ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΦΡΑΝΤΖΗΣ ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 208/94, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 208/94 Μεταξύ: XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγουσας και
- XXXXX ΦΡΑΝΤΖΗΣ ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LIMITED
- XXXXX ΜΟΔΕΣΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
- XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση διατάγματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας Ημερομηνία: 22.6.
- Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Σ. Σωφρονίου. Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η αίτηση αυτοεκπροσωπείται. Για Ενδιαφερόμενο Μέρος - Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κα Μ. Σωκράτους για CRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.5.1994 εκδόθηκε ερήμην απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της τότε Εναγόμενης 1 εταιρείας ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LIMITED, για το ποσό των Λ.Κ.10.800 (€18.542,90) με τόκο 9% τον χρόνο επί ποσού Λ.Κ.3.300 (€5.638,38) από 21.8.1990 και επί ποσού Λ.Κ.7.500 (€12.814,51) με τόκο 6% τον χρόνο από 11.5.1994 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Στις 11.10.2017 η Ενάγουσα (στο εξής η Αιτήτρια) καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία εξαιτείται: Την έκδοση νέου διατάγματος και/ή την τροποποίηση του ήδη εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 30.11.2000 το οποίο να αναφέρει τα ακόλουθα: Ι. Την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 / Καθ' ων η Αίτηση με δημόσιο πλειστηριασμό μέσω Ιδιώτη Αδειούχου Δημοπράτη την περιγραφόμενη στο ΜΕΜΟ Μ620/94 και/ή της κάτωθι περιγραφόμενης περιουσίας: (α) Οικόπεδο εις Αγία Τριάδα Λεμεσού, υπ' αρ. εγγραφής 4XXXXX8, τεμ.4XXXXX1, Φ/ΣΧ LIV/58.3.III, Τμήμα Β, εκτάσεως 1 δεκ. και 441 τ.μ., μερίδιο 3/
- (β) Γραφείο αρ.3 στο ισόγειο, εις Αγία Τριάδα Λεμεσού, υπ' αρ. εγγραφής 5XXXXX1, τεμ.4XXXXX5, Φ/ΣΧ LIV/58.3.III, Τμήμα Β, μερίδιο 30/
- ΙΙ. Την έκδοση διατάγματος όπως το προϊόν αυτής της πώλησης χρησιμοποιηθεί για την πλήρη εξόφληση και/ή έναντι της απόφασης, η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων την 11.5.1994 στην ως άνω Αγωγή. Η αίτηση, σύμφωνα με την νομική της βάσης, εδράζεται στις Δ.42, Δ.48 Κ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομία Διαδικαστικών Κανονισμών, στο Μέρος V (άρθρα 22-71) και Μέρος Χ (άρθρα 97 και 99) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στο δικαίωμα κάθε διαδίκου για τελεσφόρηση και τελείωση κάθε εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας και στην εξουσία του Δικαστηρίου για επιβολή εκτέλεσης των αποφάσεων εντός ευλόγου χρόνου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Νικολάου, γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Η αίτηση επιδόθηκε στον Διευθυντή του Κτηματολογίου καθώς και σε πιστωτές και ενυπόθηκους δανειστές της ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LIMITED. Συγκεκριμένα επιδόσεις έγιναν στον κ. XXXXX Ευρυπίδου, στον κ. XXXXX Χριστοφόρου, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στον κ. XXXXX Κίμωνος ως εκκαθαριστή της Εταιρείας Μωσαικών Μανώλης Μ. Αθάνατου Λίμιτεδ, στον Εναγόμενο 1, στην Alfarossi Constructions Ltd, στην δικηγόρο κα XXXXX Ηλία και στην κα XXXXX Χριστοφόρου, δικηγορική υπάλληλο στο δικηγορικό γραφείο Στέλιος Στυλιανίδης. Κατά την διαδικασία της αίτησης εμφανίσθηκε ο Εναγόμενος 1 και δικηγόροι για τους XXXXX Ευρυπίδου, XXXXX Χριστοφόρου και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ως πιστωτές οι δύο πρώτοι και ενυπόθηκος δανειστής η τρίτη). Ενστάσεις στην αίτηση καταχωρήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 και την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Οι συνήγοροι των Μάριου Ευρυπίδου και Μιχαλάκη Χριστοφόρου δήλωσαν ότι δεν θα καταχωρήσουν ένσταση και ότι καλύπτονται από την ένσταση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Ο Εναγόμενος 1 (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση) εγείρει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος εκποίησης του MEMO Μ620/94 που αφορά τα ακίνητα που αναφέρονται στην Αίτηση.
- Τα εν λόγω ακίνητα βαρύνονται με αγοραπωλητήρια έγγραφα τα οποία είναι κατατεθημένα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και άρα προηγούνται και/ή υπάρχουν εγκλωβισμένοι αγοραστές. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα Κύπρου) με την ένσταση της εγείρει τους ακόλουθους λόγους:
- Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Δεν αποκαλύπτονται ικανοποιητικοί λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή οι λόγοι που προβάλλονται δεν δικαιολογούνται επαρκώς.
- Η ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την Αίτηση, δεν περιέχει την αναγκαία τεκμηρίωση ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, με αποτέλεσμα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί να παραμένουν μετέωροι.
- Η εκποίηση των εμπράγματων βαρών των MEMO δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 και της διαδικασίας για ιδιωτικό πλειστηριασμό και/ή πώληση που ρυθμίζεται από το εν λόγω Μέρος VIA.
- Η πώληση οποιασδήποτε τυχόν ακίνητης ιδιοκτησίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 11.5.1994 δύναται να διενεργηθεί μόνο με δημόσιο πλειστηριασμό δυνάμει της ρητής ειδικής διάταξης του άρθρου 33 του Μέρους V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η εκτέλεση και εγγραφή της Υποθήκης Υ7286/1988 από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, στα δικαιώματα της οποίας υποκαταστάθηκε η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ προηγείται της κατάθεσης από την Αιτήτρια στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού του αιτούμενου προς εκποίηση MEMO Μ620/
- Ομοίως η Αίτηση για Αναγκαστική Πώληση της Υποθήκης Υ7286/1988 προηγείται της Αίτησης για Πώληση του MEMO Μ620/
- Αναπόφευκτα συνάγεται ότι η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα παραβλάψει τα έννομα δικαιώματα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ως προγενέστερου ενυπόθηκου δανειστή.
- Δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Η ένσταση της Τράπεζας Κύπρου υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χωραΐτη, υπαλλήλου της εν λόγω τράπεζας στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι και ο Καθ' ου η αίτηση υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι, για σκοπούς οικονομίας της απόφασης, δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και αγορεύσεων. Αυτές έχουν μελετηθεί με προσοχή και λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους. Σχετική αναφορά θα γίνει στην συνέχεια, όπου και στο μέτρο που αυτό κριθεί αναγκαίο. Εξέταση της αίτησης Από τα όσα τέθηκαν στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και δεν αμφισβητήθηκαν προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 11.5.1994 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της τότε Εναγόμενης 1 εταιρείας ZENIOS CONSTRUCTIONS (LIMASSOL) LIMITED, για το ποσό των Λ.Κ.10.800 (€18.542,90) με τόκο 9% τον χρόνο επί ποσού Λ.Κ.3.300 (€5.638,38) από 21.8.1990 και επί ποσού Λ.Κ.7.500 (€12.814,51) με τόκο 6% τον χρόνο από 11.5.94 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Στις 3.11.1994 η Αιτήτρια ενέγραψε την ως άνω απόφαση, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, επί της ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας (MEMO υπ' αρ. Μ620/94, το οποίο συνεχίζει να ισχύει μέχρι τις 2.11.2024). Μέχρι σήμερα κανένα ποσό πληρώθηκε έναντι της απόφασης αυτής. Στις 15.2.1995 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της περιουσίας της ως άνω Εταιρείας (στο εξής η Εταιρεία). Στις 28.6.1995 η Αιτήτρια υπέβαλε στο Γραφείο του Εφόρου και Επίσημου Παραλήπτη, επαλήθευση του χρέους της στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας εκκαθάρισης. Τελικά όμως η διαδικασία δεν καρποφόρησε και στις 31.7.1995, με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η πιο πάνω επαλήθευση ακυρώθηκε και/ή θεωρήθηκε ως μηδέποτε καταχωρηθείσα. Στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 11.5.1994, στις 30.11.2000 η Αιτήτρια, κατόπιν αίτησης, εξασφάλισε το αιτούμενο δια της παρούσας να τροποποιηθεί, διάταγμα πώλησης της ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας, η οποία περιγραφόταν στα ΜΕΜΟ Μ453/94 και Μ620/94 (συνολικά 6 ακίνητα στα οποία συμπεριλαμβάνονταν τα αναφερόμενα στην παρούσα). Το εν λόγω διάταγμα ανανεώθηκε με διάταγμα ημερ. 12.1.
- Περαιτέρω στις 3.2.2009 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για έκδοση και εξασφάλισε ένταλμα πώλησης της ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας. Καταχώρησε δε το εν λόγω ένταλμα προς εκτέλεση του στο Κτηματολόγιο στις 5.2.
- Στην συνέχεια απέστειλε, μέσω του δικηγόρου της, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού 7 επιστολές με τις οποίες ζητούσε ενημέρωση αναφορικά με το κατά πόσο είχαν προχωρήσει σε ορισμό ημερομηνίας πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό των κτημάτων που αναφέρονταν στο ένταλμα (στις 27.6.2012, 17.1.2013, 15.11.2013, 27.6.2014, 18.5.2015, 25.6.2015, 12.11.2015 και 22.11.2017). Για τον ίδιο σκοπό έγιναν συνεχείς επισκέψεις και άλλως πως οχλήσεις και διαμαρτυρίες προς τους αρμόδιους Λειτουργούς (κάθε σχεδόν 1-2 μήνες), χωρίς όμως μέχρι σήμερα το αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού να προχωρήσει στην πώληση και από πρόσφατες οχλήσεις προς τους αρμόδιους για την εκτέλεση του διατάγματος λειτουργούς του Κτηματολογίου διαφάνηκε ότι ούτε τώρα ή σύντομα θα προχωρήσει η διαδικασία. Η Εταιρεία στερείτο και συνεχίζει να στερείται οποιοσδήποτε κινητής περιουσίας προς κατάσχεση. Όσον αφορά την εγγεγραμμένη στο όνομα της Εταιρείας ακίνητη ιδιοκτησία, ως προκύπτει από το πιστοποιητικό έρευνας ημερομηνίας 13.6.2017, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, το υπό (α) αναφερόμενο στην αίτηση ακίνητο έχει πλέον, από τις 23.5.1996, τον αριθμό εγγραφής 2/6XXXXX1, Φ/ΣΧ 54/58.033.03, Τμήμα 2, τεμάχιο 4XXXXX
- Στο ίδιο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο η Εταιρεία ήταν ιδιοκτήτρια ενός καταστήματος (με αρ. εγγραφής 2/6XXXXX1) και 3 διαμερισμάτων (με αρ. εγγραφής 2/6XXXXX6, 2/6XXXXX8 και 2/6XXXXX0). Έχουν δηλ. εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι. Το όλο ακίνητο είναι δε επιβαρυμένο με 5 ΜΕΜΟ από διάφορα πρόσωπα (μεταξύ των οποίων η Αιτήτρια, η οποία έχει 2 ΜΕΜΟ), ένα προσωρινό διάταγμα καθώς και με υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου (την υπ' αρ. Υ7286/1988). Περαιτέρω υπάρχουν 4 φάκελοι για αναγκαστικές πωλήσεις ένας εκ των οποίων αφορά αίτηση της Αιτήτριας. Εκ των υπολοίπων οι δύο έχουν καταχωρηθεί (στις 8.3.1993) από πρόσωπα που έχουν ΜΕΜΟ επί της εν λόγω περιουσίας και η τρίτη έχει καταχωρηθεί από την Τράπεζα Κύπρου (στις 23.9.1994). Όσον αφορά τα διαμερίσματα, για ένα εξ αυτών υπάρχει καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο, από τις 15.11.2011 πωλητήριο έγγραφο από τον αγοραστή αυτού. Να σημειωθεί εδώ ότι ως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο Καθ' ου η αίτηση, και δεν έχει αμφισβητηθεί, στο εν λόγω ακίνητο υπάρχουν και άλλα κατατεθειμένα αγοραπωλητήρια έγγραφα και άρα και άλλοι αγοραστές, στους οποίους σύντομα θα γίνει μεταβίβαση. Όσον δε αφορά το άλλο ακίνητο που αφορά η αίτηση, η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει ανάλογο πιστοποιητικό έρευνας, ούτε και αποκαλύπτει ποια είναι η σημερινή κατάσταση του, ως όφειλε προς ικανοποίηση των αυστηρών και επιτακτικών δικονομικών προϋποθέσεων που θέτει το Κεφ. 6 και η Δ.42 Κ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για έκδοση διατάγματος πώλησης ακίνητης περιουσίας (βλ. Αρέστη ν. Ερμογένους (Κοκόνα)
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1844). Στην ένορκη δήλωση του ο Καθ' ου η αίτηση, αναφέρει δε ότι όσον αφορά το ακίνητο αυτό έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι και έχουν μεταβιβαστεί όλα στους νόμιμους αγοραστές, κάτι που δείχνει ότι και αυτού του ακινήτου η κατάσταση δεν έχει ως εκτίθεται στο αιτητικό της αίτησης. Η μόνη λοιπόν ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της Εταιρείας και βρίσκεται υπό την διαχείριση του Εκκαθαριστή Καθ' ου η αίτηση, είναι τα πιο πάνω αναφερόμενα ακίνητα, η νομική και πραγματική κατάσταση των οποίων έχει μεταβληθεί από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 30.11.
- Η Υποθήκη Υ7286/1988 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού εκτελέστηκε και παραχωρήθηκε από την Εταιρεία, προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί σ' αυτήν από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Ο τερματισμός των πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών τραπεζικών διευκολύνσεων και της λειτουργίας των αντίστοιχων λογαριασμών και η παράλειψη εξόφλησης από την Εταιρεία και του εγγυητή της ολόκληρων των χρεωστικών υπολοίπων αυτών, οδήγησε στην καταχώρηση εναντίον τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού της Αγωγής 5021/1993 και στην έκδοση απόφασης εναντίον τους την 1.7.1994 για το ποσό των Λ.Κ.31.032,80 (€53.022,70) με τόκο προς 9% ετησίως από 1.7.1993 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Λ.Κ.325,45 (€556,10) με τόκο προς 6% ετησίως από 1.7.1994 μέχρι εξοφλήσεως. Με την ίδια απόφαση εκδόθηκε διάταγμα για την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων (περιλαμβανομένων των δύο επίδικων στην παρούσα) δυνάμει τόσο της Υποθήκης Υ7286/1988 όσο και δύο άλλων Υποθηκών που είχε εκτελέσει η Εταιρεία προς όφελος και εξασφάλιση της Λαϊκής Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ήτοι των Υποθηκών Υ3994/1986 και Υ3614/
- Σε εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 1.7.1994 και του διατάγματος για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ υπέβαλε στις 23.9.1994 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού την Αίτηση για Αναγκαστική Πώληση με αρ. ΑΝΠ166/
- Η τελευταία ενημέρωση σχετικά με την προώθηση της πιο πάνω Αίτησης, από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, είναι η επιστολή ημερομηνίας 14.6.1995, με την οποία γνωστοποιείται στην Τράπεζα η επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Έκτοτε δεν υπήρξε κάποια άλλη εξέλιξη, ενώ και το εν λόγω εξ αποφάσεως χρέος παραμένει εισέτι οφειλόμενο. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση των θέσεων των διαδίκων θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι στα πλαίσια της αγόρευσης του ο συνήγορος της Αιτήτριας περιόρισε το αιτητικό της αίτησης στην τροποποίηση του διατάγματος ημερομηνίας 30.11.2000 και όχι στην έκδοση νέου διατάγματος. Το πρώτο και βασικό θέμα που χρήζει κατά την κρίση μου εξέτασης στην παρούσα είναι το κατά πόσο παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Αναφορικά με το θέμα αυτό και κατ' επέκταση το νόμω βάσιμο της αίτησης, η Αιτήτρια στην αγόρευση της υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Ολόκληρο το οικοδόμημα της απονομής της Δικαιοσύνης στηρίζεται στην θεμελιώδη αρχή της εκτελεστότητας των δικαστικών αποφάσεων και διαταγμάτων, η οποία εξασφαλίζεται με σχετικές επί τούτου αυστηρής πρόβλεψης για την αποτελεσματική εφαρμογή της Νόμους, διατάξεις και Κανονισμούς. Η σχετική Συνταγματική επιταγή για απονομή της δικαιοσύνης με την περάτωση σε σύντομο και/ή εύλογο χρόνο των δικαστικών υποθέσεων, συμπεριλαμβανόμενης και της εκτέλεσης τους, προβλέπεται στα άρθρα 30
(2), 34 και 35 του Συντάγματος μας, όσο και στο άρθρο 6 του Νόμου που επικυρώνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προάσπισης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του. Χωρίς την εκτελεστότητα αυτή η αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης και η σε σύντομο χρόνο τελεσιδικία των αποφάσεων και των διαταγμάτων δεν υφίσταται. Γι' αυτό και τα Δικαστήρια μας έχουν καθήκον και υποχρέωση να συμβάλλουν και να επιβάλλουν τέτοια μέτρα και τέτοιες διαδικασίες (ως θεματοφύλακες του Δικαίου) για να εκτελούνται στον αναγκαίο εύλογο χρόνο οι αποφάσεις και διατάγματα τους. Η Αιτήτρια αφού για 23 χρόνια από το 1994 ανέμενε να λάβει τους καρπούς της επιτυχίας της στη πιο πάνω Αγωγή και αντιλαμβανόμενη ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν όσο ζούσε, καθότι το Κτηματολόγιο δεν προχωρούσε με την πώληση των επίδικων ακινήτων στα πλαίσια έκδοσης του σχετικού εντάλματος πώλησης προς ικανοποίηση της υπέρ της απόφασης, αναγκάστηκε να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση. Η αδικαιολόγητη ως άνω μακρά καθυστέρηση στην προώθηση εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος ισοδυναμεί με άρνηση απονομής της Δικαιοσύνης. Γι' αυτό και η παρούσα αίτηση «για να δοθεί το έναυσμα και η ευκαιρία στο Δικαστήριο να βάλει τα θέματα αυτά στη θέση τους και να καταστεί συνήγορος στο δίκαιο αίτημα της Ενάγουσας-Αιτήτριας και να τροποποιήσει το για δεκαετίας ανεκτέλεστο διάταγμα πώλησης των ακινήτων της οφειλέτριας εταιρείας, προς ικανοποίηση τουλάχιστον, του κοινού αισθήματος για τη Δικαιοσύνη». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην ίδια αγόρευση, το επίδικο θέμα της αίτησης δεν είναι άλλο από την αντικατάσταση του Κτηματολογίου ως δημοπράτη από ιδιώτη αδειούχο δημοπράτη για να προχωρήσει επιτέλους η διαδικασία του πλειστηριασμού που "'λιμνάζει" για πέραν των 17 χρόνων και που με αυτή την μη ενέργεια του το Κτηματολόγιο προκαλεί αδικία στην Αιτήτρια αλλά και που συνιστά άρνηση στην απονομή της Δικαιοσύνης. Είναι δε η θέση της Τράπεζας Κύπρου ότι καμία νομοθετική διάταξη ή γενική ή συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου υπάρχει που να μπορεί να θεμελιώσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πιο συγκεκριμένα η συνήγορος της Τράπεζας Κύπρου υποστηρίζει ότι καμία διάταξη υπάρχει είτε στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ή σε άλλο Μέρος του ίδιου Νόμου, είτε στο Μέρος V ή σε άλλο Μέρος του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, είτε σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο, που να επιτρέπει την πώληση των εμπράγματων βαρών των MEMO μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού ή πώλησης. Το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας για ιδιωτικό πλειστηριασμό και/ή πώληση που ρυθμίζεται από το Μέρος VIA του Ν.9/1965 ρυθμίζεται ρητά από το άρθρο 44Α
(1)του εν λόγω Νόμου και περιλαμβάνει εξαντλητικά μόνο συμβάσεις υποθήκης. Η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας εξ αποφάσεως οφειλέτη προς ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον του δύναται να διενεργηθεί μόνο με δημόσιο πλειστηριασμό δυνάμει της ρητής ειδικής διάταξης του άρθρου 33 του Μέρους V του Κεφ. 6. Το άρθρο αυτό ως ειδική διάταξη υπερισχύει οποιοσδήποτε άλλης διάταξης που ρυθμίζει είτε γενικά την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας είτε ειδικά συγκεκριμένες διαδικασίες πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Καθ' ου η αίτηση στην δική του αγόρευση καμία αναφορά κάνει για το θέμα του νόμω βάσιμου της αίτησης. Αναφέρει δε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για άλλους λόγους που αφορούν το ότι στα επίδικα ακίνητα έχουν εκδοθεί νέοι ξεχωριστοί τίτλοι (60 για το πρώτο και απομένει η μεταβίβαση 4 που αφορούν εγκλωβισμένους αγοραστές για τους οποίους επίκειται πολύ σύντομα η μεταβίβαση και 100 για το δεύτερο όπου έχουν γίνει όλες οι μεταβιβάσεις). Εξετάζοντας τις πιο πάνω θέσεις των διαδίκων θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι πράγματι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Τα προβλεπόμενα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Μ. Κωσταντίνου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1034). Οι μέθοδοι και η διαδικασία εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης προβλέπονται ρητά από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.
- Η εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει πληρωµή χρηµάτων, με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, αποτελεί μια από τις μεθόδους εκτέλεσης, που προβλέπει το άρθρο 14 του Κεφ. 6 και διέπεται από τις διατάξεις του Μέρους V (άρθρα 22-71). Οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς έκδοση εντάλματος εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθορίζονται ρητά στα άρθρα 22, 23, 24, 28 και 40 του Κεφ.
- Το δικονομικό δε πλαίσιο που καθορίζει την διαδικασία έκδοσης τέτοιου εντάλματος διέπεται από την Διαταγή 42 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η «Εκτέλεση µε πώληση» διεξάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 22-52 του Κεφ.
- Το άρθρο 33 προβλέπει δε ότι «Κάθε πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας προς ικανοποίηση δικαστικής απόφασης διενεργείται µε δηµόσιο πλειστηριασµό σε χρόνο και τόπο για τους οποίους δίνεται δηµόσια ειδοποίηση». Είναι δε ρητός ο περιορισμός που θέτει το άρθρο 15 του ίδιου Νόμου, ότι καμία δικαστική απόφαση ή διάταγµα για την πληρωµή χρηµάτων δεν εκτελείται παρά µόνο δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού. Το Δικαστήριο αναμφίβολα οφείλει, κατά την άσκηση των εξουσιών του αναφορικά με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, να έχει πάντα κατά νου την ουσιώδη για την αξιοπιστία της δικαιοσύνης ανάγκη για ορθή και όσον το δυνατό συντομότερη εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Οι εξουσίες του όμως αυτές δεν μπορούν παρά να ασκούνται εντός των ρητών πλαισίων που θέτει η σχετική νομοθεσία. Δεν τίθεται δε θέμα άσκησης συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου (ως αναφέρεται στην νομική βάση της παρούσας αίτησης) εφόσον τέτοια εξουσία προφανώς εξετάζεται εάν υπάρχει, όταν δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στο Νόμο ή στους Κανονισμούς (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Εταιρείας Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ. 736). Άλλωστε ως έχει νομολογηθεί δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσία η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου. Η δε επίκληση της πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ. 2)
(2012)1Α Α.Α.Δ. 158). Στην παρούσα ως προκύπτει και από την αγόρευση του συνηγόρου της Αιτήτριας εκείνο που επιδιώκεται είναι η τροποποίηση του διατάγματος ημερομηνίας 30.11.2000 με τέτοιο τρόπο ώστε να αντικατασταθεί το Κτηματολόγιο «ως δημοπράτης», λόγω της καθυστέρησης που παρατηρείται στην εκτέλεση του σχετικού εντάλματος, από «ιδιώτη αδειούχο δημοπράτη» ώστε να προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ευθύς εξαρχής ότι πουθενά στην σχετική Νομοθεσία και Κανονισμούς δεν προβλέπεται, για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, η εν λόγω διαδικασία να διεξάγεται από ιδιώτη δημοπράτη. Να λεχθεί δε στο σημείο αυτό ότι η δυνατότητα που δόθηκε με την τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 από τον Νόμο 142(Ι)/14 (εισήχθη το Μέρος VIA), για διαδικασία εκποίησης ακινήτων με πλειστηριασμό από δηµοπράτη που επιλέγεται από τον ενδιαφερόμενο (βλ. άρθρα 44Ζ
(1)και 44ΙΕ και Κανονισμούς 2 και 3 των Κανονισμών που εκδόθηκαν με βάση το άρθρο 45 του εν λόγω Νόμου (Κ.Δ.Π. 185/2015)) είχε μεν σκοπό την επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών αλλά αφορά μόνο την εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου (βλ. Αιτιολογική Έκθεση του σχετικού Νομοσχεδίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα Έκτο, ημερ. 5.11.14). Ως εκ τούτου δεν καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση. Είναι δε κατανοητό και εύλογο το παράπονο της Αιτήτριας, η οποία μετά από 9 και πλέον χρόνια (από τις 5.2.2009 που καταχώρησε το ένταλμα πώλησης της ακίνητης περιουσίας προς εκτέλεση του στο Κτηματολόγιο και όχι 17 χρόνια ως αναφέρει) αναμένει ακόμη την προώθηση της διαδικασίας πώλησης της ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας ώστε να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος που της οφείλεται. Από την άλλη όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να εγκρίνει την υπό κρίση αίτηση της καθότι κάτι τέτοιο προφανώς θα συνιστούσε υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει η σχετική Νομοθεσία. Η λύση στο θέμα της καθυστέρησης στην εκτέλεση του επίδικου εντάλματος πώλησης δεν μπορεί λοιπόν να δοθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας. Να επαναληφθεί για άλλη μια φορά ότι το Δικαστήριο ασκεί μόνο τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος και αποτελεί τον δικαιοδοτικό και όχι τον δικαιοπαραγωγικό Θεσμό της Πολιτείας. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η αίτηση στερείται οιουδήποτε ερείσματος στον Νόμο και κατ' επέκταση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενου 1 και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και εναντίον της Αιτήτριας - Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο