Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. M. Afxentiou & A. Stylianou Developers Ltd Δια του Διαχειριστή/Παραλήπτη αυτής κ. Chatzihanna κ.α., Αρ. Αγωγής: 3906/2014, 23/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3906/2014 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και
- M. Afxentiou & A. Stylianou Developers Ltd Δια του Διαχειριστή/Παραλήπτη αυτής κ. XXXXX Chatzihanna (A/E138947)
- XXXXX Αυξεντίου (Α.Δ.Τ. XXXXX2260)
- XXXXX Στυλιανού (Α.Δ.Τ. XXXXX7289)
- Niam Ltd (A/E 173648)
- Alambra Estates Ltd (A/E 2091)
- Andreas Stylianou Estates Ltd (A/E 167813)
- A, M. G. Stylianou Bros Ltd (A/E 206630)
- XXXXX Αυξεντίου η άλλως XXXXX Αντωνίου Χρίστου (Α.Δ.Τ. XXXXX5934)
- Α. Α. & s. A. Property Investments Ltd (A/E197514) Εναγομένων Αίτηση ημερ. 20/10/2017 υπό εναγομένων - αιτητών για τροποποίηση υπεράσπισης Ημερομηνία: 23 Μαΐου 2018 Για εναγομένους - αιτητές: κα Αίμιλη Κώστα για Νίκο Καλλή Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Δόνα Κωνσταντίνου για Γιώργος Γιάγκου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσόν των €11.710.782,68 πλέον τόκους και έξοδα και εδράζεται σε δανειακές συμβάσεις για τραπεζικά δάνεια που παραχώρησε στην εναγομένη 1 με την εγγύηση των υπολοίπων εναγομένων. Η ενάγουσα τράπεζα επιζητεί επίσης διατάγματα για την εκποίηση διάφορων ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία οι εναγόμενοι παραχώρησαν προς εξασφάλιση των πιο πάνω δανειακών υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα. Με την υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι δεν αρνούνται την υπογραφή των δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων. Υποστηρίζουν όμως ότι η ενάγουσα υπερχρέωσε τους επίδικους λογαριασμούς με επιτόκιο πέραν του συμφωνηθέντος χωρίς την συγκατάθεση τους. Επιπλέον, η ενάγουσα ετσιθελικά από θέση ισχύος, χωρίς την συγκατάθεση των εναγομένων και χωρίς νόμιμο δικαίωμα, επέβαλε τέτοιους όρους στους εναγομένους με τους οποίους τους προκάλεσε ζημιά, αδιέξοδο και τους κατέστησε σε θέση να μην δύνανται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Είναι περαιτέρω η θέση των εναγομένων ότι δεν υπάρχει έγκυρη συμφωνία εγγύησης αλλά ακόμα και αν αποδειχθεί ότι υπάρχει έγκυρη εγγύηση θα πρέπει να απαλλαγούν από αυτήν λόγω μεταβολής των όρων των δανειακών συμβάσεων χωρίς την συγκατάθεση των εγγυητών. Στις 06/05/2015 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης μετά από αίτηση της ενάγουσας. Στην συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση η οποία αναβλήθηκε αρκετές φορές για λόγους που εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και δεν είναι του παρόντος. 2.
- Την 30/11/2015, η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 20/04/2016 για πρώτη φορά και μέχρι τότε το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως γίνουν όλα τα απαραίτητα διαβήματα για την ολοκλήρωση των Δικογράφων, ωστόσο οι Αιτητές πάλι δεν προέβησαν σε Αίτηση για Τροποποίηση της Υπεράσπισης τους. Μέχρι και την παρούσα Αίτηση, η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για Ακρόαση, ήτοι 18/10/2016, 07/04/2017 και 27/11/
- Ακολούθησε στις 20.20.17 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν την τροποποίηση της υπεράσπισης τους με την προσθήκη 43 νέων παραγράφων καθώς και ανταπαίτησης. Η παρούσα αίτηση Με την αίτηση τους, οι ενάγοντες ουσιαστικά επιχειρούν να εισαγάγουν νέους ισχυρισμούς προς επιβεβαίωση της πιο πάνω υπεράσπισης τους. Επιχειρούν όμως ταυτόχρονα να προσθέσουν ισχυρισμούς που αφορούν νέες υπερασπίσεις που δεν αναφέρονται στην αρχική υπεράσπιση τους. Συγκεκριμένα επιχειρούνται να εισαχθούν μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω νέοι ισχυρισμοί: • Η ενάγουσα ενεργούσε με τέτοιο τρόπο ωσάν να ήταν ο χρηματοοικονομικός σύμβουλος των εναγομένων. Οι εναγόμενοι είχαν πλήρη εμπιστοσύνη στην κρίση και τις διαβεβαιώσεις της ενάγουσας και βασίζονταν σε αυτές. Σε αυτά τα πλαίσια, η ενάγουσα ενήργησε αμελώς παραλείποντας να προειδοποιήσει τους εναγομένους για τους κινδύνους από την σύναψη των Δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων. Αντιθέτως παρότρυνε την εναγομένη 1 να συνάπτει νέες συμβάσεις δανείου με τις οποίες θα αποπληρωνόταν το ήδη υφιστάμενο δάνειο και θα κάλυπτε και ένα επιπλέον ποσό ως περαιτέρω χρηματοδότηση, χρησιμοποιώντας ως εγγυητές τους εναγομένους 2-
- • Η ενάγουσα δεν προέβη σε σωστή αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων, του οικονομικού τους προφίλ και του οικονομοτεχνικού τους πλάνου, προτού παραχωρήσει τα υπό κρίση δάνεια. Η ενάγουσα όφειλε να γνωρίζει πως με βάση τα εισοδήματα και τις οικονομικές δυνάμεις των εναγομένων, αυτοί δεν μπορούσαν να την εξοφλήσουν χωρίς την πώληση των υποθηκευμένων τεμαχίων γης. Συνεπώς προκύπτει ότι η ενάγουσα βασίστηκε για να εισπράξει το λαβείν της, αποκλειστικά στις εξασφαλίσεις και όχι στην δυνατότητα καταβολής δόσεων και αποπληρωμής του χρέους. • Με κάθε νέα συμφωνία δανείου, η ενάγουσα αύξανε τα επιτόκια και υποχρέωνε τους εναγομένους να πληρώσουν επιπρόσθετες χρεώσεις και επιβαρύνσεις και να δίδουν περαιτέρω εξασφαλίσεις. Σε περίπτωση που οι εναγόμενοι αρνούνταν να υπογράψουν τις προτεινόμενες συμφωνίες με τα αυξημένα επιτόκια, επιβαρύνσεις και εξασφαλίσεις, η ενάγουσα πίεζε και απειλούσε ότι δεν θα τους παραχωρούσε νέες πιστωτικές διευκολύνσεις. • Η ενάγουσα εκτός από τις πιέσεις προέβαινε και σε διάφορες ψευδείς παραστάσεις προς τους εναγομένους αναφορικά με τις προσφερόμενες υπηρεσίες στους πελάτες της προκειμένου να τους πείσει να υπογράψουν νέες δανειακές συμβάσεις. • Η ενάγουσα είχε τον απόλυτο έλεγχο της εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων αφού επέλεγε τον εκτιμητή και έδινε οδηγίες ως προς τις απαραίτητες προϋποθέσεις της εκτίμησης (valuation requirements), τα κριτήρια της εκτίμησης, τα στάνταρτ, τις περιστάσεις (circumstances) και θεωρήσεις (assumptions) και προέβαινε σε αξιολόγηση της εκτίμησης με σκοπό την έγκριση ή όχι της χρηματοδότησης. Οι εναγόμενοι 1-9 εάν η ενάγουσα δεν ενεργούσε με αυτό τον τρόπο και εάν γνώριζαν την αξία υποθήκευσης των ακινήτων δεν θα προχωρούσαν στην υπογραφή των επίδικων δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων. • Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι όλοι και/ή μερικοί από τους όρους των επίδικων συμφωνιών είναι άκυροι και/ή καταχρηστικοί χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα διότι είναι αντίθετοι στα χρηστά και/ή συναλλακτικά ήθη και/ή τους κανόνες επιεικείας και/ή των καθηκόντων επιμέλειας, πίστης και προνοίας που έχουν οι τράπεζες απέναντι στους πελάτες τους. • Οι εναγόμενοι επικαλούνται την οικονομική κρίση και ισχυρίζονται ότι αποτελεί ένα απρόβλεπτο γεγονός το οποίο ματαίωσε τις επίδικες συμφωνίες, οι οποίες επηρεάστηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε οποιαδήποτε ενέργεια της ενάγουσας με βάση τους όρους των συμφωνιών χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική κρίση και την μεταβολή που επήλθε να θεωρείται κακόπιστη και/ή καταχρηστική. • Η ενάγουσα παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ουσιαστική ενέργεια αναδιάρθρωσης των επίδικων δανείων κατά παράβαση του κώδικα και της οδηγίας της κεντρικής τράπεζας περί της διαχείρισης καθυστερήσεων ημερομηνίας 9/9/2013 και/ή κατά παράβαση των οδηγιών της και/ή των ρητών και/ή εξυπακουομένων όρων των συμφωνιών και/ή της σχέσης εμπιστοσύνης (trust and confidence) και της υποχρέωσης να διαβουλευτεί με τους εναγόμενους και να επαναδιαπραγματευθεί τους όρους αποπληρωμής ή να πάρει προληπτικά μέτρα ούτως ώστε να εξασφαλίσει την ισχύ των συμφωνιών, δεδομένων των νέων συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί λόγω της οικονομικής κρίσης και των γεγονότων του Μαρτίου του
- Στην συνέχεια επιχειρείται η προσθήκη ανταπαίτησης με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν λόγω των πιο πάνω ισχυρισμών τους, την ακύρωση των επίδικων δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων και υποθηκών λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της ενάγουσας. Επιζητούνται επίσης διάφορα διατάγματα για ακύρωση της αύξησης των επιτοκίων και επιβαρύνσεων. Τέλος με την ανταπαίτηση, επιζητείται η προσθήκη αξίωσης για αποζημιώσεις λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της ενάγουσας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της XXXXX Περικλέους, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των συνηγόρων των εναγομένων. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ο λόγος που οι εναγόμενοι δεν προώθησαν τις θέσεις τις οποίες επιχειρούν να προσθέσουν στην υπεράσπιση τους, ήταν από λάθος και/ή παράληψη και/ή λάθος υπολογισμό. Συγκεκριμένα, η υπόθεση ήταν υπό την προσωπική επίβλεψη δικηγόρου ο οποίος αποχώρησε από το γραφείο των συνηγόρων των εναγομένων και ο οποίος παρέλειψε να συμπεριλάβει στην αρχική υπεράσπιση τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Αναφέρεται επίσης στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι δεν θα υπάρξει καθυστέρηση της διαδικασίας αφού η αίτηση τροποποίησης έγινε πριν την έναρξη της ακρόασης. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε ζημιά διορθώνεται με την καταβολή των εξόδων. Περαιτέρω, η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα και είναι αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων των εναγομένων και την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Η ειδοποίηση ένστασης Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παραθέτοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
- Η αίτηση εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης της και ουδείς βάσιμος λόγος έχει δοθεί που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, με αποτέλεσμα εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της καθ' ης η αίτηση για δίκαιη δίκη.
- Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική αφού όλοι οι ισχυρισμοί των αιτητών στην παρούσα διαδικασία, αφορούν γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά στους αιτητές από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας και να καταγραφούν στην υπεράσπιση. Συνεπώς δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η καθυστέρηση εισαγωγής τους στην υπεράσπιση.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά αφού στην ουσία επιχειρείται η τροποποίηση και/ή η μετατροπή της πραγματικής και νομικής βάσης της υπεράσπισης καθώς και η γραμμή υπεράσπισης που ακολουθείτο μέχρι σήμερα. Οι αιτητές ουσιαστικά αιτούνται την πλήρη αντικατάσταση της υπεράσπισης με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να διευρύνονται τα πραγματικά και νομικά πλαίσια της δίκης, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα και να τοποθετείται η υπόθεση σε διαφορετική πραγματική και νομική βάση και διαφορετική τροχιά από αυτή που τέθηκε μέχρι τώρα. Επιπλέον η επίδικη αίτηση επιχειρεί και την προσθήκη ανταπαίτησης, η οποία δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι σήμερα.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται αντικανονικά, καταχρηστικά, αδικαιολόγητα και κακόπιστα αφού απαράδεκτα και τεχνηέντως γίνεται προσπάθεια να προστεθούν ισχυρισμοί με επιδίωξη να αρθεί η ανεπάρκεια καθώς και οι συνέπειες ελλείψεων και παραλείψεων της υπεράσπισης των αιτητών.
- Οι αιτητές απέτυχαν ως είχαν καθήκον, να δώσουν στο Δικαστήριο επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις για την παράληψη τους να περιλάβουν τους ισχυρισμούς τους που επιζητούν με την τροποποίηση, οι οποίοι μεταβάλουν ριζικά την υπεράσπιση τους, σε προγενέστερο στάδιο, αλλά ούτε έχουν δώσει εξηγήσεις για τη μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
- Οι ισχυρισμοί τους οποίους προσπαθούν να εισαγάγουν οι αιτητές είναι παντελώς λανθασμένοι, αναληθείς και ατεκμηρίωτοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις των αιτητών σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους έναντι της καθ' ης η αίτηση.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα προκαλούσε αδικία εναντίον της καθ' ης η αίτηση και θα έπληττε ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα της καθ' ης η αίτηση, αλλά και της δικαιοσύνης. Επιπλέον, η ζημιά και η απώλεια η οποία θα προκληθεί εναντίον των συμφερόντων της καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να αποζημιωθεί και/ή να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.
- Η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού είναι επιπόλαια και ενοχλητική (Frivolous and Vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (Abuse Of The Process Of The Court), περιπλέκοντας τα επίδικα θέματα και καθυστερώντας την διαδικασία.
- Το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν θα εξυπηρετηθεί με τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που ζητούνται να εισαχθούν με την τροποποίηση ήταν πάντοτε γνωστά στους αιτητές και δεν πρόκειται για γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση τους εκ των υστέρων.
- Η καθυστέρηση θα προκληθεί λόγω της αιτούμενης τροποποίησης της υπεράσπισης, θα απολήξει σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης της υπόθεσης της καθ' ης η αίτηση εντός εύλογου χρόνου. Η καθυστέρηση που αναμένεται ότι θα προκληθεί στην παρούσα υπόθεση, μπορεί αυτή καθαυτή, να αποτελέσει λόγο απόκλισης της δυνατότητας έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Κουντούρη, υπαλλήλου της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Σε αυτήν υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι δεν ευσταθεί σε καμία περίπτωση η δικαιολογία που δίδεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ότι από λάθος και/ή παράληψη και/ή λανθασμένο υπολογισμό της δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική υπεράσπιση τα όσα επιθυμούν οι αιτητές να προσθέσουν στον παρόν στάδιο. Επεσήμανε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν την προσθήκη 43 νέων παραγράφων συμπεριλαμβανομένης και ανταπαίτησης. Η δικαιολογία του λάθους και της παράληψης, στερείται λογικής αφού η προκειμένη περίπτωση δεν αφορά την διόρθωση απλών παραλείψεων αλλά την μεταβολή ριζικά και ολοκληρωτικά της υφιστάμενης υπεράσπισης, με την προσθήκη ανταπαίτησης. Ο ομνύων απέρριψε επίσης της θέση που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι μόλις τώρα οι αιτητές αντιλήφθηκαν την ανάγκη για τροποποίηση. Ισχυρίστηκε ότι η ανάγκη για τροποποίηση, εύλογα μπορούσε να εντοπιστεί από τους αιτητές από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η τροποποίηση που επιζητείται δεν αφορά οποιοδήποτε νομικό σημείο και/ή στοιχείο το οποίο προέκυψε με την πάροδο του χρόνου αλλά αφορά ξεκάθαρα γεγονότα, τα οποία οι αιτητές και οι δικηγόροι τους είχαν εις γνώσιν τους εξ αρχής και αδικαιολόγητα παρέλειψαν να τα παραθέσουν. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών ισχυρίστηκε ότι αν επιτραπεί η επίδικη τροποποίηση, το αποτέλεσμα θα ήταν να προκληθεί στην καθ' ης η αίτηση ζημιά, για την οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί μόνο με την επιδίκαση των εξόδων αφού τα δικαιώματα της για δίκαιη Δίκη, πλήττονται ανεπανόρθωτα. Επεσήμανε επί του προκειμένου ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, επιχειρείται η εισαγωγή νέων γεγονότων στην υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το πλαίσιο της διαδικασίας και να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων της καθ' ης η αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και του Συνταγματικού δικαιώματος για διεξαγωγή της Δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι από τις αιτούμενες τροποποιήσεις, προκύπτει ότι δεν είναι η πρόθεση των αιτητών να διορθώσουν αλλά να αντικαταστήσουν την υφιστάμενη υπεράσπιση, υιοθετώντας ότι μέχρι στιγμής λέχθηκε από την πλευρά τους, δηλαδή τις παραγράφους 1-10 της υπεράσπισης τους και έπειτα να προβάλουν μία καινούρια υπεράσπιση καθώς και ανταπαίτηση. Κατά τον ομνύοντα, είναι έκδηλο ότι οι αιτητές προβαίνουν σε προσπάθεια να επανορθώσουν για τις παραλείψεις, τα λάθη, τις παρατυπίες και την ανεπάρκεια της υφιστάμενης υπεράσπισης, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται οι ισχυρισμοί τους στις ανάγκες της αγωγής. Ωστόσο δεν είναι ορθό και δίκαιο να επωμιστεί η καθ' ης η αίτηση την ζημιά της αιτούμενης τροποποίησης, ούτε και το αποτέλεσμα της ανεπάρκειας της υφιστάμενης υπεράσπισης ούτε επίσης και οποιεσδήποτε παραλείψεις, λάθη και παρατυπίες των αιτητών και των δικηγόρων τους. Ο ενόρκως δηλών ανέφερε στην συνέχεια ότι η καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας αίτησης δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση. Η υπεράσπιση έχει καταχωρηθεί στις 16/12/2014 και η παρούσα αίτηση τροποποίησης στις 20/10/2017, δηλαδή σχεδόν 3 χρόνια μετά. Περαιτέρω, η ένορκη δήλωση που στηρίζει την παρούσα αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση αυτή και ούτε αναφέρει επαρκή λόγο για τον οποίο οι αιτητές δεν αιτήθηκαν εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία καταχώρησης της υπεράσπισης την τροποποίηση της. Ως εκ τούτου, είναι έκδηλο κατά τον ομνύοντα ότι η παρούσα αίτηση γίνεται καταχρηστικά, απαράδεκτα, τεχνηέντως και κακόπιστα με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και χρησιμοποιείται σαν επιβραδυντική τακτική, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης κατά παράβαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση μπορεί να γίνει όπου κριθεί αναγκαίο, στο στάδιο παράθεσης των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομικές αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια νομολογιακή αρχή, επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσον η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας όπως καθορίστηκαν από την Κυπριακή νομολογία, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ 33 ως ακολούθως:
- Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
- Η έναρξη της Δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της Δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη Δίκη. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται, έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Συμπεράσματα Προσεκτική μελέτη των δικογράφων, καταδεικνύει ότι επιδιώκεται με την παρούσα, η προσθήκη νέων βάσεων υπεράσπισης αλλά και ανταπαίτηση. Γίνεται επίσης προσπάθεια περαιτέρω επεξήγησης και διεύρυνσης της υφιστάμενης βάσης υπεράσπισης. Επιπλέον από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, εντοπίζω καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Όμως το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν σε προγενέστερο στάδιο δεν αποτελεί από μόνο του, ικανοποιητική απόδειξη κακοπιστίας και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από τους εναγομένους. Παρόλα αυτά, το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσον με την προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης και την διαπιστωθείσα καθυστέρηση, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα της προκαλέσει ζημιά, την οποία καθόρισε κυρίως στην εκτροπή της υπόθεσης και την επακόλουθη καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής. Όμως το επιχείρημα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό, δεδομένου ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η τυχόν καθυστέρηση από μόνη της δεν επιφέρει την απόρριψη του αιτήματος. Το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, σε συνδυασμό με την απουσία απόδειξης κακοπιστίας των εναγομένων, καταδεικνύεται ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης και της αιτούμενης τροποποίησης που αφορά την προβολή των ισχυρισμών των εναγομένων για την σύναψη των δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων, και με συνυπολογισμό με τους υπόλοιπους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα στους εναγομένους να προβάλουν τις θέσεις τους σε σχέση με ένα σημαντικό σκέλος της απαίτησης της ενάγουσας, τις οποίες από παράλειψη δεν δικογράφησαν στην αρχική τους υπεράσπιση. Σε αντίθετη περίπτωση, η απόρριψη της αίτησης θα προκαλέσει ζημιά στους εναγομένους αφού δεν θα μπορέσουν να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλες τις θέσεις τους επί των αξιώσεων της ενάγουσας. Υπενθυμίζω εδώ, ότι καθήκον του Δικαστηρίου στην εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης δεν είναι η τιμωρία ενός διαδίκου που από αμέλεια παρέλειψε να συμπεριλάβει όλες τις θέσεις του σε ένα δικόγραφο, αλλά η προστασία των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης. Αυτό επιτυγχάνεται με την παροχή ανάλογης ευχέρειας στους διαδίκους να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αφού βέβαια πληρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για τροποποίηση δικογράφου. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η πιθανότητα εκτροπής από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά (βλ. Easton v. Ford Motor Co Ltd ανωτέρω). Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης των εναγομένων ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στην συνέχεια να εφαρμοστούν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση της υπεράσπισης. Η τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω της παράλειψης των εναγομένων να συμπεριλάβουν στην αρχική τους υπεράσπιση, τις θέσεις τους αναφορικά με τις επίδικες συμβάσεις και την αξίωση της ενάγουσας. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση ως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν στο σύνολο τους οι εναγόμενοι - αιτητές και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο