← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Αγωγής: 5080/15, 15/6/2018

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Αγωγής: 5080/15, 15/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5080/15 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Εναγόμενου Αίτηση για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 15.6.2018 Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Σ. Νικολάου για GEORGIOS E. KONNARIS & CO LLC. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 2.11.16, στην βάση μονομερούς αίτησης ημερ. 13.10.16 για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανισθεί, εκδόθηκε εναντίον αυτού απόφαση για το ποσό των €11.390,22, πλέον τόκο προς 4% ετησίως από 18.12.15 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 16.11.17, ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) αιτείται διατάγματος ακύρωσης και/ή παραμερισμού της πιο πάνω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.17 Κ.10 και Δ.48 Κ.1, 2 και 9(
  2. h)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην διακριτική ευχέρεια και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Αιτητή. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 12.4.18 ένσταση στην αίτηση, όπου εγείρουν τους ακόλουθους λόγους: 1. Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε με κανονική επίδοση, η οποία ήταν καθόλα νομότυπη. 2. Παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα του, ο Αιτητής έλαβε δεόντως γνώση της επίδικης αγωγής που εκκρεμούσε εναντίον του και εντούτοις παρέλειψε και/ή αμέλησε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, αδιαφορώντας για τις νομικές προεκτάσεις της παράλειψης του αυτής. 3. Ο Αιτητής δεν έδωσε κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, παρόλο που η αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα. 4. Ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. 5. Ο Αιτητής προσέρχεται στο Δικαστήριο κακή τη πίστη, αποκρύβει την αλήθεια ενώ προβάλλει ψευδείς και/ή ανυπόστατους και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και/ή για να πείσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Η ένσταση συνοδεύεται από τρεις ένορκες δηλώσεις. Στην πρώτη ομνύον είναι ο κ. XXXXX Γεωργίου, ιδιώτης επιδότης, ο οποίος προέβη στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Η δεύτερη γίνεται από τον κ. XXXXX Ευτυχίου, επίσης ιδιώτη επιδότη, ο οποίος έκανε προσπάθεια επίδοσης της αίτησης έρευνας που καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης. Στην τρίτη ένορκη δήλωση ομνύον είναι ο κ. XXXXX Παφίτης, υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή στην σχετική νομοθεσία, κανονισμούς και νομολογία. Στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι, για σκοπούς οικονομίας της απόφασης, δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και αγορεύσεων. Αυτές έχουν μελετηθεί με προσοχή και λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους. Σχετική αναφορά θα γίνει στην συνέχεια, όπου και στο μέτρο που αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται από την Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του δικαίου, όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης, ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από την Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της εξουσίας του αυτής το Δικαστήριο πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από την μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Ως λέχθηκε στην Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης, η οποία λήφθηκε λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, ασκείται στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις: «(α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του». Στην Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 413/2011, ημερ. 3.2.17, έγινε αναφορά στην In Re Pritchard, Decd. [1963] 1 All ER 873, όπου εξηγήθηκε ότι η φράση ex debito justitiae δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με περιπτώσεις ακυρότητας αλλά καλύπτει κάθε περίπτωση που ο Εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό. Στην πρώτη από τις πιο πάνω περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή, με την έννοια ότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής (δικαστικής διαδικασίας εναντίον του), οπότε το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό και αυτονόητο ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος, Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 243, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3(Β) Α.Α.Δ. 1060 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044). Η καλή επίδοση συνδέεται με την δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί (βλ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43). Η έκδοση λοιπόν ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς δέουσα επίδοση είναι νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη και μη δυνάμενη να διασωθεί (βλ. Μανώλη ανωτέρω). Ως λέχθηκε στην Δανιήλ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. ΄Εφεση Αρ. 340/2010, ημερ. 17.1.17, η επίδοση κλητηρίου εντάλματος σε πρόσωπο άλλο από τον ίδιο τον Εναγόμενο, σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην Δ.5 Κ.2
(1)είναι επιτρεπτή και θεωρείται ότι γίνεται δεόντως. Εναπόκειται δε στον Εναγόμενο να αποδείξει, στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι αυτός δεν έχει λάβει πραγματική γνώση της εναντίον του αγωγής. Στην Γιωργαλλίδης ανωτέρω, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ως κακή η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε γραμματέα στο γραφείο του εφεσείοντα, που δεν ήταν πρόσωπο υπεύθυνο στον επαγγελματικό του χώρο. Στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ανωτέρω, το κλητήριο ένταλμα παραδόθηκε στην σύζυγο του εφεσίβλητου στη διεύθυνση της κατοικίας τους. Όμως ο εφεσίβλητος ισχυρίστηκε και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι την ημερομηνία της επίδοσης βρισκόταν σε διάσταση με την σύζυγο του με την οποία και δεν συγκατοικούσε, γι' αυτό και δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση και γι' αυτόν τον λόγο. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας ότι εφόσον ο εφεσίβλητος έδωσε στην ένορκη του κατάθεση πειστικό λόγο γιατί δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος, τον οποίο αποδέχτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εναπόκειτο στην εφεσείουσα να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό, κάτι που δεν έγινε. Στην Νικολαΐδη κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 130/2012, ημερ. 10.10.17, κρίθηκε ότι δεν ετίθετο θέμα κακής επίδοσης εφόσον το κλητήριο ένταλμα ανέγραφε, ως επιδόθηκε, κοινή διεύθυνση των δύο εφεσειουσών, την διεύθυνση όπου επιδόθηκε στην εφεσείουσα 1 προσωπικά και για την εφεσείουσα 2 μητέρα της. Έγινε δε παραπομπή στην Θεοδώρου κ.α. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305. Στην Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64, κρίθηκε ως καλή η επίδοση που έγινε στην εφεσείουσα, όταν βγαίνοντας από τον χώρο άφιξης του αεροδρομίου, ο επιδότης της φώναξε και στάθηκε μπροστά της και στην άρνηση της να αποδεχθεί την επίδοση, της άφησε τα έγγραφα ρίχνοντας τα στο έδαφος, ζητώντας της να τα παραλάβει, μια πρακτική που κρίθηκε καθόλα αποδεκτή σύμφωνα με το Annual Practice 1958, σελ. 102. Στην Μανώλη ανωτέρω κρίθηκε ότι ήταν κακή η επίδοση που έγινε στον πατέρα του εφεσείοντα, σε χώρο όπου ο ίδιος δεν διέμενε κατά το χρόνο της επίδοσης και ενόψει του ότι ο πατέρας του ουδέποτε τον ενημέρωσε για την επίδοση. Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία λοιπόν που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον Αιτητή, διαφορετικής από αυτή του Καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Ως δε λέχθηκε στην Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118 υπεράσπιση ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας όταν είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη ενώ όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισης. Αυτό γιατί η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο αλλά περιέχει γεγονότα και αυτά μπορεί να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες αλλά δεν χωρούν διαζεύξεις ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (βλ. και El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1255). Στην Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στην σχετική νομολογία έχει λεχθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Εξέταση της αίτησης Aποτελεί θέση του Αιτητή στην παρούσα ότι δεν έλαβε γνώση της εναντίον του εγερθείσας αγωγής πριν την έκδοση απόφασης. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία γιατί ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να μην έρθει σε γνώση του η υπόθεση ώστε να διορίσει δικηγόρο και να υπερασπισθεί τον εαυτό του. Όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, συνεχίζει, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην θεία του, XXXXX Ανδρέου, η οποία είναι ηλικίας 75 χρονών, αγράμματη και η οποία μη ξέροντας να διαβάσει και μη μπορώντας να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα του εγγράφου που παρέλαβε, δεν του το έδωσε ποτέ. Η εν λόγω επίδοση έγινε στο σπίτι της θείας του, η οποία διαμένει μόνη της στην ίδια πολυκατοικία με τον Αιτητή, σε άλλο όμως διαμέρισμα (στο υπ' αρ. XXXXX3 ενώ ο Αιτητής διαμένει στο διαμέρισμα υπ' αρ. XXXXX6). Ως εκ τούτου η επίδοση ήταν παράτυπη, αντικανονική και εξ αρχής άκυρη. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι ασφαλώς αντίθετη. Υποστηρίζουν ότι έγινε έγκυρη και νομότυπη επίδοση και ότι ο Αιτητής έλαβε γνώση της αγωγής, με αποτέλεσμα να είναι αδικαιολόγητη η παράλειψη του να εμφανισθεί. Πιο συγκεκριμένα εκθέτουν τα ακόλουθα: Ο ιδιώτης επιδότης, κ. XXXXX Γεωργίου, ο οποίος προέβη στην προαναφερόμενη επίδοση, αναφέρει ότι του δόθηκαν οδηγίες από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στην συγκεκριμένη πολυκατοικία στο διαμέρισμα XXXXX
  1. Επισκέφθηκε την πολυκατοικία στις 30.8.16 σε αναζήτηση του Αιτητή. Ανέβηκε στον πρώτο όροφο και χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος XXXXX
  2. Του άνοιξε μια κυρία, η οποία του συστήθηκε ως XXXXX. Της εξήγησε ότι πήγε για να επιδώσει μια αγωγή στον Αιτητή και εκείνη του είπε ότι ο Αιτητής απουσίαζε εκείνη την ώρα. Την ρώτησε τι του είναι και του είπε ότι είναι η θεία του και ότι διαμένουν όλοι μαζί στην πολυκατοικία. Της ζήτησε να παραλάβει την αγωγή εκ μέρους του Αιτητή και εκείνη δέχθηκε λέγοντας του ότι μόλις επιστρέψει ο Αιτητής θα του την έδινε. Της έδωσε το κλητήριο ένταλμα στο χέρι και εκείνη υπέγραψε (παραπέμπει προς τούτο στην ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης). Δεν συμφωνεί ότι η κα XXXXX είναι αγράμματη, δεν μπορεί να διαβάσει και δεν μπορούσε να αντιληφθεί την σοβαρότητα του εγγράφου που παρέλαβε, καθότι η εντύπωση που του έδωσε κατά την ολιγόλεπτη συνάντηση τους είναι διαφορετική. Είναι όντως ηλικιωμένη αλλά είναι άτομο με πλήρη διαύγεια. Ήταν φιλική μαζί του και αντιλήφθηκε ότι αυτό που κρατούσε ήταν αγωγή, γι' αυτό και του είπε ότι μόλις επιστρέψει ο Αιτητής θα του την δώσει. Ούτε αγράμματη είναι αφού υπέγραψε το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος. Προς ενίσχυση των πιο πάνω ο άλλος ομνύον ιδιώτης επιδότης κ. XXXXX Ευτυχίου αναφέρει ότι στις 20.11.17 επισκέφθηκε την πιο πάνω πολυκατοικία και συγκεκριμένα το διαμέρισμα XXXXX3 για να επιδώσει στον Αιτητή την αίτηση έρευνας ημερ. 30.8.17, που έγινε για σκοπούς εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Του άνοιξε την πόρτα μια ηλικιωμένη γυναίκα που του συστήθηκε ως θεία του Αιτητή. Της ζήτησε να δεχθεί την επίδοση της μαρτυρικής κλήσης και της αίτησης έρευνας που αφορούσε τον Αιτητή και εκείνη, με ευγενικό τρόπο του είπε ότι δεν μπορεί να υπογράψει επειδή παλαιότερα είχε υπογράψει για δικαστικά έγγραφα και με το που τα έδωσε στον Αιτητή εκείνος της θύμωσε και της είπε ότι έκανε λάθος που υπέγραψε. Επίσης η κυρία του είπε ότι ο Αιτητής μετακόμισε και δεν γνωρίζει που μένει. Η κυρία αυτή είναι μεν ηλικιωμένη αλλά πλήρως συνεννοήσιμη. Φάνηκε να αντιλαμβάνεται πλήρως ότι ήταν δικαστικός επιδότης και ότι είχε να επιδώσει ένα δικαστικό έγγραφο στον ανεψιό της. Περαιτέρω ο κ. XXXXX Παφίτης στην δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι και ο ίδιος από προσωπική επαφή που είχε με την κα XXXXX, θεωρεί ότι ο ισχυρισμός περί αγραμματοσύνης και έλλειψης διαύγειας δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι ένα από το καθήκοντα του είναι να παραδίδει επιστολές σε οφειλέτες, με τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση τους καλούν να εξοφλήσουν τις οφειλές τους για να μην ληφθούν νομικά μέτρα εναντίον τους ή να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους για να αποφευχθούν μέτρα εκτέλεσης. Στα πλαίσια αυτά επισκέφθηκε την προαναφερόμενη πολυκατοικία στις 11.4.17 για να παραδώσει επιστολή ημερ. 20.12.16 στον Αιτητή (επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1). Του άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος XXXXX3 η κα XXXXX και της είπε ότι πήγε να παραδώσει μια επιστολή στον Αιτητή για ένα χρέος του που έχει στους Καθ' ων η αίτηση. Εκείνη του είπε ότι απουσίαζε και την ρώτησε αν μπορούσε να παραλάβει η ίδια την επιστολή και να την δώσει στον Αιτητή. Εκείνη δέχθηκε και υπέγραψε με το πλήρες όνομα της στο κάτω μέρος της επιστολής. Συνεπώς πρόκειται για άτομο με πλήρη διαύγεια πνεύματος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του και μπορεί κάλλιστα να συνεννοηθεί. Είναι φιλική και σίγουρα δεν είναι αγράμματη αφού είναι η ίδια που υπόγραψε ως προς την παραλαβή της επιστολής γράφοντας το όνομα της ολογράφως χωρίς την οποιαδήποτε δυσκολία. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι βασικά ότι η επίδοση είναι καλή και νομότυπη εφόσον έγινε στην θεία του Αιτητή δηλ. σε άτομο με συγγενική σχέση, το οποίο διαμένει εντός της ίδιας περιοχής και δη στην ίδια πολυκατοικία. Εδράζουν δε την θέση τους αυτή στην Δ.5 Κ.2
(1)(i). Για σκοπούς εξέτασης των εκατέρωθεν θέσεων επί του θέματος κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν οι σχετικές πρόνοιες της Δ.5 Κ.1 και 2: «1. Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in Rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ. 2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master». Είναι σαφές από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι σε περίπτωση μη προσωπικής επίδοσης στον Εναγόμενο, λόγω του ότι δεν βρίσκεται στην οικία του ή στον συνήθη τόπο εργασίας τους, η επίδοση θεωρείται καλή και νομότυπη εφόσον εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις της Δ.5 Κ.2
(1). Η Δ.5 Κ.2
(1)(i) στην οποία στηρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα, έχει αναλυθεί στην Θεοδώρου ανωτέρω. Εκεί η επίδοση στους τρεις εφεσείοντες έγινε στην μητέρα της τρίτης, πεθερά του δεύτερου και γιαγιά του πρώτου εφεσείοντα, η οποία κατοικούσε σε βοηθητικά υποστατικά οικίας στην οποία διέμεναν οι εφεσείοντες. Ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην συγκεκριμένη διεύθυνση οι εφεσείοντες δέχθηκαν επανειλημμένα την επίδοση κλητήριων ενταλμάτων. Επίσης η επιδότης είχε διαπιστώσει ότι οι εφεσείοντες κατά την ημέρα της επίδοσης βρίσκονταν εντός της οικίας τους. Κατ' έφεση εξετάσθηκε η θέση των εφεσειόντων ότι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση δεν ήταν μέλος της οικογένειας του και άρα δεν θα μπορούσε να της γίνει κανονικά επίδοση εφόσον η Δ.5 Κ.2
(1)(i) αναφέρεται σε «any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof» (σε μετάφραση «οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του που προφανώς είναι 16 ετών και άνω το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ευρίσκεται στην πόλη ή στο χωριό του ή εντός της περιοχής του»). Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι δεν δίδεται ορισμός της λέξης «οικογένεια» στους σχετικούς κανονισμούς, ούτε υπήρχε απόφαση που να ερμηνεύει τον όρο στο πλαίσιο της πιο πάνω Διαταγής, έκανε αναφορά στην ερμηνεία του όρου ως δόθηκε σε υποθέσεις για άλλα θέματα και σε ερμηνευτικά λεκτικά. Κατέληξε ότι αυτό που προκύπτει είναι ότι η λέξη επιδέχεται μια ποικιλία ερμηνειών ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης και ότι το κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη «οικογένεια» απαντάται. Στην βάση αυτού καθώς και του ότι ο «σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση» αλλά και της στενής συγγενικής σχέση της με τους εφεσείοντες και του ότι κατοικούσε στον ίδιο χώρο μαζί τους, έκρινε ότι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση ήταν μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων μέσα στην έννοια του όρου όπως αυτός απαντάται στη Δ.5. Έτσι κρίθηκε ότι η επίδοση ήταν ορθή. Εξετάζοντας το πραγματικό υπόβαθρο στην παρούσα, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι από τα όσα εκθέτουν οι δύο πλευρές προκύπτει ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδικη επίδοση έγινε στην θεία του Αιτητή. Δεν έχει αμφισβητηθεί δε ότι ο Αιτητής κατά τον χρόνο της επίδοσης ήτοι στις 30.8.16, διέμενε στην ίδια πολυκατοικία με την θεία του, σε άλλο όμως διαμέρισμα. Ενόψει δε των εκατέρωθεν προβαλλόμενων θέσεων θα πρέπει να εξετασθεί πως έγινε η εν λόγω επίδοση. Φως σε αυτό ρίχνει η ίδια η ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, η οποία αποτελεί και το μέσο απόδειξης κάθε τέτοιας επίδοσης (βλ. Δ.5 Κ.
(1)
(2)). Η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Είναι ημερ. 5.9.16 και με αυτήν ο ιδιώτης επιδότης κ. Χαράλαμπος Γεωργίου, ορκίζεται ότι στις 30.8.16 άφησε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, έναντι της υπογραφής στην XXXXX Ανδρέου από την Λεμεσό, για τον Εναγόμενο, τον οποίο δεν βρήκε στο σπίτι του ή στον συνηθισμένο τόπο εργασίας του και ότι η XXXXX Ανδρέου είναι «θεία και συγκάτοικος» του Εναγόμενου. Προκύπτει λοιπόν σαφώς από την ένορκη δήλωση επίδοσης ότι αυτό που τέθηκε ως δεδομένο στο Δικαστήριο ήταν ότι το πρόσωπο που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα δεν ήταν απλά συγγενικό του Αιτητή (θεία του) αλλά και συγκάτοικος του. Σύμφωνα το σύγγραμμα Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας (β' έκδοση) «συγκάτοικος» είναι το «πρόσωπο που συγκατοικεί με άλλον: ψάχνει για ~, ώστε να μοιράζεται το νοίκι» (συνώνυμο της λέξης 'σύνοικος') και «συγκατοικώ» σημαίνει «μένω μαζί (με άλλον/άλλους) στον ίδιο χώρο κατοικίας: συγκατοικούν και μοιράζονται το νοίκι» (συνώνυμο της λέξης 'συνοικώ'). Ο ίδιος επιδότης όμως στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρει ότι το εν λόγω πρόσωπο του είπε ότι είναι θεία του Αιτητή και ότι «διαμένουν όλοι μαζί στην πολυκατοικία». Είναι προφανές λοιπόν ότι δεν του αναφέρθηκε ότι διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι ήταν συγκάτοικοι. Αυτό όμως ήταν το δεδομένο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και με βάση το οποίο κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε καλή και νομότυπη επίδοση με βάση τις πρόνοιες της Δ.5. Το δεδομένο αυτό δίχως άλλο διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση ερήμην απόφασης, εφόσον προφανώς θεωρήθηκε ότι λόγω της «συγκατοίκησης» του προαναφερόμενου ενήλικου συγγενικού προσώπου με τον Αιτητή, υπήρξε καλή επίδοση και ο τελευταίος παρά το ότι με τον τρόπο αυτό έλαβε γνώση της αγωγής, παρέλειψε να εμφανισθεί. Δεν είναι όμως γνωστό πως το Δικαστήριο θα ασκούσε την κρίση του επί του θέματος να θεωρήσει την επίδοση καλή και νομότυπη, σε περίπτωση που ετίθετο ενώπιον του το πραγματικό δεδομένο ότι δηλ. το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν συγκάτοικος με τον Αιτητή. Η μη αποκάλυψη λοιπόν στο Δικαστήριο της αληθινής εικόνας των πραγμάτων κρίνω ότι καθιστά από μόνη της την επίδικη επίδοση ως μη ορθή και μη νομότυπη και κατ' επέκταση ότι η έκδοση της επίδικης ερήμην απόφασης εδράστηκε επί ανυπόστατου νομικού και πραγματικού υποβάθρου. Παρά και ανεξάρτητα του ότι η πιο πάνω κατάληξη μου κρίνει από μόνη της την τύχη της αίτησης, θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: Η θέση του Αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής δεν έχει καταρριφθεί ούτε έχει διαψευσθεί. Τέτοια προσπάθεια έγινε μέσω των ενόρκων δηλώσεων των κ.κ. XXXXX Ευτυχίου και XXXXX Παφίτη. Συγκεκριμένα ο πρώτος αναφέρει ότι κατά την επίσκεψη του στις 20.11.17 για να επιδώσει στον Αιτητή την αίτηση έρευνας ημερ. 30.8.17, η θεία του Αιτητή ουσιαστικά αρνήθηκε ευγενικά να αποδεχθεί την επίδοση προβάλλοντας του την δικαιολογία ότι παλαιότερα είχε υπογράψει για δικαστικά έγγραφα και με το που τα έδωσε στον Αιτητή εκείνος της θύμωσε και της είπε ότι έκανε λάθος που υπέγραψε. Τα όσα όμως λέχθηκαν στον εν λόγω επιδότη δεν καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι η θεία του Αιτητή μιλούσε για την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ενώ δεν μου διαφεύγει ούτε το γεγονός ότι η συνάντηση αυτή έγινε μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (η οποία έγινε στις 16.11.17) και άρα δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η εν λόγω αναφορά του Αιτητή προς την θεία του να έγινε μετά που αυτός διαπίστωσε τι ακριβώς έγινε, με τον τρόπο που αναφέρει ότι το διαπίστωσε ήτοι ότι αποτεινόμενος στις 10.11.17 στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση για να διευθετήσει άλλο ζήτημα, ο διευθυντής εκεί τον ενημέρωσε για την άσκηση της αγωγής και για την έκδοση απόφασης εναντίον του, οπόταν στην συνέχεια στις 13.11.17 επισκέφθηκε τον δικηγόρο του για το θέμα. Δεν βρίσκει δε έρεισμα στην λογική η θέση ότι η θεία του παρέδωσε στον Αιτητή το κλητήριο ένταλμα κατά ή σε σύντομο χρόνο μετά που έλαβε χώραν η επίδοση (δηλ. στις 30.8.16) και παρά το ότι ο Αιτητής τότε της θύμωσε, μεταγενέστερα στις 11.4.17 η ίδια δέχθηκε να παραλάβει και υπέγραψε την επιστολή ημερ. 20.12.16 (η οποία της παραδόθηκε από τον κ. Παφίτη) ενώ 7 μήνες αργότερα για τον πιο πάνω λόγο, αρνήθηκε να παραλάβει την αίτηση έρευνας από τον κ. Ευτυχίου. Μετά την πάνω διαπίστωση για μη ορθή και νομότυπη επίδοση το Δικαστήριο είναι, σύμφωνα και με την σχετική νομολογία, υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την επίδικη απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας, μετά από εξέταση δηλ. της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και της καθυστέρησης ή όχι στην έγερση της αίτησης. Ως έχει προαναφερθεί έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Ως εκ των άνω εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, στις 2.11.16, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ο Εναγόμενος να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και έκθεση υπεράσπισης εντός 21 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Όσον αφορά τα έξοδα, η παρούσα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες παραμερίζεται απόφαση, η οποία εκδόθηκε κανονικά αλλά διαπιστώθηκε ότι υπήρξε υπαιτιότητα του Εναγομένου και ως εκ τούτου, κατά συνήθη πρακτική, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα (βλ. Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 988). Εδώ η απόφαση παραμερίζεται καθότι εκδόθηκε χωρίς ο Αιτητής να γνωρίζει την ύπαρξη των εναντίον του δικαστικών μέτρων (αγωγής) και αυτός ήγειρε την παρούσα αίτηση για να προασπίσει τα δικαιώματα του και για να διορθώσει το σφάλμα. Συνεπώς δεν είναι ορθό ούτε και δίκαιο τα έξοδα να βαρύνουν τον Αιτητή (βλ. Γιωργαλλίδης ανωτέρω). Λαμβανομένων δε υπόψην όλων των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της, τόσο αυτά της παρούσας αίτησης όσον και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από τον παραμερισμό. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.