COSTAS MELAS & ASSOCIATES LLC ν. E.P.I.C. EUROPEAN PROPERTY INVESTMENTS CORPORATION LIMITED, Αρ. Αγωγής: 374/2018, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A276 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 374/2018 Μεταξύ: COSTAS MELAS & ASSOCIATES LLC Ενάγουσα -και- 1. E.P.I.C. EUROPEAN PROPERTY INVESTMENTS CORPORATION LIMITED 2. XXXXX ΓΙΩΡΓΑΛΛΗΣ Εναγόμενων ................................... Αίτηση ημερομηνίας 07.03.2018 22.06.2018 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Λ. Χ' Ξενοφώντος Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση 1: κα Δ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Ενάγοντες-Αιτητές ζητούν διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να προχωρήσει σε αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή υποθήκευση και/ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο το ½ μέρος του ½ μεριδίου της Εναγόμενης 1 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/1XXXXX9 στο Πεντάκωμο Λεμεσό μέχρι εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου». Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60, επί τoυ περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμoυ Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στη Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 3 και 8 και 9, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγovότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην έvoρκη δήλωση της XXXXX Γιατρού, ημερoμηvίας 07.03.2018 στην οποία αφού κάνει αναφορά στην εξουσιοδότηση και τη γνώση της για τα γεγονότα, αναφέρει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια): «Η Εναγόμενη 1 και οι ως άνω αναφερόμενες εταιρείες είχαν κατά καιρούς συνάψει πολυνομισματικά δάνεια με την Λαϊκή Τράπεζα, με υποκατάστημα στην Κύπρο σε σχέση με την Εναγόμενη 1 και με το υποκατάστημα στην Αγγλία σε σχέση με τις υπόλοιπες προαναφερόμενες εταιρείες, τα οποία μεταφέρθηκαν το 2013 στην Τράπεζα Κύπρου. Η Εναγόμενη 1 είχε συνάψει το δάνειο με αριθμό λογαριασμού XXXXX3861 συνολικού ύψους CHF 7.150.000, με εξασφάλιση υποθήκη επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/12521 (1/2 μερίδιο), 0/15685, 0/15691 και 0/15838 στο Πεντάκωμο στην Λεμεσό, προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου 2 και ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 2α και 2β την συμφωνία και τροποποιητική συμφωνία δανείου. Επιπρόσθετες τροποποιήσεις και ανανεώσεις έγιναν στις 17/12/2010 και 5/4/2012. Η Newbrook Properties Ltd είχε συνάψει το δάνειο ημερομηνίας 3/7/2007 ύψους CHF 1.332.180 το οποίο ανανεώθηκε στις 28/4/2008 και στις 15/10/2010 και δάνειο ημερομηνίας 12/4/2005 ύψους GBP 1.456.000. Η JZ Investments ltd σύναψε δάνειο με αριθμό XXXXX8532 ύψους CHF 1.123.395 και δάνειο ημερομηνίας 4/7/2007 ύψους GBP 450.000. Η Carecrown Properties Ltd σύναψε δάνειο ημερομηνίας 12/9/2008 ύψους GBP 470.000. Η Starett Co Ltd σύναψε δάνειο ημερομηνίας 28/7/2011 ύψους GBP 5.650.000. Η Hancock Holding Limited σύναψε δάνειο ημερομηνίας 29/3/2007 ύψους CHF 528.440 το οποίο ανανεώθηκε την 1/3/2010. Ως αποτέλεσμα της αλλαγής της ισοτιμίας και της μεταβολής του αρχικά συμφωνημένου περιθωρίου κέρδους, η Εναγόμενη 1 και οι ως άνω εταιρείες και κατ' επέκταση ο Εναγόμενος 2, είχαν υποστεί ζημιά, ως ακολούθως:
- a)Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 παρουσιάζω την σύνοψη των υπολογισμών της ζημιάς που έχουν γίνει από λογιστή ως τεκμήριο 3. Βάσει των εν λόγω υπολογισμών μέχρι 8/9/2016 η ζημιά της Εναγόμενης 1 είχε υπολογιστεί ως €3.179.041,76. Τονίζω ότι οι υπολογισμοί αυτοί αφορούν την ζημιά μέχρι την αναφερόμενη ημερομηνία, ήτοι 8/9/2016, και η ζημιά αυτή αυξάνετο μετά την ημερομηνία αυτή μέχρι την τελική εξόφληση του λογαριασμού.
- b)Σε σχέση με τις υπόλοιπες εταιρείες, εξ όσων μας έχει ενημερώσει ο Εναγόμενος 2, αυτές προχώρησαν να εξοφλήσουν τα δάνεια τους το 2014, επωμιζόμενες όλη την συναλλαγματική ζημιά που προέκυπτε λόγω της αλλαγής της ισοτιμίας και της αύξησης του περιθωρίου κέρδους. Εξ όσων μας έχει και πάλι ενημερώσει ο Εναγόμενος 2, οι ζημιές των εν λόγω εταιρειών ανέρχονταν ως ακολούθως:
- i)Carecrown GBP 230.414
- ii)Newbrook GBP 444.592 iii) JZ GBP 649.161
- iv)Starett GBP 1.174.496
- v)Hancock GBP 135.568 Κατά ή περί το 2014, ο Εναγόμενος 2, επικοινώνησε με το γραφείο μας με σκοπό να μας αναθέσει την προώθηση δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και των ως άνω εταιρειών για να διεκδικήσει την ζημιά που είχαν υποστεί από την αλλαγή της ισοτιμίας και του περιθωρίου κέρδους της Τράπεζας. Ο Εναγόμενος 2, είχε ήδη επικοινωνία με την Τράπεζα με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση του δανείου της Εναγόμενης 1 χωρίς όμως να υπάρξει αίσια κατάληξη. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 4, την αλληλογραφία που είχε ο ίδιος με την Τράπεζα προτού απευθυνθεί προς το γραφείο μας. Με email ημερομηνίας 12/6/2014, είχα ενημερώσει τον Εναγόμενο 2, ότι η δικηγορική αμοιβή για την καταχώρηση και προώθησης της αγωγής σε σχέση με την συναλλαγματική και επιτοκιακή ζημιά που διεκδικείτο θα ήταν ως ακολούθως:
- i)€5.000 πλέον ΦΠΑ με την καταχώρηση της αγωγής.
- ii)€5.000 πλέον ΦΠΑ με την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. iii) €5.000 πλέον ΦΠΑ όταν η υπόθεση θα ορίζετο για ακρόαση.
- iv)3% αμοιβή επιτυχίας (success fee) επί του αποτελέσματος (on the outcome). Ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε με τους πιο πάνω όρους με email ημερομηνίας 17/6/2014 και υπήρχε ρητή συμφωνία για την αμοιβή της Ενάγουσας σε σχέση με την εν λόγω αγωγή. Με το ίδιο email ζήτησε όμως, όπως η Εναγόμενη 1 καταχωρήσει ξεχωριστή αγωγή, διεκδικώντας πέραν της επιτοκιακής και συναλλαγματικής ζημιάς, αποζημιώσεις και για άλλες ζημιές που είχε υποστεί ως αποτέλεσμα των ενεργειών της Τράπεζας. Με email ημερομηνίας 19/6/2014, ο Εναγόμενος 2, μου έδωσε οδηγίες όπως εντέλει η Εναγόμενη 1 προωθήσει μόνο την απαίτηση σε σχέση με την συναλλαγματική ζημιά και όπως αυτή συμπεριληφθεί στην αγωγή για την οποία η δικηγορική αμοιβή είχε συμφωνηθεί ως περιγράφεται στο email ημερομηνίας 12/6/2014, ως η αρχική συνεννόηση. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 5 τα emails που έχουν ανταλλαγεί ως ανωτέρω. Το ύψος της Δικηγορικής αμοιβής, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής επιτυχίας, είναι υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη. Ως οι οδηγίες των Εναγόμενων, καταχωρήσαμε και προωθήσαμε την Αγωγή υπ αριθμό 2924/2014 Ε.Δ. Λεμεσού εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και των υπόλοιπων ως άνω εταιρειών εναντίον της Τράπεζας Κύπρου. Παρουσιάζω ως δέσμη τεκμηρίων 6, το κλητήριο και τα δικόγραφα της αγωγής. Ως η ρητή συμφωνία των μερών, πληρώθηκαν στα συμφωνημένα διαστήματα έναντι της συμφωνημένης δικηγορικής αμοιβής της Ενάγουσας το συνολικό ποσό των €15.000 πλέον ΦΠΑ. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 7 τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί και πληρωθεί. Κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων και αφού το πλαίσιο της απαίτησης μας εναντίον της Τράπεζας είχε τεθεί με την Αγωγή, το γραφείο μας μέσω μου και του Κώστα Μελά ξεκίνησε προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης της πιο πάνω αγωγής 2924/2014 Ε.Δ. Λεμεσού και της αγωγής 4448/2014 Ε.Δ. Λεμεσού, που αφορούσε ένα άλλο δάνειο συνδεδεμένου προσώπου, του Γεώργιου Παύλου, προς όφελος του οποίου ο Εναγόμενος 2 είχε παραχωρήσει εγγύηση. Συγκεκριμένα με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση ως η απαίτηση, προβήκαμε σε αριθμό ενεργειών, ήτοι ανταλλαγή επιστολών, συναντήσεις στα γραφεία τόσο της Τράπεζας, των δικηγόρων της και στα γραφεία μας καθώς και σε τηλεφωνικές συνομιλίες τόσο με την Τράπεζα όσο και με τους Δικηγόρους της. Καθ'όλους τους ουσιώδεις χρόνους, οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν συνεχώς για τις εξελίξεις των διαπραγματεύσεων και λαμβάναμε οδηγίες από αυτούς. Παρουσιάζω ως δέσμη τεκμηρίων 8 τα emails και τις επιστολές που έχουν ανταλλαγεί με την Τράπεζα και τους Δικηγόρους της. Ως αποτέλεσμα των εκκρεμούντων δικαστικών διαδικασιών και των ως άνω ενεργειών μας, η Τράπεζα συμφώνησε στην απομείωση του υπολοίπου των δύο λογαριασμών της Εναγόμενης 1 και του XXXXX Παύλου, στα €4.300.000. Παραπέμπω στην επιστολή μας ημερομηνίας 5/4/2017 την οποία ετοιμάσαμε και αποστείλαμε κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων, την οποία ακολούθησε τηλεφωνική συνομιλία του Κώστα Μέλα με την XXXXX Αγαπίου, και στην γραπτή απάντηση της XXXXX Αγαπίου ημερομηνίας 19/4/2017 με την οποία αποδέχεται την πρόταση και θέτει προς συζήτηση τον τρόπο εξόφλησης. Σημειώνω ότι το αποδεκτό υπόλοιπο των δύο λογαριασμών, βάσει των υπολογισμών που είχε κάνει λογιστής ανέρχετο σε €3.900.000 μέχρι 8/9/2016. Το ποσό σε σχέση με την Εναγόμενη 1 ανέρχετο σε €3.372.730,25 αντί του ποσού των €6.551.772,02 που η Τράπεζα απαιτούσε στις 8/9/2016, όπου η διαφορά ύψους €3.179.041,76 αντιστοιχούσε, βάσει των υπολογισμών, στην διαφορά της ισοτιμίας και του επιτοκίου. Σε αυτή την βάση, το συνολικό ποσό των €4.300.000 μετά από την πάροδο 8 μηνών από τον πιο πάνω υπολογισμό που σήμαινε αυτόματα και αύξηση του απαιτούμενου από την Τράπεζα ποσού, θεωρήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο ικανοποιητικό από τον Εναγόμενο 2 για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης. Εν τω μεταξύ όμως, προέκυψε θέμα σε σχέση με την εκτιμημένη αξία του υποθηκευμένου ακινήτου προς εξασφάλιση του δανείου της Εναγόμενης 1, όπου ως φαίνεται το ακίνητο ήταν κατά περίπου 1.000 τ.μ. μικρότερο. Το θέμα της συμπεριφοράς της Τράπεζας κατά την εκτίμηση και κοινοποίηση της εκτιμημένης αξίας του ακινήτου προς τον κ Γιωργαλλή, είχε από την αρχή τεθεί και είχε συμπεριληφθεί στα Δικόγραφα. Στην τελευταία συνάντηση που διευθετήθηκε στα γραφεία των Δικηγόρων της Τράπεζας στις 17/5/2017, ήταν παρόντες τρεις εκπρόσωποι της Τράπεζας, οι Δικηγόροι της, η Δικηγόρος από το γραφείο μας η Γεωργία Αριστείδου, εγώ και για πρώτη φορά και ο Εναγόμενος 2. Σε αυτή την συνάντηση συζητήθηκε το ζήτημα που είχε προκύψει λόγω της ακόμη πιο μειωμένης αξίας του υποθηκευμένου ακινήτου καθώς και τον τρόπο εξόφλησης του ποσού στο οποίο η Τράπεζα συμφωνούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο να απομειώσει την συνολική οφειλή της Εναγόμενης 1 ήτοι στα €4.300.000, αφαιρούμενης της συναλλαγματικής ζημιάς. Από πλευράς μας, όπως επεξηγήθηκε στην εν λόγω συνάντηση, θεωρούσαμε υπεύθυνη την Τράπεζα για την ζημιά που είχε υποστεί η Εναγόμενη 1 ως εκ της μειωμένης αξίας του υποθηκευμένου ακινήτου μιας και οι πληροφορίες της εκτιμημένης αξίας που κοινοποιήθηκαν στον Εναγόμενο 2 ήταν λανθασμένες και η Τράπεζα ενήργησε με αμέλεια και ως εκ τούτου τα δεδομένα διαφοροποιούνταν. Μετά την εν λόγω συνάντηση και αφού παρήλθε κάποιος χρόνος, ο Εναγόμενος 2 μου ζήτησε να διευθετήσω καινούργια συνάντηση με την Τράπεζα στην οποία δεν θα ήταν παρόντες οι Δικηγόροι από καμία από τις δύο πλευρές. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 9 τα emails που ανταλλαχτήκαν με την Τράπεζα με σκοπό την διευθέτηση της εν λόγω συνάντησης η οποία διευθετήθηκε στις 26/9/2018. Καθ'όλους τους ουσιώδεις χρόνους που ο Εναγόμενος είχε απευθείας επικοινωνία με την Τράπεζα, μας ενημέρωνε και μας συμβουλευόταν. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 10 τα emails που μας κοινοποιηθήκαν σε σχέση με το τι λέχθηκε στην συνάντηση αυτή ενώ υπήρξε και σχετική τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εναγόμενο 2. Μετά την πιο πάνω συνάντηση ο Εναγόμενος 2 μας έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής με σκοπό να διασφαλιστεί ότι η Τράπεζα δεν θα μπορούσε να προχωρήσει με εκποίηση στην βάση της τροποποίησης του Νόμου ως τον είχαν απειλήσει στην πιο πάνω συνάντηση, όπως φαίνεται και στο email το οποίο μας προώθησε. Σε αυτή την βάση καταχωρήθηκε και η καινούργια αγωγή 2951/17 του Ε.Δ. Λεμεσού. Ως αποτέλεσμα του συνόλου των πιο πάνω ενεργειών, εντέλει η Τράπεζα συμφώνησε σε περαιτέρω διαγραφή σε σχέση με τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1, και το τελικό ποσό της διαγραφής ως η απαίτηση μας, έφτασε στα €4.424.500. Ο Εναγόμενο 2 ενημερώθηκε προς τούτο με email ημερομηνίας 23/11/2017, το οποίο μας προώθησε αμέσως και το οποίο παρουσιάζω ως τεκμήριο 11. Το ποσό που διαγράφετο αντιστοιχούσε στο ύψος της συνολικής συναλλαγματικής και επιτοκιακής ζημιάς ως είχε διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όροι της συμφωνίας εξώδικης διευθέτησης με την Τράπεζα ήταν η άμεση καταβολή του υπολοίπου και η άμεση απόσυρση όλων των εκκρεμούντων δικαστικών διαδικασιών ως πλήρως διευθετηθείσες, ήτοι των ως άνω αγωγών 2924/14 και 4448/14 καθώς και των αγωγών που είχε καταχωρήσει, μεταγενέστερα η Τράπεζα εναντίον των Εναγομένων και του Γεώργιου Παύλου, ως ακολούθως:
- i)Αγωγή υπ αριθμό 4005/15 Ε.Δ. Λευκωσίας, εναντίον της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2, με απαίτηση για εξόφληση του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου της Εναγόμενης 1,
- ii)αγωγή 1481/15 Ε.Δ. Λάρνακας σε σχέση με το δάνειο του XXXXX Παύλου, εναντίον του τελευταίου και του Εναγόμενου 2. Στην ως άνω γραπτή προσφορά έγιναν διάφορες τροποποιήσεις από όλες τις πλευρές, και αναθεωρημένη σχετική επιστολή στάλθηκε με email προς εμένα, το οποίο παρουσιάζω ως τεκμήριο 12. Το τελικό κείμενο υπογράφηκε την ίδια μέρα στα γραφεία μας και το υπογραμμένο αντίγραφο το πήρε ο Εναγόμενος 2. Μετά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, ο Εναγόμενος 2, προχώρησε να κάνει έμβασμα του ποσού που συμφωνήθηκε ως καταγράφετο στην εν λόγω επιστολή προς την Τράπεζα Κύπρου. Με την παραλαβή του ποσού από την Τράπεζα, όλες οι εκκρεμούσες αγωγές αποσύρθηκαν, ως οι οδηγίες των Εναγομένων. Σημειώνω ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε ο Εναγόμενος 2 μαζί μου, που προηγήθηκε της συνάντησης κατά την οποία υπογράφηκε το πιο πάνω έγγραφο, τέθηκε από τον Εναγόμενο 2 κατά πόσον, το ποσό που παρουσιάζετο ότι θα διαγραφεί θα φαινόταν λογιστικά ως κέρδος με αποτέλεσμα να προκύψει φόρος. Παρέπεμψα τον Εναγόμενο 2 στον λογιστή του για να ξεκαθαρίσει το θέμα αυτό και εξέφρασα την προσωπική γνώμη ότι αυτό το ποσό ήταν ζημιά η οποία διεκδικείτο η διαγραφή της και δεν υπήρχε λόγος να φανεί ως κέρδος και ότι η πρόταση εξώδικης διευθέτησης ήταν συμφέρουσα για την Εναγόμενη 1, αφού επετυχαίνετο η διαγραφή ολόκληρου του ποσού που διεκδικούσε να διαγραφεί και το οποίο ήταν ίσο με την συναλλαγματική και επιτοκιακή ζημιά που είχε υποστεί η εν λόγω εταιρεία. Ο Εναγόμενος 2 με ενημέρωσε αργότερα ότι έλυσε το ζήτημα με τον λογιστή του και θα προχωρούσε με την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης ως και έγινε ως περιγράφεται ανωτέρω. Καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας μας, ουδέποτε εκφράστηκε οποιοδήποτε παράπονο για τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων τόσο σε σχέση με την δικαστική διαδικασία όσο και σε σχέση με τον χειρισμό των διαπραγματεύσεων. Αντίθετα ο Εναγόμενος 2 εξέφρασε επανειλημμένα την ικανοποίηση του τόσο με τον χειρισμό την υπόθεσης όσο και με την τελική εξέλιξη. Από πλευράς δικής μου και του γραφείου μας, πάντα ενεργούσαμε με γνώμονα το καλύτερο συμφέρον των Εναγομένων και τους συμβουλεύαμε ως είχαμε υποχρέωση να το πράξουμε για το δίκαιο και το εύλογο του συμβιβασμού, ανεξαρτήτως από οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον. Με την υλοποίηση της συμφωνημένης εξώδικης λύσης και την απόσυρση των αγωγών, κάλεσα τους Εναγόμενους με email ημερομηνίας 30/11/2017, όπως καταβάλουν την αμοιβή επιτυχίας (success fee) 3% ως η ρητή μας συμφωνία η οποία είχε γίνει κατά την ανάθεση της υπόθεσης. Το ύψος της αμοιβής επιτυχίας υπολογίστηκε επί του ποσού των €4.424.500 που διαγράφηκε και που αντιστοιχούσε στην συναλλαγματική ή και επιτοκιακή ζημιά της Εναγόμενης 1 την οποία διεκδικούσε μέσω της αγωγής. Η αμοιβή επιτυχίας της Ενάγουσας είναι €132.735 (€4.424.500 * 3%). Παρουσιάζω ως τεκμήριο 13, το email που είχε σταλεί ημερομηνίας 30/11/2017. Ο Εναγόμενος 2 απάντησε αρνούμενος να πληρώσει το ποσό αυτό προβάλλοντας διάφορους ανυπόστατους ισχυρισμούς. Παρουσιάζω ως δέσμη τεκμηρίων 14 τα emails που έχουν ανταλλαχθεί. Με το πρώτο email του ημερομηνίας 21/12/2017, ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ως λόγους άρνησης ότι:
- c)Η συμφωνία δεν αφορούσε την περίπτωση εξώδικης διευθέτησης, παρά μόνο την περίπτωση ακρόαση της υπόθεσης. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά. Αντίθετα, η συμφωνία αφορούσε 3% σε οποιαδήποτε έκβαση (outcome) που βεβαίως και μπορούσε να είναι και η εξώδικη διευθέτηση. Ειδικά στην προκειμένη περίπτωση όπου λόγω των ενεργειών του γραφείου μας πετύχαμε διαγραφή ολόκληρου του ποσού που διεκδικούσε η Εναγόμενη 1 να διαγραφεί.
- d)Ότι ήταν ο ίδιος που είχε διαπραγματευτεί και καταλήξει σε συμφωνία. Και αυτή η θέση δεν ευσταθεί. Όπως προκύπτει από τα όσα περιγράφονται πιο πάνω, το γραφείο μας είχε ενεργό μέρος σε όλες τις διαπραγματεύσεις και ο Εναγόμενος 2 δεν είχε εμπλακεί στην διαδικασία παρά στο τελικό στάδιο, όταν ως εκ των ενεργειών του γραφείου μας αυτό ήταν πρόσφορο και οι διαπραγματεύσεις είχαν έρθει στο επιθυμείτο σημείο. Σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 2 είχε επικοινωνήσει με την Τράπεζα πριν απευθυνθεί προς το γραφείο μας με σκοπό να βρει λύση, χωρίς αποτέλεσμα.
- e)Ότι του είχαμε ήδη στείλει τιμολόγιο για την τελευταία δόση ως η συμφωνία μας. Βεβαίως η καταβολή του εν λόγω ποσού όταν η υπόθεση θα ορίζετο για ακρόαση, ήταν ρητή πρόνοια της συμφωνίας μας και αυτό δεν απέκλειε ούτε σήμαινε ότι η Ενάγουσα αποποιείται του δικαιώματος της να διεκδικήσει το success fee, ως η συμφωνία. Σε μεταγενέστερο email ημερομηνίας 16/1/2018, ο Εναγόμενος 2 προχώρησε να προβάλει καινούργιους λόγους που δεν αποδέχεται την πληρωμή της συμφωνημένης αμοιβής επιτυχίας, ήτοι:
- a)Ότι είχαμε υποχρέωση να τον υπενθυμίσουμε για την υποχρέωση του αυτή. Βεβαίως η συμφωνία μας ήταν ξεκάθαρη από την αρχή και καμία τέτοια υποχρέωση δεν υπήρχε.
- b)Ότι τον συμβουλεύσαμε να αποδεχθεί ότι η Τράπεζα θα προχωρήσει σε διαγραφή του ποσού των €4.424.500, με απώτερο σκοπό να υπολογιστεί η αμοιβή επιτυχίας επί του εν λόγω ποσού και ως εκ τούτου υπήρχε κατ' ισχυρισμό σύγκρουση συμφέροντος. Ο ισχυρισμός αυτός βεβαίως είναι εντελώς ανυπόστατος. Καθ'όλους τους ουσιώδεις χρόνους ενεργούσαμε πάντα για να πετύχουμε και πετύχαμε το καλύτερο αποτέλεσμα για τους εν λόγω πελάτες. Η αμοιβή επιτυχίας, η οποία είχε συμφωνηθεί από την αρχή, θα υπολογίζετο βεβαίως επί της ζημιάς που διεκδικήσουμε ότι είχε υποστεί η Ενάγουσα ως αποτέλεσμα της αλλαγής της ισοτιμίας και της αύξησης του επιτοκίου ως η απαίτηση μας. Το ποσό που εντέλει συμφώνησε η Τράπεζα να διαγράψει αντιστοιχεί στο ποσό που ζητούσαμε να διαγραφεί με την αγωγή 2924/14, ως αποτέλεσμα της συναλλαγματικής και επιτοκιακής ζημιάς που είχε υποστεί η Εναγόμενη 1. Η ζημιά αυτή είχε υπολογιστεί και από λογιστή και μέχρι τις 8/6/2016 η ζημιά αυτή βάσει των εν λόγω υπολογισμών ανέρχετο στα €3.179.042,76. Στο email ημερομηνίας 19/6/2014 του Εναγόμενου 2, ρητά αναφέρει ότι η απαίτηση της Εναγόμενης 1 αφορούσε την συναλλαγματική ζημιά που είχε υποστεί. Επομένως η εκ των υστέρων σκέψη του Εναγόμενου 2 για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς το γραφείο μας είναι εντελώς ανεδαφική. Σημειώνω ότι στο email μας ημερομηνίας 23/1/2018, έχω ζητήσει από τον Εναγόμενο 2 να μας εξηγήσει ο ίδιος σε ποιο ποσό πίστευε ότι θα υπολογιστεί το ποσοστό της αμοιβής επιτυχίας στο οποίο είχε ρητά συμφωνήσει. Καμία απάντηση δεν πήραμε για αυτό το σημείο. Είναι η θέση μας ότι οι πιο πάνω προφάσεις είναι ξεκάθαρη προσπάθεια αποφυγής των υποχρεώσεων των Εναγομένων προς το γραφείο μας και οι ισχυρισμοί τους δεν έχουν κανένα έρεισμα. Ως εκ τούτου πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Ο Εναγόμενος 2, μετά που ζητήσαμε την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής επιτυχίας, ζήτησε όπως παραλάβει από το γραφείο μας τον φάκελο του σε σχέση με μια άλλη υπόθεση που είχε εταιρεία στην οποία είναι διευθυντής και μέτοχος, ήτοι την 3641/2014 Ε.Δ. Λεμεσού, μεταξύ της C & O CIGARS DISTRIBUTORS LTD, του XXXXX Ονησιφόρου και της Ελληνικής Τράπεζας. Ο Εναγόμενος 2 κατέβαλε το υπόλοιπο των δικηγορικών που είχε απομείνει, μετά και από σχετική έκπτωση που έγινε ως ένδειξη καλής θέλησης και παρέλαβε τον φάκελο του από τα γραφεία μας. Η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 30/1/2018 κάλεσε για τελευταία φορά την Εναγόμενη 1 να καταβάλει το ως άνω οφειλόμενο ποσό. Η Εναγόμενη αμέλησε να ανταποκριθεί και σε αυτή την έκκληση μας. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 15 την εν λόγω επιστολή. Εξ όσων γνωρίζω, η Εναγόμενη 1 είναι κτηματική εταιρεία, χωρίς να έχει κύκλο εργασιών. Συγκεκριμένα είναι η ιδιοκτήτρια των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 0/1XXXXX5, 0/1XXXXX8, 0/1XXXXX9, 0XXXXX0 (1/2 μερίδιο) και 0/1XXXXX1 (1/2 μερίδιο) στο Πεντάκωμο Λεμεσό. Η εκτίμηση όλων των ακινήτων μαζί, βάσει εκτίμησης ημερομηνίας 12/12/2015 που είχε ζητήσει ο Εναγόμενος 2 είναι αγοραία αξία €4.344.000. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 16 αντίγραφο της εν λόγω εκτίμηση. Με την παρούσα αίτηση ζητούμε την δέσμευση του ½ μέρους του μικρότερου τεμαχίου που ανήκει στην Εναγόμενη, τεμάχιο 2XXXXX4 με αριθμό εγγραφής 0/1XXXXX9 (1/2 μερίδιο). Βάσει πρόσφατης εκτίμησης που έχουμε ζητήσει, την οποία παρουσιάζω ως τεκμήριο 17, η σημερινή αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε €275.000. Τονίζω ότι με την εξόφληση του δανείου προς την Τράπεζα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιβάρυνση επί της περιουσίας της Εναγόμενης 1, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβιβαστεί και η Εναγόμενη 1 να μην έχει πλέον οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Η περιουσία της Εναγόμενης 1, ως περιγράφεται πιο πάνω, αποτελείται από συνεχόμενα τεμάχια γης και όλα μαζί αποτελούν μια τεράστια έκταση στην οποία ο Εναγόμενος 2, σκόπευε να ανεγείρει ξενοδοχείο. Εξ όσων με είχε πληροφορήσει ο Εναγόμενος 2, λόγω του ότι διαπιστώθηκε ότι το τεμάχιο 77, με αριθμό εγγραφής 0/15691 είναι κατά 1.000 τ.μ. πιο μικρό δεν θα προχωρήσει με την εν λόγω σχεδιασμένη ανάπτυξη και πλέον σκοπεύει είτε να τα μεταβιβάσει στα παιδιά του ή να τα πωλήσει. Επειδή τα ακίνητα είναι συνεχόμενα, πιστεύω ότι οποιαδήποτε κίνηση θα γίνει, θα είναι για ταυτόχρονη αποξένωση των εν λόγω ακινήτων με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να απομείνει χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο από το οποίο η Ενάγουσα να μπορεί να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό. Σημειώνω ότι το δάνειο εξοφλήθηκε με ίδιους πόρους του Εναγόμενου 2 και ο λόγος που ο Εναγόμενος 2 μας είχε δώσει οδηγίες να διαπραγματευτούμε την εξόφληση του λογαριασμού ήταν ακριβώς για να ελευθερώσει τα υποθηκευμένα ακίνητα για να μπορεί να τα πωλήσει ή αποξενώσει ανά πάσα στιγμή. Σημειώνω ότι από πρόσφατη έρευνα στο έφορο εταιρειών, την οποία παρουσιάζω ως τεκμήριο 18, φαίνεται ότι έχει γίνει αίτηση ονόματος για εταιρεία με παρόμοιο όνομα, ήτοι E.P.I.C. (CYPRUS) LTD. Έχω την υποψία ότι από το όνομα, αυτή πρέπει να είναι συνδεδεμένη νεοσύστατη εταιρεία. Φοβούμαι ότι τώρα που είναι ελεύθερο το ως άνω ακίνητο, με σκοπό η Εναγόμενη 1 να αποφύγει την υποχρέωση προς το γραφείο μας καταβολής της αμοιβής επιτυχίας θα προχωρήσει στην μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στην καινούργια εταιρεία ή ακόμα και αυτή η εταιρεία να μην είναι συνδεδεμένη το ακίνητο μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβιβαστεί στα παιδιά του ή ακόμα χειρότερα να πωληθεί, ως μου είχε αναφερθεί ότι σκόπευε να πράξει, με αποτέλεσμα να μην μπορεί η Ενάγουσα να ικανοποιήσει την απαίτηση της. Γι' αυτό και είναι πολύ επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην βάση των πιο πάνω, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και πιστεύω ότι είναι ορθό, δίκαιο, εύλογο και επείγον όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να διασφαλιστούν τα δικαιώματα μας και για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής δικαιοσύνης». Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στη πιο πάνω αίτηση, η οποία βασίζεται στους περί Δικηγόρων Κανονισμούς, Κανονισμοί 10, 11,12 και 16, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.39 Θ. 1 - 21, Δ.48 Θ 1 - 9, Δ.64 Θ. 1 και 2, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ 6 άρθρα 4,5,7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 21,29 31 και 32, στην Νομολογία και στις και στις συμφυΐες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση είναι οι ακόλουθοι: «1. Η αμφισβητούμενη αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη αδικαιολόγητη και ανεδαφική. 2. Η αμφισβητούμενη αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αστήρικτη και παράτυπη και οι ισχυρισμοί στους οποίους βασίζεται είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. 3. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με "καθαρά χέρια" ("He who comes into equity must come with clean hands"), εφ' όσον παρέλειψαν να αποκαλύψουν και/ή επιμελώς δεν αποκάλυψαν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα ότι με βάση τον τύπο διορισμού δικηγόρου Ενάγοντος, στην αγωγή υπ' αριθμό 2924/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο οποίος βρίσκεται καταχωρημένος στον φάκελο της εν λόγω υπόθεσης, ουδέποτε συμφωνήθηκε οποιαδήποτε άλλη αμοιβή στους Αιτητές πέραν της κλίμακας των Δικαστικών θεσμών. 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 ως επίσης και των άρθρων 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ 6 για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, βάση της μαρτυρίας που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 07/03/2018 και η οποία έχει τεθεί και ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. 5. Η αγωγή των Αιτητών στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή καταχρηστική και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί συμπαρασύροντας και την παρούσα αίτηση. 6. Η παρούσα αίτηση δεν φέρει πραγματικό υπόβαθρο και/ή δεν εμπεριέχει θετική μαρτυρία που να διαφωτίζει το Δικαστήριο για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση αφού δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να υποστηρίζει την αμφισβητούμενη αίτηση και δεν έχει επισυναφθεί οιονδήποτε τεκμήριο το οποίο να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς των Αιτητών. 7. Τόσο η αίτηση όσο και η ένορκος Δήλωση που συνοδεύει αυτήν είναι ελλιπής, ανεπαρκής και στερείται πειστικότητας και μέσω αυτής δε δίδεται οιανδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει τους ισχυρισμούς των Αιτητών. 8. Οι Αιτητές στην προσπάθεια τους να επιτύχουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προέβαλαν γενικούς, αόριστους, ανυπόστατους και/ή εξ' ολοκλήρου υποθετικούς ισχυρισμούς περί πιθανότητας αποξένωσης και/ή μεταβίβασης του ακινήτου ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση σε τρίτους, ισχυρισμοί οι οποίοι όπως πολύ καλά οι Αιτητές γνωρίζουν δεν ευσταθούν στην πραγματικότητα, αφού πρόθεση της Καθ' ης η Αίτηση είναι αξιοποίηση ολόκληρου του τεμαχίου, αποκρύβοντας σκοπίμως ουσιώδη γεγονότα από το Σεβαστό Δικαστήριο. 9. Οι Αιτητές καμία ζημιά δεν πρόκειται να υποστούν από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τουναντίον, η ζημιά που θα προκληθεί στην Καθ' ης η Αίτηση σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα είναι ανεπανόρθωτη. 10. Και εάν ακόμη οι Αιτητές επιτύχουν στην ισχυριζόμενη απαίτηση τους κάτι το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται και απορρίπτει, σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα περί μη απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο ή και επειδή θα υπάρχει η δυνατότητα κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των Αιτητών με την επιδίκαση αποζημιώσεων, ο δίκαιος υπολογισμός των οποίων θα ήταν δυνατός. 11. Οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση και συγκεκριμένα μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν, έχουν παραβιάσει το δικηγορικό απόρρητο και/ή την σχέση δικηγόρου - εντολέα όπως αυτή καθορίζεται στον κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων. 12. Η παρούσα αίτηση εγείρεται καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό τον εξαναγκασμό της Καθ' ης η Αίτηση στην πληρωμή του ποσού που οι Αιτητές διεκδικούν και το οποίο σε καμία περίπτωση δε δικαιούνται να λάβουν. 13. Με βάση τη μαρτυρία που έχει που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με βάση τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την όλη υπόθεση, εμφαίνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία και/ή Νομολογία για την έκδοση των ρηθέντων Διαταγμάτων και δεν υπάρχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητών και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση, αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Γιωργαλλή, διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση 1, ημερομηνίας 29.03.2018 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτούσια): «Εγώ ουδέποτε είτε προσωπικά είτε ως διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση δεν έχω υπογράψει οποιαδήποτε ειδική συμφωνία πληρωμής προς τους Αιτητές οποιουδήποτε ποσού δικηγορικών εξόδων πέραν αυτών που προνοούν οι Δικαστικοί Θεσμοί. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1, φωτοαντίγραφο του τύπου διορισμού δικηγόρου που έχει υπογράψει η Καθ' ης η Αίτηση με τους Αιτητές στα πλαίσια διορισμού των Αιτητών στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 2924/2014 και στο οποίο εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε συμφώνησε οποιαδήποτε ειδική ή άλλη αμοιβή με τους Αιτητές στα πλαίσια της ρηθείσας αγωγής. Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω, οι Αιτητές είναι δικηγορική εταιρεία και υπό την ιδιότητα τους αυτή γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι οποιαδήποτε συμφωνημένη ειδική αμοιβή πέραν αυτής που προνοούν οι Δικαστικοί θεσμοί θα πρέπει να είναι γραπτή, επί του έντυπου διορισμού δικηγόρου (Special Retainer) ή να συνοδεύει αυτό κατά την καταχώρηση του ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Επαναλαμβάνω ότι η Καθ' ης η Αίτηση τέτοια συμφωνία δεν έχει υπογράψει με τους Αιτητές. Η αξίωση των Αιτητών στηρίζεται όπως έχω αναφέρει και ανωτέρω, αλλά και όπως η ενόρκως δηλούσα XXXXX Γιατρού ισχυρίζεται στην Ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, σε γραπτή συμφωνία μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και των Αιτητών. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι καμία γραπτή συμφωνία δεν έχει υπογραφεί μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και των Αιτητών. Περαιτέρω είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η αμοιβή των Αιτητών έχει συμφωνηθεί επί τη βάση των Δικαστικών Θεσμών (General Retainer ) και όχι δυνάμει ειδικής συμφωνίας ( Special Retainer ). Οι Αιτητές σκοπίμως δεν επισύναψαν στην παρούσα Αίτηση το έντυπο Διορισμού Δικηγόρου με το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση διόρισε τους Αιτητές ως δικηγόρους αυτής στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή με αριθμό 2924/2014 και τούτο διότι το συγκεκριμένο διοριστήριο είναι General Retainer και σε αυτό όχι μόνο δεν γίνεται οποιαδήποτε ρητή συμφωνία για συγκεκριμένη αμοιβή των Αιτητών αλλά κατά τρόπο σαφή και ξεκάθαρο αναφέρεται επί αυτού: «(Εκθέσατε τους συμφωνηθέντας όρους αμοιβής). Έχω συμφωνήσει μετά των ανώτερο δικηγόρων, όπως καταβάλω σ' αυτούς αμοιβή συμφωνίας προς τις κλίμακες των Δικαστικών θεσμών και επιπρόσθετος εργασία ή υπηρεσία επί δικαστηρίου ή εκτός αυτού που δεν καλύπτεται από τους ανωτέρω θεσμούς θα καταβάλω αμοιβή κατ' αναλογία της προβλεπόμενης αμοιβής στους Περί ελάχιστη αμοιβής Δικηγορικών Κανονισμούς, ως εάν οι τελευταίοι αφορούν και δικαστηριακή εργασία.» Το γεγονός τούτο καταδεικνύει ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα τα οποία εάν αποκάλυπταν με την παρούσα Αίτηση τότε θα εμφαίνετο ότι η αγωγή η οποία έχει καταχωρηθεί από μέρους τους είναι νομικά αβάσιμη και ως εκ τούτου και η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια. Οι Αιτητές περεταίρω απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι τα ρηθέντα e-mail ημερομηνίας 12/06/2014 στάλθηκαν και/ή ανταλλάχτηκαν πριν από την υπογραφή από μέρους της Καθ' ης η Αίτηση του έντυπου διορισμού δικηγόρου (General Retainer), γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι η τελική συμφωνία μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και των Αιτητών ήταν αυτή που υπογράφηκε με τον τύπο διορισμού Δικηγόρου (General Retainer). Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και εξ' όσων οι δικηγόροι μου με έχουν συμβουλέψει, όπου υπάρχει ισχυρισμός για ειδική αμοιβή Δικηγόρου - Πελάτη ( Special Retainer ) τότε με βάση τις πρόνοιες των Περί Δικηγόρων Κανονισμών 10 μέχρι και 12 και ιδιαίτερα βάση του Κανονισμού 16, πρέπει να καταχωρηθεί σχετική Αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο ηγέρθη η αγωγή, αποκλειόμενης οποιασδήποτε αγωγής, πριν καθαρισθεί από το Δικαστήριο στην προαναφερόμενη αίτηση η εγκυρότητα και λογικότητα της ειδικής αυτής συμφωνίας. Συνεπώς, η μόνη νομική οδός για τους Αιτητές εφ' όσον ισχυρίζονται την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας αμοιβής είναι η οδός που περιγράφεται στον Κανονισμό 16 σύμφωνα με τον οποίο, έγερση αγωγής δεν είναι επιτρεπτή πριν την εξέταση της εγκυρότητας της εν λόγω συμφωνίας δια Αιτήσεως στο αρμόδιο Δικαστήριο όπως λεπτομερώς και ρητά ορίζεται στον Κανονισμό 12. Επαναλαμβάνω εκ νέου την θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η παρούσα αγωγή των Αιτητών είναι νομικά αβάσιμη, λανθασμένη και καταχρηστική και δεν τίθεται κανένα σοβαρό ζήτημα από μέρους τους προς εκδίκαση. Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και εξ' όσων οι δικηγόροι μου με έχουν συμβουλέψει, η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δυνάμει του οποίου παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει τέτοιας φύσεως διατάγματα. Περεταίρω είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι με βάση την ισχύουσα Νομοθεσία, τους Δικηγορικούς Κανονισμούς και τη Νομολογία, οι Αιτητές δεν έχουν καμία πιθανότητα να δικαιούνται σε οποιανδήποτε θεραπεία. Οι Αιτητές εξ' όσων εμφαίνεται και βάση των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, δεν έχουν κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και τόσο η αμφισβητούμενη αίτηση όσο και η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθούν. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί αποξένωσης της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι καθ' όλα ψευδείς και σκοπίμως έχουν τεθεί επί της αμφισβητούμενης αίτησης με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, στην προσπάθεια των Αιτητών να επιτύχουν την έκδοση του Αιτούμενου διατάγματος. Η Καθ' ης η Αίτηση όχι μόνο δεν έχει σκοπό να αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ρηθέντα ακίνητα αλλά σκοπός της είναι η επένδυση και η ανάπτυξη αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου για το οποίο ζητείται το αιτούμενο διάταγμα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο μελέτης από το αρχιτεκτονικό γραφείο ARMEFTIS & ASSOSIATES και ως Τεκμήριο 3 το συμβόλαιο ανάθεσης εργασίας το οποίο αφορά το ρηθέν ακίνητο. Η ρηθείσα επένδυση ανάπτυξης των εν λόγω τεμαχίων θα κοστίσει περί τα €11.000.00 και θα λάβει χώρα από την Καθ' ης η Αίτηση και ήδη έχει καταβληθεί από αυτήν ως προκαταβολή προς το εν λόγω αρχιτεκτονικό γραφείο το ποσό των €20.000. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 ηλεκτρονική αλληλογραφία στην οποία εμφαίνεται ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει πληρώσει με επιταγή το αναφερόμενο ποσό προς το πιο πάνω αναφερόμενο αρχιτεκτονικό γραφείο. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεαστεί δυσμενώς η θέση της και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη στα δικαιώματα της, αφού η ζημιά που η Καθ' ης η αίτηση θα υποστεί από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν οι Αιτητές, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση των εξόδων προς όφελος της. Επαναλαμβάνω τα πιο πάνω και λέγω ότι οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν μέσω της αμφισβητούμενης αίτησης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν, γεγονότα τα οποία να υποστηρίζουν την αίτηση τους ή τα οποία να αποκαλύπτουν οποιαδήποτε ή οποιαδήποτε καλή βάση αγωγής ή ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή ότι υπάρχει πιθανότητα αυτοί να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες ή σε οποιαδήποτε από αυτές ή ότι έχουν οποιαδήποτε ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας ή ότι θα εμποδιστούν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδιδόταν προς όφελος τους. Εξ' όσων μου έχει επεξηγηθεί από τους δικηγόρους μου, η παρούσα αίτηση δεν φέρει πραγματικό υπόβαθρο και δεν έχει προσκομιστεί μέσω αυτής θετική και ικανοποιητική μαρτυρία που να διαφωτίζει το Δικαστήριο για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και για την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση αφού δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να την υποστηρίζει και δεν έχει επισυναφθεί οιονδήποτε τεκμήριο το οποίο να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς των Αιτητών. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν τεθεί επαρκή στοιχεία και επαρκής μαρτυρία ούτος ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Με βάση τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί, εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι οι Αιτητές απέκρυψαν και παρέλειψαν να αποκαλύψουν ή και να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο, πλήρως και ειλικρινά όλα τα σχετικά και ουσιώδη γεγονότα και αποστέρησαν το Δικαστήριο από τη γνώση των ουσιωδών γεγονότων ή και προέβησαν σε αόριστους, ασαφείς και αναληθείς ισχυρισμούς στην προσπάθεια τους να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Οι Αιτητές περαιτέρω παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο, πλήρως και ειλικρινά, γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν ή και να δικαιολογούν το κατεπείγον του αιτήματος τους. Η οικονομική και περιουσιακή κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση εξ' όσων έχει διαφανεί ανωτέρω αλλά και εξ' όσων εμφαίνεται και από τα Τεκμήρια τα οποία έχουν επισυναφθεί επί της ένορκης δήλωσης μου που συνοδεύει την παρούσα ένσταση, είναι πολύ καλή και σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτή που η ενόρκως δηλούσα Βασιλική Γιατρού περιγράφει στην αμφισβητούμενη ένορκη της δήλωση. Είναι ηλίου φαεινότερων ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι σε θέση να ανταποκριθεί τόσο στις παρούσες όσο και στις μελλοντικές οικονομικές της υποχρεώσεις.» Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές τους αγορεύσεις, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιάντη και Hellenic Bank (Investments) Ltd, Πολιτική Έφεση 10914, ημερ. 18.12.01). Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 έπαυσε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο αφού η αίτηση επιδόθηκε και η εναγομένη έλαβε γνώση. To άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. (βλ. Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 CLR 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 CLR 583, 599-602, Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 282, Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: (
- i)H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) AAΔ.788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (G) ΑΑΔ 1791, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading, Πολιτική Έφεση 9789, ημερ. 28.1.1998). To πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες δηλώσεις. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (δέστε Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 CLR 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Το Άρθρο 5
(1)και
(2)του Κεφ. 6 προβλέπει τα ακόλουθα: «
(1)Οποιοδήποτε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, μπορεί, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση της αγωγής, με διάταγμα του να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί από του να αποχωρισθεί τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται γραμμένη στο όνομα του ή για την οποία έχει δυνάμει νόμου δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι αρκετό να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα του στην αγωγή.
(2)Κανένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανό ότι ο ενάγοντας μπορεί να παρεμποδισθεί στο να επιτύχει ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου αν αυτή εκδιδόταν υπέρ του». Για να ενεργοποιείται αυτή η δυνατότητα του Ενάγοντα πρέπει το αγώγιμο δικαίωμα να αφορά χρέος ή αποζημιώσεις. Τίθενται από το νόμο δύο προϋποθέσεις: (α) Καλή βάση αγωγής: Στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ έχει τεθεί με καθαρότητα ότι ο όρος αυτός (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση Συντηρητικού Διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει» σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στο άρθρο 32. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεση (arquable cause) ως προϋπόθεση στην έκδοση Συντηρητικών Διαταγμάτων. (β) Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6 είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης πρέπει να υπάρχει μαρτυρία επί της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου ώστε να φανεί ότι αν ο εναγόμενος αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του ο ενάγων θα καταστεί ανίκανος να επανακτήσει το ποσό της αξίωσης του. Στην υπόθεση Phasarias Art Centre Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 αναφέρθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα. Επίσης υπάρχει αναγκαιότητα προσδιορισμού ή συγκεκριμε- νοποίησης κατά το δυνατόν της ακίνητης περιουσίας για την οποία ζητείται η δέσμευση. Σύμφωνα με το σαφές κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει ή διαθέσει τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του Ενάγοντος. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 943/75 όπου ο κ. Πικής, τότε Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής: (σε μετάφραση) «εν τη απουσία στέρεης μαρτυρίας (concrete evidence) η οποία να τείνει να ρίξει φως στη φύση και στην αξία της ακίνητης περιουσίας που πρόκειται να δεσμευτεί, θα είναι αδύνατον για το Δικαστήριο να εξασκήσει την διακριτική του εξουσία και να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Τη απουσία σχετικού προσδιορισμού της ακίνητης περιουσίας καθίσταται σαφές ότι αφαιρείται το βάθρο εκείνο βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα ήταν εκτός των ορίων του άρθρου 5 και της Νομολογίας.» ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6 που είναι ειδικός νόμος και του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Για να καταδείξουν οι Αιτητές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στη συνέχεια ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν θεραπεία εναντίον της Εναγόμενης
- Η βάση αγωγής είναι συμφωνία ημερ. 17.06.2014 για καταβολή δικηγορικής αμοιβής επιτυχίας. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν αναφερθεί οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο τύπος διορισμού Δικηγόρου (General Retainer) που κατατέθηκε στην επίδικη Αγωγή στην οποία δεν υπάρχει ημερομηνία δεν ήταν η συμφωνία των μερών ως προς τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής αλλά η συμφωνία ημερ. 17.06.2014 και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι όροι αυτής της συμφωνίας τηρήθηκαν από τους Εναγόμενους και παρέμεινε το θέμα της καταβολής της αμοιβής επιτυχίας, η οποία ακολούθησε το αποτέλεσμα και οι Εναγόμενοι δεν προέβαλαν ισχυρισμό για διαφορετική συμφωνία αλλά άλλους ισχυρισμούς τους οποίους κρίνω ότι με βάση τη μαρτυρία που έθεσαν ενώπιον μου οι Αιτητές, έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση. Με τη μαρτυρία της κας Γιατρού επιβεβαιώνεται η απαίτηση των Εναγόντων παραθέτοντας λεπτομέρειες σε σχέση με την εν λόγω πληρωμή των δικηγορικών σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας 17.06.
- Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων. Τα ζητήματα που εγείρει η Εναγόμενη 1 ως προς τον τύπο διορισμού που υπεγράφη στα πλαίσια της αγωγής, δεν μπορούν να οδηγήσουν χωρίς οτιδήποτε άλλο στην εξαφάνιση κάθε προοπτικής και πιθανότητας ότι οι ενάγοντες να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Σε σχέση με την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων, η ενόρκως δηλούσα ανέφερε, ότι η Εναγόμενη 1 είναι κτηματική εταιρεία, χωρίς κύκλο εργασιών και είναι η ιδιοκτήτρια των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 0/1XXXXX5, 0/1XXXXX8, 0/1XXXXX9, 01XXXXX0 (1/2 μερίδιο) και 0/1XXXXX1 (1/2 μερίδιο) στο Πεντάκωμο Λεμεσό αξίας €4.344.000 και ζητά την δέσμευση του ½ μέρους του μικρότερου τεμαχίου που ανήκει στην Εναγόμενη, τεμάχιο 2XXXXX4 με αριθμό εγγραφής 0/1XXXXX9 (1/2 μερίδιο) η αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου είναι αξίας €275.000 και ενόψει του ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιβάρυνση επί της περιουσίας της Εναγόμενης 1, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβιβαστεί και η Εναγόμενη 1 να μην έχει πλέον οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Η εν λόγω περιουσία αποτελείται από συνεχόμενα τεμάχια γης και όλα μαζί αποτελούν μια τεράστια έκταση στην οποία ο Εναγόμενος 2, σκόπευε να ανεγείρει ξενοδοχείο αλλά λόγω κάποιων προβλημάτων με την έκταση τους δεν θα προχωρήσει με την εν λόγω σχεδιασμένη ανάπτυξη και πλέον σκοπεύει είτε να τα μεταβιβάσει στα παιδιά του ή να τη πωλήσει. Επίσης λόγω του ότι τα ακίνητα είναι συνεχόμενα, υπάρχει κίνδυνος ταυτόχρονης αποξένωσης αυτών και από έρευνα στο Έφορο Εταιρειών, εντοπίστηκε αίτηση ονόματος για εταιρεία με παρόμοιο όνομα, ήτοι E.P.I.C. (CYPRUS) LTD και υπάρχει η υποψία ότι από το όνομα, αυτή πρέπει να είναι συνδεδεμένη νεοσύστατη εταιρεία και υπάρχει κίνδυνος να προχωρήσει στην μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στην καινούργια εταιρεία ή ακόμα να μεταβιβαστεί στα παιδιά του ή να πωληθεί, ως τους είχε αναφερθεί ότι σκόπευε να πράξει, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι Ενάγοντες να ικανοποιήσουν την απαίτηση τους. Η Εναγόμενης 1 αμφισβητεί τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί αποξένωσης της περιουσίας της και ισχυρίζεται ότι σκοπός της είναι η επένδυση και η ανάπτυξη αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου για το οποίο ζητείται το αιτούμενο διάταγμα. Επένδυση η οποία θα κοστίσει €11.000.000 και θα λάβει χώρα από την Καθ' ης η Αίτηση και ήδη έχει ετοιμασθεί σχέδιο το οποίο επισυνάπτει και έχουν καταβληθεί από αυτήν ως προκαταβολή προς το εν λόγω αρχιτεκτονικό γραφείο το ποσό των €20.
- Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση 1 ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεαστεί δυσμενώς η θέση της και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη στα δικαιώματα της, αφού η ζημιά που η Καθ' ης η αίτηση θα υποστεί από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν οι Αιτητές, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση των εξόδων προς όφελος της. Έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, τα στοιχεία που οι Ενάγοντες έχουν θέσει ενώπιον μου, μεταξύ των οποίων και την έρευνα που έγινε στον Έφορο Εταιρειών και τον κίνδυνο δημιουργία νέας παρεμφερούς εταιρείας με την Εναγόμενη 1 και το ότι το σύνολο της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 μπορεί να αποξενωθεί ως ενιαίο σύνολο, κρίνω ότι και η Τρίτη προϋπόθεση πληρείται. Ως προς την απόδειξη πρόθεσης ή μη αποξένωσης και επιβάρυνσης της εν λόγω περιουσίας από την Εναγόμενη 1 επισημαίνω ότι με βάση τις αρχές της νομολογίας δεν υπάρχει ανάγκη προσαγωγής μαρτυρία για πρόθεση των Εναγομένων 5 και 6 για αποξένωση της περιουσίας. Στην υπόθεση Phasarias (Αutomotive Centre) Λτδ ν. Σκυροποιϊα Λεωνίκ Ltd (ανωτέρω), αφού προβαίνει σε μια γενική επισκόπηση της νομολογίας επί του ζητήματος υποδείχθηκε: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον, γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Λακαταμίτης, ανωτέρω στη σελ. 525)..... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54 εκδίδεται διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων. Τα ίδια και στην Τσολάκκη κ.α ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785 εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Το υπό συζήτηση διάταγμα επιδιώκει κατ' ουσία να διατηρήσει την κατάσταση των πραγμάτων η οποία ίσχυε πριν από την έναρξη της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Η Εναγόμενη 1δεν στερείται του δικαιώματος της να κατέχει το επίδικο ακίνητο και να το χρησιμοποιήσει. Στην υπόθεση Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR, 670 υποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφορές, υπό το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, καταλήγω ότι είναι πραγματικά δίκαιη και πρόσφορη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αφού στην περίπτωση που οι Ενάγοντες- Αιτητές αποτύχουν στην αξίωση τους η πλευρά της Εναγόμενης 1 με βάση όσα η ίδια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου δεν θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερα προβλήματα. Στην περίπτωση όμως που οι Ενάγοντες - Αιτητές επιτύχουν στις διεκδικήσεις τους και η πλευρά της Εναγόμενης 1 στο μεταξύ δεν εμποδιστεί να αποξενώσει τη πιο πάνω ακίνητη περιουσία τότε ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1 είναι ορατή. Στο σημείο αυτό και πριν από την κατάληξη του Δικαστηρίου είναι χρήσιμο πιστεύω να σχολιαστεί η θέση της πλευράς της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι η πλευρά των Αιτητών δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Σημειώνω εδώ ότι στην αίτηση αυτή, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου να επιδοθεί, ακολουθήθηκε η διαδικασία αίτησης δια κλήσεως και δεν εξετάζεται ως μονομερής αίτηση με υποχρέωση αποκάλυψης που υπάρχει σε αυτού του είδους αιτήσεων αφού δίνεται η δυνατότητα να ακουσθεί και η άλλη πλευρά προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αισθάνομαι ότι υπάρχει το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων το οποίο στοιχειοθετεί την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και των προϋποθέσεων που αυτό θέτει σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Κεφ. 6 και ως εκ τούτου εκδίδεται το διάταγμα ως η αίτηση. Αναφορικά με τα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν θα πρέπει κατ' εφαρμογή του βασικού για τα έξοδα, κανόνα, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο