Όθωνος κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3729/2015, 16/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3729/2015
- XXXXX Όθωνος
- XXXXX Όθωνος Ενάγοντες -V-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Μαίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Β. Γιατρού για Κώστα Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 3: κα Ι. Τσιντίδου για Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ (σε σχέση με τα έξοδα των Εναγομένων 2 και 3) Η πιο πάνω αγωγή αφορά σε «...υπόθεση σε σχέση με τα αξιόγραφα πιστωτικών ιδρυμάτων που αποκτήθηκαν τη χρονική περίοδο μεταξύ 2008 μέχρι και το Μάρτιο του 2013...» (βλ. αρ. 22
(3)Περί Δικαστηρίωv Νόμoυ 1960 Ν.14/1960). Το υπό εξέταση θέμα όμως δεν αφορά στην επίλυση της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, εφόσον η αγωγή τελικά απεσύρθη εναντίον όλων των εναγομένων υπό τις συνθήκες που αναφέρονται πιο κάτω. Το υπό κρίση ζήτημα αφορά μόνο στο κατά πόσο οι ενάγοντες, μετά που απέσυραν τελεσίδικα την αγωγή τους εναντίον των εναγομένων 2 και 3 στις 23/03/2018, θα πρέπει να καταβάλουν όλα τα μέχρι σήμερα έξοδα των τελευταίων. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων περιβάλλουν το υπό εξέταση θέμα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το μέχρι σήμερα ιστορικό της διαδικασίας. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 18/9/15 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, στο περιεχόμενο του οποίου αναφορά γίνεται πιο κάτω. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 08/01/16 μετά και που ο κάθε εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση με διαφορετικό δικηγόρο. Η Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων αποτελείται από 14 σελίδες, 21 παραγράφους και 80 περίπου υποπαραγράφους. Περιέχει δε, σωρεία νομικών και πραγματικών ισχυρισμών, περιλαμβανομένων και διαζευκτικών ισχυρισμών. Τους συνοψίζω, αρχής γενομένης με την ιδιότητα με την οποία ο κάθε εναγόμενος ενάγεται. ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΕΝΑΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ Εναγόμενη 1 - Τράπεζα Κύπρου Σύμφωνα με τους ενάγοντες, η εν λόγω εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και/ή φερόταν ότι ήταν, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία ασχολείτο με τραπεζικές και/ή χρηματοπιστωτικές και/ή άλλες συναφείς εργασίες και είναι υπό αυτή της την ιδιότητα που ενάγεται (παρ.3). Εναγόμενη 2 - Κεντρική Τράπεζα Η εν λόγω εναγομένη ενάγεται υπό διττή ιδιότητα, ήτοι ως εποπτική αρχή των ΑΠΙ και ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο από τη μια και, ως αρχή εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, δυνάμει Νόμου από την άλλη (παρ. 4). Εναγόμενος 3 - Γενικός Εισαγγελέας Ο εν λόγω εναγόμενος ενάγεται «τόσο υπό την ιδιότητα του ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και υπό την ιδιότητα του ως ο αξιωματούχος που ασκεί τις αρμοδιότητες που του δίδει το Σύνταγμα υπευθύνου για την έγκριση Νόμων και/ή κανονισμών με σκοπό την εναρμόνιση του κυπριακού δικαίου με ευρωπαϊκούς Νόμους και/ή Κανονισμούς και/ή πολιτική. Η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγεται, μεταξύ άλλων, και λόγω κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων της ως περιγράφεται πιο κάτω καθώς και λόγω παράβασης της υποχρέωσης σωστής και αποτελεσματικής ενσωμάτωσης και εφαρμογής του ευρωπαϊκού πλαισίου γενικά περιλαμβανομένων οδηγιών, κανονισμών, εγκυκλίων κλπ.» (παρ.5) ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, τα επίδικα γεγονότα που κατά τους ενάγοντες συνθέτουν και στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα τους εναντίον του κάθε εναγόμενου, τοποθετούνται χρονικά ως εξής. Α. Γεγονότα περιόδου 2008 - 2011 (παραγράφοι 6-13) Β. Γεγονότα περιόδου μεταξύ 2010 και 2013 (παραγράφοι 14 - 16) Η πρώτη περίοδος, ως αυτή καθορίζεται στο Α ανωτέρω, αναφέρεται σε γεγονότα και λεπτομέρειες που αφορούν μόνο την εναγομένη
- Καμία αναφορά γίνεται στις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης στους Εναγομένους 2 και
- Η δεύτερη περίοδος, ως αυτή καθορίζεται στο Β ανωτέρω, αναφέρεται σε όλους τους εναγόμενους και έχει ως κεντρικό άξονα τη συμπεριφορά που η εναγόμενη 1 επέδειξε κατά την εν λόγω περίοδο. Συνοψίζω πιο κάτω τις σχετικές δικογραφημένες θέσεις, τονίζοντας τα όσα κρίνονται σχετικά για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Α. Πρώτη Περίοδος (2008 - 2011) - Παραγράφοι 6-13 Σύμφωνα με τις εν λόγω παραγράφους, το 2008 η εναγόμενη 1, ενώ γνώριζε ότι ενάγοντες, οι οποίοι ήταν ήδη πελάτες τους, είχαν αποταμιευμένες οικονομίες ύψους €66.000 για τις οποίες δεν ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν οποιοδήποτε ρίσκο αφού ξεκάθαρα είχαν συντηρητικό αποταμιευτικό προφίλ, με εξαπάτηση (fraud) και/ή δόλιο σχεδιασμό και/ή παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης (trust and confidence) και/ή της σχέσης εμπιστευτικότητας (fiduciary relation) και/ή αμέλεια, κατάφερε να τους πείσει να υπογράψουν και να αγοράσουν τα επίμαχα αξιόγραφα, κάτι που οι ενάγοντες δεν θα έπρατταν ποτέ αν γνώριζαν το πραγματικό ρίσκο που συνεπάγετο η πράξη τους αυτή. Ακολούθως το 2011, όταν, υπάλληλος της εναγομένης 1 επικοινώνησε εκ νέου επανειλημμένα και πιεστικά με την ενάγουσα και στα πλαίσια του συμβουλευτικού ρόλου που είχε η εναγόμενη 1 προς τους ενάγοντες και/ή την παροχή επενδυτικών συμβουλών, τους συμβούλευσε και/ή δεν τους άφησε άλλη επιλογή και/ή τους εξανάγκασε οικονομικά να δεχτούν την μετατροπή των χρεογράφων σε αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (βλ. παρ.12). Οι πιο πάνω ισχυρισμοί «εξειδικεύονται» σε 43 υποπαραγράφους που περιέχουν λεπτομέρειες ως προς το πώς ακριβώς ενήργησε η εναγόμενη 1 και οι υπαλλήλοι της κατά την εν λόγω επίδικη περίοδο. Μεταξύ άλλων προβάλλονται και τα εξής: «.(Ότι) με σκοπό να παραπλανήσει το επενδυτικό κοινό, τους οίκους αξιολόγησης, τους ελεγκτικούς οίκους τους αναλυτές και τις εποπτικές αρχές, η Εναγόμενη 1 σύνταξε ενέκρινε και παρουσίασε, ενημερωτικά δελτία που ήταν έντεχνα ελλιπή και/ή απόκρυπτε ουσιώδη στοιχεία και/ή πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της ... και/ή τους κινδύνους στους οποίους ήταν εκτεθειμένη και/ή προέβαινε σε παραπλανητικές και/ή ψευδείς δηλώσεις ως προς την εφαρμογή του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης και/ή την συμμόρφωση της ... με αυτόν. Εάν η Εναγόμενη 1 δεν ενεργούσε ως ενήργησε, οι αρμόδιες αρχές και/ή οι ελεγκτικοί οίκοι και/ή οι οίκοι αξιολόγησης θα προειδοποιούσαν το κοινό (whistle blowing) με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην υποστούν την ζημιά την οποία έχουν υποστεί.. (βλ. παρ. 9.1) ...(και ότι) η Εναγόμενη 1 γνώριζε ότι είχε επηρεαστεί από την οικονομική κρίση, μεταξύ άλλων και λόγω της έκθεσης της στην Ελληνική αγορά, και η κεφαλαιακή της επάρκεια ήταν κλονισμένη και/ή αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας. (ότι) η Εναγόμενη 1, με την έκδοση των χρεογράφων αποσκοπούσε στην άντληση όσο το δυνατόν περισσότερων κεφαλαίων από τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών για να εξισορροπήσει την κλονισμένη κεφαλαιακή της επάρκεια. η Εναγόμενη 1 είχε σκοπό να τα χρησιμοποιήσει για αγορά ελληνικών ομολόγων και/ή για κάλυψη των ζημιών και όχι για τον σκοπό που παρουσίαζε στα ενημερωτικά δελτία και/ή προφορικά στο κοινό και στους Ενάγοντες .(και ότι) η Εναγόμενη 1 γνώριζε και σκόπιμα αποσιώπησε ότι τα χρεόγραφα δεν είχαν εξασφαλισμένη τοκοφορία καθ'όλη τη διάρκεια της ισχύος τους, αφού η Τράπεζα είχε το δικαίωμα και την απόλυτη ευχέρεια, να ακυρώνει μονομερώς την υποχρέωσή της και να μην καταβάλει τόκους» (βλ. 10.1 - 10.6) Στην παρ. 11 της Ε/Α, οι ενάγοντες «...τονίζουν ότι δεν θα προέβαιναν στην πιο πάνω πράξη αγοράς χρεογράφων χωρίς τις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης 1 ... (και) ... ότι εάν γνώριζαν ότι το σχέδιο αυτό αποτελούσε επενδυτικό και/ή έφερε μεγαλύτερο ρίσκο από αυτό που του παρουσίαζαν οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 και ότι με την πράξη τους αυτή αναλάμβαναν ρίσκο, δεν θα προέβαιναν ποτέ στην πιο πάνω πράξη.» Καταλήγουν οι ενάγοντες στην παρ. 13 της Ε/Α ότι, στη βάση της πιο πάνω επιδειχθείσας συμπεριφοράς της εναγομένης 1, που έλαβε χώρα μεταξύ 2008 - 2011, «...τα έγγραφα που υπέγραψαν κατά η περί το 2009 και/ή η συμφωνία αγοράς των επίδικων αξιογράφων και ως εκ τούτου οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία, είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ακυρωτέα και/ή πρέπει να ακυρωθεί από το παρών δικαστήριο με την παρούσα διαδικασία». Β. Δεύτερη Περίοδος (2010 - 2013) - Παραγράφοι 14 - 16 Όπως αναφέρω πιο πάνω, αυτή η περίοδος αναφέρεται σε όλους τους εναγόμενους και έχει ως κεντρικό άξονα τη συμπεριφορά που η εναγόμενη 1 επέδειξε κατά την εν λόγω περίοδο. Παραθέτω αυτούσια την παρ. 14, η οποία σε μεγάλο βαθμό επαναλαμβάνεται στην παρ. 15 και «εξειδικεύεται» σε 15 υποπαραγράφους λεπτομερειών. «
- Την περίοδο μεταξύ 2010 και 2013, η Εναγόμενη 1, υπό την κατ' επίφαση και βαριά αμελή εποπτεία της Εναγόμενης 2, αλλά στην ουσία υπό την πλήρη ανοχή, κάλυψη και συγκάλυψη της Εναγόμενης 2, και/ή υπό την κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των αρμόδιων αρχών και/ή οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων της Δημοκρατίας Εναγόμενης 3, ενήργησε κατά παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης (trust and confidence) και/ή της σχέσης εμπιστευτικότητας (fiduciary duty) και με σκοπό να εξαπατήσει (defraud) τους πιστωτές της, αφού προέβηκε σε παράνομη χειραγώγηση της αγοράς και/ή απόκρυψη εμπιστευτικών πληροφοριών σε σχέση με την έκθεση της Εναγόμενης 1 στην Ελληνική αγορά και/ή την κρίση χρέους και/ή την κεφαλαιακή της επάρκεια και/ή ρευστότητα και/ή την εφαρμογή του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης. Σκοπός της Εναγόμενης 1 ήταν η δόλια (fraud) παραπλάνηση των επενδυτών, των πελατών της και γενικά του κοινού καθώς και των ελεγκτικών οίκων και/ή των οίκων αξιολόγησης και/ή των εποπτικών αρχών και γενικά όλων. Ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες δεν είχαν την δυνατότητα να ενημερωθούν έγκαιρα και σωστά, αντικειμενικά για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 για να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας των χρημάτων τους που εμπιστεύτηκαν σ' αυτήν. Οι κύριοι ισχυρισμοί εναντίον των εναγομένων 2 και 3 παρατίθενται στην παρ. 16 της Ε/Α και εξειδικεύονται σε 21 υποπαραγράφους. Περιστρέφονται όλοι γύρω από τον εξής βασικό ισχυρισμό: «Η Εναγόμενη 1 προέβη στις πιο πάνω ενέργειες με την συνέργεια και ανοχή άμεση ή την έμμεση ενθάρρυνση, και/ή την κάλυψη και/ή την συγκάλυψη της Εναγόμενης 2 που επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή ως αποτέλεσμα της κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των αρμόδιων αρχών και/ή οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων της Δημοκρατίας Εναγόμενης 3» (παρ.16). ΣΥΝΟΨΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ - Παραγραφοι 17-20 Η κατάληξη των εναγόντων ως προς το ποια ζημιά υπέστηκαν από τους εναγόμενους και γιατί οι τελευταίοι ευθύνονται απέναντι τους, συνοψίζεται στις τελευταίες 4 παραγράφους της Ε/Α. Τις παραθέτω αυτούσιες: «Η Εναγόμενη 1 προέβη στην πιο πάνω απάτη και/ή η Εναγόμενη 2 ενήργησε με βαριά αμέλεια που είχε ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν ζημία ύψους €66.000, μεταξύ άλλων, και ως αποτέλεσμα της παράλειψης του Εναγόμενου 3 για έγκαιρη, σωστή και/ή αποτελεσματική ενσωμάτωση και/ή εφαρμογή στο Κυπριακό Δίκαιο Ευρωπαϊκών κανόνων και/ή πολιτικών ή πρακτικών προτύπων και/ή Νομοθεσίας. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ως εκ των ως άνω πράξεων και/ή παραλήψεών τους έθεταν σε κίνδυνο τους πιθανούς επενδυτές και/ή τους κατόχους χρεογράφων της Εναγόμενης 1 συμπεριλαμβανομένων των Εναγόντων και/ή την περιουσία των Εναγόντων, και/ή η ζημία που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες οφείλεται στις πιο πάνω πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων 2 και
- Οι Ενάγοντες λέγουν ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ζουν μέσα στο άγχος, την αβεβαιότητα τα οποία τους έχουν προκαλέσει χειρότερα και/ή σοβαρά προβλήματα υγείας. Οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι οι Εναγόμενοι γενικά επέδειξαν τέτοιαν συμπεριφορά καταπιεστική και/ή αυθαίρετη και/ή αντισυμβατική και/ή εκβιαστική και/ή παράνομη προκειμένου να εξαπατήσουν το κοινό γενικά αλλά και τους ίδιους, προσπαθώντας να τους εκμεταλλευτούν και/ή να εξασφαλίσουν παράνομα και αθέμιτα οφέλη εις βάρος τους και ως εκ τούτου δικαιολογείται η επιδίκαση εις βάρος των Εναγομένων τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών και/ή επαυξημένων αποζημιώσεων.» (Στην Ε/Α, προφανώς εκ παραδρομής, οι τελευταίες 2 παραγράφοι αριθμούνται ως 17 και 18 αντί 19 και 20) ΑΙΤΗΤΙΚΟ (PRAYER) ΑΓΩΓΗΣ Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι ενάγοντες αξίωσαν τα εξής: «ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΣ ΚΑΙ/Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ ΚΑΙ/Η ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ ΚΑΙ/Η ΑΛΛΩΣ ΠΩΣ: Α. Ακύρωσης των συμφωνιών αγοράς χρεογράφων 2013/2018 με ημερομηνία παραχώρησης 30/7/2008, με την οποία η Εναγόμενη 1 πώλησε στους Ενάγοντες χρεόγραφα αξίας €66.000, εκδοθέντα και/ή διατεθέντα και/ή προσφερθέντα και/ή παραχωρηθέντα και/ή πωληθέντα και/ή άλλως κάτω από την πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο και/ή λόγω αμέλειας κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή των άλλων νομίμων καθηκόντων των εναγομένων 2 και/ή 3 λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνεπεία παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή σχέσης εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) και καταπιστεύματος (Trust) και/ή συνεπεία παράβασης νομικών και/ή συμβατικών καθηκόντων και/ή συνεπεία αμέλειας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η μετατροπή των ως άνω χρεογράφων σε μετοχές ως αποτέλεσμα και/ή προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή αθέμιτης πίεσης. Γ. Αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες που προκλήθηκαν από την απάτη και/ή τον δόλο και/ή τις ψευδείς παραστάσεις και/ή αμέλειας και/ή παράβαση καθήκοντος. Δ. Αποζημιώσεις για παράβαση προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου και/ή των Νόμων και Κανονισμών του ΧΑΚ και/ή της Κεφαλαιαγοράς και/ή της οδηγίας και/ή προειδοποιήσεων και/ή άλλως που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την παροχή Επενδυτικών ή παρεπόμενων Υπηρεσιών και/ή κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και/ή δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου σε σχέση με την έκδοση και/ή προσφορά και/ή πώληση και/ή άλλως διάθεση των ως άνω χρεογράφων. Ε. Αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες λόγω δόλιας και/ή σκόπιμης και/ή κατά παράβαση καθήκοντος και/ή αμέλεια και/ή αδιαφορίας μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων και/ή εμπιστευτικών πληροφοριών που αφορούν άμεσα την Εναγόμενη 1 και/ή λόγω παραποίησης λογαριασμών της Εναγόμενης 1 και/ή δόλια εφαρμογή λογιστικών μεθόδων με σκοπό την απόκρυψη στοιχείων και/ή πληροφοριών από τους μετόχους και/ή επενδυτές και/ή ενεργειών και/ή παραλήψεων των της Εναγόμενης 1, υπό την εποπτεία της Εναγόμενης 2, κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους που απορρέουν από τον νόμο περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμος του 2005 (116/2005), την περίοδο μεταξύ 10/12/2009 μέχρι το
- Στ. Αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και/ή παράλειψη καθήκοντος και/ή παράνομης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος και/ή κατά παράβαση του άρθρου 172 του Συντάγματος και/ή άλλων νόμων και κανονισμών και/ή λόγω αμέλειας και/ή αδιαφορίας και/ή παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων πληροφόρησης γενικά και/ή ειδικά και/ή λόγω της συγκεκριμένης συναλλαγής και/ή άλλως πως. Ζ. Επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες στην εναγόμενη 1 πλέον τόκους από την ημερομηνία καταβολής του ποσού. Η. Τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Θ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή δίκαια ή εύλογο υπό τις περιστάσεις. I. Νόμιμους τόκους. Κ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.» ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 2 ΚΑΙ 3 Πέραν της εναγομένης 1 που καταχώρησε τη δική της υπεράσπιση στις 3/3/16, αμφότεροι οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν χωριστές υπερασπίσεις στις 05/10/16 και 30/1/17 αντίστοιχα. Πρόκειται περί εξ' ίσου εκτενή δικόγραφα, με πληθώρα παραγράφων και υποπαραγράφων. Παραθέτω επιγραμματικά τις βασικές θέσεις που οι εν λόγω εναγόμενοι 2 και 3 προέβαλαν στο αντίστοιχο δικόγραφο τους. Α. Ήγειραν και οι δύο, μεταξύ άλλων, προδικαστικές ενστάσεις ότι τα όσα ρητά τους αποδίδουν οι Ενάγοντες στην Ε/Α, δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους καθώς και ότι το όποιο τυχόν τέτοιο δικαίωμα και να υφίστατο, έχει πλέον παραγραφεί. Τις εν λόγω θέσεις οι εναγόμενοι 2 και 3 τις επανέλαβαν και ως μέρος της υπεράσπισης τους. Η Εναγόμενη 2 ήγειρε επίσης προδικαστική ένσταση και σε σχέση με τη διττή ιδιότητα με την οποία ενάγεται, ήτοι ότι «με την παρούσα αγωγή ενάγεται ως Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ενώ μέρος των ευθυνών που της αποδίδονται και ορισμένες από τις αξιώσεις των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης αφορούν ισχυριζόμενη βλάβη και/ή ζημιά που προκλήθηκε στους Ενάγοντες από ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της Κεντρικής Τράπεζας υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης». Β. Και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι καμία σχέση και/ή εμπλοκή είχαν με την όποια συμφωνία επετεύχθη μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 σε σχέση με την αγορά αξιογράφων. Μια τέτοια συμφωνία, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι 2 και 3, ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και επενδυτικής απόφασης των εναγόντων και της εναγομένης 1 και όπως οι τελευταίοι είχαν συμφωνήσει ότι θα απολάμβαναν μεταξύ τους το οποιοδήποτε κέρδος ήθελε προκύψει από την εκτέλεση της συμφωνίας, έτσι θα πρέπει να αποδοθεί και η οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό ζημιά έχει προκληθεί σε οποιονδήποτε εξ' αυτών. Γ. Και οι δύο επικαλέστηκαν την ξεχωριστή και ανεξάρτητη «οντότητα» και τις ξεχωριστές και ανεξάρτητες υποχρεώσεις και εξουσίες τους με βάση το Νόμο και το Σύνταγμα, υπό και για τις οποίες άλλωστε ενάγονται, και διαχώρισαν και τη θέση αλλά και τη σχέση τους, τόσο με την εναγόμενη 1 όσο και μεταξύ τους. Ισχυρίστηκαν συνεπώς ότι ουδόλως προκύπτει από τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη δική τους ή των αντιπροσώπων τους, που να στοιχειοθετεί αιτία αγωγής εναντίον τους. Δ. Και οι δύο αρνήθηκαν ότι ενήργησαν με τον τρόπο που ρητά αποδίδεται στον καθένα τους στην Ε/Α και ότι έβλαψαν τους Ενάγοντες και/ή τα συμφέροντα τους. Ε. Και οι δύο αρνήθηκαν ρητά ότι στην παρούσα υπόθεση επεδείχθη από μέρους τους οποιαδήποτε συμπεριφορά που δικαιολογεί, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, την επιδίκαση τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών και/ή επαυξημένων αποζημιώσεων εναντίον τους. ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ Στις Απαντήσεις που καταχώρησαν οι ενάγοντες στην κάθε υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους, οι πρώτοι επανέλαβαν τις αρχικά προβληθείσες θέσεις της Ε/Α και επεκτάθηκαν και στην παράθεση περαιτέρω γεγονότων και λεπτομερειών. Θα επισημάνω απλά ότι αναφορικά με το θέμα της παραγραφής, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι τα παράπονα τους αφορούσαν σε «...μια συνεχιζόμενη πράξη η οποία ολοκληρώθηκε με τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 και/ή η ζημιά των εναγόντων έχει αποκρυσταλλωθεί τον Μάρτη του 2013 όταν βάσει διαταγμάτων της εναγομένης 2 υπήρξε απομείωση των αξιογράφων των εναγόντων...» ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Με την συμπλήρωση της δικογραφίας η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες. Αφού ακολούθησε τροποποίηση της υπεράσπισης του εναγομένου 3 και εκ νέου καταχώρηση δικογράφων σε σχέση με αυτόν τον εναγόμενο, οι διάδικοι ζήτησαν και εκδόθηκαν, εκατέρωθεν διατάγματα ένορκης αποκάλυψης των εγγράφων που θα χρησιμοποιούνταν κατά την ακρόαση. Από πλευράς εναγόντων αποκαλύφθηκαν 139 έγγραφα. Από πλευράς εναγομένης 2 αποκαλύφθηκαν 731 έγγραφα, ενώ ο εναγόμενος 3 δήλωσε ότι δεν έχει κανένα έγγραφο για σκοπούς αποκάλυψης. ΑΚΡΟΑΣΗ Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά υπό τα πιο πάνω δεδομένα, στις 18 Δεκεμβρίου 2017, ως ένας εκ των Δικαστών που επιλαμβάνετο πλέον, με βάση το εγκεκριμένο πρόγραμμα υπηρεσίας του Ε/Δ Λ/σου, τις υποθέσεις αξιογράφων. Ενώπιον μου εκκρεμούσαν τότε και εκκρεμούν μέχρι και σήμερα, σωρεία παρόμοιων υποθέσεων, οι οποίες είτε έχουν ήδη προγραμματιστεί για ακρόαση είτε αναμένεται να προγραμματιστούν σύντομα, αφού ακόμη αναμένεται να ολοκληρωθούν οι σχετικές προδικαστικές διαδικασίες. Η πλειοψηφία των υποθέσεων έχει καταχωρηθεί από τους ευπαίδευτους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, για άλλους βέβαια πελάτες τους, ενώ οι εναγόμενοι στην παρούσα υπόθεση είναι επίσης εναγόμενοι σε όλες σχεδόν τις υποθέσεις και εκπροσωπούνται από τους εδώ δικηγόρους. Ενεργώντας στα πλαίσια του καθήκοντος μου για σκοπούς ορθού προγραμματισμού της ακρόασης, ένεκα της πληθώρας των προβαλλόμενων ισχυρισμών, ζήτησα από τους εμπλεκόμενους συνηγόρους όπως καθορίσουν με ακρίβεια και καθαρότητα τα επίδικα θέματα που θα προωθούνταν κατά την ακρόαση (βλ. Ιωάννου Ευάνθη ν. Royal International Insurance Holdings Ltd,
(2006)1 Α.Α.Δ. 952). Τους ζήτησα επίσης να προβληματιστούν κατά πόσο, ενόψει της «κοινής εμπλοκής» όλων των συνηγόρων σε όλες σχεδόν τις ενώπιον μου υποθέσεις αλλά και των κοινών νομικών θεμάτων που εγείρονταν, θα ήταν πρακτικά δυνατό αλλά και ορθό, να ξεκινήσει «μαζική» ακρόαση όλων των υποθέσεων στις οποίες εμπλέκονται οι ίδιοι δικηγόροι, οι ίδιοι σχεδόν μάρτυρες, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Όλοι οι συνήγοροι συμφώνησαν ότι για σκοπούς πρακτικής, θα ήταν ορθότερο όπως επιλέξουν μια υπόθεση που επιθυμούσαν να προωθήσουν πρώτα για εκδίκαση και δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να εκδικαστεί πρώτα η παρούσα υπόθεση ως «πιλοτική». Για τις άλλες τους υποθέσεις ζήτησαν όπως αυτές ορίζονται ανάλογα με την πορεία της παρούσας ώστε να παρακολουθείται η εξέλιξη της. Ζήτησαν ακολούθως χρόνο μέχρι το Μάρτιο 2018 για να περιορίσουν τα επίδικα θέματα και αφού το αίτημα εγκρίθηκε, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε δύο ημερομηνίες, 8 και 12 Μαρτίου. Στις 8/3/18 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και είχαν γίνει όλες οι σχετικές διευθετήσεις για να ξεκινήσει η διαδικασία, έλαβαν χώρα τα εξής: «κ. Μελάς (ενάγοντες): Έχει επέλθει διευθέτηση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης αρ. 1, οπόταν θα ζητήσουμε σήμερα άδεια του Δικαστηρίου όπως αποσύρουμε την αγωγή εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 ανεπιφύλακτα με έξοδα όπως υπολογιστούν υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και νόμιμο τόκο από σήμερα αλλά όταν και εφόσον υπολογιστούν θα είναι πληρωτέα μόνο το ½ αυτών και όχι ολόκληρο το ποσό. κα Δημητρίου (εναγομένη 1): Συμφωνώ. Δικαστήριο προς κ. Μελά: κ. Μελά όσον αφορά τους Εναγομένους 2 και 3; κ. Μελάς Επειδή προέκυψε θέμα με τα έξοδα ένεκα της διευθέτησης και της απόσυρσης, θα παρακαλούσα όπως παραμείνει τη Δευτέρα που είναι η άλλη προγραμματισμένη ημερομηνία που έδωσε το Δικαστήριο για να έρθει η συνάδελφος από τη Λευκωσία για να τοποθετηθεί. κα Χ"Κυριάκου (εναγομένη 2): Έτσι είναι κ. Πρόεδρε, έχει επέλθει διευθέτηση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης αρ. 1 για την οποία η Εναγομένη αρ. 2 δεν έλαβε μέρος στη διευθέτηση και γι' αυτό ζητά τα έξοδα και οι Ενάγοντες έχουν αντίθετη άποψη. Είναι παράκληση της κας Ραφτοπούλου η οποία χειρίζεται την υπόθεση, να παραμείνει τη Δευτέρα για οδηγίες που είναι ήδη ορισμένη η αγωγή για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να αγορεύσει για το θέμα των εξόδων. Ο λόγος που δεν μπορεί να εμφανιστεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι επειδή πληροφορήθηκε ότι έχει επέλθει διευθέτηση της υπόθεσης και γι' αυτό έχει προβεί σε αλλαγή του προγράμματος της και σήμερα δεν ήταν δυνατό να ήταν στη Λεμεσό. κα Τσιντίδου (εναγόμενος 3): Όσον αφορά τον Εναγόμενο αρ. 3, ο οποίος επίσης δεν έλαβε μέρος και δεν έχει σχέση με τη διευθέτηση που έγινε, ζητήθηκαν τα έξοδα και από πλευράς μας και στη βάση του ότι εξ αρχής η θέση της Δημοκρατίας ήταν ότι δεν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, οπόταν και επιθυμούμε και εμείς να θέσουμε τις θέσεις μας για το θέμα των εξόδων ενώπιον του Δικαστηρίου. Δικαστήριο: Στη βάση των όσων έχουν αναφέρει οι συνήγοροι, η αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 αποσύρεται και απορρίπτεται ως εξωδίκως διευθετηθείσα με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα κατά ½ και με νόμιμο τόκο από σήμερα.Όσον αφορά τους Εναγομένους αρ. 2 και 3 η υπόθεση θα παραμείνει για οδηγίες στις 12.3.2018 η ώρα 11:00π.μ. που είναι ήδη ορισμένη. Δικαστήριο προς κ. Μελά: Μια διευκρίνιση κ. Μελά. Εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 έχει παραμείνει οποιοδήποτε επίδικο θέμα ενόψει της διευθέτησης με την Εναγομένη αρ. 1 ή η διευθέτηση με την Εναγομένη αρ. 1 έχει ικανοποιήσει πλήρως όλες τις αξιώσεις των Εναγόντων; κ. Μελάς Με τη διευθέτηση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης αρ. 1 θεωρήθηκε άνευ αντικειμένου η αγωγή για τους Εναγομένους αρ. 2 και 3 όμως δεν σημαίνει ότι κακώς είχε κινηθεί η αγωγή εναντίον τους.» Στις 12/3/18 που εμφανίστηκαν εκ νέου οι συνήγοροι, λέχθηκαν τα εξής: «Δικαστήριο: Η υπόθεση παρέμεινε σήμερα μετά που αποσύρθηκε σε σχέση με την εναγόμενη 1, για να τοποθετηθεί η συνήγορος των εναγόντων, ποιες είναι οι προθέσεις αναφορικά με τους εναγόμενους 2 και 3, εν όψει και της δήλωσης που έγινε, ότι η αγωγή έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου. κα Γιατρού: Μάλιστα κύριε Πρόεδρε, είναι η θέση μου ότι έχει εκλείψει η ουσία της αγωγής και ως εκ τούτου, υπάρχει πρόθεση να αποσύρουμε την αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 και
- Δικαστήριο: Ζητάτε άδεια να αποσύρετε; κα Γιατρού: Μάλιστα. Δικαστήριο: Υπάρχει ένσταση από πλευράς εναγομένων 2 και 3 να αποσυρθεί η υπόθεση; κα Ραφτοπούλου: Όχι. κα Τσιντίδου: Όχι. Δικαστήριο: Υπάρχει ανταπαίτηση; κα Ραφτοπούλου: Όχι. Δικαστήριο: Άδεια δίδεται. Η υπόθεση αποσύρεται και απορρίπτεται εναντίον των εναγομένων 2 και
- Θέμα εξόδων. κα Ραφτοπούλου: Δυστυχώς κύριε Πρόεδρε, παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει, δεν υπάρχει συμφωνία σε σχέση με τα έξοδα μας, τα οποία και ζητούμε. Αυτό που έχω κάνει είναι ένα προσχέδιο καταλόγου εξόδων, τα οποία έχω υπολογίσει στη χαμηλότερη κλίμακα της κλίμακας και τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1240 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και στα οποία δεν έχω περιλάβει οποιαδήποτε ακρόαση. Αντιλαμβάνομαι δεν υπάρχει συναίνεση από την άλλη πλευρά για να καταβληθούν. Ως εκ τούτου, είμαστε έτοιμοι να αγορεύσουμε. κα Τσιντίδου: Το ίδιο και ο εναγόμενος 3, θα αγορεύσει για το θέμα των εξόδων. Δικαστήριο: Έχετε ένσταση αντιλαμβάνομαι στο να καταβληθούν τα έξοδα κυρία Γιατρού; κα Γιατρού: Μάλιστα κύριε Πρόεδρε. Είναι η θέση μας ότι εν όψει του ότι έχει καταστεί άνευ αντικειμένου η αγωγή, η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της.» Οι συνήγοροι ακολούθως ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους, τόσο γραπτώς όσο και προφορικά, κάνοντας αναφορά σε κυπριακές αλλά και αγγλικές αυθεντίες. Συνοψίζω τις θέσεις τους: ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων 2 και 3, υποστήριξαν ότι εκ του αποτελέσματος της υπόθεσης, ήτοι με την απόσυρση της σε σχέση με τους πελάτες τους, οι ενάγοντες ουσιαστικά επιβεβαίωσαν και αναγνώρισαν τη θέση που οι εναγόμενοι 2 και 3 προέβαλλαν από την αρχή της υπόθεσης, τόσο μέσω των προδικαστικών ενστάσεων τους όσο και μέσω της υπεράσπισης τους, ότι εσφαλμένα η αγωγή στράφηκε εναντίον τους. Ως «επιτυχόντες» πλέον διάδικοι, υποστήριξαν οι συνήγοροι, οι πελάτες τους δικαιούνται σε όλα τα σχετικά έξοδα και τίποτε από τα δικόγραφα και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν δικαιολογεί διαφορετική κατάληξη αφού με την παρούσα αγωγή άλλωστε, αξιώνονταν και διάφορες άλλες θεραπείες, επιπρόσθετες της αξίωσης για επιστροφή των €66.000 και μάλιστα κάποιες από αυτές, αφορούσαν αποκλειστικά τους εναγομένους 2 και
- Στην αντιπέρα όχθη η κα Γιατρού εξέφρασε μια αντίθετη άποψη, υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για περίπτωση «επιτυχόντα» και «αποτυχόντα» διαδίκου εφόσον «...το αντικείμενο της αγωγής έχει εκλείψει και δεν υπάρχει αντικείμενο προς εκδίκαση... (επομένως) δεν μπορεί να αποφασιστεί ποιος θα ήταν ο επιτυχών διάδικος εάν η υπόθεση πράγματι προχωρούσε σε ακρόαση.» Υποστήριξε η κα Γιατρού ότι, αν και «...στην παρούσα υπόθεση υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και βάσιμη αγωγή...εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να προωθηθεί γιατί οι ενάγοντες έχουν αποζημιωθεί πλήρως». Ήταν η θέση της κας Γιατρού ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πρόκειται για καινοφανή θέματα, δικαιολογούν όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Κατά την προφορική αγόρευση της κας Γιατρού, διευκρινίστηκε από τη συνήγορο ότι οι αξιώσεις υπό Α, Β και Ζ του αιτητικού (prayer) της Ε/Α, στρέφονταν και αφορούσαν μόνο την εναγομένη
- Ρωτήθηκε η συνήγορος από το Δικαστήριο κατά πόσο απαιτείτο, υπό τις περιστάσεις, εκδίκαση της υπόθεσης σε σχέση με το θέμα των εξόδων μόνο. Εισηγήθηκε η κα Γιατρού ότι αν και θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, δεν χρειάζετο να ακολουθηθεί τέτοια διαδικασία. Υποστήριξε η συνήγορος ότι «...Η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της εν όψει του ότι δεν υπάρχουν τα απαραίτητα στοιχεία για να αποφασίσει το Δικαστήριο ποιος είναι ο επιτυχών διάδικος. Εν όψει της εξέλιξης αυτής, η παρούσα αγωγή ήταν βάσιμη. Κατέστηκε άνευ αντικειμένου εκ των υστέρων. Δεν θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να σπαταληθεί περαιτέρω δικαστικός χρόνος, να ακουστεί μαρτυρία για να αποφασίσει το Δικαστήριο ποια πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα». Υπεδείχθη στη συνήγορο από το Δικαστήριο, όπως άλλωστε προβλήθηκε και από πλευράς εναγομένων 2 και 3, ότι η παρούσα αγωγή, σύμφωνα με τις ρητές θέσεις που προβάλλονταν στην Ε/Α, δεν περιορίζετο μόνο στην ανάκτηση του ποσού των €66.000, θεραπεία της παρ. Ζ του αιτητικού της Ε/Α, η οποία και ικανοποιήθηκε από την εναγόμενη 1 στην οποία αφορούσε αποκλειστικά, αλλά επεκτείνετο και σε άλλες επιπρόσθετες αξιώσεις, κάποιες από τις οποίες μάλιστα, στρέφονταν και αφορούσαν αποκλειστικά τους εναγομένους 2 και 3, τις οποίες και οι τελευταίοι απέρριψαν ρητά με τις αντίστοιχες υπερασπίσεις τους. Τέτοιες αξιώσεις ήταν π.χ. αυτή της παρ. Στ. που αφορά σε «αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και/ή παράλειψη καθήκοντος και/ή ... παράβαση του άρθρου 172 του Συντάγματος...» και αυτή της παρ. Η, για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, η οποία αξίωση μάλιστα, βασίζεται στα όσα γεγονότα ρητά δικογραφούν οι ενάγοντες ότι δικαιολογούν τέτοιες αποζημιώσεις (βλ. παρ. 19 και 20 Ε/Α). Η θέση της συνηγόρου ήταν η εξής: «Ο υπολογισμός των ζημιών αυτών είναι στη βάση της πραγματικής ζημιάς των εναγόντων, που ήταν η διεκδίκηση των 66.
- Το ποσό αυτό έχει καταβληθεί... η ουσία της υπόθεσης σίγουρα δεν είναι οι τιμωρητικές αποζημιώσεις. Γι' αυτό και έχω αναφέρει ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο, που δικαζόταν η υπόθεση και το Δικαστήριο συμφωνούσε μαζί μας και επιδίκαζε μαζί και τις υπόλοιπες τιμωρητικές αποζημιώσεις, οι ενάγοντες δεν θα θεωρούνταν αποτυχόντες διάδικοι και τα έξοδα θα επιδικάζονταν υπέρ των εναγόντων. Δεν είναι η ουσία οι τιμωρητικές αποζημιώσεις για το over και above του ποσού που πραγματικά ζητούν οι ενάγοντες ... οι ενάγοντες έχουν αποζημιωθεί. Έχουν πάρει τα λεφτά τους. Η απαίτηση είναι αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως.... Δεν υπάρχει ζημιά αφού έχει επιστραφεί το ποσό.... η ευθύνη της εναγόμενης 1, δεν ακυρώνει την ευθύνη των υπολοίπων ...Έχει αποζημιωθεί η ζημιά ... Αφού η ζημιά μου είναι το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο έχει ήδη επιστραφεί.... Η θέση μας είναι ότι υπάρχει, υπήρχε και υπάρχει καλό και βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα και ότι έχει η αγωγή καταστεί εκ των υστέρων άνευ αντικειμένου. Το έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, δεν μπορεί να προωθηθεί, εφόσον δεν υπάρχει πλέον ζημιά για να προωθηθεί. Οι ενάγοντες έχουν αποζημιωθεί και εν όψει της μεταγενέστερης αυτής εξέλιξης, δεν πρέπει οι ενάγοντες να επωμιστούν τα έξοδα.» Στη βάση των πιο πάνω τοποθετήσεων της συνηγόρου, τέθηκε ο περαιτέρω προβληματισμός του Δικαστηρίου, πώς είναι τότε που συνάδει από τη μια η θέση των εναγόντων ότι «...η ευθύνη της εναγόμενης 1, δεν ακυρώνει την ευθύνη των υπολοίπων...» και «ότι υπάρχει, υπήρχε και υπάρχει καλό και βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα» εναντίον όλων των εναγομένων και από την άλλη, η θέση ότι με την καταβολή του ποσού των €66.000 από την εναγόμενη 1 και την ικανοποίηση έτσι μόνο της θεραπείας υπό στοιχείο Ζ του αιτητικού της Ε/Α, «δεν υπάρχει ζημιά αφού έχει επιστραφεί το ποσό» και επομένως «έχει η αγωγή καταστεί εκ των υστέρων άνευ αντικειμένου. Το έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, δεν μπορεί να προωθηθεί, εφόσον δεν υπάρχει πλέον ζημιά για να προωθηθεί. Οι ενάγοντες έχουν αποζημιωθεί και εν όψει της μεταγενέστερης αυτής εξέλιξης». Η συνήγορος επέμεινε στη θέση της ότι, ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονταν στο prayer της αγωγής, ουσιαστικά η αγωγή αφορούσε πάντοτε στην ανάκτηση της «...πραγματικής ζημιάς των εναγόντων, που ήταν η διεκδίκηση των 66.000...» και εφόσον αυτή αποδόθηκε από την εναγόμενη 1, δεν υπήρχε πλέον αντικείμενο να προωθηθεί για εκδίκαση εναντίον οποιουδήποτε από τους εναγόμενους. Εισηγήθηκε τέλος η συνήγορος ότι «... τα ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, είναι πρωτότυπα και το γεγονός ότι προωθήθηκε η παρούσα αγωγή από τους ενάγοντες εν όψει του ότι δεν υπήρχε νομολογία εναντίον των εναγομένων 2 και 3, (δεν) θα πρέπει οι ενάγοντες να επωμιστούν τα δικηγορικά έξοδα γιατί επέλεξαν να προωθήσουν το αγώγιμο τους δικαίωμα». Ρωτήθηκε η συνήγορος κατά πόσο η πιο πάνω τοποθέτηση της ισχύει και στην περίπτωση που εκδικάζετο η υπόθεση και ενώ αποδεικνύονταν οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον της εναγομένης 1, δεν αποδεικνύονταν εναντίον των εναγομένων 2 και 3 και η αγωγή εναντίον τους απορρίπτετο. Αν δηλαδή θα έπρεπε να καταβληθούν στους ενάγοντες έξοδα ως επιτυχόντες διάδικοι σε σχέση με τον ένα εκ των εναγομένων αλλά οι ίδιοι να μην καταβάλουν έξοδα ως αποτυχόντες διάδικοι στους επιτυχόντες εναγόμενους, εφόσον πρόκειται για καινοφανή θέματα. Η θέση της συνηγόρου ήταν η εξής: «Σίγουρα δεν το αποκλείω. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εν όψει της φύση της υπόθεσης και βεβαίως της μαρτυρίας που θα παρουσιάζετο ενώπιον του Δικαστηρίου και ενδεχομένως το Δικαστήριο να έκρινε ότι τα δικηγορικά έξοδα δεν θα έπρεπε να τα επωμιστούν οι ενάγοντες, μπορεί και το αντίθετο... Σίγουρα οι ενάγοντες, οι συγκεκριμένοι ενάγοντες δεν θα έπρεπε να επωμιστούν το βάρος των εξόδων, επειδή υπάρχουν πολλές υποθέσεις με πρωτότυπα ζητήματα.» Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Θα συμφωνήσω κατ' αρχή ότι στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται θέμα διεξαγωγής πλήρους ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης ώστε να διαπιστωθεί το θέμα των εξόδων που έχει προκύψει (Βλ. μεταξύ άλλων Re Μιχάλης Μιχαηλίδης κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1153 και Cyprofresh Citrus Sedigep (Po) Limited v Oργανισμού Αγροτικών Πληρωμών, ECLI:CY:AD:2014:D819, Υποθ. Αρ.947 /11, 29/10/2014). Το δικογραφικό πλαίσιο εντός του οποίου θα κινούνταν εκατέρωθεν τα μέρη δεν αμφισβητείται. Ούτε τα γεγονότα και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι ενάγοντες επέλεξαν να αποσύρουν την αγωγή, δηλαδή ότι η εναγόμενη 1 κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των €66.000 ως η παρ. Ζ του αιτητικού (prayer), αμφισβητούνται. Το θέμα που έχει προκύψει είναι κατά πόσο η καταβολή του ποσού των €66.000 από την εναγόμενη 1, έχει ουσιαστικά «δικαιώσει πλήρως» τους ενάγοντες σε σχέση με τα όσα αξίωναν με την παρούσα αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα», ώστε να έχει πλέον εκλείψει το αντικείμενο της. Η ουσία των ισχυρισμών των εναγόντων εναντίον των εναγομένων στην παρούσα αγωγή, είναι ότι ο κάθε εναγόμενος, «με τον τρόπο του», συνέβαλε στην πρόκληση ζημιάς σε αυτούς, κατά τρόπο που υπάρχει συνυπευθυνότητα (joint liability) μεταξύ τους. Είναι στη βάση αυτού, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, που εδράζεται το δικαίωμα τους να ενάγουν όλους τους εναγόμενους από κοινού, διότι ο καθένας τους, αλλά και όλοι μαζί, συνέβαλαν παράλληλα ή ταυτόχρονα στην τέλεση των επίδικων πράξεων ή παραλείψεων. Το ποσοστό ευθύνης ενός εκάστου από τους εναγόμενους, είναι, σύμφωνα με τους ενάγοντες, και άγνωστο αλλά και αδιάφορο, εφόσον το μόνο που ήθελαν στο τέλος της ημέρας οι ενάγοντες, ήταν απλά να αποζημιωθούν για τη ζημιά που ισχυρίζονται ότι έπαθαν (βλ. νομικές αρχές που παρατίθενται στην απόφαση μειοψηφίας του Ναθαναήλ Δ. στη ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΤΤΗ ν. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/1/2014). Υπό αυτά τα δεδομένα είναι και που κατά τους ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, αναζητήθηκε δικογραφικά η ευθύνη των εναγομένων ως «αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως», εφόσον θεωρούν τους εναγόμενους υπεύθυνους είτε από κοινού, είτε χωριστά για τη ζημιά που τους προκλήθηκε. Το πώς προκύπτει η «συνυπευθυνότητα» των εναγομένων στην παρούσα υπόθεση και ποια η ζημιά των εναγόντων στην οποία αφορά, συνοψίζεται στην παρ. 17 της Ε/Α: «...(η) Εναγόμενη 1 προέβη στην πιο πάνω απάτη και/ή η Εναγόμενη 2 ενήργησε με βαριά αμέλεια που είχε ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν ζημία ύψους €66.000, μεταξύ άλλων, και ως αποτέλεσμα της παράλειψης του Εναγόμενου 3 για έγκαιρη, σωστή και/ή αποτελεσματική ενσωμάτωση και/ή εφαρμογή στο Κυπριακό Δίκαιο Ευρωπαϊκών κανόνων και/ή πολιτικών ή πρακτικών προτύπων και/ή Νομοθεσίας». Oι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η αγωγή τους ουσιαστικά αφορούσε μόνο στην ανάκτηση της «πραγματικής» τους ζημιάς, ήτοι τις €66.000 και ότι με την καταβολή του ποσού αυτού από την εναγόμενη 1, όλες οι απαιτήσεις τους εναντίον όλων των εναγομένων έχουν ικανοποιηθεί και κανένα επομένως λόγο έχουν, να προωθούν τις υπόλοιπες αξιώσεις τους εναντίον των υπολοίπων εναγομένων, ή αυτή καθ' αυτή την αγωγή τους. Αυτός είναι και ο λόγος που κατά τους ενάγοντες, δεν τίθεται θέμα «επιτυχόντος και αποτυχόντος» διαδίκου αν και ισχυρίζονται ότι πάντοτε, είχαν καλή και βάσιμη αιτία αγωγής εναντίον όλων των εναγομένων. Κρίνω σκόπιμο όπως ασχοληθώ πρώτα με το αιτητικό της Ε/Α αφού «η θεραπεία («relief»), που απαντάται στο τέλος ενός κλητηρίου εντάλματος ή της έκθεσης απαίτησης, αποτελεί ουσιώδες μέρος της δικογραφίας. Παραπέμπει και ταυτόχρονα προειδοποιεί τον εναγόμενο αφενός ως προς τη θεραπεία που επιζητείται απ΄ αυτόν στη βάση βέβαια των προηγηθέντων λεπτομερειών και αφετέρου καθορίζει την ιδιότητα με την οποία αυτός ενάγεται, (δέστε Odgers´ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 42-43, 165-169 και τα πρότυπα αρ. 6, 18, 35 κ.α.)» (βλ. απόφαση Ναθαναήλ Δ στην Αυξεντίου ανωτέρω). Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον και των τριών εναγομένων, δικογραφώντας ότι αξίωναν από αυτούς, «ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΣ ΚΑΙ/Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ ΚΑΙ/Η ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ ΚΑΙ/Η ΑΛΛΩΣ ΠΩΣ», έντεκα
(11)θεραπείες, πρόσθετα η μια της άλλης, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες ανωτέρω. Παρά την πιο πάνω δικογράφηση όμως, εκείνο που προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο των αξιώσεων που παρατίθενται στο αιτητικό της Ε/Α και το οποίο επιβεβαίωσε κατά την αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων, είναι ότι οι εν λόγω αξιώσεις δεν εδράζονταν στη βάση του ίδιου πραγματικού και νομικού υπόβαθρου, ούτε και αφορούσαν στο ίδιο αγώγιμο δικαίωμα. Στην πραγματικότητα μάλιστα, δεν θα μπορούσαν να επιδικαστούν όλες οι εν λόγω αξιώσεις εναντίον όλων των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα είτε διότι δεν αφορούσαν όλους τους εναγόμενους είτε διότι κάποιες από αυτές, μόνο εναντίον συγκεκριμένων εναγομένων θα μπορούσαν να επιδικαστούν. Τέτοιες αξιώσεις είναι οι θεραπείες υπό Α, Β και Ζ, που όπως δήλωσε και η κα Γιατρού, αφορούσαν και μπορούσαν να επιδικασθούν μόνο εναντίον της εναγομένης 1, εφόσον σχετίζονταν αποκλειστικά με την κατ' ισχυρισμό συμφωνία που αυτή η εναγόμενη είχε με τους ενάγοντες, στα πλαίσια της οποίας καταβλήθηκε το επίμαχο ποσό των €66.
- Και η θεραπεία υπό στοιχείο Δ όμως δεν μπορεί παρά να αφορά αποκλειστικά στην εναγόμενη 1, αφού αφορά σε αποζημιώσεις για παράβαση νομοθετικών προνοιών καθώς και «προειδοποιήσεων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου...», δηλαδή η εναγόμενη 2, σε σχέση «...με την παροχή Επενδυτικών ή παρεπόμενων Υπηρεσιών και/ή κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων...σε σχέση με την έκδοση και/ή προσφορά και/ή πώληση και/ή άλλως διάθεση των ως άνω χρεογράφων...». Σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Γενικός Εισαγγελέας - εναγόμενος 3 ή η Κεντρική Τράπεζα - εναγόμενη 2, είναι τα πρόσωπα που κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με επενδυτικές δραστηριότητες και πωλούσαν αξιόγραφα, ισχυρισμός άλλωστε που προβάλλεται αποκλειστικά σε σχέση με την εναγομένη 1 και σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη 2, Κεντρική Τράπεζα, ενάγεται για παράβαση των δικών της εγκυκλίων για το θέμα αυτό. Αναφορικά με τη θεραπεία υπό στοιχείο Ε, το ίδιο το λεκτικό της αξίωσης αναφέρεται μόνο στους εναγομένους 1 και 2 και καμία αναφορά κάνει στον εναγόμενο
- Πρόκειται άλλωστε για αξίωση αποζημιώσεων στη βάση παράβασης θέσμιων υποχρεώσεων της εναγομένης 1, καθ' όσο χρόνο ήταν υπό την εποπτεία της εναγομένης
- Την ίδια στιγμή, η θεραπεία υπό στοιχείο Στ, και δη η ρητή αναφορά σε παράβαση και/ή παράλειψη καθήκοντος, μεταξύ άλλων και δυνάμει του αρ.172 του Συντάγματος, μόνο σε κρατικές αρχές και θεσμούς μπορεί να αφορά. Σύμφωνα με το αρ. 172Σ «η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών...». Η «υπεύθυνη» Δημοκρατία ενάγεται στο πρόσωπο του εναγομένου 3 και εκ των εναγομένων 1 και 2, μόνο η εναγόμενη 2 είναι κρατική αρχή. Πρόκειται επομένως για ρητή και χωριστή αξίωση, η οποία αφορά αποκλειστικά στους εναγόμενους 2 και 3 και ουδόλως θα μπορούσε να αφορά ή να επιδικαστεί εναντίον ενός ιδιωτικού οργανισμού όπως η εναγόμενη
- Απομένουν οι θεραπείες Γ και Η, η γενικότητα των οποίων φαίνεται να παραπεμπει σε όλους τους εναγόμενους. Πρόκειται όμως για δύο διαφορετικές και χωριστές θεραπείες, οι οποίες μάλιστα αξιώνονται πρόσθετα η μια της άλλης. Αυτό άλλωστε επιμαρτυρεί και η ίδια η φύση τους, ήτοι «βασικές αποζημιώσεις» (αξίωση Γ) και «τιμωρητικές/παραδειγματικές» (αξίωση Η). Ποιες είναι όμως οι προηγηθείσες λεπτομέρειες επί των οποίων εδράζονται όλες οι πιο πάνω αξιώσεις; Το ερώτημα αυτό θα πρέπει να απαντηθεί με αναφορά στην Ε/Α, η οποία αναδεικνύει μια συγκεκριμένη διάσταση πραγμάτων, η οποία έτυχε ειδικής μνείας από τους εναγόμενους 2 και 3 στις χωριστές υπερασπίσεις τους. ΑΞΙΟΥΜΕΝΗ ΖΗΜΙΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η ζημιά που τους προκλήθηκε το 2008 - 2009, προήλθε από την εναγόμενη 1, όταν η τελευταία τους εξαπάτησε και τους απέσπασε το ποσό των €66.000 κατά την αγορά των αξιογράφων, εξαπάτηση η οποία ως επισημαίνεται πιο κάτω, προβάλλεται να επεκτάθηκε μεταξύ άλλων και σε βάρος των εναγομένων 2 και 3 ως των εποπτικών/αρμοδίων αρχών. Στη βάση αυτού του ισχυρισμού, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι «...τα έγγραφα που υπέγραψαν κατά η περί το 2009 και/ή η συμφωνία αγοράς των επίδικων αξιογράφων και ως εκ τούτου οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία, είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ακυρωτέα...» (παρ. 13 Ε/Α) εξ' ου και αξίωσαν ακύρωση της συμφωνίας και επιστροφή του επίμαχου ποσού (αξιώσεις υπό Α και Ζ). Ταυτόχρονα ισχυρίστηκαν στις Απαντήσεις τους ότι η ζημιά τους ξεκίνησε να δημιουργείται το 2008-2009 και «...αποκρυσταλλώθ(ηκε)τον Μάρτη του 2013 όταν βάσει διαταγμάτων της εναγομένης 2 υπήρξε απομείωση των αξιογράφων των εναγόντων...». Ισχυρίστηκαν όμως ότι δεν θα υφίσταντο την εν λόγω ζημιά αν δε μεσολαβούσε η περαιτέρω εξαπάτηση και πίεση της εναγομένης 1 το 2011 όταν δέχτηκαν να μετατρέψουν τα ήδη αγορασθέντα αξιόγραφα, σε αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (βλ. παρ.14 Ε/Α), εξ' ου και αξίωσαν «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η μετατροπή ... ως αποτέλεσμα και/ή προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή αθέμιτης πίεσης» (αξίωση υπό Β). Ισχυρίστηκαν τέλος ρητά στην παρ. 17 της Ε/Α, ότι οι πράξεις και παραλείψεις όλων των εναγομένων είχαν «...ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν ζημία ύψους €66.000, μεταξύ άλλων...» και ισχυριζόμενοι ρητά ότι «...ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ζουν μέσα στο άγχος, την αβεβαιότητα τα οποία τους έχουν προκαλέσει χειρότερα και/ή σοβαρά προβλήματα υγείας...» (παρ.19), αξιώνουν πρόσθετα όλων των άλλων, «...τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις...» (αξίωση υπό Η). Προβάλλουν όμως ταυτόχρονα και τον ισχυρισμό ότι η όλη ζημιά τους επήλθε συνεπεία της παράλειψης της εναγόμενης 2 ως εποπτικής αρχής να εποπτεύσει σωστά την εναγόμενη 1 και της παράλειψης του εναγομένου 3, ως αρμόδιας αρχής της Δημοκρατίας, να προνοήσει για τη θέσπιση «προστατευτικής νομοθεσίας», αφήνοντας έτσι ανεξέλεγκτη την εναγομένη 1 να δράσει όπως έδρασε. Επί αυτών των ισχυρισμών είναι που αξίωσαν τις υπό στοιχεία Γ, Ε και Στ αξιώσεις, τουλάχιστο σε σχέση με τους εναγομένους 2 και
- Παρά όμως αυτή την κατ' ισχυρισμό των εναγόντων «συνυπευθυνότητα» των εναγομένων 2 και 3, στις παρ. 9.1 - 9.5 της Ε/Α όπου οι ενάγοντες παραθέτουν λεπτομέρειες για το πώς η εναγόμενη 1 «εκτέλεσε το όλο σχέδιο της» και τους εξαπάτησε και τους καταδολίευσε, προβάλλονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Με σκοπό να παραπλανήσει . τις εποπτικές αρχές, η Εναγόμενη 1 σύνταξε ενέκρινε και παρουσίασε, ενημερωτικά δελτία που ήταν έντεχνα ελλιπή και/ή απόκρυπτε ουσιώδη στοιχεία και/ή πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 και/ή τους κινδύνους στους οποίους ήταν εκτεθειμένη και/ή προέβαινε σε παραπλανητικές και/ή ψευδείς δηλώσεις ως προς την εφαρμογή του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης και/ή την συμμόρφωση της Εναγόμενης 1 με αυτόν...» (παρ. 9.1) Παρόμοιος ισχυρισμός προβάλλεται και στην παρ. 14 της Ε/Α: «Σκοπός της Εναγόμενης 1 ήταν η δόλια (fraud) παραπλάνηση ... των εποπτικών αρχών και γενικά όλων» Εντονότερος όμως προβάλλει ο ισχυρισμός στην παρ. 9.1 της Ε.Α: «Εάν η Εναγόμενη 1 δεν ενεργούσε ως ενήργησε, οι αρμόδιες αρχές ... θα προειδοποιούσαν το κοινό (whistle blowing) με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην υποστούν την ζημιά την οποία έχουν υποστεί.» Υπενθυμίζω ότι η «συνυπευθυνότητα» των εναγομένων 2 και 3 βασίζετο στην κατ' ισχυρισμό «...συνέργεια και ανοχή άμεση ή την έμμεση ενθάρρυνση, και/ή την κάλυψη και/ή την συγκάλυψη της Εναγόμενης 2 που επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή ως αποτέλεσμα της κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των αρμόδιων αρχών και/ή οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων της Δημοκρατίας Εναγόμενης 3». Η πιο πάνω «δικογραφημένη απαλλαγή» των εναγομένων 2 και 3 όμως, προβάλλει εντονότερα υπό το φως της αξίωσης υπό στοιχείο Δ, ήτοι για αποζημιώσεις στη βάση παράβασης όντως υπάρχουσας «προστατευτικής νομοθεσίας» («...του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου και/ή των Νόμων και Κανονισμών του ΧΑΚ και/ή της Κεφαλαιαγοράς...») καθώς και παράβασης όντως υπάρχουσων «...οδηγιών και/ή προειδοποιήσεων και/ή άλλως που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την παροχή Επενδυτικών ή παρεπόμενων Υπηρεσιών...». Είναι επομένως έκδηλο εκ της δικογραφίας των εναγόντων, ότι η παρούσα αγωγή, όχι μόνο δεν περιορίζετο στην ανάκτηση του ποσού των €66.000, αλλά εδράζετο σε πολυάριθμα αγώγιμα δικαιώματα, χωριστά και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία τους, με διαφορετικές και χωριστές προϋποθέσεις απόδειξης, τα οποία δεν αφορούσαν, ούτε και στρέφονταν εναντίον όλων των εναγομένων «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα» και τα οποία μάλιστα, σε κάποιο βαθμό, φαίνεται να αναιρούσαν το ένα το άλλο. Δεν επρόκειτο επομένως για «καθαρή» περίπτωση joint liability μεταξύ πολλών εναγομένων όπου αξιώνετο εναντίον τους «μια συγκεκριμένη ζημιά», αλλά για αριθμό συγκεκριμένων χωριστών αξιώσεων, τις οποίες οι ενάγοντες επέλεξαν να προβάλουν και να προωθήσουν στο σύνολο τους με συγκεκριμένο δικογραφικό τρόπο, διαχωρίζοντας τόσο τους εναγόμενους όσο και την ευθύνη που τους απέδιδαν. Ισχυρίστηκαν συνεπώς οι εναγόμενοι 2 και 3 στη βάση των όσων ρητά τους προειδοποίησαν με την Ε/Α τους οι ενάγοντες ως προς τη θεραπεία που επιζητείτο απ΄ αυτούς, ότι οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και ότι για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι έπαθαν από τις πράξεις ή παραλείψεις της εναγομένης 1, οι ίδιοι δεν ευθύνονται και ότι αποκλειστικά υπεύθυνη γι' αυτή τη ζημιά, είναι η εναγόμενη 1 η οποία θα έπρεπε να ήταν και η μόνη εναγόμενη στην υπόθεση. Η επιλογή των εναγόντων να θέσουν αντιμέτωπους τους εναγόμενους με ξεχωριστές αιτίες αγωγής και αξιώσεις, αποκλειστικά προσαρμοσμένες στην ιδιότητα με την οποία τους ενήγαγαν και να τους θέσουν έτσι υπόλογους για διάφορες και διαφορετικής φύσης ζημιές, κατέστησε εξ' υπαρχής, το ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής εναντίον κάποιων εναγομένων και απόρριψης της εναντίον άλλων, ένα πιθανό δικονομικό ενδεχόμενο, με ό,τι συνέπειες αυτό συνεπάγετο ως προς τα έξοδα. Αυτό οι ενάγοντες κανονικά το γνώριζαν ή τουλάχιστο θα έπρεπε να το γνωρίζουν από την αρχή. Γιατί άλλωστε να δικογραφήσουν τα όσα δικογράφησαν και όπως τα δικογράφησαν; Η θέση της κας Γιατρού ότι με την ικανοποίηση της υπό στοιχείο Ζ αξίωσης από την εναγόμενη 1 και την επιστροφή του ποσού των €66.000, οι αξιώσεις των εναγόντων «ικανοποιήθηκαν πλήρως» και επομένως η αγωγή τους έχει χάσει το αντικείμενο της σε σχέση με όλους τους εναγόμενους και όλες τις υπόλοιπες θεραπείες που αξίωναν, είναι καθαρά προϊόν της αποκλειστικής κρίσης των εναγόντων όπως αποκλειστικά δική τους ήταν και η επιλογή αν θα επέμεναν στην αγωγή τους εναντίον οποιουδήποτε εναγόμενου, περιλαμβανομένης και της εναγόμενης
- Αφού στάθμισαν όλα τα ενώπιον τους δεδομένα, περιλαμβανομένης και της ρητής «γραμμής υπεράσπισης» των εναγομένων 2 και 3, η θέση των οποίων προβλήθηκε από την αρχή της υπόθεσης, οι ενάγοντες έκριναν ότι ικανοποιούνταν με το ποσό που τους κατέβαλε η εναγόμενη 1 και δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν πλέον να συνεχίσουν με την αγωγή τους. Αξίωσαν μάλιστα και έλαβαν από την εναγόμενη 1 τα έξοδα τους. Και οι ενάγοντες όμως αλλά και οι εναγόμενοι 2 και 3, είχαν από την αρχή διαχωρίσει ρητά στα δικόγραφα τους, τη θέση και ευθύνη της εναγομένης
- Υπό αυτά τα δεδομένα, δικαιολογημένα οι εναγόμενοι 2 και 3 προβάλλουν τώρα ότι με την απόσυρση της αγωγής εναντίον τους στη βάση των όσων συμφωνήθηκαν αποκλειστικά μεταξύ εναγομένης 1 και εναγόντων, οι τελευταίοι «...αναγνώρισαν έτσι ότι είχ(αν) συμπεριληφθεί λανθασμένα στον κατάλογο των προσώπων εναντίον των οποίων θα εκαταχωρείτο η αγωγή...» και επομένως δικαιούνται πλήρως στα έξοδα τους (βλ. Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. και Άλλες ν. Σάκη Ν. Κουρέα και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 1833 και Ορφανίδης Λοΐζος ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.,
(2005)1 Α.Α.Δ. 874). Προβάλλοντας από την αρχή της υπόθεσης την «αθωότητα» τους στα όσα ρητά τους καταλόγιζαν οι ενάγοντες και ασκώντας το δικαίωμα τους να επιμένουν και να υποστηρίζουν την ορθότητα και επιτυχία των δικών τους θέσεων έναντι των θέσεων όλων των υπόλοιπων διαδίκων, οι εναγόμενοι 2 και 3 προέβηκαν χωρίς καθυστέρηση σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες που αναφέρονται πιο πάνω για την προάσπιση και προώθηση των δικαιωμάτων τους, ενέργειες τις οποίες προφανώς δεν θα έκαναν, αν δεν είχαν συμπεριληφθεί ως εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Η απόσυρση της αγωγής εναντίον τους, έστω και χωρίς δίκη, συνιστά αποτέλεσμα που η νομολογία αναγνωρίζει ότι τους δικαιώνει. Θα ήταν επομένως «...ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων.» (βλ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12). Άλλωστε, η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Άλλωστε, είναι χωρίς δίκη που και οι ενάγοντες αξίωσαν και έλαβαν έξοδα από την εναγόμενη 1 και αυτό παρά το ότι αγωγή τους σε σχέση και με αυτή την εναγόμενη απεσύρθηκε. Το ότι τα έξοδα που θα πρέπει να καταβάλουν οι ενάγοντες στους υπόλοιπους εναγόμενους που επέλεξαν για τους δικούς τους λόγους να συμπεριλάβουν στην αγωγή, συνεπάγεται μείωση του «καθαρού» ποσού που τελικά ανακτούν, δεν συνιστά παράγοντα που προσμετρά εναντίον της επιδίκασης εξόδων προς όφελος των εναγομένων 2 και 3, αφού αυτός ήταν παράγοντας που οι ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν λάβει υπόψη όταν αποφάσιζαν εναντίον ποιων προσώπων θα καταχωρούσαν την αγωγή, οπόταν και υποτίθεται ότι αξιολόγησαν τη δύναμη της υπόθεσης τους εναντίον όλων αυτών των προσώπων που τελικά ενήγαγαν. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην TAYLON LIMITED ν. SOTERIOU
(1982)1 CLR 777: «In adjudicating upon the apportionment of the costs of litigation, the Court is entitled to take a broad view of matters pertaining thereto, with a view to doing justice to the merits of the claim of each party, for costs. It is in this spirit that the trial Court exercised its discretion in this case and the outcome cannot be faulted as involving an erroneous exercise of discretionary powers. The sum finally awarded, was less than that originally claimed, whereas the joinder of Andreas Mallourides inevitably added to the expense of litigation and probably protracted its course. That the final balancing may not have been as nice as it might be, is no reason for interfering. The scales of justice are tipped by substantive considerations and to those, we feel that the trial Judge paid due heed.» Το ακόλουθο απόσπασμα από την Χαψή ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403 είναι άκρως κατατοπιστικό και απαντά πλήρως και στις άλλες εισηγήσεις της κας Γιατρού, ιδιαίτερα στην εισήγηση ότι «οι συγκεκριμένοι ενάγοντες» δεν θα πρέπει να καταδικαστούν στα έξοδα, εισήγηση η οποία παραπέμπει στις όποιες ευαισθησίες τυχόν περιβάλλουν τους συγκεκριμένους ενάγοντες, όπως αυτές καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης (βλ. μεταξύ άλλων παρ. 1, 2, 6, 7 και 19): «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys ν. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". To ακόλουθο απόσπασμα από την Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, τείνει να διαφωτίσει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. "Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων." Στην απόφαση της πλειοψηφίας στην ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010, 15/10/2015, όπου ηγέρθηκαν παρόμοια θέματα αναφορικά με τα έξοδα ενός εκ των συνεναγομένων σε εκείνη την υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές αρχές ως ακολούθως: «Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06 ημερ. 24.3.10).» Η νομολογία έχει καταδείξει ότι τέτοιοι «αποχρώντες λόγοι» που δυνατό να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις όπου ο ίδιος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλ. Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλ. Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 634). Η επιμέλεια όμως των δικηγόρων του δεν συνιστά ένα τέτοιο παράγοντα (βλ. Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389. Την ίδια στιγμή όμως είναι «...δικαίωμα του (εναγόμενου) να διεκδικήσει τα έξοδα του εφόσον θεωρούσε τον εαυτό του αθώο σ΄ ό,τι οι (ενάγοντες) του καταλόγιζαν...» και «...το τι πίστευαν ή όχι οι (ενάγοντες) ήταν θέμα που αφορούσε τους ίδιους και όχι τον (εναγόμενο), ώστε να συνεκτιμηθεί ως στοιχείο για να αποστερηθεί τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των όσων του καταλόγιζαν οι (ενάγοντες)» (βλ. Χρυσοστόμου ανωτέρω). Το πιο πάνω απόσπασμα από τη Χρυσοστόμου απαντά και στην τελευταία εισήγηση της κας Γιατρού περί ύπαρξης «καινοφανών θεμάτων». Η υπόθεση SUB INSPECTOR MICHAEL FRANGOS AND OTHERS v. THE MINISTER OF INTERIOR AND OTHERS, Respondents. (Case No. 457/81)
(1982)3 C.L.R. 53 στην οποία με παρέπεμψε σχετικά η ευπαίδευτη συνήγορος, αναφέρει ρητά ότι τα όσα λέχθηκαν εκεί αφορούν στην προσέγγιση του θέματος των εξόδων σε αναθεωρητικές διαδικασίες, η οποία προσέγγιση, ως αναφέρεται στην απόφαση, διαφέρει από την αστική διαδικασία - « In revisional proceedings, costs need not, unlike civil law litigation, follow the outcome of the proceedings for, the litigants are not the only parties with an interest in the outcome of the inquiry...». Ακόμη όμως και σε αυτές τις διαδικασίες, όπως παρατηρεί ο Πικής Δ ως ήταν τότε σε εκείνη την υπόθεση, «...there is increasingly more room for the application of the rule that costs should follow the event». Εν πάση περιπτώσει όμως, η αντικειμενική «νομική καινοφάνεια» σε μια υπόθεση, είναι ένας παράγοντας που μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς τα έξοδα μιας υπόθεσης, αφού το Δικαστήριο «...is entitled to take a broad view of matters pertaining thereto, with a view to doing justice to the merits of the claim of each party...» (βλ. Soteriou ανωτέρω). Αυτό όμως νοουμένου ότι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα. Το ότι οι ενάγοντες επέλεξαν να προβάλουν ισχυρισμούς που αυτοί πιστεύουν ότι είναι καινοφανείς επειδή δεν ξαναδικάστηκαν, δεν καθιστά την αγωγή και τα θέματα που εγείρουν «καινοφανή». Μπορεί απλά τα εν λόγω θέματα να μην ηγέρθηκαν ποτέ, γιατί δεν κρίθηκαν να έχουν οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό έρεισμα. Άλλωστε αυτή ήταν και η άποψη των εναγομένων στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει όμως, όπως υπεδείχθη και στην ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόντων κατά την αγόρευση της, οι «βάσεις» επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αγωγή, είναι κατά κύριο λόγο νομικές αρχές και δικαιώματα που υπήρχαν στην κυπριακή τουλάχιστο, έννομη τάξη, εδώ και χρόνια και δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρήθηκε η απόδοση ευθυνών στη Δημοκρατία ή σε κρατικές αρχές για παράλειψη ορθής επόπτευσης και λήψης «προστατευτικών» νομοθετικών μέτρων (βλ. π.χ Τάσος Χριστοφίδης ν Γενικού Εισαγγελέα
(2004)1β Α.Α.Δ 907). Θα πρέπει όμως εδώ να επισημάνω και το ότι αδυνατώ να αντιληφθώ πώς δύναται να ευσταθεί η θέση των εναγόντων ότι, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, δεν θα πρέπει να καταβάλουν έξοδα διότι πρόκειται για καινοφανή θέματα, αλλά την ίδια ώρα, «...σε περίπτωση που το Δικαστήριο, που δικαζόταν η υπόθεση ... συμφωνούσε μαζί μας ...τα έξοδα θα επιδικάζονταν υπέρ των εναγόντων». Υπενθυμίζω ότι είναι στην ίδια «καινοφανή» υπόθεση που οι ενάγοντες, δικαιωματικά ίσως, αξίωσαν και έλαβαν έξοδα από την εναγόμενη 1. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι τα περιστατικά της υπόθεσης δεν αναδεικνύουν «καλό λόγο» ώστε να αποστερηθούν οι εναγόμενοι 2 και 3 τα έξοδα τους στην παρούσα υπόθεση. Δεν έχω παραγνωρίσει ότι σύμφωνα με τη νομολογία, «η απονομή των εξόδων ... με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης ... (είναι) τόσο βαθειά θεμελιωμένη ... (ως αρχή) ... στην αστική διαδικασία ... ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή...» (βλ. Χαραλαμπίδη ανωτέρω). Ένεκα του όγκου αλλά και της δημόσιας προέκτασης που έχουν λάβει οι «υποθέσεις των αξιογράφων» όμως, έκρινα σκόπιμο να παραθέσω πλήρως και εκτενώς τους λόγους επί των οποίων κατέληξα στο πιο πάνω συμπέρασμα μου και αυτό για να μπορούν να τεθούν ενώπιον του Εφετείου, σε περίπτωση που ήθελε ασκηθεί έφεση εναντίον της παρούσας απόφασης μου, όλα όσα έλαβα υπόψη μου κατά την πιο πάνω κατάληξη μου. Τα έξοδα επομένως της υπόθεσης σε σχέση με τους εναγομένους 2 και 3, επιδικάζονται προς όφελος των εν λόγω εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο