← Κύπρος

SACYRCO CONSTRUCTION LTD ν. A. KINNIS PROPERTY DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής 597/2017, 19/6/2018

SACYRCO CONSTRUCTION LTD ν. A. KINNIS PROPERTY DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής 597/2017, 19/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 597/2017 Μεταξύ: SACYRCO CONSTRUCTION LTD Ενάγοντες και A. KINNIS PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγόμενοι (Αίτηση Παραπομπής σε Διαιτησία 07/09/17) Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Α. Γρηγορίου για PHC TSANGARIDES LLC Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Καραΐσκος για Marios Karaiskos LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου στις 07/03/18, η πιο πάνω αγωγή έδειχνε να συνιστά μια συνηθισμένη αγωγή στη βάση συμφωνίας εργολαβίας, με τους ενάγοντες να αξιώνουν από τους εναγόμενους, €32.997,99 πλέον ΦΠΑ και τόκους, ως ποσό οφειλόμενο για «.εκτελεσθείσες εργασίες και/ή υπόλοιπο του τελικού διατακτικού για την εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομικού συγκροτήματος .στη Λεμεσό και/ή ως εύλογη αμοιβή και/ή ως αποζημιώσεις . για τις εργασίες που εκτέλεσαν». Η τροπή όμως που πήρε στη συνέχεια η αγωγή, μετά και την επίδοση της στους εναγόμενους, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη ήταν. Αυτό γιατί, μετά που οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή, και προτού καταχωρηθεί Ε/Α ή υπεράσπιση, οι ίδιοι ενάγοντες, επικαλούμενοι την ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στην επίδικη συμφωνία, ρήτρα στην οποία ισχυρίζονται ότι εμπίπτει η επίδικη με την αγωγή διαφορά, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση ζητώντας όπως το όλο θέμα παραπεμφθεί σε διαιτησία. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες αιτούνται: «

  1. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία ενώπιον διαιτητή που θα διορίσει το Δικαστήριο, ο οποίος να εξουσιοδοτηθεί να αποφασίσει τελεσίδικα επί όλων των τεχνικών θεμάτων και οικονομικών διαφορών που αφορούν απαίτηση των Εναγόντων για εκτελεσθείσες εργασίες, αξία επιπρόσθετων εργασιών, κακοτεχνίες και παραλείψεις που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, στην Έκθεση Απαίτησης και στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, εξαιρουμένων των νομικών σημείων.
  2. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου για υπογραφή μεταξύ των διαδίκων συνυποσχετικού για τον τρόπο και την διαδικασία που θ' ακολουθήσει ο διαιτητής κατά την διαιτησία, καθώς και τα έξοδα της διαιτησίας.» Η αίτηση, βασίζεται στις Δ.30, Δ.48 Θ. 1, 2 & 9, στα αρ. 2, 3 6, 10 και 30 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από Ε/Δ του XXXXX Αβραάμ, ενός εκ των Διευθυντών των εναγόντων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα: «.οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι κατάρτισαν και υπέγραψαν γραπτή συμφωνία εργολαβίας για οικοδομικά έργα ημερομηνίας 07 Ιανουαρίου 2013 όπου το Άρθρο 36 της συμφωνίας εργολαβίας προνοούσε πως σε περίπτωση που υπάρξει διαφορά μεταξύ των μερών να παραπεμφθεί η διαφορά των μερών στον αρχιτέκτονα για επίλυση της. Συγκεκριμένα συμφώνησαν ότι οι Ενάγοντες θα ανήγειραν για λογαριασμό των Εναγομένων τετραώροφη οικοδομή για το ποσό των €1.123.201,95 σεντ. ... Οι Ενάγοντες ανήγειραν την εν λόγω οικοδομή και την 19/11/2014 παρέδωσαν στους Εναγόμενους και στον Αρχιτέκτονα την τετραώροφη οικοδομή η οποία παραλήφθηκε από τους Εναγόμενους και ο Αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε Πιστοποιητικό Προσωρινής Παραλαβής. . Ο Αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε κατάλογο με παρατηρήσεις τις οποίες οι Ενάγοντες επιδιόρθωσαν και ζήτησαν επανειλημμένα από τον Αρχιτέκτονα του έργου να εκδώσει τελικό λογαριασμό.. Ο Αρχιτέκτονας εν τέλει προχώρησε στην έκδοση τελικού πιστοποιητικού πληρωμής την 19/04/2016 .οι Ενάγοντες διαφωνούν με το εν λόγω Πιστοποιητικό πληρωμής και θεωρούν ότι ο Αρχιτέκτονας του έργου αυθαίρετα και χωρίς επαρκή αιτιολογία προχώρησε στην αποκοπή του ποσού των €32.997,99 σεντ από την αμοιβή των Εναγόντων. λόγω της φύσης της επίδικης διαφοράς θ' αναλωθεί πολύς δικαστικός χρόνος, με την μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών. . ειλικρινά πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον και των δύο διαδίκων, αλλά και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της εξοικονόμησης πολύτιμου δικαστικού χρόνου, να παραπεμφθεί η διαφορά σε ότι αφορά τα τεχνικά θέματα, σε διαιτητή είτε επιμετρητή, είτε αρχιτέκτονα, ο οποίος έχει τις κατάλληλες γνώσεις για διάγνωση της επίδικης διαφοράς και κατάληξης σε ασφαλή συμπεράσματα.» Η παραδοξότητα της υπόθεσης όμως έμελλε να συνεχιστεί, αφού στην εν λόγω αίτηση των εναγόντων, οι εναγόμενοι εξέφρασαν την πρόθεση να ενστούν και να υποστηρίξουν ότι είναι στα πλαίσια αγωγής που θα πρέπει να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα μεταξύ των μερών και όχι στα πλαίσια διαιτησίας. Σημειώνω εδώ ότι αν και δόθηκε υπέρ-αρκετός χρόνος στην πλευρά των εναγομένων να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση, εντούτοις δεν το έπραξαν, με αποτέλεσμα κατά την ακρόαση της αίτησης, να περιοριστούν σε αγόρευση μόνο επί νομικών θεμάτων. Θέση των εναγομένων είναι ότι αφ' ης στιγμή η δικογραφία δεν έχει συμπληρωθεί, η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξαν οι εναγόμενοι, επειδή πρόθεση τους είναι να καταχωρήσουν πέραν από Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, στη βάση μεταξύ άλλων και κατ' ισχυρισμό δυσφήμησης που τους έγινε, κάτι όμως που δεν εμπίπτει στην επίδικη ρήτρα διαιτησίας, η αγωγή θα πρέπει να αφεθεί να προχωρήσει ως έχει. Με απλά λόγια, αυτό που συνάγεται από τα πιο πάνω είναι ότι οι ενάγοντες που επέλεξαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου, τελικά δεν θέλουν να την προωθήσουν ως έχει, αφού θεωρούν ότι «είναι προς το συμφέρον και των δύο διαδίκων, αλλά και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της εξοικονόμησης πολύτιμου δικαστικού χρόνου, να παραπεμφθεί η διαφορά.» σε διαιτησία και την ίδια στιγμή, οι εναγόμενοι, αντί να έχουν παράπονο που οι διαφορές των μερών οδηγήθηκαν σε πολιτικό Δικαστήριο αντί σε διαιτησία ως προνοεί η σχετική ρήτρα της επίδικης συμφωνίας, ρήτρα την ύπαρξη και εφαρμογή της οποίας δεν αμφισβήτησαν, επικροτούν ουσιαστικά την καταχώρηση αγωγής και θέλουν την υπόθεση να εκδικαστεί στο Δικαστήριο. Είναι πραγματικά άξιο απορίας και θα πρέπει να προβληματίσει, πώς είναι που έφτασαν πλέον οι δικονομικοί χειρισμοί υποθέσεων να καταλήγουν σε αυτό το παράδοξο σημείο, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι από τότε που θεσπίστηκε το Κεφ. 4 τουλάχιστο, ήτοι στις 06/01/1944, και μέχρι πρόσφατα (βλ. Ν. Α. CHANCE LIMITED ν. ΕLECTROMONTAJ S.A., ECLI:CY:AD:2018:A180, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 229/2012, 20/4/2018), οι σχετικές με «ρήτρες διαιτησίας» δικαστικές διαμάχες, προέκυπταν πάντα κατ' αντίθετο τρόπο, ήτοι με τον εναγόμενο να παραπονιέται για την καταχώρηση αγωγής και τον ενάγοντα να την υπεραμύνεται (βλ. μεταξύ άλλων Λενιάνα Τούριστ ν. Καρπασίτης & Υιοί

(1991)1 ΑΑΔ 75, LA SOCIETE D' ASSURANCES ν. ALKOSTAR SHIPPING
(1983)1 CLR 723, INVESTA ν. DEMETRIADES
(1982)1 CLR 276, FREDERICK HARRISON LTD. ν. PHILIPPOU LTD.
(1980)1 CLR 603, Steamer Shipping Co Ltd ν. Sibyl Trading & Shipping Ltd και Άλλων
(1999)1 ΑΑΔ 1069, STEAMER SHIPPING CO LTD ν. SIBYL TRADING SHIPPING LTD κ.α., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Αρ. 128/97, 13 Ιουλίου 1999, STYLIANOU ν. STYLIANOU
(1988)1 CLR 520, NICOSIA RACE CLUB ν. VAFEADES & ANOTHER
(1986)1 CLR 125, ALKOSTAR ν. LA SOCIETE
(1984)1 CLR 849). Στη βάση των πιο πάνω, τέθηκε προς τους ενάγοντες ο εύλογος προβληματισμός του Δικαστηρίου ως προς το γιατί δεν διακόπτεται η αγωγή και να προωθηθεί η επιθυμούμενη διαδικασία διαιτησίας, διαδικασία η οποία άλλωστε, απ' ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες ισχυρίζονται, φαίνεται να επιβάλλεται από την επίδικη συμφωνία των μερών. Θέση των εναγόντων ήταν ότι, εφόσον το αρ. 10 Κεφ.4, το αρ. 8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987, Ν.101/1987και το αρ. 36 του Ν.14/1960, παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να παραπέμψει κάποιο θέμα που ηγέρθη ενώπιον του σε διαιτησία, η καταχώρηση αγωγής, όχι μόνο δε συνιστά κώλυμα αλλά μάλιστα θα βοηθήσει στο να «δεσμευτούν» τα μέρη ότι όντως θα οδηγηθούν σε διαιτησία. Με άλλα λόγια, αυτό που οι ενάγοντες υποστήριξαν, είναι ότι συνειδητά είναι που προέβησαν στις ενέργειες που προέβησαν, ώστε να υποχρεώσουν έτσι, με δικαστικό διάταγμα, την επίλυση της διαφοράς σε διαιτησία. Για ευνόητους βέβαια λόγους, η αίτηση δεν εδράζεται στο αρ.8 Κεφ.4, το οποίο φαίνεται να εφαρμόζεται στα όσα οι ίδιοι οι ενάγοντες επικαλούνται, εφόσον το αποτέλεσμα της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, θα είναι η αναστολή της αγωγής τους: «Αρ. 8 Κεφ.4 - Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ., αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό . αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας.» Ούτε όμως τα αρ. 36 του Ν.14/60[1] και 8 του Ν.101/1987[2], στα οποία οι ενάγοντες έκαμαν αναφορά στην αγόρευση τους για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους, αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης. Με δεδομένο ότι η συμπερίληψη των εν λόγω άρθρων στη νομική βάση της αίτησης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει την εκεί παρεχόμενη εξουσία του, η αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί στη βάση των εν λόγω άρθρων (βλ. Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 181/10, 29/7/2014). Ακόμη όμως και να μπορούσε να εξεταστεί το υπό κρίση αίτημα υπό το φως των εν λόγω άρθρων, και πάλι αυτό δεν θα είχε επιτυχή κατάληξη. Εξηγώ. Το αρ. 8 του Ν.101/1987, όπως και όλες οι υπόλοιπες πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, τυγχάνουν εφαρμογής «.απoκλειστικά επί διεθvώv εμπoρικώv διαιτησιώv.» (βλ. αρ. 3
(1), οι οποίες καθορίζονται στο Νόμο ως αφορώσες «ζητήματα πoυ απoρρέoυv από εμπoρικής φύσεως σχέσεις, συμβατικές ή μη», μεταξύ συμβαλλομένων που «. έχoυv τηv έδρα τωv εργασιώv τoυς σε διαφoρετικά κράτη ή . o τόπoς εκτέλεσης σημαvτικoύ μέρoυς τωv υπoχρεώσεωv πoυ απoρρέoυv από τηv εμπoρική σχέση.ευρίσκεται εκτός τoυ κράτoυς, στo oπoίo τα μέρη της συμφωvίας έχoυv τηv έδρα τωv εργασιώv τoυς. ή (όταν) τo αvτικείμεvo της διαφoράς σχετίζεται με περισσότερα τoυ εvός κράτη» (βλ. αρ. 2). Στην παρούσα υπόθεση, οι αντισυμβαλλόμενοι είναι και οι δύο κυπριακές εταιρείες, με τόπο εργασιών την Κύπρο και η μεταξύ τους συμφωνία προνοούσε για εκτέλεση εργασιών στη Κύπρο. Σαφέστατα επομένως προκύπτει ότι η περίπτωση δεν εντάσσεται στην περιορισμένη εμβέλεια του Ν. 101/87, ο οποίος Νόμος, σε κάθε περίπτωση, αναφέρει ρητά στο αρ. 3
(3)ότι, δεν επηρεάζει κατ' ουδένα τρόπο «.τov περί Διαιτησίας Νόμov, πoυ εξακoλoυθεί vα ισχύει πρoκειμέvoυ περί της διαιτησίας διαφoρώv πoυ δεv εμπίπτoυv στις διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ». Αναφορικά με το αρ. 35 του Ν.14/1960, «.η απαίτηση για συναίνεση των διαδίκων αποτελεί μία από τις περιπτώσεις, στις οποίες το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως διαφορά παραπεμφθεί σε ειδικό διαιτητή, για τον οποίο οι διάδικοι είτε συμφωνούν είτε όχι, εδάφιο
(1), παράγραφος (α). Στο ίδιο άρθρο, προβλέπονται και δύο άλλες περιπτώσεις, σε σχέση με τις οποίες δεν απαιτείται για την έκδοση τέτοιου διατάγματος η συναίνεση των μερών, αλλά τούτο επαφίεται, αποκλειστικά, στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, αναλόγως με το αντικείμενο της διαφοράς, εδάφιο
(1), παράγραφοι (β) και (γ).» (βλ. Κλεάνθης Βασιλείου ν. Μαρίας Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2016:A294, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 227/2010, 17/6/2016 και Iacovou Bros ν. Χατζηνικόλα
(1991)1 ΑΑΔ 51). Στην παρούσα υπόθεση, από την αρνητική στάση που τήρησαν οι εναγόμενοι, προκύπτει κατ' αρχή, ότι ελλείπει η απαιτούμενη «συναίνεση των διαδίκων» για σκοπούς εφαρμογής του αρ. 35
(1)(α). Η τεχνική πολυπλοκότητα δε καθώς και το κατά πόσο «το αμφισβητούμενον ζήτημα συνίσταται εν όλω ή εν μέρει εκ ζητημάτων λογαριασμών», προϋποθέσεις για την εφαρμογή των αρ. 35
(1)(β) και (γ) αντίστοιχα, δεν προκύπτουν από τη μέχρι σήμερα δικογραφία. Αντίθετα, από το κλητήριο ένταλμα προκύπτει ότι αυτό που αξιώνεται είναι ξεκάθαρο, ήτοι «.υπόλοιπο του τελικού διατακτικού για την εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομικού συγκροτήματος». Βεβαίως, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, η επίδικη διαφορά τίθεται σε μια διαφορετική και εντελώς αντίθετη βάση, ήτοι ότι «οι Ενάγοντες διαφωνούν με το εν λόγω Πιστοποιητικό πληρωμής.», όμως επί τούτου του σημείου δεν προτίθεμαι να επεκταθώ περαιτέρω στο παρόν στάδιο. Σε κάθε περίπτωση όμως, ούτε το αρ. 35 Ν.14/1960θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στα όσα δεδομένα έχουν μέχρι σήμερα τεθεί ενώπιον μου. Σημειώνω εδώ ότι για να μπορεί να εξεταστεί η τυχόν εφαρμογή των αρ. 35
(1)(β) και (γ), το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα του τι συνιστά επίδικο θέμα μεταξύ των μερών, κάτι που δεν μπορεί να διαπιστωθεί μόνο από τα όσα περιέχονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση. Προχωρώ τέλος να εξετάσω τα άρθρα που όντως περιέχονται στη νομική βάση της αίτησης, εκ των οποίων το αρ. 10 Κεφ.4 είναι το πιο ουσιαστικό. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές πρόνοιες: «10.-
(1)Σε oπoιαδήπoτε από τις ακόλoυθες περιπτώσεις- (α) όταv τo συvυπoσχετικό πρoβλέπει ότι η παραπoμπή σε διαιτησία θα γίvει σε έvα μόvo διαιτητή και μετά τηv εμφάvιση διαφoρώv όλoι oι συμβαλλόμεvoι δεv συμφωvoύv στo διoρισμό εvός διαιτητή. ή (β) αv διαιτητής o oπoίoς έχει διoριστεί αρvηθεί ή αδυvατεί vα εvεργήσει ή απoθάvει και στo συvυπoσχετικό δεv φαίvεται ότι υπήρχε πρόθεση vα μηv πληρωθεί η θέση και oι συμβαλλόμεvoι δεv πληρώσoυv τη θέση. ή (γ) όταv oι συμβαλλόμεvoι ή δύo διαιτητές είvαι ελεύθερoι vα διoρίσoυv επιδιαιτητή ή τρίτo διαιτητή, ή όταv απαιτείται vα διoρίσoυv επιδιαιτητή δύo διαιτητές, και δεv τov διoρίσoυv. Ή (δ) όταv επιδιαιτητής ή τρίτoς διαιτητής πoυ διoρίστηκε αρvείται ή αδυvατεί vα εvεργήσει ή απoθάvει και στo συvυπoσχετικό δεv φαίvεται ότι υπήρχε πρόθεση vα μηv πληρωθεί η θέση και oι συμβαλλόμεvoι ή oι διαιτητές δεv πληρώσoυv τη θέση, oπoιoσδήπoτε από τoυς συμβαλλόμεvoυς δύvαται vα επιδώσει στoυς άλλoυς συμβαλλόμεvoυς ή στoυς διαιτητές, αvάλoγα με τηv περίπτωση, γραπτή ειδoπoίηση για διoρισμό διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτoυ διαιτητή.
(2)Αv o διoρισμός δεv γίvει μέσα στις επτά επόμεvες εργάσιμες ημέρες από τηv επίδoση της ειδoπoιήσεως, τo Δικαστήριo δύvαται, ύστερα από αίτηση τoυ συμβαλλόμεvoυ o oπoίoς έδωσε τηv ειδoπoίηση, vα διoρίσει διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτo διαιτητή o oπoίoς έχει τις ίδιες εξoυσίες vα εvεργήσει στηv παραπoμπή και vα εκδώσει απόφαση ωσάv vα είχε διoριστεί με τη συvαίvεση όλωv τωv αvτισυμβαλλόμεvωv». Είναι έκδηλο από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι αυτές αφορούν στο ποιος θα διοριστεί ως διαιτητής της διαφοράς των μερών και όχι σε αυτή καθ' αυτή την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ζήτημα που ρυθμίζεται από τις ανασταλτικές πρόνοιες του αρ. 8, το οποίο ως ήδη ανέφερα, δεν αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της αίτησης. Είναι προφανές όμως ότι, για να ενεργοποιηθεί η εμπλοκή του Δικαστηρίου στη βάση του αρ. 10, θα πρέπει να προηγηθεί επίδοση γραπτής ειδοποίησης για διορισμό διαιτητή, να παρέλθουν επτά εργάσιμες μέρες και να μην υπάρξει θετική ανταπόκριση στην ειδοποίηση και ακολούθως να υποβληθεί σχετική αίτηση στο Δικαστήριο. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν φαίνεται να έγινε στην παρούσα υπόθεση και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι δεν είναι με αίτηση που αποτάθηκαν στο Δικαστήριο οι ενάγοντες αλλά με κανονική αγωγή και αυτό για να διεκδικήσουν τα όσα κανονικά έπρεπε να παραπεμφθούν εξ' αρχής σε διαιτησία. Αφ' ης στιγμής οι ίδιοι ενάγοντες αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τους όρους του «συνυποσχετικού», δεν μπορούν τώρα, υπό το μανδύα της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης, να ζητούν την πιστή εφαρμογή του και δη κατά τρόπο που θα συνεπάγεται την παράλληλη ύπαρξη και αγωγής αλλά και διαιτησίας, κάτι που άλλωστε δεν προβλέπεται από το αρ. 10 Κεφ. 4. Το «υβρίδιο» εξουσιών που προβάλλουν οι ενάγοντες, ήτοι, την εξουσία για υποχρεωτική παραπομπή σε διαιτησία δυνάμει του αρ. 35 Ν.14/60, στη βάση ρήτρας διαιτησίας δυνάμει του Κεφ.4 και κατ' ανάλογο με το Ν. 101/87τρόπο, στερείται παντελώς και πραγματικού αλλά και νομικού ερείσματος. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Γεωργίου και Χατζηνικόλα ανωτέρω, εντελώς χωριστή και ανεξάρτητη είναι η εμβέλεια και εφαρμογή του καθενός εκ των Κεφ. 4 και αρ. 35 Ν.14/60, και συνακόλουθα αδύνατη η συνύπαρξη τους. Στη βάση όλων των πιο πάνω και εν τη απουσία οποιωνδήποτε άλλων προνοιών ή γεγονότων επί των οποίων να μπορούσε να δικαιολογηθεί η υπό κρίση αίτηση, αυτή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Τούτων λεχθέντων, έχω προβληματιστεί κατά πόσο η όλη στάση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να αφεθεί να περάσει απαρατήρητη. Όπως ανέφερα πιο πάνω αλλά και όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τα όσα προβάλλονται την Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων η οποία υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, οι τελευταίοι, ενώ εγνώριζαν ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις τους ενέπιπταν στην εμβέλεια της συμφωνηθείσας με τους εναγόμενους ρήτρας διαιτησίας, ότι είναι μόνο σε διαιτησία που έπρεπε να αποταθούν για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους και ότι ήταν «ορθότερο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης» όπως αποταθούν σε διαιτησία, εντούτοις, αντί να αποταθούν σε διαιτησία ως οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι όφειλαν, ηθελημένα καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, ώστε να χρησιμοποιήσουν το μηχανισμό της δικαστικής λειτουργίας για να επιβάλουν, προφανώς στους εναγόμενους εφόσον οι ίδιοι δηλώνουν έτοιμοι και πρόθυμοι, την διενέργεια μιας τέτοιας διαιτησίας, με ταυτόχρονη όμως προώθηση και της παρούσας αγωγής, για ότι αυτό αξίζει. Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να περιφρουρεί το σκοπό για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του από τυχόν κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Τα πιο πάνω στοιχεία της συμπεριφοράς των εναγόντων, ενεργοποιούν θεωρώ, την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο, η όλη στάση των εναγόντων συνιστά ή όχι τέτοια κατάχρηση της διαδικασίας που δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να συνεχίσουν να προωθούν την παρούσα αγωγή. Ως εκ τούτου και προτού εξετάσω τέτοιο θέμα, θεωρώ ορθό όπως δώσω την ευκαιρία σε αμφότερες τις πλευρές να τοποθετηθούν επί αυτού (βλ. Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22). Στη βάση των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη και την όλη στάση που επέδειξαν οι εναγόμενοι στην παρούσα αίτηση, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Η υπόθεση ορίζεται στις 04/07/18 στις 1030 για να τοποθετηθούν οι συνήγοροι επί του θέματος της κατάχρησης της διαδικασίας που έχω θίξει πιο πάνω. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «36. -
(1)Εις οιανδήποτε πολιτικήν διαδικασίαν - (α) εάν πάντες οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι οίτινες δεν διατελούν υπό ανικανότητα, συναινούν, ή (β) εάν η διαφορά ή άλλη διαδικασία απαιτή μακράν εξέτασιν εγγράφων ή οιανδήποτε επιστημονικήν ή επιτόπιον έρευναν, ήτις δεν δύναται κατά την γνώμην του δικαστηρίου καταλλήλως να γίνη ενώπιον του δικαστηρίου ή να διενεργηθή υπ' αυτού, διά των άλλων τακτικών υπαλλήλων, ή (γ) εάν το αμφισβητούμενον ζήτημα συνίσταται εν όλω ή εν μέρει εκ ζητημάτων λογαριασμών, το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, να διατάξη όπως η όλη διαφορά ή θέμα, ή οιονδήποτε εν αυτοίς ζήτημα ή αμφισβητούμενον πραγματικόν γεγονός δικασθή ενώπιον ειδικού ή απλού διαιτητού συμφωνηθέντος προς τούτο υπό των διαδίκων, ή εν περιπτώσει ασυμφωνίας αυτών, οριζομένου υπό του δικαστηρίου ή ενώπιον επισήμου διαιτητού ή υπαλλήλου του δικαστηρίου.
(2)Οσάκις η κατά την διαδικασίαν συμπεριφορά ειδικού διαιτητού ή διαιτητού δεν είναι η πρέπουσα ή οσάκις ούτος κακώς διεξάγη ταύτην, το δικαστήριον δύναται να παύση αυτόν και περαιτέρω να ακυρώση την υπ' αυτού κατά την τοιαύτην διαδικασίαν εκδοθείσαν ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον απρεπώς επιτευχθείσαν διαιτητικήν απόφασιν.» [2] 8.-
(1)Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα oριζόμεvα στo εδάφιo
(1)δεv απoτελεί κώλυμα για τηv έvαρξη ή τη συvέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή τηv έκδoση τελικής διαιτητικής απόφασης, εv όσω τo επίδικo θέμα εκκρεμεί εvώπιov τoυ Δικαστηρίoυ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.