← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. K.K. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2648/2017, 18/5/2018

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. K.K. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2648/2017, 18/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2648/2017 ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Αιτήτρια- Ενάγουσα -V- K.K. EXTRA T.V. LIMITED Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη --------------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Μαίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα. Β. Σιηττή Για Καθ' ης η Αίτηση : κα Ελευθερίου για Η. Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά σε ενδιάμεση αίτηση που καταχώρησε η αιτήτρια για να της δοθεί άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση «...σε απάντηση των ισχυρισμών...» που προβλήθηκαν στην ένσταση που η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε στην αίτηση της πρώτης για έκδοση συνοπτικής απόφασης στην αγωγή. Σημειώνω εδώ ότι η αγωγή αφορά σε είσπραξη κατ' ισχυρισμό διοικητικού προστίμου που η αιτήτρια επέβαλε στην καθ' ης η αίτηση στις 7/6/16, με την έκδοση σχετικής απόφασης στα πλαίσια διοικητικής διαδικασίας με αρ.137/2016

(6). Η δικογραφημένη θέση της αιτήτριας είναι ότι η πιο πάνω απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα και η οποία ούτε εξοφλήθηκε αλλά ούτε και ακυρώθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο, παρά το ότι η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης με σχετική επιστολή που της απέστειλε η αιτήτρια στις 20/6/17. Το επίδικο πρόστιμο επομένως, σύμφωνα με την ενάγουσα, υπόκειται σε άμεση είσπραξη ως αστικό χρέος δυνάμει του Κανονισμού 48
(1)της ΚΔΠ 10/00 και δεν επιδέχεται οποιασδήποτε υπεράσπισης (βλ. παρ. 4, 5 και 6 Ε/Α). Σημειώνω ότι δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση στην αγωγή. Η «κυρίως» αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, στα πλαίσια της οποίας υπεβλήθη η παρούσα, υποστηρίζεται από Ε/Δ του XXXXX Παπανδρέου, Λειτουργού Λογιστή στην αιτήτρια. Ο ομνύοντας, ο οποίος αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των όσων ορκίζεται, βεβαιώνει ότι η καθ' ης η αίτηση «αληθώς οφείλει εις την Ενάγουσα το (επίδικο ποσό), δυνάμει επιβολής διοικητικού προστίμου ως περί τούτων λεπτομερής αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης της ως άνω αγωγής...», το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί ως ορθό και αληθές και ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση, ούτε έχει εξοφλήσει το επίδικο ποσό μέχρι σήμερα, ούτε υπεράσπιση έχει. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο ομνύοντας επισυνάπτει στην Ε/Δ του ως Τεκμήρια, αντίγραφο της επιστολής της αιτήτριας ημερ. 20/6/17 συνοδευόμενη από αντίγραφο της απόφασης ημερ. 07/06/17 στην υπόθεση 137/2016
(6)και σχετική κατάσταση οφειλομένων ποσών που τηρεί η αιτήτρια. Η ένσταση που καταχώρησε η καθ' ης η αίτηση στην «κυρίως» αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ ενός εκ των διευθυντών της, περιστρέφεται γύρω από τους εξής άξονες: Α. Ο XXXXX Παπανδρέου δεν έχει προσωπική και θετική και εξ ιδίων γνώση των γεγονότων τα οποία βεβαιώνει στην ένορκη του δήλωση (παρ.4) Β. Η αιτήτρια δεν έχει επισυνάψει στην αίτηση της τα πρωτότυπα έγγραφα που κατ' ισχυρισμό αποδεικνύουν την απαίτηση της, χωρίς να δίνει επαρκή δικαιολογία περί τούτου και «...ως αποτέλεσμα, δεν προκύπτει βάσιμα εάν τα έγγραφα αυτά έχουν εκδοθεί ή αν όντως έχουν εκδοθεί...» από την αιτήτρια, κάτι που η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί. (παρ.5) Γ. Η εναγόμενη δεν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 20/6/17, ούτε έλαβε γνώση του περιεχομένου της, γεγονός που καθιστά απορριπτέα αλλά και πρόωρη την επίδικη αξίωση. (παρ 6-8). Το ότι ο XXXXX Παπανδρέου δεν αναφέρει στην Ε/Δ του ότι η εν λόγω επιστολή όντως εστάλη, επιβεβαιώνει, κατά την καθ' ης η αίτηση, τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της. (Παρ.9). Δ. Η καθ' ης η αίτηση έχει, πρόσθετα των πιο πάνω και καλή νομική υπεράσπιση στην αγωγή, αφού αφ' ενός ο Κανονισμός επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση της αιτήτριας έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτικού του Νόμου και αφ' ετέρου ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομα της, στοιχείο που καταδεικνύει την αντισυνταγματικότητα του Κανονισμού. Με την παρούσα αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ του XXXXX Παπανδρέου, η αιτήτρια επιθυμεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς Β και Γ ανωτέρω, εφόσον θεωρεί ότι πρόκειται για «...ανακρίβειες, αοριστολογίες και παραπλανητικούς ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα...». Συγκεκριμένα, η αιτήτρια επιθυμεί να απαντήσει μέσω συμπληρωματικής Ε/Δ ότι «...στις 21.6.17 απέστειλε ταχυδρομικώς προς την Εναγόμενη το πρωτότυπο της απόφασης ημερ. 7.6.2017 και της επιστολής 20.6.17 στην υπόθεση 137/16
(6)...(τα οποία έγγραφα)... εστάλησαν προς την Εναγόμενη και με τηλεμοιότυπο...» στις 20.6.
  1. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της αυτών, η αιτήτρια επιθυμεί να παρουσιάσει επίσης ως Τεκμήρια μέσω της απαντητικής Ε/Δ, πιστό αντίγραφο της σχετικής σελίδας από το βιβλίο που τηρεί και στο οποίο καταγράφονται οι ημερομηνίες ταχυδρόμησης καθώς και αντίγραφο απόδειξης αποστολής τηλεομοιότυπου ημερ. 20.6.
  2. Και στο υπό κρίση αίτημα της αιτήτριας, η καθ' ης η αίτηση έφερε ένσταση, προβάλλοντας δεκατέσσερις συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνοπτικά, η ένσταση της καθ' ης η αίτηση περιστρέφεται γύρω από το ότι, λαμβανομένου υπόψη του αυστηρού δικονομικού πλαισίου που διέπει αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» που να δικαιολογεί έγκριση του αιτήματος καθώς και ότι αυτό που ουσιαστικά επιχειρεί η αιτήτρια να πράξει, είναι να παρουσιάσει γεγονότα για να διορθώσει παραλείψεις και να συμπληρώσει κενά που υποδείχτηκαν από την ένσταση, τα οποία γεγονότα, ενώ της ήταν γνωστά από την αρχή, δεν τα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως όφειλε. Την νομική τους επιχειρηματολογία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την έθεσαν ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Θα συμφωνήσω κατ' αρχή με τη θέση ότι η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπεται από τους αυστηρούς κανόνες και προϋποθέσεις που αναφέρονται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διάταξη η οποία απασχόλησε πλειστάκις το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Π.Ε. 473/2011, 28/9/2017, Νεάρχου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Είναι περαιτέρω ευρέως νομολογημένο ότι η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση, είναι ένα εξαιρετικό μέτρο, το οποίο στην ουσία καταλήγει σε απόφαση χωρίς να ακουστεί ο εναγόμενος και ως εκ τούτου πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι καθαρή και είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλόπιστη υπεράσπιση. (βλ. Λαζάρου Eυάγγελος και Άλλη ν. Γιάννη Π. Mακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Η συνοπτική όμως φύση της διαδικασίας δεν εξυπακούει αυτόματα και ότι ο ενάγοντας δεν έχει το δικαίωμα απάντησης στα όσα προβάλλει ο εναγόμενος με την ένσταση του. Αντίθετα, ως επισημαίνει και το Ανώτατο Δικαστήριο στη Λαζάρου ανωτέρω υιοθετώντας το Supreme Court Practice 1999, Vol.1, σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, ο αιτητής έχει και πάντα είχε, δικαίωμα απάντησης. «"Τhe plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R. 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given."» έμφαση δική μου) Όπως περαιτέρω χαρακτηριστικά ειπώθηκε στην Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 782, σε αίτηση για συνοπτική απόφαση, «ο ενάγων έχει δικαίωμα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου». Εκείνο όμως που σίγουρα δεν επιτρέπεται και αυτός είναι ο λόγος της Λαζάρου, είναι όπως η διαδικασία μετατραπεί, με την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που περιέχουν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία που θα πρέπει να εξεταστεί και αξιολογηθεί, σε δίκη επί της ουσίας της διαφοράς των μερών. Η καταχώρηση επομένως συμπληρωματικής Ε/Δ από πλευράς αιτητή ώστε να απαντήσει στους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση, είναι δικαίωμα που μπορεί να ασκήσει ο πρώτος και η καταχώρηση τέτοιας απάντησης, αν και αυξάνει το κίνδυνο να θεωρηθεί ότι στην υπόθεση όντως υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε αυτό το συμπέρασμα. Άλλωστε, στη CYEMS ανωτέρω, ο εκεί αιτητής πέτυχε την έκδοση συνοπτικής απόφασης κατ' έφεση, στη βάση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που καταχώρησε πρωτόδικα και που το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα κατά το Εφετείο, δεν εκτίμησε σωστά. Το γιατί ο αιτητής σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δικαιούται να απαντήσει και πώς δύναται να εξασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του, απαντάται με σαφήνεια στις σελ. 247 και 248 του Annual Practice 1958, από τις οποίες παραθέτω πιο κάτω τις σχετικές περικοπές. Επισημαίνεται κατ' αρχή ότι η «βασική» Ε/Δ του αιτητή που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει απλά να βεβαιώνει (verifying) την αιτία αγωγής. Αυτό δύναται να γίνει με απλή αναφορά (reference) στα γεγονότα που εμφαίνονται στο κλητήριο ένταλμα χωρίς όμως να υπάρχει υποχρέωση λεπτομερούς παράθεσης όλων των γεγονότων εκ νέου στην Ε/Δ. Το μόνο που χρειάζεται να πράξει ο αιτητής όταν υπάρχει καταχωρημένη έκθεση απαίτησης, είναι να βεβαιώσει τα εκεί εκτεθέντα γεγονότα και να αναφέρει το ποσό που αξιώνει, τη βάση αγωγής του και ότι «The particulars of the said claim appear by the indorsement of the writ of summons in this action ".». Annual Practice 1958 σελ. 247 «Verifying the Cause of Action." - The verification may be by reference to the particulars as indorsed on the writ, thus: " the defendants are justly and duly indebted to the plaintiffs in the sum of for £ [state the nature of the debt, giving date of bill, or cheque, or dates between which goods supplied, or as the case may be], and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the indorsement of the writ of summons in this action ". The affidavit need not set out all the particulars, nor verify the notice of dishonour averred in the statement of claim (May v. Chidley, [1894] 1 Q.B. 451, and see Murphyv. Nolan, 18 L.R. Ir. 468). If the writ be accompanied by a statement of claim, the facts therein contained must· similarly be verified by affidavit.». Το σημαντικότερο όμως είναι ο ομνύοντας να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Αν δηλαδή είναι το πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς το ποσό της επίδικης οφειλής. Η φύση επομένως της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Αν δεν μπορεί να το πράξει αυτό τότε η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και δεν τίθεται θέμα απαντητικής Ε/Δ (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ανωτέρω). Το ότι απαιτείται μόνο απλή βεβαίωση των γεγονότων με παραπομπή στην Ε/Α και όχι κατ΄ ανάγκη επανάληψη τους στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, προκύπτει αλλά και συνάδει με το πνεύμα της όλης διαδικασίας η οποία εδράζεται πρωτίστως στην ειλικρινή πεποίθηση του αιτητή ότι καμία υπεράσπιση δύναται να προβληθεί από την άλλη πλευρά - " Stating there is no Defence." ... is an essential part of the affidavit. The usual words used in the affidavit are, " I verily believe that there is no defence to this action"» (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 247). Εφόσον ο αιτητής θα πρέπει να θεωρεί ότι η αξίωση του και τα γεγονότα επί των οποίων αυτή εδράζεται, δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, δεν χρειάζεται να τα παραθέσει όλα εκ νέου στην Ε/Δ αφού ήδη προκύπτουν από την Ε/Α και το κλητήριο που έχει ήδη επιδοθεί στον εναγόμενο. Φτάνει όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα όσα εκεί αναφέρονται. Μέχρι την καταχώρηση της ένστασης άλλωστε, κανείς δεν ξέρει ούτε και μπορεί να ξέρει τι είναι που η άλλη πλευρά πρόκειται να αμφισβητήσει. Είναι ακριβώς με την καταχώρηση της ένστασης που ενεργοποιείται το δικαίωμα του αιτητή να επιδιώξει να απαντήσει στους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, αφού μόνο τότε αποκαλύπτεται το τι είναι που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Επειδή από πλευράς εναγομένου, για να απορριφθεί η αίτηση και να δοθεί άδεια για υπεράσπιση, είναι αρκετό απλά να υποδειχθεί κάποια υπεράσπιση που μπορεί να «περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή» (βλ. Λαζάρου ανωτέρω), θα πρέπει να επιτραπεί στον αιτητή να καταδείξει ότι η μαρτυρία απο πλευράς του πρώτου δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ως πιστευτή, («...demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief ...» (βλ. απόσπασμα από Λαζάρου ανωτέρω). Το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 248 του Annual Practice 1958, όπου τα όσα αναφέρονται εκεί υιοθετήθηκαν από και αντικατοπτρίζουν πλήρως την κυπριακή νομολογία (βλ. Λαζάρου ανωτέρω), είναι άκρως κατατοπιστικό: Affidavit in Reply - " The obligation on defendant to ' show cause ' by necessary implication, allows the plaintiff to answer the defendant's case " (Davis v. Spence, 1 C.P.D. p. 721, per Brett, L.J.); but it is a discretionary matter to allow it (N. Central Wagon Co. v. N. Wales Wagon Co., 39 L.T. 628; Rotherham v. Priest, 28 W.R. 277). In Girvin v. Grepe, 13 Ch. D. 174, Jessel, M.R., considered affidavit in reply admissible on the language of the rule, and according to the Common Law practice under Keating's Act and the Chancery practice on interlocutory injunctions. For forms see 12 Court Forms 147. But the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence it is generally useless for the plaintiff to file an affidavit in reply, unless he is in a position to exhibit some document clearly demonstrating the untruth of the defendant's affidavit, e.g., a letter from the defendant admitting the debt by promise to pay. See r. 6, (n.) " General Principle " , infra, p. 263. (έμφαση δική μου). Στον αιτητή συνοπτικής απόφασης επομένως, δύναται να επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική Ε/Δ, συνοδευόμενη, αν χρειάζεται και από έγγραφα, για να καταδείξει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση στην ένσταση του, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι υπό το φως των πιο πάνω αρχών που θα πρέπει να αντικρίζεται το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ σε διαδικασία αίτησης συνοπτικής απόφασης, προσέγγιση η οποία αν και αφορά σε μια ιδιόμορφη και ιδιότυπη διαδικασία, εντούτοις συνάδει και με το κριτήριο του «καλού λόγου» που αφορά σε αίτημα με βάση τη Δ.48 Θ.4
(2)σε σχέση με ενδιάμεσες αιτήσεις. Το κριτήριο του «καλού λόγου», σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας και να αφορά στην παράθεση γεγονότων τα οποία δεν ήταν γνωστά εξ' υπαρχής ή παρουσιάστηκαν μετά την ένσταση και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων A. Messios Sons Ltd και Άλλος ν. Ανδρέα A Λεωνίδα (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 195). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα που περιβάλλουν το υπό κρίση αίτημα, παρατηρώ τα εξής. Στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική, ο εκεί ομνύοντας Παπανδρέου, αναφέροντας ότι είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα όσα αναφέρει, βεβαιώνει ότι η καθ' ης η αίτηση «...αληθώς οφείλει εις την Ενάγουσα το (επίδικο ποσό), δυνάμει επιβολής διοικητικού προστίμου...» και προς τούτο παραπέμπει στις λεπτομέρειες τις Ε/Α αναφέροντας ότι «...περί τούτων λεπτομερής αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης της ως άνω αγωγής». Στην παρ. 6 της Ε/Α, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση της απόφασης ημερ. 7/6/17 με επιστολή της αιτήτριας ημερομ. 20/6/17 και προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, ο ομνύοντας ήδη κατέθεσε αντίγραφο της κατ' ισχυρισμό επιστολής ημερ. 20/6/17, η οποία παρουσιάζεται να απευθύνεται προς την καθ' η αίτηση, στη διεύθυνση της, συνοδευόμενη από αντίγραφο της απόφασης ημερ. 07/06/
  1. Με την ένσταση και υποστηρικτική Ε/Δ που καταχώρησε η καθ' ης η αίτηση, η τελευταία αρνείται ότι έχει λάβει γνώση του περιεχομένου της επίμαχης διοικητικής απόφασης ή ότι έχει λάβει την επιστολή 20/6/
  2. Ισχυρίζεται ότι συνεπεία της μη παρουσίασης του πρωτοτύπου της απόφασης και της επιστολής, «...δεν προκύπτει βάσιμα εάν τα έγγραφα αυτά έχουν εκδοθεί ή αν όντως έχουν εκδοθεί από την αιτήτρια...». Αυτά είναι και τα γεγονότα που επέλεξε η πλευρά της καθ' ης η αίτηση να θέσει υπό αμφισβήτηση με την ένσταση της, ως τα γεγονότα που συνθέτουν την υπεράσπιση που προτίθεται να προβάλει επί των γεγονότων της υπόθεσης. Η άλλη πτυχή της προτιθέμενης υπεράσπισης, είναι αμιγώς νομική. Η αιτήτρια επιθυμεί να απαντήσει με την προσκόμιση γραπτής μαρτυρίας που καταδεικνύει κατά την άποψη της, ότι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση επί των γεγονότων, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι ο ενόρκως δηλών της Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, δε λέει την αλήθεια. Αυτό η αιτήτρια θεωρεί ότι καταδεικνύεται από τα έγγραφα που επιθυμεί να παρουσιάσει, ήτοι την απόδειξη ταχυδρόμησης στη διεύθυνση της καθ' ης η αίτηση, της πρωτότυπης επιστολής 20/6/17 με την πρωτότυπη απόφαση και το αντίγραφο απόδειξης αποστολής των εν λόγω εγγράφων στις 20/6/17 και μέσω τηλεομοιότυπου στο φαξ της τελευταίας. Όπως αναφέρθηκε και στη Λαζάρου ανωτέρω, «...the Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try ... but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given.» Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην αιτήτρια, να απαντήσει στα όσα η πλευρά της καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε ως πραγματικά γεγονότα και να επιχειρήσει να καταδείξει the untruth of the defendant's affidavit. Το αν τελικά οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, υπό το φως και των όσων ισχυρίζεται η πλευρά της καθ' ης η αίτηση, δικαιολογούν ή όχι την έκδοση συνοπτικής απόφασης, αυτό είναι θέμα που θα εξετάσω κατά την ακρόαση της ουσίας της αίτησης, υπό το φως όλης της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η αίτηση επομένως επιτυγχάνει και δίδεται άδεια στην αιτήτρια όπως εντός 10 ημερών από σήμερα, καταχωρήσει την προτιθέμενη συμπληρωματική Ε/Δ Παπανδρέου που επισυνάπτει ως Παράρτημα Α στην παρούσα αίτηση, μαζί με τα Τεκμήρια που εκεί αναφέρονται ακολούθως να παραδώσει αντίγραφο της στην άλλη πλευρά. Η κυρίως αίτηση ορίζεται για οδηγίες την 11 Ιουνίου
  3. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, δεν θα είναι όμως άμεσα πληρωτέα. Το πότε τα εν λόγω έξοδα θα πρέπει να καταβληθούν, επιφυλάσσεται να αποφασιστεί κατά την έκδοση της απόφασης στην κυρίως αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.