Fintailor Investments Limited ν. Promsvyazbank PJSC, Αγωγή αρ.: 200/2018, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A270 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 200/2018 Μεταξύ: Fintailor Investments Limited, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και Promsvyazbank PJSC. δια του υποκαταστήματος της στην Κύπρο, από τη Λεμεσό Εναγόμενης -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12.4.2018 για τροποποίηση του μονομερώς εκδοθέντος Προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 30.1.2018 Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Λούκας Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (Για να ακούσει απόφαση o ίδιος) Για την εναγόμενη - καθ' ης η Aίτηση: κα Ελίνα Σκούλλου για Μ. ECONOMIDES KRANOS & CO. LLC (Για να ακούσει απόφαση η ίδια) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρίστηκε στις 26.1.2018 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο), η ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική δήλωση πως είναι δικαιούχος των χρηματικών ποσών που είναι κατατεθειμένα σε συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς (παρατίθενται οι αριθμοί των λογαριασμών και το νόμισμα ενός εκάστου), στην εναγόμενη Τράπεζα. Αξιώνει επίσης Γενικές Αποζημιώσεις για ζημιά που προκλήθηκε ή θα προκληθεί στο μέλλον, συνεπεία παράβασης συμφωνίας (συνίσταται στην άρνηση της εναγόμενης να εκτελέσει γραπτές εντολές που δόθηκαν στις 12.1.2018, για πληρωμές και/ή μεταφορές χρημάτων από λογαριασμούς της ενάγουσας, σε άλλους λογαριασμούς της ιδίας ή πελατών της), μεταξύ της εναγόμενης και της ιδίας, καθώς επίσης και παράβασης των γενικών όρων και προϋποθέσεων που διέπουν την λειτουργία της εναγόμενης στην Κύπρο. Στη βάση αίτησης που καταχωρίστηκε αυθημερόν με την καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος, εκδόθηκε στις 30.1.2018, μονομερώς, Διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται η εναγόμενη: (α) να μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας ή διαθέσει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιτρέψει την επιβάρυνση, διαχείριση ή ελάττωση της αξίας ή των ποσών που είναι κατατεθειμένα ή πιστωμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας με την εναγομένη (παρατίθενται οι αριθμοί των Λογαριασμών και το νόμισμα ενός εκάστου), εκτός σε συμμόρφωση με γραπτή συγκατάθεση ή μελλοντικές οδηγίες της ενάγουσας, μέχρι πέρατος της διαδικασίας και/ή νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου και (β) να μεταφέρει και/ή αποσύρει και/ή επιβαρύνει τα ποσά που βρίσκονται πιστωμένα στους δικούς της ανταποκριτές τραπεζικούς λογαριασμούς (corresponding bank accounts) που περιγράφονται σε πίνακα που παρατίθεται, με τρόπο ώστε να διατηρείται στους εν λόγω λογαριασμούς ποσό τουλάχιστον USD$251.000.000 ή το ισάξιο σε άλλο ξένο συνάλλαγμα, μέχρι πέρατος της διαδικασίας και/ή νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου. Η αίτηση της 26.1.2018 στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρο 32, στο Κοινοδίκαιο, στους κανόνες της επιείκειας και στις σύμφυτες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την προρηθείσα αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Blokhin, εργοδοτούμενου στην ενάγουσα, ως ο επικεφαλής χειρισμού του «Τμήματος Λογαριασμών» (τα καθήκοντα του είναι η εκτέλεση συναλλαγών για τον ίδιο λογαριασμό και διευθετήσεις για την διαχείριση των χρηματοοικονομικών εργαλείων της ενάγουσας). Ο ομνύων, ως προς την ταυτότητα των διαδίκων, αναφέρει τα εξής: Η ενάγουσα είναι επενδυτική εταιρεία, που λειτουργεί κατόπιν άδειας (Αρ Αδείας 133/11) που εδόθη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, προσφέρουσα ένα ευρύ φάσμα διασυνοριακών επενδυτικών υπηρεσιών στις τραπεζικές αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εναγόμενη είναι η Ρωσική Εταιρεία Promsvyazbank PJSC (στη συνέχεια «η Τράπεζα»), η οποία προσφέρει τραπεζικές υπηρεσίες στην Κύπρο, κατόπιν άδειας που της εδόθη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, μέσω υποκαταστήματος (στη συνέχεια «η PSB») που διατηρεί, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στην Κυπριακή Δημοκρατία (με αρ. ΗΕ 1593). Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 28.3.2013, η ενάγουσα άνοιξε οκτώ
(8)λογαριασμούς (παρατίθενται οι αριθμοί ενός εκάστου) στην PSB, σε διάφορα συναλλάγματα (Ευρώ, Δολάριο Αμερικής, Στερλίνες και Ρωσικό Ρούβλι). Την ίδια ημέρα η ενάγουσα και η Τράπεζα, ενεργώντας μέσω της PSB, υπέγραψαν συμφωνία, η οποία ρυθμίζει τις μεταξύ τους σχέσεις. Σύμφωνα με αυτή, όλες οι διαφωνίες υπόκειντο στην δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων. Στις 2.11.2015 η PSB ενημέρωσε την ενάγουσα για τους «αναθεωρημένους όρους της εφαρμόσιμης επιχείρησης», σύμφωνα με τους οποίους, δικαιοδοσία για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στις 15.12.2015 η Τράπεζα τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης στην Ρωσία, «κάτω από περιστάσεις που η PSB ποτέ δεν ξεκαθάρισε στην ενάγουσα». Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της πως η Τράπεζα ήταν υπό καθεστώς εξυγίανσης, ήταν όμως ξεκάθαρο πως η άδεια της PSB να προβαίνει σε συναλλαγές σε σχέση με την επιχείρηση της, δεν περιορίστηκε. Μετά τις 15.12.2017 εφαρμόστηκαν από την Τράπεζα «περαιτέρω μέτρα». Ειδικότερα η PSB απέστειλε στους πελάτες της (μέσω της PSB on-line) δύο μηνύματα, ημερομηνίας 18.12.2017 και 20.12.2017, όσον αφορά τις συναλλαγές, σύμφωνα με τα οποία: (α) θα πρέπει να δίδονται «υποστηρικτικά έγγραφα που να αποδεικνύουν τον οικονομικό σκοπό όλων των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω των τρεχούμενων λογαριασμών» και (β) «οι διαταγές πληρωμής υπό την μορφή μεταφοράς χρημάτων δεν θα γίνονται δεκτές για εκτέλεση, εκτός εάν παρασχεθεί σωστό υποστηρικτικό έγγραφο/υλικό που να αναφέρει/διευκρινίζει τον προορισμό των χρημάτων, μετά που θα πιστωθούν στους λογαριασμούς τρίτης τράπεζας». Στις 21.12.2017, η ενάγουσα, κατόπιν οδηγιών δικών της πελατών, έδωσε οδηγίες στην PSB μέσω συγκεκριμένων τραπεζικών παραγγελιών (swift) να εκτελέσει πέντε
(5)συναλλαγές. Συγκεκριμένα ζητήθηκε η μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό της ενάγουσας (ειδικότερα από λογαριασμούς πελατών της), σε συγκεκριμένες εταιρείες (οι εν λόγω οδηγίες θα αναφέρονται στη συνέχεια ως «οι συναλλαγές προς όφελος τρίτων»). Χωρίς καμμιά δικαιολογία και κατά παράβαση των γενικών όρων, η PSB δεν εκτέλεσε τις οδηγίες, παρά την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς από τους οποίους θα γίνονταν οι μεταφορές των χρημάτων. Λόγω της άρνησης της PSB να εκτελέσει τις συγκεκριμένες οδηγίες, η ενάγουσα, σε μεταγενέστερο στάδιο, με μήνυμα της ημερομηνίας 27.12.2017, τις απέσυρε. Η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της, ζήτησε με επιστολή των τελευταίων ημερομηνίας 9.1.2018, εξηγήσεις για τον λόγο που οι τραπεζικές εντολές σχετικά με τις συναλλαγές προς όφελος τρίτων, δεν εκτελέστηκαν. Ζητήθηκε επίσης από την PSB να επιβεβαιώσει ότι τα ποσά που κρατούνται από την ίδια, είναι ελεύθερα να μεταφερθούν σ' άλλο τραπεζικό ίδρυμα που η ενάγουσα υπέδειξε. Η PSB απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 10.1.2018, πως αφ' ης στιγμής οι εν λόγω οδηγίες ακυρώθηκαν, δεν ετίθετο θέμα και επίσης πως τα χρήματα για τις συγκεκριμένες συναλλαγές επεστράφησαν την ίδια μέρα (10.1.2018) στον λογαριασμό της ενάγουσας. Η ενάγουσα στις 11.1.2018 και 12.1.2018 επανήλθε με νέες οδηγίες προς την PSB για μεταφορά κεφαλαίων από τους λογαριασμούς της. Συγκεκριμένα ζήτησε την διεξαγωγή εννέα
(9)τραπεζικών συναλλαγών. Η PSB ζήτησε διάφορα έγγραφα και πληροφορίες, τα οποία ήσαν «ασύμβατα» με ό,τι συνήθως ζητούσε για διεκπεραίωση συναλλαγών προς όφελος τρίτων. Στις 17.1.2018, η ενάγουσα με ηλεκτρονικό μήνυμα της (email), προς την PSB, εξέφρασε την διαφωνία της για τις απαιτήσεις της τελευταίας και έδωσε χρονικό περιθώριο μέχρι τις 12.00 η ώρα της 18.1.2018, για να διεκπεραιωθούν οι συναλλαγές, πλην όμως η PSB παρέλειψε να συμμορφωθεί. Είναι η θέση του ομνύοντα πως η PSB προσπαθεί να «βρει τρόπους» ώστε να μην εκτελεστούν οι οδηγίες της ενάγουσας, με στόχο την διαφύλαξη των συμφερόντων της Τράπεζας στη Ρωσία, παρά το ότι η ενάγουσα διατηρούσε τους λογαριασμούς της, όχι με την Ρωσική Τράπεζα αλλά με την PSB. Είναι γι' αυτό τον λόγο που ζητήθηκε το διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων και συγκεκριμένα των ποσών που είναι κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας, που «κρατούνται» στους συγκεκριμένους λογαριασμούς (αναφέρονται στην Αίτηση και στην Ένορκη Δήλωση). Πρόσθεσε επίσης πως η πιθανότητα να χάσει η ενάγουσα τα κεφάλαια της στους λογαριασμούς είναι πολύ μεγάλη, καθότι η PSB σκόπιμα αποφεύγει να εκτελέσει «νόμιμες οδηγίες για πληρωμή», για να δώσει χρόνο στον διαχειριστή της Τράπεζας, η οποία βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης, να αναλάβει τους λογαριασμούς και τα κεφάλαια αυτών. Η εναγόμενη ήγειρε Ένσταση στην αίτηση της 26.1.2018, προβάλλοντας εικοσιένα
(21)λόγους, προεξάρχοντος του λόγου πως τα κυπριακά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας. Είναι περαιτέρω η θέση της πως η καταχώριση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού αγωγές βασιζόμενες σε «ανάλογα και/ή όμοια και/ή σχετικά γεγονότα» έχουν κινηθεί στην Ρωσία από την ίδια εναντίον της ενάγουσας. Η εναγόμενη διατείνεται πως στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό Α40-14824/18-158-90 που καταχώρισε η ίδια εναντίον της ενάγουσας, Ρωσικό Δικαστήριο κατόπιν αιτήματος της, έκδωσε στις 31.1.2018 προσωρινό διάταγμα με το οποίο παγοποιήθηκε και δεσμεύτηκε από τους λογαριασμούς της ενάγουσας, χρηματικό ποσό που υπερβαίνει τα 60,8 δις Ρούβλια (865 εκατομμύρια Ευρώ περίπου). Πρόκειται για τους ίδιους λογαριασμούς, οι οποίοι δεσμεύτηκαν με το Διάταγμα της 30.1.
- Προβάλλει επίσης πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις ώστε να οριστικοποιηθούν τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Τέλος υποστηρίζει πως η ενάγουσα απέκρυψε «ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα». Η προρηθείσα Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Dubrovin, ημερομηνίας 20.2.
- Ο XXXXX Dubrovin, μέλος της «προσωρινούς διοικήσεως» της Τράπεζας (είναι το μοναδικό εκτελεστικό όργανο διορισθέν με διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας) επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Είναι η θέση του πως η καταχώριση της αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθότι η Τράπεζα προχώρησε σε καταχώριση αγωγών εναντίον της ενάγουσας σε δικαστήριο στη Ρωσία, βασιζόμενη σε «ανάλογα, όμοια και σχετικά γεγονότα». Παραδέχεται πως η τράπεζα υπέγραψε συμφωνίες παροχής τραπεζικών υπηρεσιών προς την ενάγουσα, διατείνεται όμως πως η τελευταία δεν απεκάλυψε πως στο προοίμιο των «Γενικών Όρων και Προϋποθέσεων», καταγράφεται πως οι εν λόγω όροι θα τροποποιούνται κατά διαστήματα και πως το περιεχόμενο τους δεν θα εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ειδικών τύπων λογαριασμών (όπως οι επίδικοι) οι οποίοι θα ρυθμίζονται από «ξέχωρους» κανονισμούς της Τράπεζας. Προβάλλει πως αντίθετα με ό,τι η ενάγουσα διατείνεται, η Τράπεζα ενημέρωσε την πρώτη για την «νέα τάξη πραγμάτων», που επήλθε συνεπεία του «νέου καθεστώτος Προσωρινούς Διοίκησης». Κατά τον ομνύοντα, ο XXXXX Blokhin «προσπάθησε να σκιαγραφήσει» την παρούσα τάξη πραγμάτων ως αρνητική και να δημιουργήσει για την Τράπεζα την «εικόνα ενός αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος στα όρια πτώχευσης και διάλυσης», εικόνα που δεν ισχύει στην πραγματικότητα, αφού σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση της νομοθεσίας περί πτώχευσης που ισχύει στη Ρωσία, "η χρηματοοικονομική αποκατάσταση της τράπεζας μπορεί να λάβει χώρα με κεφάλαια του Ταμείου Ενοποίησης Τραπεζών (Fond Konsolidatsii Bankovskogo Sektora)". Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης ο Dubrovin αναφέρει πως η ενάγουσα προώθησε οδηγίες για πληρωμές μέσω "SWIFT" στις 21.12.2017 και ώρα Κύπρου 19:04, μετά «τον εγκεκριμένο, από την Προσωρινή Διοίκηση, χρόνο διακοπής». Το υποκατάστημα (PSB) στις 22.12.2017, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζήτησε, λόγω του «καθεστώτος της Προσωρινής Διοίκησης», περαιτέρω αποδεικτικά έγγραφα τα οποία θα αποδείκνυαν «τον οικονομικό σκοπό όλων των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω των τρεχόντων λογαριασμών». Η ενάγουσα αντί να δώσει τις ζητηθείσες πληροφορίες, προώθησε αιτήματα ακύρωσης των πληρωμών, «εγείροντας υποψίες στην καθ' ης η αίτηση πως τα αναφερόμενα ποσά ήταν εσφαλμένα». Είναι θέση του ομνύοντα πως δεν υπάρχει κίνδυνος να «απωλέσει η ενάγουσα τα κεφάλαια της» καθότι «η νέα τάξη πραγμάτων δεν συσχετίζεται με οποιαδήποτε μορφή αφερεγγυότητας ή πτώχευσης». Αντίθετα η Τράπεζα είναι «τώρα πιο φερέγγυα και αξιόχρεη από ποτέ, ενόψει των εξωγενών μηχανισμών ενίσχυσης που επιστρατεύθηκαν προς ενδυνάμωση της». Πέραν των κεφαλαίων από το Ταμείο Ενοποίησης Τραπεζών με τα οποία θα ενισχυθεί η Τράπεζα, η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας θα ενεργεί ως μέτοχος της, με μερίδιο όχι μικρότερο του 75%. Δεν προωθείται επίσης οποιοδήποτε μορατόριουμ (moratorium) για τις πληρωμές σε σχέση με τις απαιτήσεις των πιστωτών και δεν εφαρμόζονται διαδικασίες διάσωσης (bail in). Η Τράπεζα θα εξακολουθεί να ασκεί τις δραστηριότητες της με τον συνήθη τρόπο, θα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της και θα διεξάγει νέες συναλλαγές βάσει των συμφωνιών της. Τα μέτρα αποσκοπούν «στην βελτίωση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της Τράπεζας και υλοποιούνται με σκοπό την εξασφάλιση της συνέχειας των εργασιών της στον τομέα των τραπεζικών υπηρεσιών, καθώς και την πρόοδο της Τράπεζας με στόχο την μελλοντική επιχειρησιακή ανάπτυξη της». Η Τράπεζα υπόκειται σε ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, το οποίο την εμποδίζει να «μεταφέρει και/ή αποσύρει και/ή επιβαρύνει» τα ποσά που βρίσκονται πιστωμένα στους δικούς της ανταποκριτές τραπεζικούς λογαριασμούς (ώστε να διατηρείται στους εν λόγω λογαριασμούς ποσό τουλάχιστον USD$251.000.000 ή το ισάξιο σε άλλο ξένο συνάλλαγμα) καθότι «δεσμεύονται, παγοποιούνται και μπλοκάρονται» περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας τα οποία είναι «περισσότερα και πολλαπλάσια» από οποιαδήποτε ισχυριζόμενη απαίτηση της ενάγουσας. Ειδικότερα η εναγόμενη αναγκάστηκε να «αποσπάσει» από τις κύριες επιχειρηματικές της δραστηριότητες και να τοποθετήσει στον ανταποκριτή λογαριασμό της στην Deutsche Bank AG (με αριθμό XXXXX500000000001) ποσό που αντιστοιχεί σε 251.000.000,00 δολάρια ΗΠΑ (251 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής) για ένα «ακαθόριστο χρονικό διάστημα», με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό «να έχει απωλέσει την οικονομική ωφελιμότητα και χρησιμότητα του». Συγκεκριμένα η εναγόμενη έχει τοποθετήσει περίπου €220.000.000,00 (διακόσια είκοσι εκατομμύρια Ευρώ), ποσό μεγαλύτερο του «ισοδύναμου» σε δολάρια Αμερικής, ώστε να καλυφθούν οι πιθανές διακυμάνσεις της ισοτιμίας Δολαρίου ΗΠΑ και Ευρώ. Πέραν τούτου οι ανταποκριτές τραπεζικοί λογαριασμοί (καθορίζονται στο Διάταγμα), είναι «οι καίριοι» ανταποκριτές λογαριασμοί, μέσω των οποίων πραγματοποιείται η συντριπτική πλειοψηφία των πληρωμών της Τράπεζας καθώς και των πελατών της, οπότε «οποιοσδήποτε περιορισμός των πράξεων μέσω αυτών των λογαριασμών είναι εξαιρετικά επαχθής για την καθ' ης η αίτηση». Με άδεια του Δικαστηρίου, η ενάγουσα καταχώρισε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ορκίστηκε και πάλι ο XXXXX Blokhin. Σ' αυτήν γίνεται αναφορά στις μεταξύ των διαδίκων, διαδικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία. Με την υπό κρίση Αίτηση, ζητείται η τροποποίηση του μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος της 30.1.
- Ειδικότερα ζητείται: «I. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται το διάταγμα ημερομηνίας 30/1/2018 το οποίο εξεδόθη εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ούτως ώστε να διατάσσει την καθ' ης η αίτηση να μεταφέρει το ποσό των Δολ. ΗΠΑ 251.000.000 (Δολάρια ΗΠΑ Διακόσια Πενήντα Ένα Εκατομμύρια), το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στον ανταποκριτή λογαριασμό της εναγομένης με την Deutsch Bank με αριθμό XXXXX500000000001, σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα που λειτουργεί εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας στο όνομα του πρωτοκολλητή του ΕΔ Λεμεσού για να το διαφυλάξει μέχρι το τέλος της διαδικασίας και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου ή υπαλλακτικά. ΙΙ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται το διάταγμα ημερομηνίας 30/1/2018 το οποίο εξεδόθη εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ούτως ώστε να διατάσσει την καθ' ης η αίτηση να μεταφέρει το ποσό των Δολ. ΗΠΑ 251.000.000 (Δολάρια ΗΠΑ Διακόσια Πενήντα Ένα Εκατομμύρια), το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στον ανταποκριτή λογαριασμό της εναγόμενης στην Deutsch Bank με αριθμό XXXXX500000000001, και να το καταθέσει στο δικαστήριο (payment in court) μέχρι το τέλος της διαδικασίας και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. ΙΙΙ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δεσμεύεται η κινητή και ακίνητη περιουσία που κατέχει η Εναγόμενη εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας για κάλυψη των ζημιών που έχει υποστεί και συνεχίζει να υπόκειται η Ενάγουσα ένεκα των πράξεων και ή παραλήψεων της Εναγόμενης μέχρι το τέλος της διαδικασίας και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. IV. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη και οι διευθυντές της να προβούν σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, η αξία των οποίων υπερβαίνει τις €10.000, κινητής και ακίνητης, που κατέχει η Εναγόμενη εντός 10 ημερών από την ημέρα επίδοσης του διατάγματος σε αυτούς και την παράδοση του στο Δικαστήριο και τους δικηγόρους της Ενάγουσας. V. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να επιτρέψει την αποξένωση και/ή μείωση της δεσμευμένης κατάθεσης που διατηρείται με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ώστε να επιτραπεί στην εναγομένη να προβεί σε έναρξη Τραπεζικών εργασιών στην Κύπρο μέχρι πέρατος της διαδικασίας ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. VI. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε διατάξει το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. VII. Τα έξοδα της Αιτήσεως πλέον ΦΠΑ.» Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 32, 32
(2)και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.1-5, Δ.48, θ.1-9, στο Κεφ. 6, άρθρα 2-9, στη γενική πρακτική και την σύμφυτη εξουσία των Δικαστηρίων. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση και πάλι του XXXXX Blokhin, της ίδιας ημερομηνίας. Όπως αναφέρει μετά την έκδοση του Διατάγματος της 30.1.2018, περιήλθαν σε γνώση της ενάγουσας «νέα γεγονότα», τα οποία καθιστούν επιτακτική την τροποποίηση του ρηθέντος Διατάγματος. Συγκεκριμένα στις 18.1.2018 το Υπουργείο Οικονομικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ανακοίνωσε την δημιουργία μιας «συστημικής» Τράπεζας, για την διεκπεραίωση εργασιών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όσον αφορά θέματα άμυνας και σημαντικών κρατικών συμβάσεων. Στις 19.1.2018, ο Υπουργός Οικονομικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας XXXXX Siluanov (είναι ο Πρόεδρος του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου που είναι το συλλογικό όργανο που διοικεί την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας), ανακοίνωσε ότι η εν λόγω συστημική τράπεζα, είναι η εναγόμενη, η οποία θα χρησιμοποιηθεί για την «εκτέλεση κρατικών, στρατιωτικών και γενικά αμυντικών παραγγελιών και μεγάλων κρατικών στρατιωτικών συμβολαίων». Στις 23.3.2018, η τράπεζα ανακοίνωσε στην επίσημη ιστοσελίδα της, την τροποποίηση των κανόνων της, για τις χρηματιστηριακές υπηρεσίες που προσφέρει. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Τράπεζα θα σταματήσει να παρέχει χρηματιστηριακές υπηρεσίες σε σχέση με ξένους τίτλους (ευρώ-ομόλογα, αποθετήρια έγγραφα, ETF), από τις 15.5.
- Είναι η θέση του ομνύοντα πως το νέο καθεστώς της Τράπεζας καθώς και το ότι αυτή θα χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση πράξεων για κρατικούς, στρατιωτικούς και αμυντικούς σκοπούς, καθώς και για την χρηματοδότηση σημαντικών κρατικών στρατιωτικών συμβάσεων, «κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσει σε επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση εναντίον της εναγόμενης, οι οποίες θα επηρεάσουν αρνητικά και σημαντικά τις δραστηριότητες της, ιδίως εκτός της Ρωσικής Ομοσπονδίας». Και τούτο καθότι στις 2.8.2017, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ «υπέγραψε νέο νόμο» για την επέκταση των κυρώσεων σε εταιρείες που συνεργάζονται με «απαγορευμένους ρωσικούς τομείς, σχεδιασμούς και άτομα». Μεταξύ των κυρώσεων είναι η «απαγόρευση των τραπεζικών συναλλαγών» και ο «περιορισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών». Τούτο μπορεί να οδηγήσει στο να σταματήσουν οι δραστηριότητες της Τράπεζας σε Δολάρια και Ευρώ είτε κατ' επιλογή της Τράπεζας είτε τρίτων προσώπων με πιθανό πάγωμα των ξένων λογαριασμών της, των ανταποκριτών λογαριασμών, που θα χρησιμοποιηθούν για την παροχή υπηρεσιών στους εν λόγω πελάτες της και επομένως η Τράπεζα θα αδυνατεί να εκτελέσει πληρωμές σε Δολάρια ΗΠΑ. Επίσης το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέτεινε στις 21.12.2017, τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας που αφορούν πολλούς τομείς της Ρωσικής Οικονομίας, μέχρι τις 31.7.
- Ως αποτέλεσμα τούτου η τράπεζα θα βρεθεί «σε σημαντική δυσκολία», να δραστηριοποιείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (και σε άλλες χώρες) καθότι οι «πλείστες δοσοληψίες της» κατά την διεξαγωγή των εργασιών της, θα θεωρούνται ως απαγορευμένες. Συνεπώς εάν η Τράπεζα συμπεριληφθεί στον «κατάλογο κυρώσεων της ΕΕ», οι χρηματοοικονομικές της πράξεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να περιοριστούν και σε ορισμένες περιπτώσεις να «απαγορεύονται εξ' ολοκλήρου». Κατά τον ομνύοντα, η «αλλαγή προσανατολισμού» της Τράπεζας από δρώσα εμπορική επιχειρηματική μονάδα που δραστηριοποιείται στο διεθνές τραπεζικό σύστημα, σε μια Τράπεζα που θα ενεργεί αποκλειστικά ως η Τράπεζα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για εξοπλιστικά στρατιωτικά προγράμματα (θα διαπραγματεύεται αποκλειστικά σε ρούβλια), σημαίνει πως θα προβεί σε κατάργηση τόσο του PSB, όσο και των ανταποκριτών λογαριασμών που σήμερα διατηρεί, περιλαμβανομένου και του ανταποκριτή λογαριασμού με την Deutsche Bank με αριθμό XXXXX
- Οι εν λόγω εξελίξεις θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στην μεταφορά των χρημάτων που εξασφαλίζουν την απαίτηση της ενάγουσας για Δολ. ΗΠΑ 251.000.000, στη Ρωσία και την μετατροπή τους σε ρούβλια, που δεν είναι νόμισμα διεθνών συναλλαγών, με αποτέλεσμα η εκτέλεση τυχόν απόφασης υπέρ της ενάγουσας, να καταστεί αδύνατη. Ο κίνδυνος, επίσης, δέσμευσης των κεφαλαίων που είναι κατατεθειμένα στην Deutsche Bank, είναι ορατός. Εάν αυτό επισυμβεί, τα εν λόγω κεφάλαια θα παύσουν να είναι διαθέσιμα, για να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος της ενάγουσας. Η εναγόμενη Τράπεζα καταχώρισε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση. Ως Λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής. Οι τροποποιήσεις δεν είναι εύλογες και/ή αναγκαίες και/ή είναι άτοπες και/ή περιττές και/ή προωθούνται στη βάση αλλότριων σκοπών. Η ενάγουσα «χρησιμοποιεί την αίτηση ως όχημα» για την πρόκληση περαιτέρω ζημιάς στην εναγόμενη και/ή με απώτερο σκοπό και/ή στόχο την παράταση της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Η ενάγουσα προβάλλει ψευδείς και/ή μη τεκμηριωμένους και/ή παραπλανητικούς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς και/ή αναληθή και/ή ελλιπή γεγονότα ως προς την αναγκαιότητα τροποποίησης του εκδοθέντος Διατάγματος, ημερομηνίας 30.1.
- Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Άντρης Χρίστου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη Τράπεζα, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Είναι η θέση της πως είναι αδύνατον να μεταφερθούν κεφάλαια της εναγόμενης από τον λογαριασμό της στην Deutsche Bank, καθότι τα κεφάλαια είναι δεσμευμένα, στη βάση της προκαταρκτικής ειδοποίησης δέσμευσης η οποία καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους της ενάγουσας στην Γερμανία (από τον Απρίλιο του 2018 δεσμεύτηκε η περιουσία και οι ανταποκριτές λογαριασμοί της εναγόμενης στις Γερμανικές Τράπεζες, συμπεριλαμβανομένου του συγκεκριμένου λογαριασμού στην Deutsche Bank). Διατείνεται επίσης πως οι λόγοι που προβάλλονται στην Αίτηση, δεν έχουν καμιά νομική και πραγματική υπόσταση. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά, πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να ακυρώσει ή να τροποποιήσει οποιοδήποτε διάταγμα [που εκδόθηκε στη βάση του άρθρου 32
(1)] «καθ' οιονδήποτε χρόνο» και «επί αποδείξει ευλόγου αιτίας» [άρθρο 32
(2)]. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Από το πραγματικό υπόβαθρο που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε η παράγραφος
(2)του εκδοθέντος Διατάγματος της 30.1.2018, να τροποποιηθεί. Η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1). Καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμόν παράβαση, εκ μέρους της εναγόμενης, των οδηγιών που της δόθηκαν από την ενάγουσα στις 21.12.2017. Σύμφωνα με ό,τι η τελευταία διατείνεται, οι εν λόγω οδηγίες δόθηκαν στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας, για παροχή από την εναγόμενη, τραπεζικών υπηρεσιών προς την ενάγουσα. Ικανοποιείται επίσης και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), η οποία είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Με τα όσα η ενάγουσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί πως εάν αποξενωθούν ή επιβαρυνθούν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υπάρχει κίνδυνος μη εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί σε βάρος της εναγόμενης. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, θεωρώ πως αυτό κλίνει σαφώς υπέρ της πλευράς της ενάγουσας. Η κατάσταση πραγμάτων, όπως έχει διαμορφωθεί, θα πρέπει να διατηρηθεί. Στην υπόθεση Avilay Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, όπου επετράπη η τροποποίηση Παρεμπίπτοντος Διατάγματος, λέχθηκε πως η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, είναι όμως αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή, σε περίπτωση που θεωρηθεί πως οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί, ώστε το εκδοθέν διάταγμα να τροποποιηθεί ή ακόμη και να ακυρωθεί. Εν προκειμένω, με τα όσα η ενάγουσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου (η Ένορκη Δήλωση του Blohkin ημερομηνίας 12.4.2018 είναι σχετική), στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης έχει καταδειχθεί πως υπάρχει καλός λόγος (εύλογη αιτία), η παράγραφος 2 του Διατάγματος της 30.1.2018 να τροποποιηθεί ως η παράγραφος I της υπό κρίση Αίτησης, ώστε να μην καταστεί άνευ αντικειμένου ο σκοπός για τον οποίο είχε εκδοθεί το προρηθέν Διάταγμα της 30.1.
- Έχει καταδειχθεί πως υπάρχει το ενδεχόμενο η εναγόμενη, συμμορφούμενη με την ρωσική νομοθεσία, να προβεί σε ενέργειες οι οποίες να έχουν αντίκτυπο στο Διάταγμα της 30.1.
- Καταληκτικά θεωρώ πως η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και η παράγραφος 2 του Διατάγματος της 30.1.2018, να τροποποιηθεί ως η παράγραφος I της Αίτησης. Οι υπόλοιπες αξιούμενες θεραπείες θα πρέπει να απορριφθούν. Διά ταύτα η Αίτηση εγκρίνεται ως η παράγραφος I. Η παράγραφος 2 του μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος της 30.1.2018, τροποποιείται και αντικαθίσταται με την παράγραφο I της Αίτησης ημερομηνίας 12.4.
- Το μέρος αυτό του Διατάγματος καθίσταται απόλυτο. Τα υπόλοιπα αιτητικά (της Αίτησης), απορρίπτονται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και σε βάρος της εναγόμενης. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο