ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Μουστάκα, Αρ. Αγωγής: 524/11, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 524/11 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και XXXXX Μουστάκα Εναγόμενου Ημερομηνία: 30.5.2018 Για Ενάγοντες: κα Χ. Αγαπίου με κα Τ. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC. Για Εναγόμενο: κ. Φ. Αποστολίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο, το ποσό των €66.639,87 με τόκο προς 9% επί ποσού €66.193,06 από 28.1.2009 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, δυνάμει συμφωνίας εγγύησης. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι δημόσια τραπεζική εταιρεία, η οποία δυνάμει ειδικού ψηφίσματος ημερ. 19.5.2004 μετονομάσθηκε από Τράπεζα Κύπρου Λτδ σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (παρ. 1). Μετά από αίτηση της XXXXX Μουστάκα (στο εξής η Πρωτοφειλέτιδα) και/ή συμφωνίας ημερ. 8.10.1996 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την Πρωτοφειλέτιδα όπως παραχωρήσουν ή συνεχίσουν να παραχωρούν δάνεια σε τρεχούμενο ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή δίνουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις για τόση περίοδο όση οι Ενάγοντες ήθελαν αποφασίσουν (παρ. 2). Κατά ή περί τις 10.10.1997 με γραπτή απόφαση τους οι Ενάγοντες γνωστοποίησαν στην Πρωτοφειλέτιδα ότι ενέκριναν την παραχώρηση σ' αυτήν τραπεζικής διευκόλυνσης με την μορφή δανείου τακτής προθεσμίας ύψους £26.500 (€45.277,94), με βάση τους όρους συμφωνίας που υπογράφτηκε ή θα υπογράφετο από αυτούς και την Πρωτοφειλέτιδα, τηρουμένων επιπρόσθετα και των όρων που περιέχονταν στην απόφαση των Εναγόντων ημερ. 10.10.1997 (παρ. 3). Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας και της πιο πάνω απόφασης τους, οι Ενάγοντες κατά ή περί τις 27.10.1997 χορήγησαν στην Πρωτοφειλέτιδα υπό μορφή δανείου τακτής προθεσμίας το ποσό των £26.500 (€45.277,94) το οποίο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις των £300 (€512,58), της πρώτης δόσης πληρωτέας ένα μήνα μετά την χορήγηση του δανείου (παρ. 4). Η συμφωνία και η απόφαση των Εναγόντων περιλάμβαναν μεταξύ άλλων τους πιο κάτω όρους: (α) το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν η τραπεζική διευκόλυνση ήταν 8% ετησίως επί ημερησίων υπολοίπων, (β) ο τόκος θα υπολογιζόταν και θα καταβαλλόταν την 30.6 και 31.12 έκαστου έτους και (γ) οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση προς την Πρωτοφειλέτιδα να τερματίσουν την λειτουργία του λογαριασμού της και να αξιώσουν άμεση εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου μαζί με τους σχετικούς τόκους (παρ. 5). Προς εξασφάλιση των Εναγόντων και/ή ως αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που αυτοί παραχώρησαν στη Πρωτοφειλέτιδα ο Εναγόμενος με συμφωνία εγγύησης ημερ. 24.10.1997 εγγυήθηκε εγγράφως για το ποσό των £32.000 (€54.675,25) πλέον τους σχετικού τόκους, όλες τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας, είτε αυτές ήταν παρούσες ή μελλοντικές είτε ήταν ή θα γίνονταν απαιτητές είτε ήταν προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε πρόσωπο (παρ. 6). Οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τον Εναγόμενο ημερ. 11.12.1998 τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού δανείου με αριθμό XXXXX7881 πρώην XXXXX1825 νυν XXXXX2815 και τον κάλεσαν όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσει όλο το οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω οι Ενάγοντες και οι δικηγόροι τους με επιστολές τους προς τον Εναγόμενο ημερ. 16.4.2003 και 28.1.2009 αξίωσαν την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού (παρ. 8). Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμών που τηρούνται από τους Ενάγοντες, το οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με τον λογαριασμό δανείου της Πρωτοφειλέτιδας είναι €66.639,87 πλέον τόκους προς 9% επί ποσού €66.193,06 από 28.1.2009 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους (παρ. 9). Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις και/ή επιστολές των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο για εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων ο Εναγόμενος αρνείται και/ή παραλείπει να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσιάζουν οι λογαριασμοί της Πρωτοφειλέτιδας. Τέλος οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας (παρ. 10). Ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, εκτός εκείνων που ρητά παραδέχεται με την υπεράσπιση του. Παραδέχεται τις παραγράφους 1-6 της έκθεσης απαίτησης. Αρνείται και απορρίπτει τις παραγράφους 7-
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω, εγείρει ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και/ή εμποδίζονται από του να την εγείρουν εναντίον του για νομικούς και πραγματικούς λόγους. Άνευ βλάβης των ανωτέρω προβάλλει την πιο κάτω υπεράσπιση της και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Επιπρόσθετα με την παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δανείου προς την Πρωτοφειλέτιδα που αφορούν την παρούσα αγωγή, η Πρωτοφειλέτιδα χρωστούσε και κάποια άλλα ποσά στους Ενάγοντες και/ή το ποσό των £2.848,00 ή το ισάξιο σε ευρώ €4.866,10 ή παραπλήσιο ποσό. Οι Ενάγοντες με την Αίτηση 548/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και επί τη βάση του περί Πτωχεύσεων Νόμου κήρυξαν την Πρωτοφειλέτιδα σε πτώχευση. Η ενέργεια αυτή των Εναγόντων συνιστά πράξη ασυμβίβαστο προς τα δικαιώματα του εγγυητή - Εναγομένου και συνεπεία της κήρυξης σε πτώχευση της Πρωτοφειλέτιδας, έχει παραβλαφτεί η τελική ικανοποίηση του εγγυητή - Εναγομένου, υπό της Πρωτοφειλέτιδας και κατά συνέπεια αυτός έχει απαλλαγεί της εγγύησης που έδωσε στους Ενάγοντες. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ότι αυτός ως εγγυητής, έχει απαλλαγεί πάσης ευθύνης δια της πιο πάνω ενέργειας των Εναγόντων εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας, επαγομένης κατά νόμο απαλλαγή της Πρωτοφειλέτιδας. Η αναφορά των Εναγόντων ότι «επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας» δεν έχει καμία νομική έννοια ή ισχύ και κανένα έννομο αποτέλεσμα δεν δημιουργεί, καθ' ότι με την πιο πάνω ενέργεια τους εμποδίζονται να αξιώνουν πλέον από την ίδια την Πρωτοφειλέτιδα, οποιαδήποτε εκκρεμούσα απαίτηση τους, η οποία δημιουργήθηκε ή υφίστατο κατά τον χρόνο κήρυξης της σε πτώχευση όπως στην παρούσα αγωγή. Ακόμη το πιο πάνω περιγραφόμενο εμπόδιο υφίσταται και δεν θα μπορούσε να ξεπεραστεί με την εξασφάλιση από τον Επίσημο Παραλήπτη άδειας έγερσης αγωγής ή συμπερίληψης αυτού ως συνεναγομένου στην παρούσα αγωγή και κατά συνέπεια και πάλι ο Εναγόμενος απαλλάσσεται πάσης ευθύνης. Βάση των ανωτέρω η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, οι οποίοι αντιβαίνουν και/ή δεν συνάδουν µε τους δικούς τους. Ισχυρίζονται δε ότι νομιμοποιούνται πλήρως στην έγερση της παρούσας αγωγής και δεν εμποδίζονται με οποιοδήποτε τρόπο στην καταχώρηση της. Δηλώνουν ότι αγνοούν και ως εκ τούτου αρνούνται τους ισχυρισμούς σε σχέση με το ότι η Πρωτοφειλέτιδα χρωστά ποσό £2.848 ή παραπλήσιο. Παραδέχονται δε τους ισχυρισμούς της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης. Υποστηρίζουν όμως ότι ο Εναγόμενος σε καμία περίπτωση έχει απαλλαγεί της ευθύνης του έναντι αυτών. Τέλος αρνούνται όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Μαρτυρία Προς τιμή δε των συνηγόρων των διαδίκων, με σκοπό την συντόμευση της ακροαματικής διαδικασίας και την ολοκλήρωση το συντομότερο δυνατό της παλιάς αυτής υπόθεσης, ολόκληρη η μαρτυρία τέθηκε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Ευρήματα Από την πιο πάνω μαρτυρία καταλήγω λοιπόν στα ακόλουθα ευρήματα:
- Οι Ενάγοντες είναι Δημόσια Τραπεζική Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία.
- Το προηγούμενο όνομα των Εναγόντων ήταν ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ.
- Με συμφωνία ημερ. 8.10.1996 (τεκμήριο 1) μεταξύ των Εναγόντων και της XXXXX Μουστάκα (στο εξής «η Πρωτοφειλέτιδα»), οι πρώτοι συμφώνησαν να παραχωρήσουν στην Πρωτοφειλέτιδα ή να συνεχίσουν να παραχωρούν δάνεια σε τρεχούμενο ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή να δίνουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις για τόση περίοδο όση οι Ενάγοντες ήθελαν αποφασίσουν κατά την κρίση τους.
- Με απόφαση τους ημερ. 10.10.1997 (τεκμήριο 2) οι Ενάγοντες γνωστοποίησαν στην Πρωτοφειλέτιδα ότι ενέκριναν την παραχώρηση σ' αυτήν τραπεζικής διευκόλυνσης με τη μορφή δανείου τακτής προθεσμίας ύψους £26.500 με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερ. 8.10.1996, τηρουμένων και των όρων που περιέχονταν στην απόφαση των Εναγόντων ημερ. 10.10.
- Στην βάση της προαναφερόμενης συμφωνίας και απόφασης τους οι Ενάγοντες στις 27.10.1997 χορήγησαν στην Πρωτοφειλέτιδα υπό μορφή δανείου τακτής προθεσμίας το ποσό των £26.500 και άνοιξαν στις 20.10.1997 επ' ονόματι της Πρωτοφειλέτιδας τον λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX1825 μετέπειτα XXXXX2815 μετέπειτα XXXXX2815 (στο εξής ο επίδικος λογαριασμός).
- Προς εξασφάλιση της τραπεζικής διευκόλυνσης του εν λόγω δανείου, ο Εναγόμενος με συμφωνία εγγύησης ημερ. 24.10.1997 (τεκμήριο 3) εγγυήθηκε εγγράφως για το ποσό των £32.000 πλέον τόκους, όλες τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας.
- Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 11.12.1998 (τεκμήριο 4) προς την Πρωτοφειλέτιδα, η οποία κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού.
- Στις 18.10.2005 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας και του Εναγόμενου (τεκμήριο 8) στα πλαίσια της Αγωγής 4223/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (το κλητήριο ένταλμα κατατέθηκε ως τεκμήριο 9) που αφορούσε υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας σε σχέση με τον λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX0594 XXXXX7803 μετέπειτα XXXXX2823 ως Πρωτοφειλέτιδα και του Εναγομένου ως εγγυητή.
- Στις 7.11.2007 στο πλαίσιο της Αίτησης Πτώχευσης 548/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (αντίγραφο της Αίτησης καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 11), με αιτητές τους Ενάγοντες, εκδόθηκε εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας Διάταγμα Παραλαβής και διορίστηκε ως παραλήπτης της περιουσίας της ο Επίσημος Παραλήπτης (τεκμήριο 10). Αντίγραφα: (ι) της ένορκης δήλωσης ημερ. 7.11.07 του XXXXX Σαββίδη, λειτουργού των Εναγόντων και (ιι) της ένορκης δήλωσης ημερ. 7.11.07 της XXXXX Ιωσήφ, υπαλλήλου του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην βάση των οποίων εκδόθηκε το πιο πάνω Διάταγμα, κατατέθηκαν ως τεκμήρια 12 και
- Η εν λόγω αίτηση στηρίχθηκε στην προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 18.10.
- Όσον αφορά την αξιούμενη στην παρούσα οφειλή, οι Ενάγοντες απέστειλαν δια των δικηγόρων τους στον Εναγόμενο και την Πρωτοφειλέτιδα επιστολές ημερ. 16.4.2003 (τεκμήρια 5 και 6) και οι Ενάγοντες στον Εναγόμενο επιστολή ημερ. 28.1.2009 (τεκμήριο 7).
- Οι Ενάγοντες, τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται για το τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού δανείου. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Το πιο πάνω τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο των ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο των Εναγόντων.
- Το υπόλοιπο οφειλόμενο στις 31.12.2017 για τον επίδικο λογαριασμό, σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 14) που έχουν εκτυπωθεί από το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων είναι €150.582,68 πλέον τόκους προς 9% από 31.12.2017 μέχρι εξοφλήσεως. Από την 1.1.2018 μέχρι και σήμερα καμία πίστωση δεν έγινε στον επίδικο λογαριασμό.
- Το υπόλοιπο σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 15), από την οποία έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις τις οποίες κατόπιν νομικής συμβουλής οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν, ανέρχεται σε €85.939,38 πλέον τόκο προς 8% επί του ποσού των €45.040,66 από 1.1.2018 μέχρι εξοφλήσεως.
- Επειδή ο τερματισμός του επίδικου λογαριασμού έγινε πριν την θέση σε ισχύ του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν ποσό τόκου πέραν του διπλάσιου του κεφαλαίου. Το διπλάσιο του κεφαλαίου ανέρχεται στο ποσό των €90.555,
- Θέσεις διαδίκων Η υπεράσπιση που προβάλλει στην προκειμένη ο Εναγόμενος είναι ότι θα πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωση του ως εγγυητή έναντι των Εναγόντων καθότι με την πράξη τους να κηρύξουν σε πτώχευση την Πρωτοφειλέτιδα, οι τελευταίοι παρέβλαψαν την τελική ικανοποίηση αυτού ως εγγυητή. Εδράζει δε την υπεράσπιση του αυτή στο άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 ως ισχύει σήμερα και ιδιαίτερα την παράγραφο 6 αυτού και υποστηρίζει ότι ενόψει της πιο πάνω πράξης των Εναγόντων, η οποία δέχεται ότι έγινε δικαιωματικά και καθόλα νόμιμα, ο Εναγόμενος δεν θα δικαιούται να εγγράψει απόφαση ή υποθήκη ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση επί της περιουσίας της Πρωτοφειλέτιδας και άρα η θεραπεία αυτού έναντι της τελευταίας έχει εξασθενήσει. Παραπέμπει δε σχετικά στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Είναι αντίθετα η θέση των Εναγόντων ότι το γεγονός ότι άσκησαν τα εκ του Νόμου δικαιώματα τους και προχώρησαν σε καταχώρηση της Αίτησης Πτώχευσης, ο σκοπός της οποίας είναι η προστασία της περιουσίας του εκάστοτε Καθ' ου η αίτηση προς όφελος των πιστωτών του, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά πράξη ασυμβίβαστη προς τα δικαιώματα του Εναγόμενου. Η παρούσα δε περίπτωση διαφοροποιείται ως προς τα δεδομένα της από την προαναφερόμενη απόφαση που επικαλείται ο Εναγόμενος. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι με βάση τον όρο 9 της επίδικης σύμβασης εγγύησης (τεκμήριο 3) ο ίδιος ο Εναγόμενος αποδέχθηκε όπως η ευθύνη του δεν θα επηρεάζεται από οποιαδήποτε τυχόν μεταβολή στην κατάσταση της Πρωτοφειλέτιδας, ήτοι σε περίπτωση πτώχευσης της. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος κωλύεται να προβάλλει τους ισχυρισμούς περί ασυμβίβαστης πράξης από μέρους των Εναγόντων αφού ο ίδιος με το περιεχόμενο των όρων που αποδέχθηκε, έθεσε τον εαυτό του υπόχρεο για πληρωμή ακόμα και στην περίπτωση που το πρόσωπο το οποίο εγγυήθηκε πτωχεύσει. Είναι επίσης η θέση των Εναγόντων ότι τα όσα επιχειρεί να πετύχει με την συγκεκριμένη υπεράσπιση του ο Εναγόμενος γίνονται προληπτικά για υποχρέωση στην οποία δεν προέβηκε σε υλοποίηση αφού μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την επίδικη οφειλή ώστε στην συνέχεια σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η ανάκτηση του από την Πρωτοφειλέτιδα να δύναται να επικαλεστεί ευθύνη εναντίον των Εναγόντων. Εξέταση των θέσεων των διαδίκων Ως έχει ήδη αναφερθεί ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι πρέπει να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής καθότι η πράξη των Εναγόντων να κηρύξουν την Πρωτοφειλέτιδα σε πτώχευση, έχει ως αποτέλεσμα να εξασθενήσει την θεραπεία αυτού εφόσον δεν θα δικαιούται να εγγράψει απόφαση ή υποθήκη ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση επί της περιουσίας της Πρωτοφειλέτιδας. Αναφορικά με την πιο πάνω θέση θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί, για σκοπούς νομικής ορθότητας, ότι σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής και όχι Διάταγμα Πτώχευσης. Αυτό με τις όποιες διαδικαστικές και άλλες νομικές διαφορές και συνέπειες υπήρχαν πριν την τροποποίηση του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/2015, ο οποίος αποσκοπώντας στον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας πτώχευσης «ώστε να διευκολυνθεί η σύντοµη διεκπεραίωσή της και να διασφαλισθεί η επιστροφή παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων πίσω στην οικονοµία» (προοίμιο Νόμου) κατήργησε την διαδικασία έκδοσης διατάγματος παραλαβής, που προηγείτο της έκδοσης διατάγματος πτώχευσης και πλέον προνοεί για εξ αρχής έκδοση διατάγματος πτώχευσης. Σύμφωνα δε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 128(β) του Κεφ. 5, η οποία τέθηκε με τον πιο πάνω τροποποιητικό νόμο, οποιοδήποτε διάταγµα παραλαβής είχε εκδοθεί πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω νόμου, μπορούσε να τροποποιηθεί από το Δικαστήριο εντός δώδεκα µηνών από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του, µετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόµενου, ώστε να αποτελεί πλέον διάταγµα πτώχευσης. Δεν έχει τεθεί στα πλαίσια της παρούσας οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει κατά πόσο το Διάταγμα Παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας κατέστη Διάταγμα Πτώχευσης. Εν πάση δε περιπτώσει οι συνέπειες που είχε ένα διάταγμα παραλαβής ήταν οι ακόλουθες (βλ. Γεωργιάδης ν. Sigma Radio Television Ltd κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 342/2009 και 349/2009, ημερ. 6.3.15):
- Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίστατο παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη. Παρόλο που δεν μεταβιβαζόταν αυτή η περιουσία στον Επίσημη Παραλήπτη, ο τελευταίος εδικαιούτο να λάβει κατοχή της περιουσίας αποστερώντας από τον χρεώστη την δυνατότητα να αποξενώσει περιουσία, προστατεύοντας έτσι τα συμφέροντα των πιστωτών.
- Όλες οι θεραπείες ή αξιώσεις που είχαν οι πιστωτές σταματούσαν και οι πιστωτές αφήνονταν στο δικαίωμα τους να αποδείξουν την αξίωση τους στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας.
- Όλες οι αγωγές και διαδικασίες εναντίον της περιουσίας του χρεώστη αναστέλλονταν εκτός και εάν η συνέχιση τους εγκρινόταν από το Δικαστήριο. Εφόσον το όλο θέμα τέθηκε στην παρούσα ωσάν να έχει εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης της Πρωτοφειλέτιδας και οι συνέπειες της έκδοσης διατάγματος παραλαβής επέρχονται ουσιαστικά σήμερα με την έκδοση διατάγματος πτώχευσης, κρίνω ότι αυτό μπορεί να εξετασθεί στην βάση του, επικαλούμενου από τον Εναγόμενο, ισχύοντος άρθρου 9 του Κεφ.
- Προχωρώντας λοιπόν στην εξέταση της θέσης του Εναγόμενου θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι, ελλείψει οποιουδήποτε όρου περί του αντιθέτου στην επίδικη σύμβαση εγγύησης, οι Ενάγοντες δικαιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή μόνο εναντίον του Εναγόμενου ως εγγυητή δηλ. χωρίς να στραφούν και εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας (βλ. άρθρα 86 και 95 του περί Συμβάσεων Νόμου και Αργύρη ν. Χρυσοστόμου
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1362). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η υπεράσπιση του Εναγόμενου εδράζεται στο άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο με τον πλαγιότιτλο «Απαλλαγή εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή» προβλέπει τα ακόλουθα: «97. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυµβίβαστη µε τα δικαιώµατα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται». Το άρθρο 9 του περί Πτωχεύσεως Κεφ. 5, στο οποίο επίσης εδράζεται η υπεράσπιση, ως ισχύει σήμερα προβλέπει τα εξής: «9.
(1)Με την έκδοση διατάγµατος πτώχευσης, επίσηµος παραλήπτης θα καθίσταται διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντος, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόµο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο πτωχεύσας οφείλει αναφορικά µε οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του πτωχεύσαντος σχετικά µε το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και µε τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει: Νοείται ότι για χρέη, τα οποία δηµιουργεί ο πτωχεύσας µετά την έκδοση του διατάγµατος πτώχευσης, οποιοδήποτε πρόσωπο θα έχει το δικαίωµα να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία εναντίον του πτωχεύσαντος προσωπικά προς είσπραξη της απαίτησής του, χωρίς οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου: ........................................
(3)Μετά την έκδοση του διατάγµατος κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση, ο πτωχεύσας δύναται να προβάλει υπεράσπιση ή οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία, µετά από σχετική εξουσιοδότηση του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή: Νοείται ότι, αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία η οποία αφορά χρέη τα οποία δεν δύναται να επαληθευτούν σε πτώχευση σύµφωνα µε το άρθρο 34 καταχωρείται εναντίον του πτωχεύσαντα προσωπικώς και µετά την έκδοση του διατάγµατος πτώχευσης: .........................................
(6)Μετά την έκδοση του διατάγµατος πτώχευσης κανένας πιστωτής δε θα δικαιούται να εγγράψει απόφαση ή υποθήκη ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση επί της περιουσίας του πτωχεύσαντος και, σε περίπτωση τέτοιας εγγραφής παρά τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, η εγγραφή αυτή, µετά από αίτηση του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή ή του συνδίκου ή οποιουδήποτε πιστωτή, διαγράφεται ως άκυρη εξ υπαρχής και χωρίς οποιοδήποτε νοµικό αποτέλεσµα». Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, INDIAN CONTRACT AND SPECIFIC RELIEF ACTS (9th edition) σελ. 636, σε σχέση με το άρθρο 139 του Ινδικού Νόμου, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 97 του δικού μας Κεφ. 149, υπό τον τίτλο «Act or omission of creditor tending to impair surety's remedy» αναφέρονται τα εξής: «Observe that the injurious quality to be considered is tendency to diminish the surety's remedy or increase his liability. Transactions having an immediate tendency to cause or permit the principal debtor to make default are only one species of those to which the surety may object». Στην ίδια δε σελίδα αναφέρεται επίσης ότι ο σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι να διασφαλίσει ότι δεν θα επιβληθεί στον εγγυητή οποιαδήποτε διευθέτηση διαφορετική από εκείνη που περιλαμβάνεται στην σύμβαση εγγύησης και σε περίπτωση που ο εγγυητής πληρώσει το χρέος θα έχει το ωφέλημα κάθε θεραπείας που είχε ο πιστωτής έναντι του πρωτοφειλέτη. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση του Εναγόμενου αναφορά θα πρέπει λοιπόν να γίνει και στην επίδικη σύμβαση εγγύησης (τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα στον όρο 9, ο οποίος προβλέπει τα εξής: «Συμφωνώ επίσης ότι αν η Τράπεζα εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από τον Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα που θα έχουν ευθύνη προς την Τράπεζα όπως προνοείται πιο πάνω ή από οποιαδήποτε εξασφάλιση που δόθηκε ή που πιθανό να δοθεί στην Τράπεζα, ή αν ο Πρωτοφειλέτης, είτε αυτός είναι ένα πρόσωπο ή περισσότερα, ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν ευθύνη προς την Τράπεζα όπως προνοείται πιο πάνω, κηρυχθεί σε πτώχευση ή θεωρηθεί αναξιόχρεος ή κάμει διευθέτηση ή συμβιβασμό με τους Πιστωτές του/τους ή αν ο Πρωτοφειλέτης είναι Εταιρεία και τεθεί σε εκκαθάριση, η Τράπεζα θα δικαιούται χωρίς να με απαλλάσσει από την ευθύνη μου βάσει της παρούσας να κάνει ή να δίνει την συγκατάθεση της σε συμβιβασμούς ή διευθετήσεις, ή άλλες συμφωνίες ή να επαληθεύει και να παρευρίσκεται και θεωρείται σαν πιστωτής σε σχέση με ολόκληρο το υπόλοιπο των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα ή σε σχέση με οποιοδήποτε ειδικό λογαριασμό ή λογαριασμούς των υποχρεώσεων τούτων και να παίρνει μερίσματα, και όλες οι πληρωμές αυτές και μερίδια θα θεωρούνται σαν πληρωμές που γίνονται όχι για ελάττωση της ευθύνης μου βάσει της παρούσας και η ευθύνη μου θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο μετά την αφαίρεση των πληρωμών αυτών, και για το πλήρες ποσό για το οποίο δίδεται η παρούσα εγγύηση, και με την αποκήρυξη και εξαίρεση όλων των δικαιωμάτων μου σαν εγγυητής που έχω σε συναγωνισμό με την τράπεζα παρόλες τις τυχόν αντίθετες πρόνοιες οποιουδήποτε νόμου ή δικαίου συμπεριλαμβανομένων των κανόνων Επιείκειας και του Νόμου περί Πτωχεύσεως» (η υπογράμμιση δική μου). Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος, με την επίδικη συμφωνία, που τον κατέστησε εγγυητή της Πρωτοφειλέτιδας και για τους όρους της οποίας δεν έθεσε οποιοδήποτε θέμα ακυρότητας, αποδέχθηκε να μην απαλλαγεί από την ευθύνη του έναντι των Εναγόντων, σε περίπτωση που η Πρωτοφειλέτιδα κηρυχθεί σε πτώχευση. Συνεπώς η παρούσα αγωγή με την οποία ζητείται η έκδοση απόφασης εναντίον του ως εγγυητή, λαμβανομένης υπόψην της κήρυξης της Πρωτοφειλέτιδας «σε πτώχευση», δεν συνιστά επιβολή σε αυτόν «διευθέτησης διαφορετικής από εκείνη που περιλαμβάνεται στην σύμβαση εγγύησης». Ως έχει επίσης προαναφερθεί ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε σχετικά στο άρθρο 97 του Κεφ. 149 και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Προκύπτει δε ότι αυτό γίνεται σε σχέση με το ακόλουθο απόσπασμα αυτής: «Οι περί εξασφάλισης και εγγύησης πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, (Μέρος ΧΙ), διαγράφουν με λεπτομέρεια τη φύση της σύμβασης εγγύησης, τους όρους και τις προϋποθέσεις για την επίκλησή της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει στις πρόνοιες του Άρθρου 97 του ΚΕΦ. 149, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, όπου ο πιστωτής προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείπει να πράξει τι, το οποίο επιβάλλει το καθήκον του προς τον εγγυητή, με αποτέλεσμα η θεραπεία του εγγυητή έναντι του πρωτοφειλέτη να εξασθενεί, ο εγγυητής απαλλάσσεται». Προφανώς ο κ. Αποστολίδης παρέθεσε την εν λόγω απόφαση για να εισηγηθεί ότι η λέξη «παραβλάπτεται», η οποία αναφέρεται στο άρθρο 97 σε σχέση με την τελική ικανοποίηση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, περιλαμβάνει και την εξασθένηση της θεραπείας του εγγυητή. Να σημειωθεί αρχικά ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης είναι πολύ διαφορετικά από αυτά της παρούσας. Εκεί οι Κυβερνητικές Αρχές της Δημοκρατίας (οι εφεσίβλητοι), εγγυήθηκαν στα πλαίσια του περί Άρσεως Αμφιβολιών περί της εξουσίας της Δημοκρατίας να χορηγή Εγγυήσεις για Δάνεια ή Πιστώσεις προς Τρίτους Νόμου 44/74, ιδιωτική εταιρεία (οι χρεώστες) για την χρηματοδότηση της από τους εφεσείοντες (πιστωτές), καθορισμένων εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων. Η αίτηση για παροχή της εγγύησης εγκρίθηκε υπό όρους οι οποίοι περιλήφθηκαν σε συμφωνία που έγινε μεταξύ εφεσίβλητων και χρεωστών. Οι όροι της εν λόγω συμφωνίας δεν τηρήθηκαν. Τα δάνεια παραχωρήθηκαν για εξαγωγές άλλες από τις προβλεπόμενες στη συμφωνία. Οι εφεσείοντες ενήγαγαν τους χρεώστες για την ανάκτηση των χρηματοδοτήσεων που τους παρασχέθηκαν. Ενήγαγαν επίσης και τους εφεσίβλητους, με έρεισμα την εγγύηση που τους χορηγήθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αποδοχή της συμφωνίας και η συμμόρφωση με τους όρους της από τον χρηματοδότη δηλ. την τράπεζα εφεσείοντες αποτελούσε νομική προϋπόθεση (condition precedent) για την επίκληση της εγγύησης. Ενόψει δε της μη τήρησης της εν λόγω συμφωνίας απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έκανε δε την πιο πάνω αναφορά για το άρθρο 97, λόγω της παραπομπής σε αυτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ έκανε αναφορά και στο άρθρο 92 του ίδιου Νόμου. Δεν προκύπτει όμως από το σκεπτικό του Εφετείου ότι η επικύρωση της πρωτόδικης κρίσης στηρίχθηκε στο άρθρο
- Στην παρούσα, ως δέχεται και ο Εναγόμενος, οι Ενάγοντες δικαιωματικά και νόμιμα προχώρησαν σε διαδικασία κήρυξης της Πρωτοφειλέτιδας σε πτώχευση. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί η πτώχευση (και η όλη διαδικασία που προηγείτο αυτής, με ουσιώδη σταθμό την έκδοση διατάγματος παραλαβής) σκοπό έχει την προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών (βλ. London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699, Αρέστη ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258 και Γεωργιάδης ανωτέρω). Όσον δε αφορά την θεραπεία που υποστηρίζει ο Εναγόμενος ότι έχει εξασθενήσει λόγω της εν λόγω πράξης του, αυτή προφανώς προϋποθέτει την έκδοση απόφασης υπέρ αυτού και εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας (εφόσον το άρθρο 9
(6)του περί Πτωχεύσεως μιλά για εγγραφή απόφασης ή άλλης επιβάρυνσης επί της περιουσίας του πτωχεύσαντα). Ένα ερώτημα δε που εύλογα τίθεται είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει επί του παρόντος το δικαίωμα να λάβει τέτοια θεραπεία ήτοι να εξασφαλίσει απόφαση εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας; Η απάντηση στο ερώτημα δίδεται από το άρθρο 98 του Κεφ. 149 το οποίο με τον πλαγιότιτλο «Δικαιώµατα εγγυητή σε περίπτωση καταβολής ή εκπλήρωσης» προβλέπει τα ακόλουθα: «98. Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, µε την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώµατα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη». Σε περίπτωση λοιπόν που ο εγγυητής καταβάλει, στον πιστωτή του πρωτοφειλέτη, όλα εκείνα για τα οποία ευθύνεται, δικαιούται να απαιτήσει από τον τελευταίο όλα όσα πλήρωσε για λογαριασμό αυτού (βλ. και Επιφανείου ν. Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 161). Είναι δε προφανές ότι το δικαίωμα του εγγυητή να στραφεί για τον σκοπό αυτό κατά του πρωτοφειλέτη δεν γεννιέται παρά μόνο με την πληρωμή στον πιστωτή και όχι προηγουμένως. Αυτό όμως δεν έχει συμβεί στην παρούσα. Συνεπώς ο Εναγόμενος κάνει αναφορά σε θεραπεία που θα δικαιούται να αποκτήσει στον μέλλον, σε περίπτωση πάντα που καταβάλει στους Ενάγοντες, τα όσα υποχρεούται με βάση την επίδικη σύμβαση εγγύησης του. Σε τέτοια δε περίπτωση, εφόσον πρόκειται για χρέος που η πτωχεύσασα θα έχει δημιουργήσει µετά την έκδοση του διατάγµατος πτώχευσης, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 9
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ο Ενάγοντας θα έχει το δικαίωµα να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας προσωπικά προς είσπραξη της απαίτησής του, χωρίς οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου. Εάν δε το εν λόγω χρέος μπορούσε να θεωρηθεί ότι δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση τότε ο Ενάγοντας ως πιστωτής του χρεώστη μπορούσε να προβεί σε τέτοια επαλήθευση ή ακόμη και να εγείρει αγωγή αφού όμως εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου. Εάν δε η θέση του Εναγόμενου είναι ότι, λόγω της διαδικασίας κήρυξης της σε πτώχευση, η Πρωτοφειλέτιδα δεν θα έχει πλέον περιουσία ώστε αυτός να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση εξασφαλίσει, τότε θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το πώς προχώρησε η διαδικασία μετά την έκδοση του Διατάγματος Παραλαβής και εάν υπήρχε και τι έγινε η περιουσία της Πρωτοφειλέτιδας. Δεν υπάρχει δε καμία μαρτυρία ότι η Πρωτοφειλέτιδα δεν έχει επαρκή περιουσία για να καλύψει τα χρέη της. Πέραν δε αυτού το καθεστώς πτώχευσης δεν ισχύει εφ' όρου ζωής. Ο περί Πτωχεύσεως Νόμος δίδει το δικαίωμα αποκατάστασης του πτωχεύσαντα, ο οποίος στην συνέχεια μπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί οικονομικά χωρίς τα κωλύματα που του επιβάλει το εν λόγω καθεστώς και έτσι να αποκτήσει περιουσία ή εν πάση περιπτώσει να καταστεί φερέγγυος. Επαναλαμβάνεται ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί ως προς το καθεστώς της Πρωτοφειλέτιδας και την περιουσία τόσο κατά τον χρόνο που εκδόθηκε το Διάταγμα Παραλαβής όσο και σήμερα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η παρούσα αποτελεί περίπτωση που εμπίπτει στο άρθρο 97 του Κεφ. 149 ούτως ώστε ο Εναγόμενος να δικαιούται να απαλλαγεί από την υποχρέωση του ως εγγυητής για την επίδικη εγγύηση. Κατάληξη Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν περιορίσει την απαίτηση τους ως προς το αξιούμενο ποσό, ως φαίνεται στις παραγράφους 13 και 14 των παραδεκτών γεγονότων και το τεκμήριο 15. Κρίνεται δε με βάση τα προαναφερθέντα ότι αυτοί έχουν αποδείξει την εν λόγω απαίτηση εναντίον του Εναγόμενου στον απαραίτητο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων Καταληκτικά εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €85.939,38 πλέον τόκο προς 8% επί του ποσού των €45.040,66 από 1.1.2018 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση το δια της παρούσας εξ αποφάσεως χρέος του Εναγόμενου, δεν μπορεί να ξεπεράσει το ποσό των €90.555,87. Τα επιδικασθέντα εναντίον του Εναγόμενου έξοδα δεν θα περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του εν λόγω συνολικού ποσού των €90.555,87. (Υπ.)............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο