← Κύπρος

Ανδρέου ν. Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 2739/13, 22/6/2018

Ανδρέου ν. Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 2739/13, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A271 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2739/13 XXXXX Ανδρέου Ενάγοντας -v- XXXXXS Νικολάου Εναγόμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Ο ίδιος προσωπικά Για Εναγόμενο: κα Ε. Νικολάου Κώστα Π. Χ' Κωστή & Σια Δ.Ε.Π.Ε --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε προσωπικά στις 28/06/13, ο ενάγοντας, ο οποίος να σημειωθεί χειρίστηκε μόνος του την υπόθεση του, ισχυρίζεται ότι κατά την εκπροσώπηση του από τον εναγόμενο δικηγόρο στην Αίτηση υπ. αρ. 346/05 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ο τελευταίος ενήργησε με δόλιο τρόπο εις βάρος του και του προκάλεσε χρηματική ζημιά, ψυχική οδύνη και ταλαιπωρία, συνολικού ύψους περί τις €40.000 (€20.000 περίπου ως οικονομική ζημιά και €17.000 ως αποζημιώσεις για «ψυχική οδύνη και ηθική ικανοποίηση»). ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΚΔΟΧΕΣ Εκδοχή Ενάγοντα Η εκδοχή του ενάγοντα, εκδοχή την οποία ο τελευταίος υιοθέτησε και επανέλαβε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω τριών χειρόγραφων δηλώσεων που υπερβαίνουν τις 100 σελίδες (Έγγραφο Α), συνοψίζεται επαρκώς θεωρώ από τα εξής αποσπάσματα της Ε/Α, τα οποία αν και εκτενή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Στις 13/7/2005 ο Εναγόμεννος εκατάθεσε εις το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την αίτηση του Ενάγοντα με αριθμό 346/05 για παράνομη απόλυση, η οποία άμα τη καταθέσει της εις το δικαστήριο επρονοούσε μερικές χιλιάδες λίρες σαν αποζημιώσεις, αφού προηγουμένως σε τέσσερις διαφορετικές συναντήσεις που είχε με τον Ενάγοντα εις το γραφείο του εις Λεμεσό, ενημερώθηκε πλήρως για τις συνθήκες εργασίας, για τις συνθήκες απόλυσης, εσχολίασαν τους λόγους απολύσεως οι οποίοι εδόθηκαν εις τον Ενάγοντα κατόπιν παρέμβασης του Γραφείου Κ.Α.Κ, εσχολίασαν τους λόγους απολύσεως επειδή ήσαν ψευδείς, και ο Εναγόμενος είπε εις τον Ενάγοντα. Άστον και θα πληρώσει, και αφού ο Ενάγων εζήτησε από τον Εναγόμενο να του συμπεριφερθεί δίκαια, και να μην τον αδικήσει όπως άλλοι δικηγόροι και να τον βάλει σε μπελάδες και έξοδα, και του υπενθύμισε ξανά πως τον πρώτο και τελευταίο λόγο εις την υπόθεση του ήθελε να τον έχει ο ίδιος, και ο Εναγόμενος τον εβεβαίωσε πως δεν ξέρει να κοροϊδεύει τους πελάτες του. Την 1ην Φεβρουάριου 2007, δύο σχεδόν χρόνια μετά τη παράνομη απόλυση η αίτηση του Ενάγοντα ήταν ορισμένη για ακρόαση και ο Εναγόμενος είπε εις τον Ενάγοντα πώς θα αναβληθεί γιατί όπως του εξήγησε ο δικαστής υπόδειξε εις τον εργοδότη πως έπρεπε να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο, με £1.700 και να του πληρώσει και τα δικηγορικά του έξοδα. Οι δικηγόροι του εργοδότη του υπόδειξαν πώς το ποσό που επρότεινε ο δικαστής ήταν λογικό, αλλά ο εργοδότης αρνείτω να πληρώσει. Επίστευε πώς αδικείτω και ήθελε να αλλάξει δικηγόρο και να γίνει δίκη. Για τούτω εκείνη την ημέρα θα εδίνετω αναβολή για να μπορέσει ο εργοδότης να βρει άλλο δικηγόρο και να έχει δίκαιη δίκη. Δεν μπορούμε να του στερήσουμε το δικαίωμα για δίκαιη δίκη είπε χαρακτηριστικά ο Εναγόμενος εις τον Ενάγοντα. Όμως ο ίδιος έπειτα από δόλιες, ύποπτες, μυστικές συνομιλίες και συναλλαγές με τον εργοδότη και αντίδικο του πελάτη του, εμπόδισε τον Ενάγοντα τότε πελάτη του να έχει αν όχι δίκαιη δίκη, τουλάχιστο δίκη. Στη συνέχεια ο εργοδότης άλλαξε δικηγόρο. Εδιόρισε τον κ. Πατρίκιο Παύλου ικανότατο δικηγόρο για να επιληφθεί της υπόθεσης του και αφού έμαθε πώς θα πληρώσει μερικές χιλιάδες λίρες αν γίνει δίκη, αποφάσισε πώς δεν ήθελε να γίνει δίκη, πώς δεν έπρεπε να γίνει δίκη, και πώς την αίτηση του αντίδικου του πρώην υπαλλήλου του, θα την εδίκαζε ο ίδιος εξαγοράζοντας το δικηγόρο του. (περί τούτου υπάρχει εύλογος υποψία σύμφωνα με τα όσα ακολούθησαν, και τα όσα ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε με επιστολή του προς τον Ενάγοντα στις 4.7.2007). Στη συνέχεια ο Εναγόμενος άμα τη εξαγορά του υπό του καθ' ου η αίτηση εργοδότη ενήργησε με δόλο τον οποίον εδολιεύτηκε και εμηχανεύτηκε, επαραπλάνησε το δικαστήριο σε δύο περιπτώσεις, επαραπλάνησε τον Ενάγοντα και επέτυχε να αποσύρει την αίτηση του ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Για να επιτύχει το δόλιο σκοπό του ο Εναγόμενος στις 11.5.2007 έννατη εμφάνιση εις το δικαστήριο Λεμεσού και ένα σχεδόν χρόνο μετά την υπόδειξη του δικαστή προς τον εργοδότη πώς θα έπρεπε να πληρώσει £1.700 λίρες εις- τον απολυθέντα υπάλληλο, και να πληρώσει και τα έξοδα του δικηγόρου του, ο Εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την αντικατάσταση του δικαστή που επελαμβάνετω της αίτησης 346/05 από τη προσωρινή δικαστή κ. Ελένη Κωνσταντίνου επαρουσιάστηκε εις το δικαστήριο με το νέο διηγόρο του εργοδότη, χωρίς να ενημερώσει τον Ενάγοντα, και φυσικά χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση του, και εδήλωσε εις το δικαστήριο όλα τα παραπλανητικά ψέματα που αναφέρονται εις το πρακτικό της 11ης Μάίου 2007 τα οποία είναι τα κάτωθι Οι διάδικοι αιτούνται από το Δικαστήριο όπως ορίσει την υπόθεση για οδηγίες καθ' ότι έχουν συμφωνήσει να διευθετήσουν εξώδικα την παρούσαν υπόθεση. Έχουν καταλήξει στο ποσό των Λ.Κ. 1200 συμπεριλαμβανομένων και των δικηγορικών εξόδων. Μέχρι τις 25.6.2007 οι καθ' ων η αίτηση θα πληρώσουν το εν λόγο ποσό στον Αιτητή και η υπόθεση θα αποσυρθεί ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Έπειτα από την ανωτέρω ψευδή δήλωση με την οποία ο Εναγόμενος επαραπλάνησε το δικαστήριο την οποίαν ο Ενάγων δεν εγνώριζε, και αν κατά τύχη την επληροφορείτω πριν τις 25.5.2007 σήμερα δε θα απασχολούσε το δικαστήριο, το δικαστήριο όρισε την αίτηση 346/05 για οδηγίες στις 25.6.2007 και εδιάταξε οι διάδικοι να είναι παρόντες.( σ.σ. περιεχόμενο πρακτικών Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερ. 11/5/07 στα πλαίσια της Αίτησης 365/05) Αργά το απόγευμα ο Εναγόμενος για να μείνει ανενόχλητος και να τελειώσει το δόλιο έργο του να εμποδίσει να γίνει η δίκη του πελάτη του, ετηλεφώνησε του Ενάγοντα και του είπε πως η υπόθεση του ορίστηκε για ακρόαση στις 25.06.

  1. Του είπε ψέματα πώς η υπόθεση του ορίστηκε για ακρόαση γιατί αν του έλεγε την αλήθεια πώς η υπόθεση του ορίστηκε για οδηγίες υποψιάστηκε πως ο Ενάγων θα επήγαινε στο δικαστήριο, θα εμάθαινε τι εσυνέβη και θα εματαίωνε το δόλιο έργο του να αποσύρει την αίτηση ως εξωδίκως διευθετηθείσα, και θα τον έκανε και ρεζίλι ενώπιον της δικαστού που επιλαμβάνετω της υπόθεσης του. Αργότερα όμως η και την ίδια ώρα ο Εναγόμενος έκαμε τη σκέψη πώς το δόλιο έργο του θα αποτύγχανε αν έμενε μέχρι τις 25.6.2007 όπως όρισε το δικαστήριο για να αποσύρει ως εξωδίκως διευθετηθείσα την αίτηση γιατί ο Ενάγων εκείνη την ημέρα θα ήταν παρών, και θα τον έκανε ρεζίλι ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τούτω αφού έκαμε τις σχετικές διευθετήσεις επαράκουσε του δικαστηρίου που όριζε την υπόθεση για οδηγίες στις 25.6.07, επαράκουσε του δικαστηρίου που εδιάταζε πώς οι διάδικοι θα έπρεπε να είναι παρόντες και επαρουσιάστηκε ενώπιον του βιαστικά και ύποπτα με τον δικηγόρο του εργοδότη. Το αποκάλεσε σεβαστό αλλά δεν το εσεβάστηκε. Το επαραπλάνησε με ψευδείς ισχυρισμούς και παραστάσεις, και επέτυχε να " αποσύρει την αίτηση 346/05 του πελάτη του ως εξωδίκως διευθετηθείσα και για πρώτη φορά ο Εναγόμενος δεν ενημέρωσε τον Ενάγοντα τότε πελάτη του για τη κατάληξη της υπόθεσης του.. Στις 28.6.07 ο Ενάγων επήγε εις τη δικαστή της υπόθεσης και εδιαμαρτυρήθηκε για την αντικοινωνική συμπεριφορά του Εναγόμενου και επήρε και τα πρακτικά της 25ης Μάίου τα οποία όμως δεν ήταν διαφωτιστικά. Στις 3.7.07 ο Ενάγων επήγε εις το Εργατικό Δικαστήριο εις Λευκωσία και επήρε και αίτηση για επανεξέταση της υπόθεσης του, έμαθε όμως από τους αρμόδιους πώς η υπόθεση του δεν μπορούσε να επανεξεταστεί γιατί αποσύρθηκε ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Όταν ο Ενάγων έμαθε πώς δεν μπορούσε να κάνει έφεση παρ' ολίγον να πάθει συγκοπή. Επήρε αμέσως τηλέφωνο τον Εναγόμενο και του έκανε το σιηλή του που λέμε στα Κυπριακά. Την επόμενη ημέρα 4.7.07 ο Εναγόμενος με δικό του τσεκ ημερομηνίας 4.7.07 έστειλε εις τον Ενάγοντα το εξευτελιστικό ποσό της αποζημίωσης του 900 λίρες, το οποίο στις 25.5.07 ισχυρίστηκε πως το είσπραξε από τον εργοδότη εκείνη την ημέρα. Και φυσικά αν ο Εναγόμενος αποδείξει πώς στις 25.5.07 είσπραξε τη σχετική πληρωμή, θα πρέπει να λογοδοτήσει ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί εκαταχράστηκε για 45 ημέρες το ποσό τούτο από τον άνεργο πελάτη του που εκινδύνευε να πάει φυλακή για τα χρέη του. Για να διαπράξει τούτο το κακούργημα, τούτη την αντικοινωνική, αντιεπαγγελματική, και επικίνδυνα ύποπτη πράξη η οποία παρ' ολίγον να στοιχίσει τη ζωή αθώων πολιτών είναι ολοφάνερο πώς ο Εναγόμενος έναντι αργυρίων εξαγοράστηκε από τον εργοδότη και αντίδικο του πελάτη του. Περί τούτου υπάρχει εύλογος υποψία, ολοφάνερες αποδείξεις, και ο Ενάγων έπειτα από τα όσα επροηγήθηκαν, από τα όσα εσυνέβηκαν, από τα όσα έμαθε από το δικαστήριο και από τον ίδιο τον Εναγόμενο, αδυνατεί να δώσει άλλη ανθρώπινη λογική εξήγηση. Με τη δόλια όμως και ύποπτη πράξη του να παρακούσει του πελάτη του και του δικαστηρίου, να παραπλανήσει τον πελάτη του και το δικαστήριο, και να αποσύρει την υπόθεση του πελάτη του ως εξωδίκως διευθετηθείσα, ο Εναγόμενος δικηγόρος ο οποίος εκαταγγέλθηκε και εις το πειθαρχικό συμβούλιο, εστέρησε, και αφαίρεσε από τον πελάτη του Ενάγοντα τα αναφαίρετα ιερά, και απαραβίαστα ανθρώπινα του δικαιώματα τα οποία άνθρωπος από άνθρωπο δεν μπορεί να τα αφαιρέσει, για δίκη και δή για δίκαιη δίκη, και εις την υπόθεση του Ενάγοντα αποδόθηκε αδικία αντί δικαιοσύνη, γιατί την αίτηση του δεν την εδίκασε το δικαστήριο, αλλά ο εργοδότης και αντίδικος του. Με τη δόλια πράξη του ο Εναγόμενος να αποσύρει την αίτηση του πελάτη του για ευτελείς λόγους που δε συνάδουν με το δίκαιο και τις αρχές δικαίου με παρ' ολίγον καταστροφικότατες συνέπειες για τον ίδιο, για τον πελάτη του, και για αθώους πολίτες, ο Εναγόμενος αδίκησε τον Ενάγοντα σε βαθμό κακουργήματος και τον εζήμιωσε ανεπανόρθωτα. Υλικά, αλλά προ πάντων σωματικά, ηθικά και ψυχικά. Αφαίρεσε χρόνο από τη ζωή του. Τον αναστάτωσε και τον επροκάλεσε επικίνδυνα. Παρ' ολίγον να τον κάμει δολοφόνο και να τον στείλει φυλακή. Τον έκαμε να οδηγά αφηρημένα και να παραμιλά όπως ένας πελλός. Παρ' ολίγον να εμπλακεί σε τροχαία δυστυχήματα, και παρ' ολίγον να κτυπήσει με το αυτοκίνητο του και να θανατώσει αθώους πολίτες, και όλα τούτα για να γλιτώσει τον εργοδότη μερικές χιλιάδες λίρες, και να πάρει και ο ίδιος μερικές εκατοντάδες λίρες αφορολόγητες, όπως εύλογα ο Εναγόμενος υποψιάζεται. Για όλα όσα ο Ενάγων ανάφερε και για όλα όσα θα αναφέρει κατά τη δικάσιμο καταθέτη την αγωγή, και διεκδικεί από τον Εναγόμενο δικηγόρο Ζένιο Νικολάου νόμιμα, δίκαια και τίμια τις κάτωθι αποζημιώσεις για υλικές ζημιές και βλάβες, για ηθικές και σωματικές αποζημιώσεις, για ηθική ικανοποίηση και ψυχική γαλήνη, και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίων του Εναγόμενου για να μη ξανατολμήση ούτε με τη σκέψη του αν έχει την ευκαιρία να παρακούσει πελάτη του, να παραπλανήσει πελάτη του, να παρακούσει του δικαστηρίου, να παραπλανήσει το δικαστήριο, και να αποσύρει υπόθεση του πελάτη του ως εξωδίκως διευθετηθείσα, με ολοφάνερο τον κίνδυνο να προκαλέσει ανεπανόρθωτες υλικές, σωματικές και ψυχικές ζημιές εις τον πελάτη του, και να τον κάμει δολοφόνο, και γενικά για να μάθει να τιμά, να υπολογίζει και να σέβεται τους πελάτες του που του δίνουν δουλειά για να ζει πλουσιοπάροχα, και να μη τους ξεπουλά με τη πρώτη ευκαιρία ως να ήσαν ζώα και όχι άνθρωποι.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, κεντρικός άξονας της όλης εκδοχής του ενάγοντα, ο οποίος αντεξετάσθηκε εκτενώς από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγόμενου, είναι ότι ο τελευταίος, δολίως και έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, συνωμότησε και συμφώνησε με τον πρώην εργοδότη του ενάγοντα όπως διευθετήσει εις βάρος του τελευταίου και κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τον αντίδικο του, την Αίτηση 346/
  2. Την εκδοχή του αυτή ο ενάγοντας τη στηρίζει στα εξής σημαντικά, κατ' εκείνον, στοιχεία: Α. Στο ότι με την Αίτηση 346/05, ο πρώην εργοδότης του ενδέχετο να καταδικαστεί σε αρκετές χιλιάδες ευρώ ως αποζημιώσεις (πέραν των €20.000) και ότι αυτό το γνώριζε και ο εν λόγω εργοδότης αλλά και ο ίδιος ο εναγόμενος που ετοίμασε και καταχώρησε την Αίτηση. Β. Στο ότι κατά την ενημέρωση που του έδινε ο εναγόμενος από τον Φεβρουάριο 2007 και μέχρι και μετά την απόσυρση της υπόθεσης, ο τελευταίος παρουσιάζετο ύποπτα μυστικοπαθής. Γ. Στο ότι ενώ ο εναγόμενος τον είχε ενημερώσει περί το Φεβρουάριο 2007 ότι καθ' υπόδειξη του Δικαστηρίου, ο πρώην εργοδότης του έπρεπε να του καταβάλει το ποσό των 1700ΛΚ πλέον έξοδα, εντούτοις ο εναγόμενος αδικαιολόγητα προχώρησε και διευθέτησε την Αίτηση με μόλις 900ΛΚ. Δ. Στο ότι ο εναγόμενος εσκεμμένα του ανέφερε στην επιστολή του ημερ. 11/05/07 και στο τηλεφώνημα του της ίδια μέρας, ότι η Αίτηση είχε οριστεί στις 25/06/07 για ακρόαση αντί για οδηγίες, ώστε να τον παραπλανήσει και να τον αποτρέψει από του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, αφού «.αν του έλεγε την αλήθεια πώς η υπόθεση του ορίστηκε για οδηγίες . ο Ενάγων θα επήγαινε στο δικαστήριο, θα εμάθαινε τι εσυνέβη και θα εματαίωνε το δόλιο έργο του να αποσύρει την αίτηση ως εξωδίκως διευθετηθείσα, και θα τον έκανε και ρεζίλι ενώπιον της δικαστού που επιλαμβάνετω της υπόθεσης του.» Ε. Στο ότι καμία ενημέρωση του έδωσε ο εναγόμενος ως προς το ποσό που προτάθηκε για διευθέτηση της υπόθεσης καθώς και στο ότι ο εναγόμενος αποδέχτηκε το εν λόγω ποσό, χωρίς τη συγκατάθεση ή τις οδηγίες του. Στ. Στο ότι ο εναγόμενος αποδέχτηκε να αποσύρει την υπόθεση χωρίς να λάβει μετρητά στο χέρι αλλά λαμβάνοντας μεταχρονολογημένη επιταγή. Ζ. Στο ότι χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση και ένα μήνα πριν τις 25/06/07 που, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε από τον εναγόμενο, η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση με οδηγίες όπως παρουσιαστούν αμφότεροι οι διάδικοι, ο εναγόμενος έσπευσε με τον αντίδικο του να θέσουν την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να μπορέσουν να την αποσύρουν στην απουσία του ενάγοντα και αυτό ενώ η επιταγή που δόθηκε, δεν θα εξαργυρωνόταν πριν την προαναφερόμενη ημερομηνία. Η. Στο ότι μετά την απόσυρση της υπόθεσης, ο εναγόμενος δεν τον ενημέρωσε καθόλου για την εξέλιξη αυτή και όταν ο ενάγοντας προσήλθε στο Δικαστήριο την 25/6/07 «έτοιμος για τη μεγάλη μάχη», ο εναγόμενος προσπάθησε να τον αποφύγει προσποιούμενος πως δεν τον γνώριζε. Θ. Στο ότι όταν τελικά ο εναγόμενος αναγκάστηκε να τον πληροφορήσει για την απόσυρση της υπόθεσης, του είπε ψέματα για το ποσό της διευθέτησης, αναφέροντας του ότι είχε καταβληθεί το ποσό των 1400ΛΚ και όχι 1200ΛΚ. Προς περαιτέρω υποστήριξη της υπόθεσης του, ο ενάγοντας κάλεσε ως μάρτυρα τον XXXXX Νικολάου, Υπεύθυνο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού και Προϊστάμενου του Επαρχιακού Γραφείου Λεμεσού (ΜΕ2). Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα περιορίστηκε στις συναντήσεις που είχε με τον ενάγοντα και τον πρώην εργοδότη του πριν το διορισμό του εναγόμενου και πριν την καταχώρηση της Αίτησης 346/05, στις συμβουλές και πληροφόρηση που έτυχε ο ενάγοντας κατά τις εν λόγω συναντήσεις αναφορικά με τα εργασιακά του δικαιώματα και τέλος στον τρόπο με τον οποίο το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ερμηνεύει και εφαρμόζει την Εργασιακή νομοθεσία. Εξήγησε μεταξύ άλλων ο μάρτυρας, και αυτό γιατί αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης των μερών, ότι η φύση της εργασίας του ενάγοντα δεν του έδινε δικαίωμα σε διεκδίκηση επιπρόσθετων πληρωμών για εργασία σε αργίες ή σε καταβολή άλλων επιδομάτων, εκτός αν αυτό είχε συμφωνηθεί με τον εργοδότη καθώς και ότι, εφόσον ο ενάγοντας είχε εργαστεί την προβλεπόμενη από το Νόμο περίοδο προειδοποίησης που θα έπρεπε να του έδινε ο πρώην εργοδότης του και έλαβε πληρωμή, δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει εκ νέου στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, αποζημίωση για προειδοποίηση. Η όλη εμπλοκή του μάρτυρα στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, παρατίθεται με λεπτομέρεια και γραπτώς, σε επιστολή που αυτός απέστειλε στον ενάγοντα στις 19/11/07 (βλ. Τεκ. 1). Εκδοχή Εναγόμενου Στην αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος, ο οποίος επίσης έτυχε εκτενούς αντεξέτασης από τον ενάγοντα, απορρίπτει όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ό,τι έπραξε, το έπραξε με τις ρητές οδηγίες και τη συγκατάθεση του τελευταίου, στον οποίο μάλιστα, ως είναι η θέση του εναγόμενου, τηλεφώνησε στις 11/05/07, προτού δηλώσει οτιδήποτε στο Δικαστήριο αναφορικά την πρόταση που του είχε υποβληθεί και προχώρησε μόνο όταν εξασφάλισε τη ρητή συγκατάθεση του τότε πελάτη του. Η μόνη ανησυχία που εξέφρασε ο ενάγοντας όταν πληροφορήθηκε για τη διευθέτηση των 1200ΛΚ ήταν, σύμφωνα με τον εναγόμενο, όπως προσέχει « .μην σε γελάσουν, να μας δώσει την επιταγή πρώτα . και μετά θα αποσύρεις την αγωγή», όπως άλλωστε έπραξε. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, ο ενάγοντας, «.προφανώς λόγω της παραπλανημένης αντίληψης που (είχε) για τα δικαιώματα» του, θεωρεί ότι ξεγελάστηκε, ενώ η έκβαση της υπόθεσης κάθε τι άλλο παρά ζημιά του απέφερε. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι με βάση τα δεδομένα που περιέβαλλαν την Αίτηση 346/05 και ειδικότερα το ότι ο ενάγοντας είχε ο ίδιος υποβάλει παραίτηση και είχε ήδη πληρωθεί την προειδοποίηση του, το μέγιστο που θα μπορούσε να του επιδικάσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και αυτό χωρίς να παραγνωρίζεται το εύλογο ρίσκο να απορρίπτετο η υπόθεση, θα ήταν 862,20ΛΚ. Υπό αυτή την έννοια, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, οι 900ΛΚ που εξασφάλισε στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων, συνιστούν ουσιαστικά «επιτυχία» της Αίτησης και ο ενάγοντας κανένα παράπονο έπρεπε να έχει. Αρνείται τέλος ο εναγόμενος ότι πληροφόρησε ποτέ τον ενάγοντα για υπόδειξη του Δικαστηρίου όπως καταβληθεί το ποσό των 1700ΛΚ και ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο εφόσον τα ποσά που θα μπορούσαν να επιδικασθούν με την Αίτηση, δεν ανέρχονταν στο εν λόγω ποσό. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια την εκδοχή του εναγόμενου, για την οποία να σημειωθεί, μόνο ο ίδιος έδωσε μαρτυρία κατά την ακρόαση (ΜΥ1): «Ο κύριος XXXXX Ανδρέου είχε έρθει να με συναντήσει για να μου αναθέσει μια υπόθεση αναφορικά με μια εργατική διαφορά που είχε με τον εργοδότη του, την Cypcana, μια εταιρεία, η οποία παρείχε υπηρεσίες ασφάλειας. Όταν με συνάντησε μου είχε πει ότι απαιτούσε ο εργοδότης του να του μειώσει τις ώρες εργασίας, τις οποίες εργάζετουν που θα είχε σαν αντίκτυπο και τη μείωση του μισθού που έπαιρνε και ότι δεν αποδέχθηκε αυτήν τη μείωση των ωρών εργασίας. Τον είχα ρωτήσει κατά πόσο ο εργοδότης του είχε δώσει κάποια επιστολή είτε για τερματισμό απασχολήσεως, είτε οτιδήποτε άλλο και μου είχε πει ότι δεν είχε μια τέτοια επιστολή. Με βάση τα όσα είχα ενώπιον μου θεώρησα ότι η αγωγή θα έπρεπε να κινηθεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ότι η βάση θα ήταν ο εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης εργοδότησης του εργοδοτουμένου. Για να επιβεβαιώσω και ποια ακριβώς η θέση του εργοδότη όσον αφορά τη λήξη της σχετικής εργοδότησης του Ενάγοντα ζήτησα από τον Ενάγοντα να μου φέρει και αντίγραφο της δήλωσης που είχε κάνει ο εργοδότης στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις όταν αποτάθηκε ο Ενάγοντας για λήψη ανεργιακού επιδόματος. Μου το έχει παρουσιάσει είναι το Τεκμήριο 3, στο οποίο στην ερώτηση Δ του ερωτηματολογίου, στην οποία ρωτούσε τον εργοδότη οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις αν απέλυσε τον Αιτητή ή εγκατέλειψε ο ίδιος θεληματικά την εργασία του η απάντηση του εργοδότη ήταν ότι (διαβάζει) ''είχαν μειωθεί....από την εταιρεία." Αυτό ήταν ξεκάθαρο πλέον ότι επρόκειτο για εξαναγκασμό σε παραίτηση. Καταχωρήσαμε, καταχώρησα την αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ακολούθησε την πορεία της. Σε κάποιο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και αφού είχαμε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για οδηγίες τέθηκε και το θέμα της εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης. Έγιναν διάφορες προτάσεις, στις οποίες δεν είχαμε καταλήξει. Στο τέλος είχε μετά από αρκετές συζητήσεις που είχαμε κάνει με τους δικηγόρους της εταιρείας είχε υποβληθεί μια πρόταση για να πάρει ο Ενάγοντας το ποσό των 900 λιρών και να μου πλερωθούν ως δικηγορικά έξοδα 300 λίρες. Συνολικά 1200 λίρες. Θεώρησα ότι ήταν μια όχι μόνο καλή πρόταση, αλλά μια πρόταση που ουσιαστικά ήταν απόφαση ως η απαίτηση μας γιατί στην καλύτερη των περιπτώσεων αν το Δικαστήριο δέχετουν ότι ο Αιτητής, ο Αιτητής στην αίτηση εργατικών διαφορών ο Ενάγων στην παρούσα υπόθεση, αν ο Αιτητής πετύχαινε την αξίωση του για αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση θα έπαιρνε ένα ποσό, το οποίο δεν θα υπερέβαινε τις 900 λίρες. Όπως το είχα υπολογίσει περίπου πρέπει να ήταν πάνω στις 850 λίρες. Από την άλλη πλευρά υπήρχε και ο μεγάλος κίνδυνος το μεγάλο ρίσκο αν προχωρούσαμε σε ακρόαση της υπόθεσης και δεδομένου ότι στην περίπτωση εξαναγκασμού σε παραίτηση το βάρος απόδειξης το φέρει ο Αιτητής να απορριφθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο και στο τέλος όχι μόνο να μην πάρει οποιοδήποτε ποσό, αλλά να πλερώσει και όλα τα δικηγορικά έξοδα. Όταν έγινε αυτή η πρόταση και έγινε ολοκληρωμένα στις.... 11/5/2007 και είχε ολοκληρωθεί πλέον και επικυρωθεί ουσιαστικά η πρόταση από πλευράς του εργοδότη είχα τηλεφωνήσει στον Ενάγοντα και του ανέφερα την πρόταση αναφέροντας ότι είναι καλή πρόταση και ζήτησα κατά πόσο συμφωνούσε να δηλώσουμε την υπόθεση στο Δικαστήριο όπως είχε η πρόταση. Μου ανέφερε ότι συμφωνούσε αλλά μου είχε πει ότι να μην έχω εμπιστοσύνη στον εργοδότη του και ότι θα έπρεπε να μας πληρώσει πρώτα και μετά να αποσυρθεί από το Δικαστήριο η υπόθεση. Αυτό είχα πράξει, είπα στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αυτή η πρόταση και ότι αναμέναμε από τον εργοδότη να μας πληρώσει για να αποσυρθεί από το Δικαστήριο η υπόθεση. Το Δικαστήριο επειδή είχαμε πάει αρκετές φορές και είχαμε συζητήσεις, διάφορες προτάσεις είχε πει ότι μας είπε ότι θα την έβαζε για ακρόαση την υπόθεση, θα την όριζε για ακρόαση, αλλά αν εν τω μεταξύ καταλήγαμε στην πρόταση θα ζητούσαμε από το Δικαστήριο να παρουσιαστεί ο φάκελος ενώπιον του για να δηλωθεί η υπόθεση και να μην αναμέναμε την ημερομηνία, την οποία μας την όρισε για ακρόαση. Πράγματι σε λίγες μέρες ο δικηγόρος του εργοδότη μου είχε φέρει μια επιταγή για 1200 λίρες, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη, αλλά αυτό το πράγμα δεν μας εμπόδιζε να δηλώσουμε πλέον την υπόθεση καθότι είχαμε την ασφάλεια πλέον της επιταγής. Όντως ζητήσαμε από το Δικαστήριο να παρουσιαστεί ο φάκελος ενώπιον του και είχε παρουσιαστεί στις 25 Μαΐου Τεκμήριο 7 είναι το πρακτικό του Δικαστηρίου, στο οποίο αναφέρει ότι είχαμε ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης στις 25 Μαΐου αντί στις 25/6 και μας είχε δώσει την άδεια και εκείνη την ημερομηνία αποσύραμε την υπόθεση. Ανέμενα να έρθει η μέρα που θα εξαργυρώνετουν η επιταγή για να αποστείλω τα χρήματα στον Ενάγοντα. Στις 25/6 που ήταν ορισμένη η υπόθεση που είχε εν τω μεταξύ ακυρωθεί αυτή η ημερομηνία, αλλά ήταν η ημερομηνία που είχε οριστεί σε περίπτωση που δεν θα καταλήγαμε σε συμβιβασμό να παρουσιαστούμε στο Δικαστήριο είδα τον Ενάγοντα στο Δικαστήριο, ο οποίος με ρώτησε με την υπόθεση του τι γίνεται. Η απάντηση μου ήταν ότι την έχουμε κλείσει την υπόθεση όπως είχαμε συμφωνήσει και επομένως η σημερινή ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση σου δεν ισχύει. Δεν μου είπε απολύτως τίποτε. Γύρισε και έφυγε. Δεν είχα αντιληφθεί οτιδήποτε όσον αφορά αν ήταν δυσαρεστημένος από την εξέλιξη της υπόθεσης, μάλιστα εγώ θεωρούσα ότι ήταν ικανοποιημένος. Μετά από λίγες μέρες μου ανέφερε η γραμματέας μου ότι ο Ενάγοντας ήταν, με ζητούσε επίμονα στο τηλέφωνο και ότι της είχε πει ότι ήταν δυσαρεστημένος για την εξέλιξη της υπόθεσης και ότι με ζητούσε για να με επιπλήξει για τον τρόπο που χειρίστηκα την υπόθεση. Σε κάποια στιγμή με πήρε στο κινητό τηλέφωνο ο Ενάγοντας και πριν προλάβω καν να του πω οτιδήποτε είχε αρχίσει ένα υβρεολόγιο με ακατονόμαστες λέξεις και με είχε απειλήσει ότι αν πατήσω ξανά στη Λεμεσό θα μου κόψει τα πόδια μου. Πραγματικά δεν κατάλαβα, δηλαδή είχα πάθει σοκ γιατί δεν μπορούσα να πιστέψω από τι ωθείτο ο Ενάγοντας για να κάνει αυτήν την πράξη και πραγματικά ενώ πίστευα ότι θα μου έλεγε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τον τρόπο που χειρίστηκα την υπόθεση του ξαφνικά γύρισε εναντίον μου και καταφέρετουν μ' αυτόν τον τρόπο λες και τον είχα καταδικάσει σε φυλάκιση ή ξέρω εγώ του είχα προκαλέσει τέτοια ζημιά που θα ήταν δικαιολογημένος να έχει αυτήν τη στάση. Προσπάθησα και ήθελα να επικοινωνήσω μαζί του λογικά, ήρεμα για να του εξηγήσω ότι ''ξέρεις, αν έχεις παράπονο έλα στο γραφείο μου σαν άνθρωπος να κουβεντιάσουμε, να δούμε πού είναι το πρόβλημα, πού διαφωνείς και να δούμε τι μέτρα μπορούμε να πάρουμε, αν δεν δέχεσαι τον συμβιβασμό που ήδη αποδέχτηκες, αν μετάνιωσες, αν έγινε λάθος, αν έγινε παρεξήγηση αν δεν κατάλαβα εγώ καλά τι μου είπες όταν γίνετο ο συμβιβασμός, έλα να συζητήσουμε στο γραφείο μου να βρούμε μια λύση." Στην προσπάθεια μου να επικοινωνήσω μαζί του ή μάλλον την πρόθεση μου να επικοινωνήσω μαζί του όταν πήγα στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί να ήταν η επόμενη ημέρα που μου έκανε τηλέφωνο ή τις αμέσως επόμενες δεν θυμάμαι ακριβώς πόσες μέρες είχαν μεσολαβήσει με φώναξε η Πρόεδρος του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, πρώτα ήταν η κυρία Ζαμπακίδου, και μου είπε ότι είχε λάβει επιστολή από τον Ενάγοντα, η οποία μου είπε ότι ήταν ένα σκέτο υβρεολόγιο λέει μου ''και τι δεν σου λέει πάνω στην επιστολή'' και ρωτούσε να μάθει από εμένα τι είχε συμβεί. Μετά από αυτήν την εξέλιξη είχα αντιληφθεί πλέον ότι δεν είχα να κάνω με έναν άνθρωπο, ο οποίος θα μπορούσα να συνεννοηθώ και οποιανδήποτε προσπάθεια και να έκανα για να λυθεί το όλο ζήτημα θα ήταν μάταιη. Έτσι αποφάσισα μη έχοντας πια άλλη επιλογή να του στείλω το Τεκμήριο 6 την επιστολή στις 4 Ιουλίου του 2007 εσωκλείοντας και την επιταγή, την οποία είχα ήδη εξαργυρώσει και να του εξηγήσω μπας και αντιληφθεί στο τέλος τι έγινε. Είχα στείλει την επιστολή, δεν είχα φυσικά πάρει οποιανδήποτε απάντηση στην επιστολή αυτήν. Την επιταγή την πήρε, την εξαργύρωσε και μετά από λίγες μέρες είχα λάβει επιστολή από τον Γενικό Εισαγγελέα, στην οποία μου ανέφερε ότι είχε υποβάλει παράπονο στον Δικηγορικό Σύλλογο ο Ενάγοντας και ότι διερευνούσαν θέμα κατά πόσο θα προχωρούσαν σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον μου. Μετά από λίγο καιρό μου απάντησε ο Γενικός Εισαγγελέας από το γραφείο του ότι είχαν διερευνήσει το παράπονο του Ενάγοντα και ότι δεν υπήρχε θέμα για να αρχίσουν οποιανδήποτε πειθαρχική διαδικασία εναντίον μου». Πρόσθετα της μαρτυρίας των πιο πάνω μαρτύρων, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν δεκατρία

(13)συνολικά Τεκμήρια. Αυτά, πέραν του Τεκ. 1 που αναφέρεται ανωτέρω, είναι το αντίγραφο της επιταγής που έλαβε ο ενάγοντας από τον πρώην εργοδότη του κατά τον τερματισμό της εργοδότησης (Τεκ.2), το έντυπο των Κ.Α που υπέβαλε ο πρώην εργοδότης του ενάγοντα αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους τερματίστηκε η εργοδότηση (Τεκ.3), το αντίγραφο των «Γενικών Λόγων» της Αίτησης 346/05 (Τεκ.4), τα πρακτικά του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερ. 11/05/07 και 25/05/07 (Τεκ. 5 και 7), οι επιστολές που ο εναγόμενος απέστειλε στον ενάγοντα στις 04/07/07, 11/05/07 και 27/04/07 (Τεκ. 6, 12 και 13) και τέλος, το αντίγραφο της απόδειξης που εξέδωσε ο εναγόμενος προς τους δικηγόρους του ενάγοντα για την πλήρη διευθέτηση της Αίτησης 346/05 με την λήψη επιταγής για το ποσό των 1200ΛΚ, το αντίγραφο της επιταγής που ο εναγόμενος έστειλε στον ενάγοντα για το ποσό των 900ΛΚ και το αντίγραφο της απόδειξης του εναγόμενου προς τον ενάγοντα για την εξόφληση των δικηγορικών του εξόδων ύψους 300ΛΚ (Τεκ. 9, 8 και 10). Η καταγγελία που ο ενάγοντας έκαμε εναντίον του εναγόμενου στο πειθαρχικό συμβούλιο των δικηγόρων, κατατέθηκε ως Τεκ.11. Όπως έχω ήδη αναφέρει, σκόπιμα είναι που παρέθεσα αυτούσια τα πιο πάνω αποσπάσματα των εκατέρωθεν εκδοχών και αυτό, όχι μόνο λόγω της φύσης της υπόθεσης, αλλά και διότι η προσκομισθείσα μαρτυρία επεκτάθηκε και σε σωρεία άλλων θεμάτων, που ουδόλως αφορούν την υπόθεση και των οποίων η παράθεση είναι αχρείαστη (Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αίτηση αρ. 1/2015, 24/9/2015, σελ. 27, 28). Άλλωστε, αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω εκδοχές, είναι ότι στην πλειοψηφία τους, τα επίδικα γεγονότα, με κάποιες εξαιρέσεις, συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Τα συνοψίζω. Ο ενάγοντας εργαζόταν στην εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας CYP-CANA ALARMS LTD ως οδηγός περιπολικού, από τον Ιούλιο 2000, με τελευταίο μισθό τις 143,76 ΛΚ την εβδομάδα. Περί το τέλος Ιανουαρίου 2005, ο πρώην εργοδότης του τον ενημέρωσε ότι προτίθετο να μειώσει τις ώρες απασχόλησης του και όταν αυτός δεν συμφώνησε με την απόφαση αυτή του πρώην εργοδότη του, αποφασίστηκε ο τερματισμός των υπηρεσιών του. Κατόπιν προσφυγής του ενάγοντα στο Τμήμα Εργασίας, έγιναν διαβουλεύσεις με τον ενάγοντα και τον πρώην εργοδότη του (Τεκ.1) και συμφωνήθηκε όπως αντί του άμεσου τερματισμού της εργοδότησης, ο ενάγοντας συνεχίσει την εργασία του για τις επόμενες τέσσερεις εβδομάδες, ήτοι όπως εργαστεί την προβλεπόμενη περίοδο «προειδοποίησης». Ως αποτέλεσμα, ο ενάγοντας συνέχισε να εργάζεται μέχρι και τις 28/02/05 και για την περίοδο αυτή, έλαβε από τον πρώην εργοδότη του, ποσό 565ΛΚ (Τεκ.2). Το σχετικό έντυπο των Κ.Α αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργοδότηση του ενάγοντα, ο πρώην εργοδότης του το υπέβαλε στις 05/05/05 (Τεκ.3) και σύμφωνα με αυτό, ο ενάγοντας είχε αυτοβούλως αποχωρήσει από την εταιρεία όταν διαφώνησε με την πρόταση που του έγινε για μείωση των ωρών απασχόλησης του. Εν τω μεταξύ ο ενάγοντας είχε ήδη αρχίσει να αναζητεί τις υπηρεσίες δικηγόρου και μέσω διαφόρων γνωστών του, κυρίως συντεχνιακών, κατέληξε να αποταθεί στον εναγόμενο, ο οποίος, αφού συζήτησε μαζί του την υπόθεση, αποδέχτηκε να τον εκπροσωπήσει. Αποτέλεσμα του διορισμού του εναγόμενου ήταν όπως ο τελευταίος καταχωρήσει στις 13/7/05, εκ μέρους του ενάγοντα πελάτη του πλέον, την Αίτηση 346/05 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, με την οποία ο τελευταίος αξίωνε από τον πρώην εργοδότη του, «Αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση, πληρωμή αντί προειδοποιήσεως, παν οτιδήποτε άλλο ωφέλημα . βάσει νόμου, σύμβασης, πρακτικής, εθίμου ή άλλως πώς, τόκο και έξοδα» (Τεκ.4). Η υπόθεση ορίστηκε κατά διάφορες ημερομηνίες και ο εναγόμενος ενημέρωνε σχετικά τον ενάγοντα με επιστολές. Σε μία από τις εμφανίσεις στο Δικαστήριο περί το Φεβρουάριο 2007, κατόπιν συζητήσεων που ήδη γίνονταν για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης, διαφάνηκε ότι ο πρώην εργοδότης του ενάγοντα θα έπρεπε να του καταβάλει κάποιο ποσό, οπόταν και συζητήθηκε το ενδεχόμενο εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης με την καταβολή ενός τέτοιου ποσού, κάτι με το οποίο ο ενάγοντας ήταν θετικός. Η κοινή αντίληψη που ενάγοντας και εναγόμενος απεκόμισαν, ήταν ότι σε περίπτωση που η υπόθεση θα διευθετείτο με την πληρωμή κάποιου ποσού από τους αντιδίκους, τα έξοδα του εναγόμενου θα τα κατέβαλλαν εκείνοι. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 11/05/07 και αν και ο ενάγοντας ήταν στο Δικαστήριο και πληροφορήθηκε για τις συζητήσεις που έγιναν και την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση, ο εναγόμενος τον ενημέρωσε και γραπτώς με επιστολή ημερ. 27/04/07, ότι η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες στις 11/05/07. Με την ίδια επιστολή, ο εναγόμενος ενημέρωσε επίσης τον ενάγοντα ότι η παρουσία του κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν ήταν απαραίτητη (Τεκ.13). Στις 11/05/07 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για οδηγίες, αμφότεροι οι δικηγόροι των μερών εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και δήλωσαν από κοινού ότι είχαν καταλήξει σε συμφωνία διευθέτησης της υπόθεσης, η οποία συνίστατο στην καταβολή του ποσού των 1200ΛΚ προς τον ενάγοντα μέχρι και τις 25/06/07 και συνακόλουθη απόσυρση της υπόθεσης. Στο εν λόγω ποσό των 1200ΛΚ, δήλωσαν οι συνήγοροι, περιλαμβάνονταν και τα δικηγορικά έξοδα του ενάγοντα. Ακολούθως και για σκοπούς υλοποίησης της εν λόγω συμφωνίας, οι δικηγόροι ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί εκ νέου για οδηγίες και το Δικαστήριο, εγκρίνοντας το αίτημα, όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 25/06/07 και έδωσε οδηγίες όπως οι διάδικοι είναι παρόντες κατά την εν λόγω ημερομηνία (βλ. πρακτικό 11/05/07 Τεκ. 5). Την ίδια μέρα, 11/05/07, ο εναγόμενος ενημέρωσε με επιστολή του τον ενάγοντα για την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση, αναφέροντας του όμως ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση στις 25/06/07 και ότι η παρουσία του ήταν απαραίτητη στο Δικαστήριο. Με την ίδια επιστολή, ο εναγόμενος κάλεσε τον ενάγοντα όπως επικοινωνήσει μαζί του για να συνεννοηθούν αναφορικά με την προετοιμασία τους για σκοπούς της ακρόασης (Τεκ.12). Πέραν της εν λόγω επιστολής, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε και τηλεφωνική επικοινωνία αναφορικά με την πορεία της υπόθεσης. Στις 25/05/07, ήτοι ένα μήνα πριν την ημερομηνία που ήταν κανονικά ορισμένη η υπόθεση, αμφότεροι οι τότε δικηγόροι των μερών, ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο όπως επιληφθεί της υπόθεσης ώστε να δηλώσουν τη διευθέτηση της. Σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό (Τεκ.7), οι συνήγοροι δήλωσαν ότι είχαν «.καταλήξει σε εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης» και ότι ενόψει καταβολής της σχετικής πληρωμής που είχε δηλωθεί στις 11/05/07, ο εναγόμενος ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την υπόθεση ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση αποσύρθηκε. Ο εναγόμενος δεν ήταν παρών κατ' εκείνη την ημερομηνία. Η σχετική πληρωμή στην οποία προέβη η πλευρά του πρώην εργοδότη του ενάγοντα ήταν με μεταχρονολογημένη επιταγή και αφορούσε το ποσό των 1200ΛΚ στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα δικηγορικά έξοδα που θα λάμβανε ο εναγόμενος. Ενάγοντας και εναγόμενος ξανασυναντήθηκαν στο Δικαστήριο στις 25/6/07, όταν και συνομίλησαν αναφορικά με την αποπεράτωση της υπόθεσης. Κατά τις επόμενες μέρες, ο εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με το γραφείο του εναγόμενου ώστε να πληροφορηθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης, πλην όμως δεν κατάφερε να μιλήσει με τον ίδιο. Προχώρησε σε καταγγελία του εναγόμενου στην τότε Πρόεδρο του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και ζήτησε και έλαβε τα πρακτικά της υπόθεσης. Στις 04/07/07, ο ενάγοντας έλαβε τηλεφώνημα από την ιδιαιτέρα του εναγόμενου, η οποία τον πληροφόρησε για το ποσό με το οποίο διευθετήθηκε η υπόθεση, ήτοι 1200ΛΚ και ότι από το εν λόγω ποσό, στον ίδιο αναλογούσαν 900ΛΚ. Στην πληροφόρηση αυτή ο εναγόμενος αντέδρασε και αφού συνομίλησε για λίγο με την ιδιαιτέρα του εναγόμενου διέκοψε το τηλεφώνημα. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στον εναγόμενο, όταν όμως άρχισε να τον βρίζει, η συζήτηση διακόπηκε. Μετά την εν λόγω τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου, ο τελευταίος απέστειλε την ίδια μέρα (04/07/07) γραπτή επιστολή στον ενάγοντα, αναφέροντας του ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί με την καταβολή του συνολικού ποσού των 1200ΛΚ, υπενθυμίζοντας τον ότι προτού προχωρήσει με τη διευθέτηση, του ζήτησε τηλεφωνικώς τη ρητή συγκατάθεση του και αυτός του την έδωσε. Με την ίδια επιστολή, ο εναγόμενος προχώρησε να εξηγήσει στον ενάγοντα ότι από το εν λόγω ποσό των 1200ΛΚ, οι 900ΛΚ συνιστούσαν τις αποζημιώσεις που δικαιούτο και ότι το εν λόγω ποσό « . είναι μεγαλύτερο από το ποσό των 862,20ΛΚ που θα σας επιδίκαζε το Δικαστήριο αν δικάζαμε την υπόθεση και την κερδίζαμε» (Τεκ. 6). Ενημέρωνε τέλος ο εναγόμενος τον ενάγοντα με την εν λόγω επιστολή, ότι ποσό 300ΛΚ θα κατακρατείτο προς εξόφληση των δικηγορικών του εξόδων και ότι του επισύναπτε επιταγή για το εναπομείναν ποσό των 900ΛΚ καθώς και τις εξοφλητικές αποδείξεις σε σχέση με τα έξοδα του και την διευθέτηση της υπόθεσης (Τεκ. 8, 9 και 10). Την επιταγή των 900ΛΚ ο ενάγοντας την παρέλαβε, την εξαργύρωσε και εισέπραξε το εν λόγω ποσό. Περί τον ενάμιση χρόνο αργότερα, ήτοι μεταξύ 20 και 21 Νοεμβρίου 2008, ο ενάγοντας κατήγγειλε τον εναγόμενο και ακόμη ένα άλλο δικηγόρο, άσχετο με τα επίδικα θέματα, στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων, προβάλλοντας ισχυρισμούς, όμοιους με αυτούς που προβάλλει στην παρούσα αγωγή (Τεκ. 11). Το Συμβούλιο, αφού εξέτασε το παράπονο του ενάγοντα, έκρινε ότι δεν δικαιολογούσε την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας και έκλεισε το σχετικό φάκελο. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε περί τα πέντε
(5)χρόνια αργότερα, ήτοι στις 28/06/13. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, αμφότερα τα μέρη υιοθέτησαν γραπτά κείμενα τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο μεν ενάγοντας πυκνογραμμένη χειρόγραφη αγόρευση 58 σελίδων, η δε κα Νικολάου, τρισέλιδο έγγραφο. Ενόψει του ότι η επιχειρηματολογία των μερών συνίσταται ουσιαστικά σε σύνοψη ή επανάληψη των όσων θέσεων προβλήθηκαν κατά την ακρόαση, δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά σε αυτή κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Παρατηρώ τα εξής. Αναφέρω κατ' αρχή ότι ο ΜΕ2 μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι απαντήσεις του είχαν συνοχή και χαρακτηρίζονταν από ειλικρίνεια και επαγγελματισμό, ως αναμένετο από πρόσωπο της ιδιότητας του. Άλλωστε, η εμπλοκή του μάρτυρα στα επίδικα θέματα, εμπλοκή η οποία δεν αμφισβητήθηκε και η οποία κατέστη εύρημα του Δικαστηρίου, περιορίστηκε στις διαβουλεύσεις που αυτός είχε, ένεκα της ιδιότητας του, με τον ενάγοντα και τον πρώην εργοδότη του, πριν το διορισμό του εναγόμενου και η μαρτυρία του αποσκοπούσε μόνο στο να καταδειχθούν τα δικαιώματα που είχε ο ενάγοντας ως εργοδοτούμενος. Αν και σε κάποιο στάδιο της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα, ο ίδιος ο ενάγοντας που τον κάλεσε επιχείρησε να διαφωνήσει μαζί του, δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε ένδειξη αναξιοπιστίας στις θέσεις του. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την εκδοχή του ενάγοντα. Σύμφωνα με την εν λόγω εκδοχή, ο εναγόμενος ενήργησε στα πλαίσια ενός καλομελετημένου και προσχεδιασμένου σχεδίου που κατάστρωσε με τον πρώην εργοδότη του ενάγοντα, ώστε να εξαπατήσουν τον τελευταίο και να του αποστερήσουν όλα τα χρηματικά και άλλως πώς δικαιώματα που θα αποκτούσε μέσω της Αίτησης 345/06, δικαιώματα τα οποία ο ενάγοντας υπολογίζει να ανέρχονται περί τις €20.
  1. Παρατηρώ τα εξής σε σχέση με την εκδοχή αυτή. Κατά πρώτο, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς ενάγοντα που να καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε σχέση με τον πρώην εργοδότη του ενάγοντα, είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά την Αίτηση 345/06 και αυτό χωρίς να παραγνωρίζεται ότι ο ενάγοντας κατά την ακρόαση, μετέθετε συνεχώς το χρόνο που έγινε η κατ' ισχυρισμό συνομωσία - άλλοτε πριν το διορισμό του εναγόμενου και άλλοτε μετά την καταχώρηση της Αίτησης 346/
  2. Η θέση δε του εναγόμενου ότι «.ούτε τον εργοδότη σου τον ξέρω, ούτε ακόμα τον ξέρω σήμερα ποιος είναι φατσικά, ούτε και εσάς σας ήξερα από προηγουμένως.» δεν αντικρούστηκε από πλευράς ενάγοντα, ο οποίος επίσης να σημειωθεί ότι επί αυτού του θέματος, περιορίστηκε σε εικασίες και θεωρητικούς συλλογισμούς - «.Άμα σου είπα ότι είναι η CYPCANA ALARM δεν έπαιρνες κανένα τηλέφωνο ή μπορεί να μην πήρες εκείνον τον καιρό και να επιδίωξε ο εργοδότης μου να σε εξαγοράσει.». Κατά δεύτερο, σύμφωνα με τον ενάγοντα, το κύριο κίνητρο του εναγόμενου για τη δόλια συμπεριφορά του, ήταν οι «.αφορολόγητες λίρες ή λίρες ατιμίας, προδοσίας και αδικίας. Μιλούσαμε για 20 χιλιάδες η αγωγή και την απόσυρες με 900 .Ήθελες να καλύψεις τον εργοδότη μου». Η βάση δηλαδή επί της οποίας ο ενάγοντας εδράζει τους ισχυρισμούς του, είναι το ύψος των αποζημιώσεων που θεωρεί ότι θα επιδικάζονταν προς όφελος του και εναντίον του πρώην εργοδότη του από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στα πλαίσια της Αίτησης 346/
  3. Τη βάση όμως αυτή την κατέρριψε ο ίδιος ο ΜΕ2, ο μάρτυρας δηλαδή που ο ίδιος ο ενάγοντας κάλεσε να τον υποστηρίξει. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ2, ο ενάγοντας, δεν θα δικαιούτο ουσιαστικά να λάβει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις πέραν των συγκεκριμένων έξι εβδομάδων που προνοεί ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος Ν.24/1967σε περιπτώσεις παράνομης απόλυσης και αυτό λόγω της φύσης της εργασίας του, της απουσίας συγκεκριμένης συμφωνίας ως προς την παροχή οποιωνδήποτε άλλων ωφελημάτων και του γεγονότος ότι την προβλεπόμενη περίοδο προειδοποίησης, ο ενάγοντας, με τη δική του σύμφωνο γνώμη, την εργάστηκε και την πληρώθηκε. Υπό αυτά τα δεδομένα, τα οποία ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα εξήγησε στον ενάγοντα κατά τις συζητήσεις τους, ο μάρτυρας άφησε να νοηθεί ότι το μόνο που θα μπορούσε να πετύχει ο ενάγοντας, ήταν την επιδίκαση 870ΛΚ περίπου, πλέον τόκους και έξοδα. Άλλωστε, με την Αίτηση 346/05, ο ενάγοντας, πλην μιας γενικής αξίωσης για «.παν οτιδήποτε άλλο ωφέλημα.», μόνο αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμής αντί προειδοποίησης διεκδίκησε και αυτό τη στιγμή που την προειδοποίηση την είχε ήδη πληρωθεί με τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω. Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί και το εξής. Ενώ η εκδοχή του ενάγοντα ως προς το μεμπτό των ενεργειών του εναγόμενου, εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό «προσπάθεια» του τελευταίου να «καλύψει» τον πρώην εργοδότη του ενάγοντα και να τον απαλλάξει από την υποχρέωση να καταβάλει αποζημιώσεις περί τις €20.000, ποσό το οποίο ο ενάγοντας ισχυρίζεται με βεβαιότητα ότι θα το εξασφάλιζε εξ' ου και το διεκδικεί τώρα από τον εναγόμενο, την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι είχε πλήρως ικανοποιηθεί με την πρόταση που ο εναγόμενος του ανέφερε ότι έγινε για πληρωμή μόνο 1700ΛΚ. Το εν λόγω ποσό μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, υποδείχτηκε προς τον εναγόμενο και τον πρώην εργοδότη του από το ίδιο το Δικαστήριο που θα εκδίκαζε την Αίτηση 346/
  4. Προκύπτει επομένως το εύλογο ερώτημα του γιατί ο ενάγοντας να δεχτεί αδιαμαρτύρητα το πολύ μικρότερο ποσό των 1700ΛΚ, αφ' ης στιγμής θεωρούσε έντονα από την αρχή, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ότι δικαιούτο σε €20.000 αποζημιώσεις και ότι με την Αίτηση που ετοίμασε και καταχώρησε ο εναγόμενος, ήταν σίγουρος ότι θα εξασφάλιζε το εν λόγω ποσό. Αν μη τι άλλο, έχοντας κατά νου τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το εν λόγω ποσό υποδείχθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο που θα εκδίκαζε την υπόθεση, αυτό που σίγουρα θα ανέμενε κάποιος από τον ενάγοντα, αν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του, είναι να αντιδράσει έντονα από εκείνη τη στιγμή και να ζητήσει εξηγήσεις ως προς το γιατί το Δικαστήριο δε θεωρεί ότι δεν δικαιούται στα ποσά που αυτός είχε υπόψη του και τα οποία θεωρούσε ότι αξιώνονταν με την Αίτηση του. Να αντιδράσει δηλαδή με τον τρόπο που αντιδρά σήμερα, στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Το τελευταίο πράγμα που θα αναμένετο από κάποιο που πιστεύει ότι δικαιούται και αξιώνει €20.000, είναι να ικανοποιηθεί άμεσα με την προσφορά μόλις του 15% της αξίωσης του. Το αναφέρω τούτο γιατί κατά την αντεξέταση του εναγόμενου από τον ενάγοντα, ο τελευταίος ισχυρίστηκε, συν τοις άλλοις, ότι εσκεμμένα είναι που ο εναγόμενος συνέταξε την Αίτηση 346/05 με τον τρόπο που την συνέταξε, ώστε να περιορίσει την ευθύνη του πρώην εργοδότη του. Κατά τρίτο, η όλη ενημέρωση που και ο ίδιος ο ενάγοντας δέχεται ότι του έκανε ο εναγόμενος αναφορικά με την πορεία της υπόθεσης, κάθε τι άλλο παρά την εκτέλεση ενός προσχεδιασμένου και δόλιου σχεδίου καταδεικνύει. Η επίμαχη δε επιστολή του εναγόμενου ημερ. 11/05/07, με την οποία ο τελευταίος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι η υπόθεση ορίστηκε στις 25/06/07 για ακρόαση, πόρρω απέχει από του να συνιστά το «τελειωτικό κτύπημα» του δόλου του εναγόμενου ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Είναι γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή, εσφαλμένα, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος το αναγνώρισε κατά τη μαρτυρία του, αναφέρεται ότι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, εφόσον σύμφωνα με το πρακτικό της 11/05/07, η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες. Αυτό όμως ήταν και το μόνο λάθος που περιείχε η εν λόγω επιστολή, η οποία ενημέρωνε τον ενάγοντα και για την επόμενη ημερομηνία της υπόθεσης αλλά και τον καλούσε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ως ήταν άλλωστε και οι σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Θέση του ενάγοντα ήταν ότι αν ο εναγόμενος δεν τον παραπλανούσε με την αναφορά του σε ακρόαση και του απεκάλυπτε ότι η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες, αυτός θα υποψιαζόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και θα διερευνούσε το θέμα από μόνος του - «.αν μου έλεγες πως ορίστηκε για οδηγίες με ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, 45 μέρες θα υποψιαζόμουν την απάτη εις βάρος μου, την επόμενη ημέρα θα επήαιννα στο Δικαστήριο και θα σε απάλλασσα από δικηγόρο μου αφού μάθαινα όλα τα δόλια που περιέχονται στο πρακτικό της 11ης Μαΐου.». Πέραν του ότι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του ενάγοντα στερείται λογικού ερείσματος, δε συνάδει ούτε και με τον ισχυρισμό που αυτός πρόβαλε κατά την αντεξέταση του, ήτοι ότι στα πλαίσια του τηλεφωνήματος του εναγόμενου στις 11/05/07, ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι μάλλον δεν θα γίνει ακροαματική διαδικασία στις 25/6/07 γιατί η υπόθεση ενδέχετο να διευθετηθεί προηγουμένως. Αυτό όμως είναι και που εν τέλει έγινε, αφού η υπόθεση όντως διευθετήθηκε πριν τις 25/06/07, ως ήταν και η ενημέρωση που έλαβε ο ενάγοντας από τον εναγόμενο. Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι μέρος του δόλου του εναγόμενου ήταν η απόσυρση της υπόθεσης με τη λήψη μεταχρονολογημένης επιταγής και όχι μετρητών, θεωρώ άστοχο τον εν λόγω ισχυρισμό. Οι οδηγίες του ενάγοντα προς τον εναγόμενο ήταν, και αυτό ορθά, όπως φροντίσει να λάβει πρώτα την επιταγή και μετά να αποσύρει την υπόθεση. Αφ' ης στιγμής ο εναγόμενος έλαβε την επιταγή από τους αντιδίκους του, κανέναν λόγο είχε να μη δηλώσει ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί. Μπορούσε, αν ήθελε, να περιμένει να «καθαρίσει» η επιταγή και αυτό για να είναι σίγουρος ότι το εν λόγω ποσό θα εισπραχθεί, όμως το γεγονός ότι δεν το έκανε, υπό το φως και του ότι η επιταγή τελικά τιμήθηκε, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ως δόλια ενέργεια από μέρους του. Ευνόητο είναι ότι ο ενάγοντας ένιωθε «προδομένος» και αδικημένος από τον εργοδότη του, αισθήματα άλλωστε που ήταν διάχυτα στη μαρτυρία του. Την ίδια ώρα όμως, αυτά τα έντονα συναισθήματα που είχε για το θέμα αυτό, σε συνδυασμό με τη «βοήθεια» που έλαβε από τους διάφορους γνωστούς του, συντεχνιακούς και μη, του δημιούργησαν μια «.παραπλανημένη αντίληψη...» ως προς τα δικαιώματα του, αντίληψη η οποία μέχρι και σήμερα φαίνεται να διατηρείται. Κατανοητό είναι επομένως το γιατί νιώθει ότι αδικήθηκε από την έκβαση της Αίτησης 346/05, αν και όπως διεφάνη από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ2, το αποτέλεσμα της εν λόγω Αίτησης ήταν εντός των εύλογα αναμενόμενων πλαισίων. Όσο δικαιολογημένα επομένως και να είναι τα συναισθήματα που νιώθει ο ενάγοντας σε σχέση με την αδικία του εργοδότη του, την πραγματική δηλαδή αιτία της αγανάκτησης και του θυμού του, αυτό δεν συνεπάγεται δόλο από πλευράς εναγομένου, ο οποίος στο τέλος της ημέρας, ούτε τον ενάγοντα γνώριζε, ούτε τον εργοδότη του. Μπορεί η «.παραπλανημένη αντίληψη.» του ενάγοντα να μην «διορθώθηκε» μετά και τις συμβουλές που έλαβε από τον εναγόμενο και μπορεί ο τελευταίος να μην το αντιλήφθηκε αυτό ώστε να φροντίσει να το «διορθώσει», όμως σε καμία περίπτωση δεν βρίσκω, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, ότι ο εναγόμενος ενήργησε είτε με το δόλιο τρόπο που του αποδίδει ο ενάγοντας είτε με οποιοδήποτε άλλο μεμπτό τρόπο. Στη βάση όλων των πιο πάνω, την εκδοχή που προώθησε ο ενάγοντας ως προς τον κατ' ισχυρισμό δόλιο τρόπο που ενήργησε ο εναγόμενος εις βάρος του, δεν μπορώ να τη δεχτώ και την απορρίπτω. Στρέφομαι τώρα στην εκδοχή του εναγόμενου. Σημειώνω κατ' αρχή ότι ο εναγόμενος μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι απαντήσεις του ήταν σαφείς, ακριβείς και κατατοπιστικές και χωρίς να αγνοώ ότι είναι ένας εκ των άμεσα εμπλεκομένων στην υπόθεση, θεωρώ ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζετο από ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό. Ενδεικτικό τούτου ήταν και το γεγονός ότι αναγνώρισε και δέχτηκε ευθέως το λάθος που έκαμε στην επιστολή του ημερ. 11/05/07 και ευθύς προσέτρεξε στο φάκελο της υπόθεσης που είχε στην κατοχή του για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του αντιδίκου του. Πρόσθετα τούτου, τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάδουν πλήρως με τα όσα αυτός κατέγραψε πριν έντεκα χρόνια στην επιστολή του προς τον ενάγοντα ημερ. 04/07/07, επιστολή την οποία ο ίδιος ο ενάγοντας κατέθεσε, ενώ τα όσα ο εναγόμενος ανέφερε στην εν λόγω επιστολή σε σχέση με τη «δύναμη» της Αίτησης 346/05, επιβεβαιώθηκαν και από την πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον μου αλλά και από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ
  5. Σίγουρα, ο εναγόμενος θα μπορούσε να ενεργήσει με περισσότερη «ασφάλεια», υπό την έννοια ότι θα μπορούσε να αποτυπώσει γραπτώς τις συμβουλές που έδωσε στον ενάγοντα, ώστε να μην υπάρχει και το παραμικρό περιθώριο αμφισβήτησης ότι ο πελάτης του αντιλαμβάνεται πλήρως το τι γίνεται με την υπόθεση του και κατ' ανάλογο τρόπο, να εξασφαλίσει γραπτώς τις οδηγίες του εν λόγω πελάτη του. Δεν θεωρώ όμως ότι η παράλειψη του να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, δύναται να αναχθεί σε δόλο ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Άλλωστε, η ύπαρξη γραπτής νομικής συμβουλής και οδηγιών ενός πελάτη, συνιστούν προστατευτικής για τον δικηγόρο φύσης ενέργειες, που αν γίνουν, επενεργούν προς όφελος του δικηγόρου και αυτό ώστε να τον προστατέψουν από την προβολή ισχυρισμών της φύσης της παρούσας υπόθεσης. Επισημαίνω εδώ και το γεγονός ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο που κλήθηκε να εξετάσει τις ενέργειες του εναγόμενου, έκρινε ότι δεν υπήρχε έρεισμα στη διεξαγωγή οποιασδήποτε πειθαρχικής διαδικασίας. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος ενήργησε για να διευθετήσει την Αίτηση 346/05, υπό το φως όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω τις πιο κάτω απαντήσεις που ο εναγόμενος έδωσε κατά την αντεξέταση του, όχι μόνο λογικές και πειστικές αλλά και ενδεικτικές του ότι κανένα δόλιο σχέδιο είχε στο μυαλό του κατά την εκπροσώπηση του ενάγοντα ως αντίθετα ισχυρίστηκε ο τελευταίος: «Στις 11 Μαΐου κύριε Ανδρέου οριστικοποιήθηκε και αποδέχτηκε η άλλη πλευρά τον συμβιβασμό. Μέχρι εκείνην τη στιγμή δηλαδή μέχρι τις 11 δεν υπήρχε οτιδήποτε συγκεκριμένο, συζητούσαμε αλλά δεν καταλήγαμε. Εσύ ο ίδιος προηγουμένως είπες ότι σε μια συνάντηση που ήσουν παρών ο εργοδότης είπε να αποσύρουμε την αγωγή και κάθε πλευρά να πληρώσει τα έξοδα της και είπαμε όχι, άρα συζητούντο συνέχεια όλα αυτά τα θέματα. Εκεί στις 11 του μηνός, 5ου του 2007 οριστικοποιήθηκε και είπαν μας πλέον να σας δώσουμε 900 λίρες και να πιερώσουμε και 300 λίρες δικηγορικά έξοδα και εκεί πλέον που είχα μια ξεκάθαρη και οριστική διευθέτηση που πίστευα ότι ήταν μάλιστα όχι απλά ικανοποιητική, αλλά ουσιαστική δέχτηκε απόφαση ο εργοδότης για το ποσό που συζητούσαμε. Σε πήρα τηλέφωνο, μου είπες σου εξήγησα και το μόνο πράγμα που μου είπες λέεις μου ''εντάξει κύριε Νικολάου προχώρα, αλλά πρόσεξε μην σε γελάσουν να μας δώσει την επιταγή πρώτα'' είπες μου ''και μετά θα αποσύρεις την αγωγή'' και λέω σου ''αυτό νοείται''». «Εγώ ποιο πρόβλημα θα είχα εάν μου έλεγες ότι δεν αποδέχεσουν τον συμβιβασμό; Ποιο πρόβλημα θα είχα; Αν δίκαζα την υπόθεση θα έπαιρνα και τετραπλάσια έξοδα. Δηλαδή ενήργησα ακόμα και με ζημιά της τσέπης μου για να σε ικανοποιήσω εσένα κύριε Ανδρέου και να μην σε βάλω σε κινδύνους και ταλαιπωρίες και να χάσεις και τα αυγά και το καλάθι.» «Γιατί δεν με ενημέρωσες σωστά και γι' αυτόν τον λόγο είχα αναφέρει και προηγουμένως ότι ευτυχώς που δεν προχωρήσαμε στην εκδίκαση αυτής της υπόθεσης γιατί αν έλεγες κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αυτά που είπες εδώ που ήταν τόσο συγχυσμένα που κανένας δεν κατάλαβε ακόμα τι είπες θα χάναμε την υπόθεση πανηγυρικά και θα πλήρωνες και δύο δικηγόρους.» Θα πρέπει εδώ να επισημάνω και το εξής. Οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο εναγόμενος, ήτοι να παρέχει συνεχή πληροφόρηση στον ενάγοντα για την κάθε εξέλιξη της υπόθεσης, να τον ενημερώνει για την αναγκαιότητα της παρουσίας του στο Δικαστήριο και τέλος να δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να καταγραφεί στα πρακτικά, επακριβώς τη συμφωνία διευθέτησης που επετεύχθη καθώς και την υλοποίηση της, ουδόλως συνάδουν με τις ενέργειες ενός δικηγόρου που καταστρώνει και εκτελεί δόλια σχέδια σε βάρος πελατών του. Το τελευταίο που θα αναμένετο από ένα τέτοιο πρόσωπο, ήταν να εκθέσει πλήρως το «σχέδιο» και τον εαυτό του στο πρακτικό του Δικαστηρίου, κινδυνεύοντας έτσι να αποκαλυφθεί το «σχέδιο» στο ανυποψίαστο θύμα και κατ' επέκταση να αποτραπεί. Αντιθέτως, το λιγότερο που θα αναμένετο να πράξει ένα τέτοιο πρόσωπο, αν είχε όντως δόλιο σκοπό, θα ήταν να περιορίσει την «έκθεση» του πίσω από «κλειστές πόρτες», όσο το δυνατό περισσότερο. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του εναγόμενου και κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως αυτός τα περιέγραψε και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Βρίσκω επίσης ότι, κατά πάντα ουσιώδη με την αγωγή χρόνο και σε σχέση με όλες τις ενέργειες του στα πλαίσια της Αίτησης 346/05, ο εναγόμενος καμία πρόθεση είχε να εξαπατήσει ή να καταδολιεύσει τον ενάγοντα και ότι όλες του οι ενέργειες ήταν στη βάση των οδηγιών του ενάγοντα πελάτη του και πάντα κατόπιν εξασφάλισης της προηγούμενης συγκατάθεσης του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόμενου και εναντίον ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος και προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου θεωρώ ορθό να προβώ στην εξής παρατήρηση αναφορικά με τις φράσεις που ο ενάγοντας χρησιμοποίησε καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία. Όπως τόνισα και κατά την ακρόαση της υπόθεσης, είναι μεν αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε πολίτη όπως προσφεύγει στα Δικαστήρια και μάλιστα χωρίς την ανάγκη όπως εκπροσωπείται από δικηγόρο, ένας τέτοιος πολίτης όμως, οφείλει να επιδεικνύει το δέοντα σεβασμό τόσο απέναντι στο Δικαστήριο όσο και στους αντιδίκους του, όποια και αν είναι η διαφορά του με αυτούς. Εκφράσεις όπως «απατεώνας», «επίορκος», «κυνηγός αφορολόγητων λιρών ατιμίας, προδοσίας και αδικίας», «κλέφτης», «ψευδομάρτυρας με πατέντα», «θεοπάλαβος», «χαζός» κλπ, ούτε αρμόζουν σε δικαστικές διαδικασίες, ούτε έχουν θέση σε δικαστικές αίθουσες. Τούτου λεχθέντος, δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.