← Κύπρος

ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΚΙΠΝΙΣ, προσωπικά και με την ιδιότητα της σαν πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Podgrebenkov, Αρ. Αγωγής: 515/16, 22/5/2018

ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΚΙΠΝΙΣ, προσωπικά και με την ιδιότητα της σαν πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Podgrebenkov, Αρ. Αγωγής: 515/16, 22/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 515/16 Μεταξύ: 1. XXXXX (άλλως XXXXX) ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ 2. VAKIS ASSOCIATES LIMITED Εναγόντων και 1. XXXXX ΚΙΠΝΙΣ, προσωπικά και με την ιδιότητα της σαν πληρεξούσια αντιπρόσωπος του XXXXX Podgrebenkov, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 24.5.2006 2. XXXXX ΜΑΡΚΙΔΗΣ Εναγομένων Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 22.5.2018. Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Χ. Πολυβίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και Αγγελίνα Αγαθοκλέους. Για Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Τσολάκη για Γεώργιος Λ. Σαββίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 18.3.16, η Εναγόμενη 1 (στο εξής η Αιτήτρια) ζητά διάταγμα αναστέλλον την διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ή οιανδήποτε άλλη Διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 3, 8 και 26 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στην Δ.48 Κ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Αγγελικής Αγαθοκλέους. Οι Ενάγοντες 1 και 2 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης. Με αυτήν εγείρουν τους ακόλουθούς λόγους ένστασης: 1. Η αίτηση είναι αβάσιμη, αντινομική, παράτυπη και χωρίς πιθανότητα επιτυχίας για τους πιο κάτω λόγους: (α) Η ένορκη δήλωση, η οποία στηρίζει την αίτηση έγινε από την δικηγόρο της Αιτήτριας κα Αγγελική Αγαθοκλέους και όχι από την ίδια την Αιτήτρια και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή καθότι: (
  2. i)Δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίο η ένορκη δήλωση δεν έγινε από την ίδια την Αιτήτρια. (
  3. ii)Η ένορκη δήλωση αποτελεί μαρτυρία γεγονότων ώστε να θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω χειρισμός της υπόθεσης από μέρους της. (β) Στην αίτηση δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση Διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία στην αγωγή. 2. Διαζευκτικά και άνευ επηρεασμού των πιο πάνω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου και συγκεκριμένα: (α) Δεν δικαιολογείται η παραπομπή του θέματος σε διαιτησία καθότι: (
  4. i)Η αμοιβή του Ενάγοντα 1 συμφωνήθηκε σε ποσοστό 15% πλέον Φ.Π.Α επί του τελικού κόστους του επίδικου έργου, το οποίο θα καταβαλλόταν σε δόσεις ως προνοεί η μεταξύ των Εναγόντων και της Αιτήτριας συμφωνία ημερ. 12.3.10. (
  5. ii)Στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 16.3.16, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Αγγελίνας Αγαθοκλέους, δεν αμφισβητείται ο τρόπος πληρωμής του Ενάγοντα 1, αλλά το κόστος του επίδικου έργου για το οποίο όμως δεν ευθύνονται οι Ενάγοντες αλλά οι Επιμετρητές Ποσοτήτων και οι Εργολάβοι του έργου, τους οποίους διόρισε η Αιτήτρια. (iii) Επομένως αν η Αιτήτρια έχει αμφιβολίες για το κόστος του έργου, βάσει του οποίου προκύπτει η αμοιβή του Ενάγοντα 1, αυτή η αμφισβήτησή της συνιστά διαφορά ανάμεσα στην Αιτήτρια και τους Επιμετρητές Ποσοτήτων και τους Εργολάβους του έργου και όχι ανάμεσα στην Αιτήτρια και τους Ενάγοντες. (iν) Αν και στην ένορκη δήλωσή της ημερ. 16.3.16, η Αιτήτρια αμφισβητεί το κόστος του έργου, εντούτοις, όπως η ίδια αναφέρει έχει καταβάλει στους Εργολάβους του επίδικου έργου όλα τα ποσά τα οποία την έχουν χρεώσει βάσει των διατακτικών πληρωμής των Επιμετρητών Ποσοτήτων του έργου, πλην της τελευταίας χρέωσης, η οποία αφορά το 50% της κατακράτησης βάσει του μεταξύ τους συμβολαίου, πλην όμως αρνείται αδικαιολόγητα να καταβάλει στους Ενάγοντες την δική τους αμοιβή εκ €90.162,49, η οποία υπολογίστηκε βάσει της μέχρι στιγμής πιο πάνω αναφερόμενης χρέωσης των Εργολάβων του έργου. (β) Η Αιτήτρια όταν άρχισε η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν και εξακολουθεί να μην είναι πρόθυμη να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Αυτό φαίνεται στην σχετική αλληλογραφία και κυρίως στον διορισμό του Εναγομένου 2 σαν πληρεξούσιου αντιπροσώπου της, προσδίδοντάς του παράνομα εξουσίες και αρμοδιότητες, οι οποίες ανήκουν στον Ενάγοντα 1 και στους Επιμετρητές Ποσοτήτων του επίδικου έργου καθώς και εξουσίες διαιτητή. 3. Οι Ενάγοντες μέσω διπλοσυστημένης επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 28.3.16 έχουν ήδη απαντήσει στην επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ημερ. 16.3.16, ότι διαφωνούν με την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία τόσο για τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται πιο πάνω υπό 2, όσο και για τον λόγο ότι από την στιγμή που βρίσκεται σε ισχύ το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 11.11.15, με το οποίο η Αιτήτρια διορίζει τον Εναγόμενο 2 πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της, ενδεχομένως ο Εναγόμενος 2 να παρουσιάζεται στην διαδικασία της διαιτησίας εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας, την στιγμή που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή την ανάκληση του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου ως παράνομου και επιπλέον, αναμένουν απάντηση από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου στην επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 28.3.16 με την οποία ζητούν να τους εφοδιάσουν με την έκθεση του ερευνώντα λειτουργού βάσει της οποίας λήφθηκε η απόφαση για απόρριψη της καταγγελίας τους εναντίον του Εναγομένου 2 για αντιδεοντολογική συμπεριφορά καθώς και τα πρακτικά της συνεδρίασης της Ολομέλειας του Πειθαρχικού Συμβουλίου, στην οποία λήφθηκε η εν λόγω απόφαση, έτσι ώστε η προσφυγή σε διαιτησία με την ενδεχόμενη ανάμειξη του Εναγομένου 2 σαν πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Αιτήτριας θα επιφέρει αδικία εις βάρος των Εναγόντων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1. Ο δε Εναγόμενος 2 δεν έλαβε μέρος στην διαδικασία της παρούσας αίτησης. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρησε στις 18.10.16 συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Αγγελική Αγαθοκλέους. Στην συνέχεια στις 27.3.17, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1. Τέλος στις 21.4.17, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρησε και δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Αγγελικής Αγαθοκλέους. Στο σημείο αυτό για σκοπούς οικονομίας της απόφασης δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων ούτε των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές. Σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εάν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ακρόαση της αίτησης έγινε με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή στην σχετική νομολογία. Οι εν λόγω θέσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση εδράζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο με τον πλαγιότιτλο «Εξουσία για αναστολή διαδικασίας όταν υπάρχει συνυποσχετικό» προβλέπει τα ακόλουθα: «8. Αν οποιοσδήποτε συµβαλλόµενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση µέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συµβαλλόµενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση µέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά µε οποιοδήποτε από τα θέµατα που συµφωνήθηκε να παραπεµφθούν σε διατησία, τότε οποιοσδήποτε απο τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε µετά την εµφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγµα για αναστολή της διαδικασίας άν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη µη παραποµπή του θέµατος σε διαιτησία σύµφωνα µε το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιµος και πρόθυµος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας». Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το πιο πάνω άρθρο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 4

(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950. Ως εκ τούτου διαφωτιστική για το θέμα είναι η Αγγλική νομολογία και τα Αγγλικά συγγράμματα, εξ ου και η αναφορά σε αυτά κατωτέρω. Η έκδοση διατάγματος αναστολής δικαστικής διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί, αυτή η διακριτική ευχέρεια ασκείται κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ασκείται στην περίπτωση αναστολής λόγω ύπαρξης ρήτρας ξένης δικαιοδοσίας (βλ. Cyprus Phassouri Plantations Co. Ltd. v. Adriatica di Navigazione S.P.A.
(1985)1 C.L.R. 290). Οι βασικές αρχές τις οποίες εφαρμόζει το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια υπαγορεύουν ότι σε γενικές γραμμές η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται υπέρ της απόδοσης αναστολής, εκτός εάν καταδεικνύεται ισχυρός λόγος περί του εναντίον και το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου λόγου εναποτίθεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. United Feeder Services Limited v. Πλοίου 'Anna Elisabeth' υπό σημαία Αυστρίας
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1946). Οι προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει τέτοια αναστολή είναι οι ακόλουθες:
  1. Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.
  2. Έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
  3. Έναρξη δικαστικής διαδικασίας από συμβαλλόμενο στην σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό.
  4. Η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί.
  5. Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στην δικαστική διαδικασία.
  6. Υποβολή της αίτησης μετά την καταχώριση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή την λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στην διαδικασία.
  7. Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για την δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας. Για τα πιο πάνω βλ. Λελιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ ν. Ανδρέας Χ. Καρπασίτη & Υιοί, (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75 και Bulfracht v. Third World Steel Company Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 148. Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζεται το όλο θέμα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Heyman and Another v. Darwins Ltd [1942] 1 All E.R. 337: «Where proceedings at law are instituted by one of the parties to a contract containing an arbitration clause and the other party, founding on the clause, applies for a stay, the first thing to be ascertained is the precise nature of the dispute which has arisen. The next question is whether the dispute is one which falls within the terms of the arbitration clause. Then sometimes the question is raised whether the arbitration clause is still effective or whether something has happened to render it no longer operative. Finally, the nature of the dispute being ascertained, it having been held to fall within the terms of the arbitration clause and the clause having been found to be still effective, there remains for the court the question whether there is any sufficient reason why the matter in dispute should not be referred to arbitration.» Ειδικότερα, όσον αφορά την τέταρτη προϋπόθεση δηλ. την ύπαρξη διαφοράς για να παραπεμφθεί σε διαιτησία θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει νομολογηθεί, η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Η ρήτρα αυτή, εκφράζοντας την συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Συνεπώς δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και «διαφορά» που πρέπει να παραπεμφθεί. Θα πρέπει να υπάρχει πραγματική διαφορά ήτοι πρέπει να υπάρχει ένα θέμα που τίθεται μεταξύ των διαδίκων, το οποίο θα πρέπει να εκδικάσει εν τέλει ο διαιτητής. Ως λέχθηκε στην Tradax ν. Queensea Marine Co.
(1986)1 C.L.R. 559: «A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law. . The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the facts and establishment of the contractual liabilities of the parties». Προς διαπίστωση λοιπόν της ύπαρξης πραγματικής διαφοράς στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο του Ενάγοντα (οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ή έκθεση απαίτησης σε περίπτωση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου), τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται στα πλαίσια της αίτησης αλλά και τα σχετικά με αυτό το θέμα τεκμήρια που επισυνάπτονται. Ο αιτητής είναι αυτός που οφείλει να υποδείξει με σαφήνεια στο Δικαστήριο την ακριβή φύση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των μερών ώστε να επιτύχει την αναστολή της διαδικασίας. Απλή αναφορά λοιπόν στην ρήτρα διαιτησίας δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αναστείλει την διαδικασία σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια διαφορά. Από την άλλη ως λέχθηκε στην υπόθεση Hayter v. Nelson and Home Insurance Co [1990] 2 Lloyd's Rep. 265, σε τέτοιες αιτήσεις δεν πρέπει να επιτρέπεται πλήρης ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας των μερών πάνω στην ουσία της υπόθεσης. Για τα πιο πάνω βλ. Skaliotou ν. Pelekanos
(1976)1 C.L.R. 251, Invests Foreign Trade Co Ltd v. Onisiforos Demetriades & Co.
(1982)1 C.L.R. 276, Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.α.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1069 και Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167. Εξέταση της αίτησης Θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι η εξέταση της παρούσας θα γίνει στην βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ένορκες δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Οι αναφορές στις αγορεύσεις των διαδίκων σε γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στα πιο πάνω δεν θα ληφθούν υπόψην καθότι ως είναι νομολογημένο δεν μπορεί να εισάγεται μαρτυρία μέσω αγορεύσεων (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1255). Περαιτέρω η εξέταση της αίτησης δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στη βάση των λόγων που εγείρονται στην ένσταση και όχι σε οποιοδήποτε λόγο που προβάλλεται για πρώτη φορά στις αγορεύσεις (βλ. Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Πριν μπω στην ουσία θα εξετάσω την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση δεν πρέπει να ληφθούν υπόψην καθότι γίνονται από την δικηγόρο της Αιτήτριας και δεν εξηγείται ο λόγος που δεν έγιναν από την ίδια την Αιτήτρια (λόγος ένστασης 1(α)). Είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση όμως αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στην Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356, λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Στην παρούσα, ως αναφέρεται και στις τρεις ένορκες δηλώσεις, η κα Αγαθοκλέους είναι δικηγόρος της Αιτήτριας, όχι όμως μόνη της αλλά ομού μετά του Δρα Χρίστου Κληρίδη. Αυτό προκύπτει άλλωστε και από το σημείωμα εμφάνισης ημερ. 2.3.16, το οποίο είναι καταχωρημένο στον φάκελο της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση της ημερ. 21.4.17 η κα Αγαθοκλέους αναφέρει ουσιαστικά ότι την υπόθεση δεν την χειρίζεται η ίδια αλλά ο Δρ. Κληρίδης και ως προκύπτει από τα πρακτικά, την ακρόαση της παρούσας δεν την χειρίσθηκε αυτή. Το γεγονός ότι αυτή εμφανίστηκε για την Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 ενώπιον του Δικαστηρίου όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη σε διάφορες δικασίμους δεν οδηγεί υπό τις πιο πάνω περιστάσεις στο συμπέρασμα ότι την χειρίζεται «προσωπικά». Δηλώνει δε ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβεί στις ένορκες δηλώσεις και στο μέτρο που δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της ως προς τα γεγονότα που είναι ο φάκελος της υπόθεσης, η δικογραφία, τα τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 24.2.16 και την ένσταση τη Αιτήτριας επ' αυτής ημερ. 16.3.16 ως και οι οδηγίες και έγγραφα που έδωσε η Αιτήτρια (βλ. TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 459 και Αναφορικά με την Αίτηση της Gelignite Holding Limited
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2513). Όσον αφορά το γιατί δεν προβαίνει στις ένορκες δηλώσεις η Αιτήτρια, πράγματι δεν δίδεται δικαιολογία. Αυτό όμως δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατάληξη ότι πρέπει να αγνοηθούν ή να απορριφθούν οι υπό αναφορά ένορκες δηλώσεις. Στην Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, αναφέρεται ότι απαιτείται να δοθεί κάποια εξήγηση αναφορικά με το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Ως έχει όμως λεχθεί στην Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1202, με αναφορά και στην Rybolovlev ανωτέρω, η νομολογία δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται τέτοια ένορκη δήλωση. Συνεπώς ο υπό εξέταση λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Προβάλλεται επίσης στον πρώτο λόγο ένστασης (υπό 1(β)) ότι στην αίτηση δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και εξηγώ. Σύμφωνα με την Δ.48 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, κάθε αίτηση στο Δικαστήριο πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει την φύση της παράκλησης που γίνεται και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Εάν η αίτηση στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου, τότε πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Δεν απαιτείται λοιπόν, πέραν από την επιδιωκόμενη θεραπεία, να αναφέρεται στο σώμα της αίτησης και ο λόγος για τον οποίο ζητείται η θεραπεία. Στην προκειμένη υπάρχει συμμόρφωση με την Δ.48 Κ.2 καθότι με το αιτητικό ζητείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας στην αγωγή και στο σώμα της αίτησης αναφέρεται και η νομική της βάσης. Σε αυτήν περιλαμβάνεται και το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, το οποίο ως προαναφέρθηκε παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Στην συνέχεια επί της ουσίας της αίτησης θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έγκριση της. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, είναι κοινώς αποδεκτό ότι στην «Εξουσιοδότηση Εντολέα σε Εγγεγραμμένους Μηχανικούς για Παροχή Υπηρεσιών», η οποία υπεγράφη στις 3.1.13 (τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση) και με την οποία η Αιτήτρια εξουσιοδότησε τον Ενάγοντα 1 (ο οποίος αποδέχθηκε την ανάληψη της εντολής ως «Μηχανικός»), όπως προβεί στην γενική μελέτη/επίβλεψη του επίδικου Έργου (το οποίο περιγράφεται ως «Προσθήκες και μετατροπές σε διατηρητέα οικοδομή») υπάρχει η ακόλουθη ρήτρα διαιτησίας: «Διαιτησία
(3)Σε περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση μεταξύ μου και του Μηχανικού, σε οποιοδήποτε στάδιο, σε σχέση με την αμοιβή του Μηχανικού, συμφωνώ όπως η διαφορά ή αμφισβήτηση παραπέμπεται για επίλυση σε διαδικασία Διαιτησίας ενώπιον Επιτροπής (μονομελούς ή τριμελούς) που θα οριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου. Η διαδικασία της Διαιτησίας θα διεξάγεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και η απόφαση του Διαιτητή ή των Διαιτητών θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη». Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν τίθεται με τους λόγους ένστασης οτιδήποτε ως προς την εγκυρότητα της εν λόγω συμφωνίας για παραπομπή της καθορισμένης διαφοράς σε διαιτησία. Ως εκ των άνω κρίνω ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση. Στις 22.2.16 οι Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με αυτήν ζητούν απόφαση εναντίον της Αιτήτριας - Εναγόμενης 1 για το ποσό των €90.162,49 πλέον νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενο για την αμοιβή τους σε σχέση με το επίδικο έργο καθώς και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Περαιτέρω ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να κηρύσσεται παράνομο το ειδικό πληρεξούσιο ημερ. 11.11.15 που έδωσε η Αιτήτρια στον Εναγόμενο 2 καθώς και δηλωτική απόφαση ότι ο Ενάγοντας 1 εξακολουθεί να είναι ο αρχιτέκτονας και επιβλέπων μηχανικός του έργου. Ως εκ των άνω κρίνω ότι πληρούνται και οι επόμενες δύο προϋποθέσεις (δεύτερη και τρίτη). Είναι δε αναμφίβολο ότι πληρούται και η πέμπτη προϋπόθεση εφόσον η υπό κρίση αίτηση έγινε από την Αιτήτρια - Εναγόμενη 1, δηλ. από διάδικο στην εν λόγω δικαστική διαδικασία. Όσον αφορά την έκτη προϋπόθεση, ως έχει νομολογηθεί η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα και το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την διαδικασία όταν ο Εναγόμενος αφήσει την αγωγή να προχωρήσει, λαμβάνοντας νέα διαβήματα (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1374 και Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Grivas κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1). Στην παρούσα κρίνεται ότι πληρούται και αυτή η προϋπόθεση εφόσον η Αιτήτρια καταχώρησε την αίτηση σε σύντομο χρόνο μετά την καταχώρηση εμφάνισης της και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή την λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί περαιτέρω ότι η αντίθετη θέση των Καθ' ων η αίτηση, η οποία προβάλλεται στην αγόρευση της συνηγόρου αυτών, ουσιαστικά ότι η Αιτήτρια θα έπρεπε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και προχώρησε στην διαδικασία της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγμάτων ημερ. 22.2.16, πέραν του ότι δεν καλύπτεται από τους λόγους ένστασης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και για άλλους λόγους. Συγκεκριμένα όσον αφορά το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, η θέση αυτή στερείται οιουδήποτε ερείσματος στην σχετική νομοθεσία και νομολογία ενώ όσον αφορά την έγερση ένστασης στην αίτηση για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 24th edition, par. 7-028, σελ. 377, με παραπομπή στην υπόθεση Roussel-Uclaf v. GD Searle & Co Ltd [1978] 1 Lloyd's Rep. 99, αυτή δεν αποτελεί «λήψη άλλου διαβήματος στην διαδικασία». Αναφορικά με την έβδομη προϋπόθεση θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι η Αιτήτρια μετά μεν την καταχώρηση της αγωγής αλλά πριν την καταχώρηση της παρούσας, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 16.3.16, προς την Διοικούσα Επιτροπή του ΕΤΕΚ και τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, αιτήθηκε όπως η Διοικούσα Επιτροπή διορίσει μονομελή Επιτροπή για επίλυση της διαφοράς με διαιτησία, αποστέλλοντας δύο έγγραφα όπου, ως δηλώνεται, εμφαίνεται η διαφορά και δήλωσε προθυμία όπως καταβάλει όλα τα δικαιώματα και τηρήσει τις σχετικές διαδικασίες (βλ. τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση). Αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι αυτοί μέσω επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 28.3.16, απάντησαν στην προαναφερόμενη επιστολή, ότι διαφωνούν με την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία (βλ. τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην ένσταση). Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στην ένσταση που έχει καταχωρήσει στις 16.3.16 η Αιτήτρια στην αίτηση των Καθ' ων η αίτηση για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, εγείρει προδικαστική ένσταση όπου υποστηρίζει βασικά ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν έχει εξουσία εκδίκασης της αγωγής λόγω της προαναφερόμενης ρήτρας διαιτησίας. Περαιτέρω στα πλαίσια της παρούσας η Αιτήτρια επαναλαμβάνει την ετοιμότητα της και την προθυμία της να πράξει όλα τα αναγκαία για την προώθηση και δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας. Ως δε φαίνεται από το τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Αγαθοκλέους ημερ. 18.10.16, το ΕΤΕΚ απάντησε στις 28.3.16 στην προαναφερόμενη επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας, ότι μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο διορισμού διαιτητή νοουμένου ότι γίνουν αποδεκτοί κάποιοι όροι. Στις 4.5.16 με επιστολή του προς τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση και κοινοποίηση προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας, το ΕΤΕΚ αναφέρει ότι για το θέμα της παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία θα πρέπει να αναμένεται η έκδοση της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου (βλ. τεκμήριο 4 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης). Στις 6.5.16 οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν προς τον Πρόεδρο του ΕΤΕΚ επιστολή με την οποία δηλώνουν ότι αποδέχονται τους όρους διορισμού Διαιτητή και ότι θα προβούν εντός των επόμενων ημερών στην κατάθεση του ποσού που ζητήθηκε ως προκαταβολή από το ΕΤΕΚ, με την επιστολή ημερ. 28.3.16 (βλ. τεκμήριο 5 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης). Στις 9.5.16 οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας, αφού παραπέμπουν στην επιστολή του ΕΤΕΚ ημερ. 4.5.16, αναφέρουν ότι θα πρέπει να αναμένουν την απόφαση του Δικαστηρίου αφού η διαφορά για την οποία αιτείται παραπομπή σε διαιτησία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι δεν τίθεται θέμα διαιτησίας (βλ. τεκμήριο 6 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης). Τέλος με επιστολή του ημερ. 13.5.16 προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας, το ΕΤΕΚ παραπέμπει στην προηγούμενη επιστολή του ημερομηνίας 4.5.16 (βλ. τεκμήριο 11 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης). Ενόψει δε των ανωτέρω κρίνω ότι το γεγονός ότι η Αιτήτρια διόρισε τον Εναγόμενο 2 σαν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της «για να λύσει τις ισχυριζόμενες διαφορές της με τον Ενάγοντα 1», ως αναφέρουν οι Καθ' ων η αίτηση, κάτι που ως φαίνεται από το τεκμήριο Δ της ένορκης δήλωση που επισυνάπτεται στην ένσταση, έγινε στις 11.11.15, δεν δείχνει απροθυμία της Αιτήτριας να πράξει όλα τα αναγκαία για την δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας. Ως προκύπτει άλλωστε από την σχετική νομολογία, αυτό καθ' αυτό το γεγονός της καταχώρηση αίτησης όπως η παρούσα καθιστά πρόδηλη την προθυμία του εκάστοτε Αιτητή για το θέμα (βλ. Λελιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ ανωτέρω) ακόμη και εάν δεν λήφθηκε προηγουμένως κανένα σχετικό μέτρο από τον Αιτητή (βλ. Bulfracht ανωτέρω). Ως εκ των άνω κρίνω ότι πληρούται και η έβδομη προϋπόθεση και προχωρώ στην εξέταση της τέταρτης προϋπόθεσης. Στα πλαίσια εξέτασης της εν λόγω προϋπόθεσης το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η απαίτηση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή συνιστά διαφορά ή αμφισβήτηση που εμπίπτει στα πλαίσια της προαναφερόμενης ρήτρας διαιτησίας. Η ρήτρα αυτή καθορίζει ως τέτοια διαφορά οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση που θα αναφυεί μεταξύ της Εντολέα (δηλ. της Αιτήτριας) και του Μηχανικού (δηλ. του Ενάγοντα 1), σε οποιοδήποτε στάδιο, σε σχέση με την αμοιβή του Μηχανικού. Έχει ήδη προαναφερθεί στην βάση ποιου υλικού γίνεται η έρευνα ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει κατά πόσο υπάρχει ή όχι τέτοια διαφορά. Ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης της ως άνω αγωγής, η Εναγόμενη 1 στις 12.3.10 ανέθεσε στους Ενάγοντες με συμφωνία, την ετοιμασία αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων, στατικής μελέτης, την διακόσμηση, την τέλεση όλων των πράξεων για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών και την επίβλεψη των εργασιών προσθηκών και μετατροπών καθώς και την τέλεση όλων των πράξεων για την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης για οικοδομή της. Συμφωνήθηκε δε ότι η αμοιβή των Εναγόντων θα ήταν σε ποσοστό εκ 15%, πλέον Φ.Π.Α επί του τελικού κόστους του έργου το οποίο θα καταβαλλόταν με καθορισμένο τρόπο. Το εν λόγω ποσοστό καθορίστηκε αρχικά επί εκτιμημένου ποσού εκ €1.700 ανά τετραγωνικό μέτρο του εσωτερικού χώρου πλέον τις εξωτερικές εργασίες, μέχρι την προσφορά του εργολάβου που θα αναλάμβανε την εκτέλεση των εργασιών οπόταν το ποσό επί του οποίου θα βασιζόταν το πιο πάνω ποσοστό θα προσαρμοζόταν αναλόγως με αυτήν την προσφορά και με την ολοκλήρωση του έργου θα προσαρμοζόταν αναλόγως της τελικής δαπάνης. Στην συνέχεια η Εναγόμενη 1 διόρισε επιμετρητές ποσοτήτων του έργου, σύμβουλο μηχανολόγο και συμβούλους ηλεκτρολόγους και ο Ενάγοντας 1 διόρισε πολιτικό μηχανικό του έργου. Πριν την κατάθεση των αρχιτεκτονικών σχεδίων για σκοπούς έκδοσης της πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής, η Εναγομένη 1 υπέγραψε στις 3.1.13 την προαναφερόμενη «Εξουσιοδότηση Εντολέα» και ο Ενάγοντας 1 αποδέχθηκε την εντολή. Κατά ή περί τις 17.3.11 η Εναγομένη 1 διόρισε με συμφωνία και/ή οικοδομικό συμβόλαιο τον εργολάβο του έργου. Καθόλη τη διάρκεια των εργασιών οι Ενάγοντες επέβλεπαν μέσω του Ενάγοντα 1 όλες τις εργασίες, οι οποίες περιλάμβαναν και επιπλέον εργασίες τις πλείστες των οποίων ζητούσε η Εναγομένη 1 ενώ οι υπόλοιπες έπρεπε να γίνουν λόγω απρόβλεπτων καταστάσεων. Κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, ο Ενάγων 1 πιστοποιούσε την ολοκλήρωση κάθε επιμέρους εργασίας, οι επιμετρητές ποσοτήτων έλεγχαν το κόστος κάθε εργασίας που ολοκληρωνόταν και εξέδιδαν διατακτικά πληρωμών προς τους εργολάβους, βάσει των οποίων εκείνοι χρέωναν την Εναγομένη 1. Επιπλέον, βάσει του κόστους που ενέκριναν οι επιμετρητές ποσοτήτων εξέδιδε και η Ενάγουσα 2 πιστοποιητικά πληρωμής, τα οποία έστελνε στην Εναγομένη 1 και με την πληρωμή τους εξέδιδε και παρέδιδε αντίστοιχα τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμών. Αφού εκτελέστηκαν όλες οι εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 10.6.15 ενημέρωναν την Εναγομένη 1, μεταξύ άλλων, για την έμπρακτη ολοκλήρωση των εργασιών, ότι θα ξεκινούσε η περίοδος ευθύνης, η οποία θα διαρκούσε για ένα χρόνο σύμφωνα με τις πρόνοιες του οικοδομικού συμβολαίου και ότι θα προχωρούσαν με τους εργολάβους του έργου στην διαδικασία υπολογισμού του τελικού κόστους του έργου. Με επιστολή τους προς τους εργολάβους του έργου, ημερ. 1.7.15 οι Ενάγοντες πιστοποίησαν την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών. Η Εναγομένη 1 μετακόμισε στην οικοδομή της και διαμένει εκεί και από την 1.7.15 ξεκίνησε η περίοδος ευθύνης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η οικοδομή θα δοκιμαζόταν, θα επιδιορθώνονταν και/ή επιλύονταν οποιαδήποτε προβλήματα προέκυπταν και θα προσδιοριζόταν το τελικό κόστος του έργου ώστε να εκδοθούν τα τελικά τιμολόγια από όλους τους εμπλεκόμενους περιλαμβανομένων και των Εναγόντων. Από την μέρα της σύναψης της συμφωνίας ανάθεσης οι Ενάγοντες προέβησαν σε χρεώσεις προς την Εναγομένη 1, σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας και παρέμεινε η έκδοση του τελικού πιστοποιητικού πληρωμής που θα γίνει με τον καθορισμό του τελικού κόστους του έργου, με τη λήξη της περιόδου ευθύνης και την έκδοση του τελικού λογαριασμού για το κόστος του έργου. Τα σχετικά πιστοποιητικά πληρωμής και τα τιμολόγια εκδόθηκαν από την Ενάγουσα 2 και παραδόθηκαν στην Εναγομένη 1, η οποία προέβη στην πληρωμή των έξι πρώτων εξ αυτών. Το τελευταίο πιστοποιητικό πληρωμής ημερ. 7.7.15, για το ποσό των €90.162,49, δόθηκε στην Εναγομένη 1, πλην όμως αυτή αμελεί και/ή αρνείται να εξοφλήσει προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες. Είναι το εν λόγω ποσό, το οποίο αφορά την αμοιβή τους που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Προς υποστήριξη της θέσης της Αιτήτριας ότι υπάρχει διαφορά που εμπίπτει στην ρήτρα διαιτησίας, γίνεται βασικά παραπομπή στην ένορκη δήλωση αυτής ημερ. 16.3.16, η οποία υποστηρίζει την ένσταση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης των Εναγόντων για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων ημερ. 24.2.16. Αντίγραφο της εν λόγω ένορκης δήλωσης επισυνάπτεται ως τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση ημερ. 18.3.16 που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Προκύπτει δε από την εν λόγω ένορκη δήλωση της ότι η Αιτήτρια ουσιαστικά αμφισβητεί την προαναφερόμενη χρέωση του Ενάγοντα 1 για το ποσό των €90.162,49, η οποία αφορά την αμοιβή του. Συγκεκριμένα μεταξύ άλλων αναφέρει ότι: · Ο Ενάγοντας 1 έκδωσε την διαταγή ενδιάμεσης πληρωμής ημερ. 7.7.15 και της ζήτησε να πληρώσει το εν λόγω ποσό αναφέροντας ότι τα στάδια 1-6 του έργου ολοκληρώθηκαν ενώ η ίδια διαφωνεί με αυτό και ισχυρίζεται ότι τα στάδια 4 και 6 δεν έχουν συμπληρωθεί (παρ. 20). · Είχε συμφωνηθεί ποσοστό εκπτωτικής προσαρμογής 14,99% επί του κόστους του εργολάβου ενώ στην συνέχεια αυτό υπολογίσθηκε στο 10.058% και στην συνέχεια στο 10.73% που φαίνεται ότι είναι το ποσοστό που εφαρμόσθηκε σε όλα τα πιστοποιητικά πληρωμής και στις ενδιάμεσες πληρωμές (παρ. 25). · Αρνείται ότι οι υποχρεώσεις του Ενάγοντα 1 έναντι της έχουν ολοκληρωθεί και αναφέρει ότι από ένα τεκμήριο
(29)που επισυνάπτει ο Ενάγοντας 1 στην αίτηση του για συντηρητικά διατάγματα, φαίνεται ότι το συνολικό εκτιμημένο κόστος είναι €2.078.112 ενώ σε άλλο τεκμήριο
(19)ότι το εκτιμημένο κόστος είναι €2.036.862, δηλ. διαφορετικό και η ίδια αμφισβητεί αυτά τα ποσά. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο υπολογισμός της ενδιάμεσης πληρωμής δεν περιέχει ορθά στοιχεία καθότι ο Ενάγοντας 1 δεν εκπλήρωσε 100% των υποχρεώσεων του και ζητά ένα ποσό το οποίο υπολογίσθηκε επί του ποσού των €2.078.112 και όχι επί του ποσού €2.036.862 και ήδη έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει λάθος στο ενδιάμεσο κόστος του έργου (παρ. 21 και 25). Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει καταδειχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων (Αιτήτριας και Καθ' ων η αίτηση) υπάρχει συγκεκριμένη πραγματική αμφισβήτηση και διαφορά, όσον αφορά το μέρος εκείνο της αμοιβής των Καθ' ων η αίτηση, το οποίο αξιώνουν με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Δεν με βρίσκει δε σύμφωνο η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η διαφορά αυτή είναι ανάμεσα στην Αιτήτρια και τους επιμετρητές ποσοτήτων και τους εργολάβους, επειδή αυτοί ευθύνονται για το κόστος του έργου. Αυτό γιατί μπορεί η αμοιβή των Καθ' ων η αίτηση να έχει συμφωνηθεί σε ποσοστό επί του κόστους του έργου και ως εκ τούτου το κέρδος να είναι σχετικό με την αμοιβή αλλά από τις πιο πάνω θέσεις της Αιτήτριας προκύπτει σαφώς ότι η αμφισβήτηση αφορά την συγκεκριμένη αμοιβή που αξιώνουν δικαστικά οι Καθ' ων η αίτηση. Η δε αναφορά στο κόστος είναι μέρος της αμφισβήτησης και σε κάθε περίπτωση αφορά εν τέλει την συγκεκριμένη αμοιβή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση και ότι αυτή η διαφορά εμπίπτει στην συγκεκριμένη ρήτρα διαιτησίας. Ως προκύπτει όμως από την σχετική νομολογία το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να εξετασθεί και το κατά πόσο καταδεικνύεται ισχυρός λόγος για να μην ανασταλεί η διαδικασία στην αγωγή, το βάρος απόδειξης του οποίου φέρουν οι Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση δηλώνουν ότι διαφωνούν με την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία και για τον λόγο ότι από την στιγμή που βρίσκεται σε ισχύ το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 11.11.15, με το οποίο η Αιτήτρια διορίζει τον Εναγόμενο 2 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της, ενδεχομένως ο τελευταίος να παρουσιάζεται στην διαδικασία της διαιτησίας εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας, την στιγμή που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή την ανάκληση του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου και επιπλέον αναμένουν απάντηση από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου σε σχέση με την απόφαση για απόρριψη της καταγγελίας τους εναντίον του Εναγομένου 2, έτσι ώστε η προσφυγή σε διαιτησία με την ενδεχόμενη ανάμειξη του Εναγομένου 2 σαν πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Αιτήτριας θα επιφέρει αδικία εις βάρος τους. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση των Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι αυτοί αναφέρονται σε «ενδεχόμενο» ο Εναγόμενος 2 να παρουσιάζεται στην διαδικασία της διαιτησίας. Εν πάση δε περιπτώσει το θέμα του ποιος θα λάβει μέρος στην εν λόγω διαδικασία είναι κάτι που προφανώς θα κριθεί από τον διαιτητή στα πλαίσια των νομικών κανόνων που διέπουν τέτοιες διαδικασίες. Όποιος δε θεωρήσει ότι αδικείται από τις αποφάσεις του διαιτητή μπορεί να λάβει τα μέτρα που του παρέχει ο Νόμος για τον σκοπό αυτό. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο (παρουσία του Εναγόμενου 2 στην διαδικασία της διαιτησίας) δεν μπορεί λοιπόν να οδηγήσει, κατά την κρίση μου, εκ προοιμίου στην μη εφαρμογή το όρου της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αποτύχει να αποσείσουν το βάρος απόδειξης οποιουδήποτε, πόσο μάλλον ισχυρού λόγου που να συνηγορεί υπέρ της μη αναστολής της διαδικασίας. Κρίνω λοιπόν ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής. Πριν ολοκληρώσω θα πρέπει να αναφερθούν και τα ακόλουθα: Όσον αφορά την θεραπεία της αναστολής της διαδικασίας, ως έχει προαναφερθεί, η αίτηση συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της Δ.48 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ίδιο όμως δεν μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει και για την θεραπεία, η οποία ζητείται μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της Αιτήτριας, για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία από το ίδιο το Δικαστήριο. Αυτό καθότι στο σώμα της αίτησης δεν αναφέρεται τέτοια παράκληση ή θεραπεία, γεγονός το οποίο είχε ως περαιτέρω συνέπεια να μην δοθεί η ευκαιρία στους Καθ' ων η αίτηση να ακουσθούν και επί τέτοιου αιτήματος. Η παράθεση δε του άρθρου 26 του Κεφ. 4 και το αιτητικό (Β) με το οποίο ζητείται «Οιαδήποτε άλλη Διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα υπό τις περιστάσεις», δεν διορθώνουν κατά την κρίση μου και ασφαλώς δεν μεταβάλλουν το πιο πάνω. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόδοσης τέτοιας θεραπείας. Καταληκτικά εκδίδεται διάταγμα αναστολής κάθε διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Όσον δε αφορά την επιβολή όρων, ενόψει της έκδοσης του προαναφερόμενου διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψην τις περιστάσεις της παρούσας, οι οποίες άλλωστε διαφοροποιούνται από εκείνες της υπόθεσης Κεφάλας ν. Petevis & Georgiades Associates κ.α.
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1916, στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια δεν ενδείκνυται να ασκηθεί υπέρ της επιβολή οποιονδήποτε όρων. Τέλος τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας - Εναγόμενης 1 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόντων 1 και 2. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.