παραπομπών. Οι περί Ειδικού για τον Καθορισμό Αποζημίωσης Δικαστηρίου Κανονισμοί του 1956, επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση, προνοούν για μια σειρά δικονομικών χειρισμών, όπως είναι η δυνατότητα παροχής λεπτομερειών (Καν. 7), οι ενδιάμεσες αιτήσεις για οδηγίες (Καν. 9), η συνένωση (Καν. 10), η αποκάλυψη εγγράφων (Καν. 21), η παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης (Καν. 14) και η υποκατάστατη επίδοση (Καν. 46), αλλά δεν περιέχουν πρόνοια για τροποποίηση. Το άρθρο 20 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου αρ. 15/62, καθορίζει στην επιφύλαξη του εδαφίου
(1)αυτού, πως μέχρις ότου εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός που να ρυθμίζει την πρακτική και δικονομία του Δικαστηρίου, θα ισχύουν οι Κανονισμοί του 1956 και εάν σ' αυτούς «ουδέν προβλέπεται», τα ζητήματα της δικονομίας και των τελών, θα διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον είναι δυνατή η εφαρμογή των. Αποτελεί, επομένως, ρυθμιστική πρόνοια του Νόμου πως σε οποιαδήποτε ζητήματα παρουσιάζεται κενό στους Κανονισμούς του 1956, θα ακολουθούνται κατά το δυνατόν, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τίθεται επίσης το ερώτημα κατά πόσο τα προνοούμενα από τους Κανονισμούς έγγραφα, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δικόγραφα ώστε να μπορούν στην κατάλληλη περίπτωση να τύχουν τροποποίησης. Στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 239, αναφέρεται πως «δικόγραφο» ("Pleading"), μπορεί να θεωρηθεί και μια Έκθεση Απαίτησης οπισθογραφημένη στο Κλητήριο Ένταλμα αλλά όχι μια Εναρκτήρια Κλήση ("Originating Summons"), ή μια προκαταρκτική πράξη στη δικαιοδοσία Ναυτοδικείου. Η Εναρκτήρια Κλήση βέβαια αποτελεί μια ιδιάζουσα διαδικασία που έχει το δικό της δικονομικό μέσο και τα δικά της δικονομικά έντυπα, όπως αναφέρεται ρητά στη Δ.55. Στον Καν. 6
(1)των Κανονισμών του 1956, αναφέρεται ότι ο Αιτητής μέσα σε 28 μέρες από την επίδοση σε αυτόν της Ειδοποίησης του Πρωτοκολλητείου κατά το έντυπο αρ. 2, θα δώσει στον Πρωτοκολλητή και στην Αποζημιούσα Αρχή μια γραπτή δήλωση που θα δείχνει το ποσό το οποίο απαιτείται από αυτόν ως αποζημίωση με πλήρεις υποστηρικτικές λεπτομέρειες. Στον πλαγιότιτλο, αυτή η γραπτή δήλωση αναφέρεται ως "Statement of Claim", με άλλα λόγια δικόγραφο και δεν υπάρχει λόγος γιατί να μην θεωρηθούν τα έγγραφα τα οποία ανταλλάσσονται μεταξύ των διαδίκων στις περιπτώσεις Παραπομπών ως δικόγραφα, κατά την ρητή πρόνοια των ιδίων των Κανονισμών. Στην σχετική επί του θέματος υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 217, τα εκατέρωθεν έγγραφα που ανταλλάσσονται από τους ενδιαφερόμενους, αναφέρονται από το Εφετείο ως έγγραφες προτάσεις ή δικόγραφα, ενώ η έκθεση του εμπειρογνώμονα ως η σχετική συνοδευτική μαρτυρία. Έγινε δε αναφορά με επιδοκιμασία στο γνωστό Κανόνα ότι το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας θα πρέπει να περιορίζεται και να ασχολείται μόνο με τα επίδικα θέματα όπως αυτά εμφανίζονται κατά το κλείσιμο της δικογραφίας ή έχουν προστεθεί δικονομικά κατά την διάρκεια της ακρόασης και να μην παρασύρεται από ζητήματα που μπορούν να αναφύονται είτε από τις εκθέσεις των εκτιμητών, είτε από τις καταθέσεις συγκεκριμένων μαρτύρων. Στην υπόθεση Λίνα Νεοκλέους ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1993)1 Α.Α.Δ. 352, αναφέρθηκε ότι η διαδικασία για τον καθορισμό της αποζημίωσης κάτω από τον Νόμο αρ. 15/62, είναι ιδιόμορφη και προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες του αντικειμένου της διαδικασίας που επιβάλλει την προσαγωγή της εκτίμησης της γης από τις Κτηματολογικές Αρχές και την έκθεση των εκατέρωθεν θέσεων με την αναγκαία παροχή λεπτομερειών για την στοιχειοθέτηση των. Είναι δε επιτρεπτό ή αρκετό όπως συνέβη και στην υπόθεση Λίνα Νεοκλέους (ανωτέρω), να γίνεται συσχετισμός στις εκατέρωθεν δηλώσεις που ανταλλάσσονται με βάση τον Καν. 6, στις εκτιμήσεις που συνήθως συνοδεύουν την δήλωση ή την δικογραφία. Υπό αυτή την έννοια οι θέσεις των εκτιμητών ενσωματώνονται στις έγγραφες προτάσεις ως μέρος των αμφισβητούμενων ισχυρισμών και ίσως να είναι με αυτό τον γνώμονα που στην υπόθεση Παπασάββα ν. Δημοκρατίας
(1975)2 J.S.C. 231, 234 (απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Γ. Πική Π.Ε.Δ. και Α. Αναστασίου Ε.Δ. - όπως ήταν τότε) που θεωρήθηκε ότι οι εκτιμήσεις λαμβάνουν την μορφή δικογράφων. Κρίνεται συνεπώς ότι η δικογραφία που ανταλλάσσεται στην προνοούμενη διαδικασία μιας Παραπομπής, μπορεί να τροποποιηθεί όταν αυτό είναι αναγκαίο και ορθά η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι ισχύουν κατ' αναλογία. Επομένως και στη συγκεκριμένη περίπτωση το ζήτημα θα εξεταστεί στα πλαίσια των γενικότερων νομολογιακών παραμέτρων της Δ.25. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όπως είναι γνωστό, η τροποποίηση των δικογράφων επιτρέπεται ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια και απροσεξία που έχει τυχόν επιδειχθεί στην δικογραφία καθώς και από το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, όταν αυτή μπορεί να γίνει χωρίς αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται δε ότι δεν υπάρχει τέτοια αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων. Άλλη γενικότερη αρχή είναι ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είναι ευκολότερο να επιτραπεί τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της δίκης και ανάλογα με το στάδιο που αυτή σκοπείται, το Δικαστήριο δεν παρέχει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα όταν η αναγκαιότητα της είχε διαφανεί από πριν αλλά δεν είχε ζητηθεί έγκαιρα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτούμενος την τροποποίηση, έχει να αποσείσει όλο και μεγαλύτερο βάρος όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλει το αίτημα του (Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Τέλος θα πρέπει να λεχθεί πως η αίτηση τροποποίησης, στόχο έχει αν επιτραπεί, να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα ώστε να λυθεί δια παντός η επίδικη διαφορά, με γνώμονα να αποδοθεί ουσιαστική δικαιοσύνη στο τέλος της ημέρας. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Θεωρώ πως για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, η Αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Έχω διεξέλθει με προσοχή τόσο τον Πίνακα των Συγκριτικών Πωλήσεων που συνοδεύει την Έκθεση Υπεράσπισης της Αποζημιούσης Αρχής, όσο και τον επισυνημμένο στην υπό κρίση Αίτηση. Είμαι της γνώμης πως η λέξη «αντικατάσταση» που χρησιμοποιήθηκε από την Αιτήτρια είναι αδόκιμος όρος αφού ό,τι ζητείται είναι η προσθήκη πέντε
(5)νέων συγκριτικών πωλήσεων και όχι η αντικατάσταση του Πίνακα καθ' ολοκληρίαν. Το ουσιαστικό δε είναι πως οι πέντε αυτές συγκριτικές πωλήσεις ανάγονται στον χρόνο της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης και μπορούν να θεωρηθούν σχετικές με το επίδικο θέμα του υπολογισμού της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Το κατά πόσον θα ληφθούν υπόψη, αυτό είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Θεωρώ επίσης πως η θέση της Απαλλοτριούσας Αρχής ως προς την κατά μέτρον αξία της γης που απαλλοτριώθηκε δεν διαφοροποιείται. Πέραν των προαναφερομένων, θεωρώ πως δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά, ούτε έχω διαπιστώσει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, πως υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους της Αιτήτριας. Θεωρώ επίσης πως δεν έχει σημειωθεί καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, αφού η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Καταληκτικά θεωρώ πως θα πρέπει να δοθεί στη πλευρά της Αιτήτριας το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις της, έτσι ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης, βρίσκω πως έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης του αιτουμένου διατάγματος. Διά ταύτα η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Α. Ο σχετικός πίνακας των Συγκριτικών Πωλήσεων και των Χωρομετρικών Σχεδίων, να καταχωρηθεί εντός είκοσι
(20)ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Τα έξοδα της Αίτησης και εκείνα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Απαιτητών και εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο