Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ΛΤΔ ν. Ορφανίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3725/15, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3725/15 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ΛΤΔ Εναγόντων και
- XXXXX Ορφανίδου
- XXXXX Ορφανίδης Εναγομένων Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 31.5.2018 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κ. Αχιλλέως για C. D. Messios LLC. Για Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η αίτηση: κα Γ. Αριστείδου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.9.15, οι Ενάγοντες αξιώνουν, στην βάση χρεωστικού υπολοίπου δανείου κτηματικής πίστης, τα ακόλουθα: · Εναντίον της Εναγόμενης 1 (ως πρωτοφειλέτιδας) και του Εναγόμενου 2 (ως εγγυητή αυτής): το ποσό των €28.296,72, πλέον τόκους προς 7,55% ετησίως από 6.5.15, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 έκαστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. · Εναντίον του Εναγόμενου 2: Διάταγμα εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ14016/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και την πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό της υποθηκευμένης ιδιοκτησίας ήτοι του ακινήτου με αρ. εγγραφής 8XXXXX1, Φ/Σχ. 2-193-356, Τμήμα 02, Τεμάχιο 3XXXXX3 στην ενορία/χωριό Άγιος Μάμας, της Επαρχίας Λεμεσού, αμπέλι, ολόκληρο μερίδιο. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και αφού η υπόθεση ορίσθηκε αρκετές φορές για οδηγίες, στις 8.12.17 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για έκδοση, των ακόλουθων διαταγμάτων εναντίον του Εναγόμενου 2: Α. Διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε τρίτου προσώπου και/ή πληρεξούσιου προσώπου από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, δωρίσει, μεταβιβάσει, αποξενώσει, επιβαρύνει και/ή κατά οιονδήποτε τρόπο διαθέσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/2XXXXX3, Φ/Σχ. 0/2-207-342, Τμήμα 5, Τεμάχιο 3XXXXX1, χωράφι εκτάσεως 177 τ.μ., στην ενορία/χωριό Αγία Παρασκευή, της Επαρχίας Λεμεσού, μερίδιο το οποίο κατέχει το μισό (1/2), μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 4, 5 και 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στην Δ.48 Κ.1-4 και 9 και στην Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες, στην διακριτική ευχέρεια και στην γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, λειτουργού των Αιτητών. Ο Εναγόμενος 2 (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση) αντέδρασε με την καταχώρηση ένστασης στις 14.5.18 και με αυτήν εγείρει τους ακόλουθους λόγους:
- Οι Νόμοι και οι Θεσμοί στους οποίους στηρίζεται η αίτηση δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την αίτηση.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
- Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση είναι αναληθή, παραπλανητικά και δεν δικαιολογούν και/ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία.
- Δεδομένης της ανεπανόρθωτης ζημιάς που θα υποστεί ο Καθ' ου η αίτηση εάν αποτύχει η αγωγή και δεδομένου ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος να αποδείξουν την ζημιά που θα υποστούν σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
- Δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς μεταξύ άλλων οι Αιτητές είναι πλήρως εξασφαλισμένοι.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε ευχερής. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Καθ' ου η αίτηση. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Στο σημείο αυτό, για σκοπούς οικονομίας της απόφασης, δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων. Αυτές έχουν μελετηθεί με προσοχή και λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους. Σχετική αναφορά θα γίνει στην συνέχεια, όπου και στο μέτρο που αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates and another
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
- Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην ίδια απόφαση, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον Ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των οποιωνδήποτε αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων το φέρει ο Αιτητής (βλ. Iacovou Brothers v Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377). Στην παρούσα, ως προκύπτει από την ίδια την αίτηση αλλά και από την αγόρευση των Αιτητών, η αίτηση στηρίζεται εκτός του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη απαλλοτριώσει, τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα τίθενται στο εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου και είναι: 1. Ο Ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής, και 2. Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί υπέρ του. Στην BP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίσθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνακόλουθα τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Επομένως όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, όπως στην παρούσα, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και τα ειδικότερα κριτήρια ή προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 5 στο βαθμό που αυτά διαφοροποιούνται (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1B C.L.R. 520). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δηλ. αυτή της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής, έχει νομολογηθεί ότι ο όρος αυτός έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δηλ. και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η θεμελίωση συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση του διατάγματος (βλ. Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782). Όσον δε αφορά την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, έχει νομολογηθεί ότι αυτή αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δηλ. «να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα» (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ. 281 και C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 785). Ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Εκείνο το οποίο μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Limited ανωτέρω) ή άλλως πως η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα (βλ. Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α.
(2006)1Β Α.Α.Δ 800 και Τσιολάκκη ανωτέρω). Με άλλα λόγια θα πρέπει να αποδειχθεί κίνδυνος να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του Εναγομένου και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πραγματική προσπάθεια αποξένωσης (βλ. και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ανωτέρω). Ως λέχθηκε στην Spidertrade Com Finance Limited v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1Α Α.Α.Δ. 121, παρά το ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 «παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή». Στην ίδια υπόθεση έγινε παραπομπή στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1759 όπου λέχθηκε ότι η εν λόγω εξουσία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Λέχθηκε δε περαιτέρω ότι ο συμβαλλόμενος μπορεί για την εξασφάλισή του να μεριμνήσει εκ των προτέρων και δεν θα πρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης σε βάρος του Εναγομένου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης. Εξέταση της αίτησης Μετά τα πιο πάνω θα εξετάσω κατά πόσο, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, πληρούνται στην παρούσα οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Αναφορικά λοιπόν με τις προϋποθέσεις του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και της καλής βάσης της αγωγής όπως προσδιορίζονται στα εν λόγω άρθρα, θα πρέπει να λεχθεί ότι από την έκθεση απαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά την διεκδίκηση από τους Ενάγοντες του ποσού των €28.296,72, πλέον τόκους καθώς και Διατάγματος εκποίησης της υποθήκης με αριθμό Υ14016/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, λόγω της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων συμφωνίας δανείου που συνάφθηκε με την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα, την οποία εγγυήθηκε προσωπικά και με υποθήκευση ακινήτου του ο Εναγόμενος 2 - Καθ' ου η αίτηση. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Δεν εξετάζει δηλ. σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από την μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802). Ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει ουσιαστικά ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε αυτή η προϋπόθεση. Αναφέρεται δε σχετικά στην συμπεριφορά, ενέργειες και παραλείψεις των Αιτητών έναντι τους κατά τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες οδήγησαν τους Εναγόμενους στην σύναψη της συμφωνίας δανείου και στην υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης και της δήλωσης υποθήκης προς εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 καθώς και στην μεταγενέστερη συμπεριφορά των Αιτητών. Ισχυρίζεται δε ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη δεδομένου ότι συνάφθηκε κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και χωρίς να αξιολογηθεί η ικανότητα της Εναγόμενης 1 να αποπληρώσει το δάνειο και αυτό καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν εις γνώση των Εναγόντων. Επίσης υποστηρίζει ότι η συμφωνία αυτή έχει ματαιωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης και των γεγονότων και συνεπειών που την περιέβαλλαν, αφού δημιουργήθηκε μια καινούρια κατάσταση πραγμάτων που επηρέασε σημαντικά τα εισοδήματα της Εναγόμενης
- Αναφέρει επίσης ότι υπάρχει αμφισβήτηση του χρεωστικού υπολοίπου που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οφείλει η Εναγόμενη
- Όλα τα πιο πάνω ασφαλώς θα απασχολήσουν το Δικαστήριο και θα αποφασισθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι σε αυτό το στάδιο. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ως έχει προαναφερθεί δεν πρέπει να προβαίνει σε αξιολόγηση και κρίση επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα και σε εξαγωγή σχετικών ευρημάτων. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει την διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό ο αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με βάση λοιπόν τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση και κρίση επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα, κρίνω ότι με το περιορισμένο βάρος που έχουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, έχουν καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους. Στα πλαίσια ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Parico Aluminium Designs Ltd ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο Ενάγων πετύχει στην αξίωση του στην δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του Εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα. Περαιτέρω σε σχέση με τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις ο Ενάγων θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Εναγομένου όσο και το ενδεχόμενο ύπαρξης άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο Ενάγων να λάβει υπέρ του. Οι Αιτητές στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, ζητούν την έκδοση απόφασης για το ποσό των €28.296,72, πλέον τόκους καθώς και εκποίηση της υποθήκης για ακίνητο ιδιοκτησίας του Καθ' ου η αίτηση άλλο από το επίδικο στην παρούσα. Δεν τίθεται καν θέμα δυσκολίας στον υπολογισμό του ποσού της αξιούμενης θεραπείας. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές πετύχουν στην αξίωση τους θα τους αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Σε σχέση με τις υπό εξέταση προϋποθέσεις οι Αιτητές παραθέτουν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων αναφέρουν ότι οι τελευταίοι πέραν του επίδικου δανείου είχαν λάβει και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις από τους Αιτητές για τις οποίες επίσης δεν έχουν καταβάλει ούτε μια δόση εδώ και χρόνια (έχουν κινηθεί εναντίον τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για αυτές άλλες δύο αγωγές και συγκεκριμένα η Αγωγή 3726/2015 εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €5.746,22 πλέον τόκους και η Αγωγή 3727/2015 εναντίον του Εναγόμενου 2 για το ποσό των €5.714,54 πλέον τόκους) και περαιτέρω με επιστολή τους ημερ. 9.6.14 οι Εναγόμενοι αναφέρουν και παραδέχονται την ανικανότητα τους να αποπληρώσουν το επίδικο δάνειο και την ύπαρξη οικονομικών δυσκολιών λόγω των πολύ περιορισμένων τους πόρων, οι οποίοι περιορίζονται στην μικρή σύνταξη του Καθ' ου η αίτηση και ότι η οικογενειακή τους επιχείρηση από την οποία λάμβαναν ένα υψηλό εισόδημα είχε περιέλθει σε πολύ δυσχερή οικονομική κατάσταση με αποτέλεσμα τα προηγούμενα 4 και πλέον χρόνια να μην λάμβαναν μισθό ή άλλο εισόδημα από αυτή. Επίσης αναφέρουν ότι δεν διαθέτουν οιοδήποτε άλλο εισόδημα από οποιανδήποτε πηγή, δεν έχουν οιανδήποτε κατάθεση ή ποσό σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό ίδρυμα στην Κύπρο ή στο εξωτερικό και έχουν πραγματική και ανυπέρβλητη αδυναμία να πληρώσουν το υπόλοιπο του χρέους ή να πληρώνουν οποιοδήποτε ποσό σαν δόση από την σύνταξη του Καθ' ου η αίτηση διότι θα έχουν σοβαρό πρόβλημα διαβίωσης και επιβίωσης (βλ. τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Όσον αφορά το επίδικο δάνειο και τις εξασφαλίσεις αυτού αναφέρουν τα εξής: Το δάνειο ήταν για το ποσό των Λ.Κ.51.000 ήτοι €87.138,70 και ότι προς εξασφάλιση αυτού, πέραν της προσωπικής εγγύησης του Καθ' ου η αίτηση, υποθήκευσε η Εναγόμενη 1 ακίνητο της για Λ.Κ.26.000 ήτοι €44.423 (Υποθήκη αρ. Υ14015/07 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού) και ο Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενος 2 ακίνητο του για Λ.Κ.25.000 ήτοι €42.715,04 (Υποθήκη αρ. Υ14016/07 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού). Προς υποστήριξη δε της θέσης τους περί της συνδρομής των υπό εξέταση προϋποθέσεων, πέραν της προαναφερόμενης οικονομικής κατάστασης των Εναγομένων παραθέτουν τα ακόλουθα: · Η Εναγόμενη 1 δεν κατέχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία ενώ ο Καθ' ου η αίτηση πέραν του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου κατέχει και το ακίνητο του οποίου ζητείται με την παρούσα η δέσμευση. · Παραδέχονται δε ότι αποδέχθηκαν την εξάλειψη της Υποθήκης με αριθμό Υ14015/
- Υποστηρίζουν όμως ότι δεν αποτελεί επαρκή εξασφάλιση προς ικανοποίηση τους για το επίδικο χρέος, το υφιστάμενο ενυπόθηκο ακίνητο του Καθ' ου η αίτηση καθότι η σημερινή αξία του έχει μειωθεί στις €16.000 σε αντιδιαστολή με Λ.Κ.25.000 ήτοι €42,715.04, που ήταν κατά τον χρόνο που υποθηκεύθηκε. Αναφέρουν επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί αυτό σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης για να εξασφαλίσει τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αφού το προϊόν εκ της πωλήσεως θα είναι κατά πολύ χαμηλότερο του συνολικού ποσού των οφειλών. Παραπέμπουν δε ως προς την σημερινή του αξία σε πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου (τεκμήριο 20 στην ένορκη δήλωση τους), όπου αναφέρεται ότι η αξία που αναγράφει είχε υπολογισθεί σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Κτηματολογίου την 1.1.
- · Ως εκ των άνω υποστηρίζουν ότι το επίδικο ακίνητο την δέσμευση του οποίου επιζητούν, αποτελεί την μόνη περιουσία με την οποία δύναται να εξασφαλιστεί το συνολικό λαβείν τους. Αναφέρουν περαιτέρω ότι καμία επιβάρυνση υφίσταται σε αυτό και άρα υπάρχει δυνατότητα αποξένωσης του και ότι η σημερινή του αξία είναι €51.500, παραπέμποντας στο ίδιο προαναφερόμενο πιστοποιητικό έρευνας και στον ίδιο τρόπο υπολογισμού της αξίας. Από την πλευρά του ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει αμφισβητήσει τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές ως προς την οικονομική κατάσταση αυτού και της Εναγόμενης 1 ούτε και υποστήριξε ότι αυτή μεταβλήθηκε έκτοτε. Αυτό που υποστηρίζει είναι ότι δεν πληρούνται οι υπό εξέταση προϋποθέσεις για τους ακόλουθους λόγους:
- Δεν έχει πρόθεση να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δεν έπραξε οτιδήποτε σχετικό μέχρι σήμερα παρά το ότι η επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας στάλθηκε στις 6.5.15 και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.9.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό να τον πιέσουν και να τον εξαναγκάσουν να αποδεχτεί απόφαση για το αξιούμενο ποσό. Οι Αιτητές προέβηκαν σε εκτίμηση τυχόν ζημιάς που θα είχαν αν δεν αποπληρωνόταν το δάνειο με βάση τον συμφωνηθέντα τρόπο δηλ. πριν την σύναψη της επίδικη σύμβασης δανείου προχώρησαν στην αξιολόγηση και εκτίμηση των ακινήτων και στην συνέχεια ζήτησαν και έλαβαν τις εξασφαλίσεις που ήθελαν, προφανώς κρίνοντας τις ικανοποιητικές καθ' όλους τους χρόνους, ακόμα και σήμερα. Ήταν λοιπόν πλήρως εξασφαλισμένοι από την εκτίμηση που έκαναν στα δύο ακίνητα που υποθηκεύθηκαν για εξασφάλιση του επίδικου δανείου ύψους €87.138,70, όταν το παραχώρησαν. Αυτό τους εμποδίζει να ισχυρίζονται ότι η υποθήκη του ενός ακινήτου δεν είναι επαρκής εξασφάλιση.
- Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2010 οι Εναγόμενοι πρότειναν να δώσουν στους Αιτητές ποσό ύψους €40.000 προς αποπληρωμή του δανείου, κάτι που οι Αιτητές δέχθηκαν αφού προέβησαν σε εκτίμηση της ζημιάς και έκριναν ότι η υποθήκη που έμεινε κάλυπτε το υπόλοιπο. Έτσι προέβηκαν στην εξάλειψη της Υποθήκης με αριθμό Υ14015/07, ταυτόχρονα με την παράδοση τραπεζικής επιταγής για το πιο πάνω ποσό. Το ποσό του δανείου είχε μειωθεί αρκετά ούτως ώστε η υποθήκη του ακινήτου του Καθ' ου η αίτηση να κάλυπτε το ποσό που απέμενε για αποπληρωμή. Οι Αιτητές εξακολουθούν δε και σήμερα να είναι πλήρως εξασφαλισμένοι ακόμη και μετά την εξάλειψη της μιας εκ των υποθηκών αφού η διαφορά του αρχικού δανείου με το αξιούμενο ποσό ύψους €28.296,72, αγγίζει σχεδόν τις €59.
- Το ποσό του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού είναι λιγότερο από την αξία της καταναγκαστικής τιμής πώλησης των ακινήτων και άρα είναι πλήρως εξασφαλισμένοι.
- Οι Αιτητές αναφέρουν ότι στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου ημερ. 25.5.17 (τεκμήριο 20 στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση) παρουσιάζεται η σημερινή αγοραία αξία του υποθηκευμένου ακινήτου μειωμένη στις €16.000 και η αξία του ακινήτου του οποίου ζητούν την δέσμευση στις €51.
- Όμως οι εν λόγω εκτιμήσεις δεν αντιπροσωπεύουν την σημερινή αγοραία αξία των ακινήτων αφού είναι ημερομηνίας 1.1.13 δηλαδή πέραν των 5 χρόνων και το 2013, εν μέσω οικονομικής κρίσης οι τιμές πώλησης και ενοικίασης ακινήτων κατέγραψαν σημαντική πτώση οπόταν δεν μπορεί οι τιμές που αναγράφονται στο εν λόγω πιστοποιητικό να είναι αντιπροσωπευτικές. Περαιτέρω στο εν λόγω πιστοποιητικό η αξία που αναγράφεται δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία του ακινήτου αφού το ποσό εκείνο χρησιμοποιείται για σκοπούς φορολογίας και μόνο, δεν είναι ακριβές ούτε και αξιόπιστο αφού δεν γίνεται επί τόπου προεπισκόπηση του ακινήτου από υπαλλήλους τους Κτηματολογίου και άρα δεν αντιπροσωπεύει και απέχει κατά πολύ από την σημερινή αγοραία αξία των ακινήτων που αναγράφονται.
- Οι Αιτητές ζητούν να δεσμεύσουν ακίνητο αξίας €51.500 για ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό €28.96,72, για το οποίο υπάρχει ήδη υποθηκευμένο ακίνητο. Όσον αφορά την θέση του Καθ' ου η αίτηση για την μη πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου, ως έχει προαναφερθεί κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, οι Αιτητές δεν έχουν το βάρος να αποδείξουν την πραγματική πρόθεση αυτού να προβεί σε αποξένωση της περιουσίας του. Εκείνο που θα πρέπει να εξετασθεί είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση του εν λόγω ακινήτου στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί και πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη κινδύνου να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η εν λόγω περιουσία. Το βάρος απόδειξης αυτού φέρουν οι Αιτητές. Οι Αιτητές στηρίζουν ουσιαστικά την θέση τους για ύπαρξη τέτοιου κινδύνου στην μείωση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου και στην ύπαρξη και μη επιβάρυνση του επίδικου και την αξία αυτού. Ως έχει δε προαναφερθεί ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί ότι η αξία των δύο ακινήτων, όπως την παρουσιάζουν οι Αιτητές είναι η σημερινή αξία τους. Με δεδομένη λοιπόν και την εν λόγω αμφισβήτηση, είναι οι Αιτητές που έχουν το βάρος απόδειξης της σημερινής αξίας των δύο ακινήτων. Ως έχει προαναφερθεί, στηρίζουν την δική τους θέση επ' αυτού στο πιστοποιητικό έρευνας (τεκμήριο 20 στην ένορκη δήλωση τους). Το εν λόγω πιστοποιητικό φαίνεται ότι εκδόθηκε στις 25.5.17 και οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν, κάτι που φαίνεται άλλωστε και από το ίδιο το έγγραφο, ότι η εκεί αναφερόμενη αξία των δύο ακινήτων έγινε στην βάση εκτίμησης που έλαβε χώραν την 1.1.13, δηλ. πριν 5 χρόνια. Σε σχέση με την υπό εξέταση θέση των Αιτητών, κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία στην οποία στηρίζονται ήτοι οι εν λόγω εκτιμήσεις, γίνονται από το Κτηματολόγιο, δεν είναι όμως γνωστό πως διεξάγονται και τι λαμβάνεται υπόψην ενώ προφανώς γίνονται για σκοπούς του ίδιου του Κτηματολογίου και δεν αποτελούν απόδειξη για άλλους σκοπούς όπως ο υπό εξέταση. Πέραν δε τούτου ακόμη και εάν αποτελούσαν τέτοια απόδειξη δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψην το γεγονός ότι αυτές οι εκτιμήσεις έγιναν κατά την διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης που πέρασε ο τόπος μας, η οποία προφανώς επηρέασε αρνητικά και τις αξίες των ακινήτων αλλά και το ότι έκτοτε έχουν μεταβληθεί οι οικονομικές συνθήκες προς το καλύτερο με ανάκαμψη της οικονομίας και άρα δεν είναι λογικό η όποια μείωση της αξίας των ακινήτων να εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα, μετά την πάροδο δηλ. χρονικού διαστήματος 5 ετών από τις εν λόγω εκτιμήσεις. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν με επαρκή και κατάλληλη μαρτυρία την σημερινή αξία των δύο ακινήτων. Κατ' επέκταση απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπάρχει πιθανός κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ τους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, λόγω του ότι η υφιστάμενη εξασφάλιση τους, με το ενυπόθηκο ακίνητο του Καθ' ου η αίτηση, δεν θα είναι αρκετή για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση που το επίδικο ακίνητο του οποίου ζητείται η δέσμευση μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που ζητείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα. Η αποτυχία λοιπόν των Αιτητών να αποδείξουν την σημερινή αξία του επίδικου ακινήτου στερεί από το Δικαστήριο την δυνατότητα να ελέγξει και το κατά πόσο η εν λόγω περιουσία είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και να μπορέσει να ασκήσει ορθά την διακριτική του ευχέρεια. Πέραν δε και ανεξάρτητα των πιο πάνω θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι Αιτητές προέβηκαν σε εκτίμηση τυχόν ζημιάς που θα είχαν αν δεν αποπληρωνόταν το δάνειο δηλ. πριν την σύναψη της επίδικη σύμβασης δανείου προχώρησαν στην αξιολόγηση και εκτίμηση των ακινήτων και στην συνέχεια ζήτησαν και έλαβαν τις εξασφαλίσεις που ήθελαν, προφανώς κρίνοντας τις ικανοποιητικές. Από δε την ενέργεια των Αιτητών να δεχθούν το 2010 την εξάλειψη της μιας εκ των δυο υποθηκών που εξασφάλιζαν το επίδικο χρέος και να απομείνει μόνο η υφιστάμενη υποθήκη, προκύπτει σαφώς ότι προέβηκαν σε σχετική εκτίμηση της κατάστασης και θεώρησαν ότι η υφιστάμενη υποθήκη ήταν επαρκής για τον σκοπό αυτό. Παρά ταύτα με την παρούσα ζητούν ουσιαστικά ενίσχυση της υφιστάμενης εξασφάλισης. Ως προκύπτει όμως από την Spidertrade Com Finance Limited ανωτέρω δεν είναι επιτρεπτή η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου, που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η εξουσία του Δικαστηρίου προς τούτο πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι προς ενίσχυση υπαρχουσών εξασφαλίσεων σε βάρος του Εναγομένου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης στην αγωγή. Πόσο μάλλον στην παρούσα που, ως έχει αναφερθεί, οι Αιτητές με την εξάλειψη της μιας εκ των δύο υποθηκών, αποδέχθηκαν ως επαρκή τον περιορισμό των εξασφαλίσεων που οι ίδιοι εκτίμησαν και εξ αρχής ζήτησαν και έλαβαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
- Κατ' επέκταση κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών και υπέρ του Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο