← Κύπρος

Γερολέμου ν. Γερολέμου κ.α., Αρ. Αγωγής 713/2015, 15/6/2018

Γερολέμου ν. Γερολέμου κ.α., Αρ. Αγωγής 713/2015, 15/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A251 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 713/2015 Μεταξύ: XXXXX Γερολέμου νυν XXXXX Ιωαννίδου Ενάγουσας Και

  1. XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX αρ. 10, Διαμ. XXXXX XXXXX, Λεμεσός
  2. XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX 19Α , XXXXX, XXXXX Λεμεσός
  3. XXXXX Τίμμης, οδός XXXXX, αρ. 16 XXXXX, περιοχή XXXXX, XXXXX Λεμεσός
  4. XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX 10, Άγιος Νικόλαος, XXXXX Λεμεσός
  5. XXXXX Αλεξάνδρου, XXXXX 9, XXXXX, XXXXX Λεμεσός
  6. XXXXX Γερολέμου, ως προτιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXXX Γερολέμου, τέως από την Άλασσα, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX αρ. 10, Διαμ. XXXXX XXXXX, Λεμεσός και XXXXXX Γερολέμου ως προτιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου τέως από την Άλασσα, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX 19Α , XXXXX, XXXXX Λεμεσός Εναγόμενοι (Αίτηση Τροποποίησης Κλητηρίου Εντάλματος και Ε/Α ημερ. 09/02/18) Ημερομηνία:15 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Νικολάου για Γ. Χαραλαμπίδη & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Η. Ηλία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε στις 20/02/18 και ώρα 1140, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων, απόφαση και/ή διάταγμα που να της αναγνωρίζει και της κατανέμει κληρονομικό μερίδιο επί της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου τέως από την Άλασσα, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX 19Α , XXXXX, XXXXX Λεμεσός καθώς επίσης και απόφαση και/ή διάταγμα που να τη διορίζει διαχειρίστρια ή συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα. Σύμφωνα με την επισυνημμένη στο κλητήριο ένταλμα, Ε/Δ της ενάγουσας ημερ. 20/2/18 και ώρας 1132, ο προαναφερόμενος αποβιώσας ήταν πατέρας της και οι εναγόμενοι 1-5 αδέρφια της και προτιθέμενοι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος βάσει της Αίτησης υπ. αριθμό 525/14 του Ε/Δ Λ/σου. Σύμφωνα με την Ε/Α απαίτησης που καταχώρησε η ενάγουσα στις 17/4/15, πρόσθετα των πιο πάνω, αναφέρεται ότι ο αποβιώσας απεβίωσε την 28/8/14 καταλείποντας έξι

(6)κληρονόμους περιλαμβανομένης και της ιδίας, χωρίς διαθήκη και με περιουσία αξίας περίπου €320.
  1. Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, στις 04/12/14, καταχώρησαν στο Ε/Δ Λ/σου την Αίτηση Διαχείρισης 525/14 ζητώντας να τους παραχωρηθούν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους. Παρά όμως το ότι η ίδια, ως θυγατέρα του αποβιώσαντα, είναι επίσης νόμιμη κληρονόμος του, εντούτοις οι εναγόμενοι 1 και 2, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, ουδέποτε της επέδωσαν την αίτηση διαχείρισης, ούτε και αναζήτησαν την συγκατάθεση της για το διορισμό τους, με αποτέλεσμα να την αποκλείσουν από το κληρονομικό μερίδιο που δικαιούται. Αυτό, σύμφωνα με την παρ. 9 της Ε/Α, κατά παράβαση των προνοιών του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ.189 και των σχετικών Κανονισμών. Ως προς τον ισχυρισμό της ότι είναι θυγατέρα του αποβιώσαντα και συνεπώς μία εκ των νόμιμων κληρονόμων του, στην Ε/Α της, η ενάγουσα παραπέμπει στο πιστοποιητικό γεννήσεως της, στο Δελτίο Ταυτότητας της και σε σχετική βεβαίωση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Άλασσας. Στη βάση των πιο πάνω, αναφέρει η ενάγουσα στην Ε/Α της, αναγκάστηκε να προβεί σε καταχώρηση caveat στην Αίτηση 525/14 στις 18/12/14 ώστε να την ανακόψει, και ακολούθως να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Κεντρικός πυρήνας της Υπεράσπισης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι στις 18/9/15 είναι ότι «.η ενάγουσα ούτε ήταν, ούτε είναι ούτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγνωρίστηκε ως νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα αλλά ούτε και ποτέ υιοθετήθηκε από τον αποβιώσαντα και περαιτέρω . δεν προσέφυγε ποτέ στο Δικαστήριο μετά την ενηλικίωση της για αναγνώριση μέσω Δικαστηρίου ότι είναι νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα». Ισχυριζόμενοι ότι η ενάγουσα παραλείπει να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις τους να τους παρουσιάσει το πρωτότυπο του φερόμενου πιστοποιητικού γέννησης της - ισχυριζόμενοι ότι μόνο φωτοαντίγραφο αυτού τους παρουσιάζει και το οποίο σε κάθε περίπτωση φέρεται να εκδόθηκε μεταγενέστερα της γέννησης της - ή κάποια επίσημη ληξιαρχική πράξη που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της ότι είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντα ή να προβεί μαζί τους σε αιματολογικές εξετάσεις DNA, αμφισβητούν και το βάσιμο των ισχυρισμών της αλλά και την ίδια την ύπαρξη οποιουδήποτε έγκυρου πιστοποιητικού η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέχει. Είναι δε η θέση των εναγομένων ότι ενώσω ήταν εν ζωή, ο αποβιώσαντας τους επιβεβαίωσε ότι «ενώ η ενάγουσα γεννήθηκε και δηλώθηκε αγνώστου πατρός, μερικά χρόνια μετά τη γέννηση της επειδή γνώρισε τη μητέρα της αποδέχτηκε να υπογράφεται με το όνομα και το επίθετο του για να μην φαίνεται στο δημοτικό σχολείο που θα πήγαινε ότι δεν είχε πατέρα». Παρά ταύτα, καταλήγουν οι εναγόμενοι, ο αποβιώσαντας ουδέποτε αναγνώρισε την ενάγουσα ως παιδί του. Είναι τέλος η θέση των εναγομένων ότι η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας να ανακόψει τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος στη βάση ανυπόστατων και ψευδών ισχυρισμών, τους έχει προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημιά, πλήγμα στην υπόληψη και φήμη τους καθώς και ταλαιπωρία και έξοδα και για το λόγο αυτό, ανταπαιτούν από εκείνη ποσά ύψους €25.000 - €50.
  2. Αξιώνουν επίσης και διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται η ενάγουσα όπως παρουσιάσει τέτοια επίσημα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της ότι είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντα και όπως συγκατατεθεί στη διενέργεια εξετάσεων DNA. Με την Απάντηση και Υπεράσπιση που καταχώρησε η ενάγουσα στις 10/12/15, η τελευταία δέχεται ότι δεν έγινε ποτέ οποιαδήποτε διαδικασία υιοθεσίας της από τον αποβιώσαντα, ισχυρίζεται όμως ότι τόσο ο αποβιώσαντας όσο και οι εναγόμενοι την αναγνώριζαν πάντα ως τέκνο του πρώτου και ότι τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, οι εναγόμενοι παραδέχονταν τόσο προφορικά όσο και γραπτώς μέσω του δικηγόρου τους, ότι η ενάγουσα ήταν αδερφή τους και μία εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντα. Είναι περαιτέρω η θέση της ενάγουσας ότι η εν λόγω συμπεριφορά των εναγομένων, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναφέρει στην Ε/Α της ότι έχει στην κατοχή της και τα οποία έχει ήδη παρουσιάσει στους τελευταίους, «αποδεικνύουν με περισσή επάρκεια ότι είναι τέκνο του αποβιώσαντος.». Μέσα σ' αυτό το δικογραφικό πλαίσιο, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αφού πρώτα διεκπεραιώθηκαν οι σχετικές προδικαστικές διαδικασίες που προνοούνταν στην τότε εν ισχύ Δ.
  3. Στη βάση όμως όλων των θεμάτων που εγείρονταν και τα οποία είχαν ως κεντρικό άξονα την γενεαλογία της ενάγουσας (issue of pedigree) και την αμφισβήτηση της νομιμότητας της (legitimacy) ως τέκνο του αποβιώσαντα, η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν κοινών αιτημάτων των διαδίκων, ώστε αμφότεροι να προβούν σε εκ συμφώνου αιματολογικές εξετάσεις DNA και να δεσμευτούν με το αποτέλεσμα τους, δέσμευση την οποία να σημειωθεί, οι εναγόμενοι ήδη δίνουν και στην υπεράσπιση τους. Τελικά το εγχείρημα δεν τελεσφόρησε και η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στη βάση των Δ.25, Δ.19, Δ.20, του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 και της Σύμβασης για τη Νομική Κατάσταση Εξώγαμων Τέκνων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 Ν.50/1979, ζητώντας να τροποποιήσει και το κλητήριο ένταλμα της προσθέτοντας δύο ακόμη παρακλητικά και την Ε/Α της, προσθέτοντας τρεις ακόμη παραγράφους. Ζητά επίσης όπως της επιτραπεί να καταχωρήσει νέα και/ή συμπληρωματική ένορκο δήλωση προς επιβεβαίωση του περιεχομένου του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα όσα η ενάγουσα επιθυμεί να προσθέσει στην αγωγή της καθώς και τους σχετικούς με αυτά ισχυρισμούς που προβάλλει στην υποστηρικτική της αίτησης Ε/Δ της. Ζητά κατ' αρχή τα εξής: Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση του Παρακλητικού του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας ως ακολούθως: (i) Δια της προσθήκης ως παρακλητικού Α της ακόλουθης υποπαραγράφου: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο αποβιώσας XXXXX Γερολέμου, τέως από την Άλασσα, Α.Δ.Τ. XXXXX7151 προέβη σε αναγνώριση και/ή σε εκούσια αναγνώριση της XXXXX Γερολέμου ως θυγατέρας του και/ή εξώγαμου τέκνου του». Δια της προσθήκης ως παρακλητικού Β της ακόλουθης υποπαραγράφου: «Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης των ανωτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η XXXXX Γερολέμου είναι θυγατέρα και/ή εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου, τέως από την Άλασσα, ΑΔ. Τ. XXXXX
  4. . .διά της προσθήκης ως παραγράφου 2 στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης της ακόλουθης Παραγράφου: «Ο αποβιώσας προτού και/ή κατά τον χρόνο που κυοφορήθηκε η Ενάγουσα ήταν μεν νυμφευμένος με την XXXXX, με την οποίαν βρισκόταν σε διάσταση, ωστόσο, συζούσε και διατηρούσε σαρκικές σχέσεις με την XXXXX Μιχαήλ, μητέρα της Ενάγουσας, τις οποίες διατήρησε επί μακρόν και μετά τη γέννηση της ακόμη, δε, και μετά την απ' αυτόν σύναψη δεύτερου γάμου». Διά της προσθήκης ως παραγράφου 3 στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης της ακόλουθης Παραγράφου: «Ο αποβιώσας αναγνώρισε την Ενάγουσα ως θυγατέρα του και/ή η όλη συμπεριφορά του συνιστούσε αναγνώριση του γεγονότος ότι θεωρούσε την Ενάγουσα θυγατέρα του και/ή εξώγαμο τέκνο του και/ή προέβη σε εκούσια αναγνώριση της Ενάγουσας ως θυγατέρας του και/ή εξώγαμου τέκνου του. Παρόμοιας συμπεριφοράς η Ενάγουσα τύγχανε και από τους Εναγόμενους 1 και
  5. Περισσότερες λεπτομέρειες η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να αναφέρει κατά τη δικάσιμο». (iii) Διά της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης της ακόλουθης πρότασης: «στον Περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμο του 1991, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα άρθρα 1-26 και στη Σύμβαση για τη Νομική Κατάσταση Εξωγάμων Τέκνων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 ν. 50/1979άρθρα 1-16» Οι λόγοι για τους οποίους η ενάγουσα επιθυμεί τώρα να προβεί στις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι, σύμφωνα με την Ε/Δ της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, οι εξής: «
  6. Στις 8/11/2017 η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, στο πλαίσιο συζήτησης μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου για σκοπούς διευθέτησης ή περιορισμού των επίδικων θεμάτων, η οποία, ωστόσο, δεν τελεσφόρησε, έγινε για πρώτη φορά αντιληπτό από τους δικηγόρους μου ότι υπάρχει κενό τόσο στις αιτούμενες διά της παρούσας αγωγής θεραπείες όσο και στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά τις αιτούμενες θεραπείες συγκεκριμένα δεν αξιώνω Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσας XXXXX Γερολέμου τέως από την Άλασσα, Α.Δ.Τ. XXXXX7151 (εν τοις εφεξής καλούμενου «ο αποβιώσας») με αναγνώρισε ως θυγατέρα του καθώς επίσης ότι προέβη σε εκούσια αναγνώριση της μεταξύ μας σχέσης ως πατέρα-θυγατέρας και/ή ότι είμαι τέκνο του ούτως ώστε να νομιμοποιούμαι σε κληρονομικό μερίδιο από την περιουσία του.
  7. Περαιτέρω, στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης δεν υπάρχουν οι σχετικές αναφορές οι οποίες θα αποτελέσουν τη βάση για τη χορήγηση από το Δικαστήριο των δια της παρούσας αίτησης αιτουμένων να συμπεριληφθούν στο Κλητήριο Ένταλμα και στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης θεραπειών, σε περίπτωση που ήθελε εγκριθεί η παρούσα αίτηση.
  8. Ως εκ τούτου η τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, του Παρακλητικού αλλά και του σώματος της Έκθεσης Απαίτησης καθίστατο αναγκαία προκειμένου αυτά να συνάδουν τόσο με τα πραγματικά γεγονότα όσο και με τις αξιούμενες θεραπείες.
  9. Εξ' όσον συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου, η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα επηρεάσει τα κεκτημένα δικαιώματα των Εναγόμενων. Ήδη οι Εναγόμενοι γνωρίζουν ότι οι αιτούμενες διά της παρούσας αγωγής μου θεραπείες στηρίζονται στη θέση μου, η οποία προβάλλει τόσο στην Υπεράσπισή τους (διά της σχετικής άρνησης) όσο και στην Απάντησή μου στην Υπεράσπισή τους (δυστυχώς και τότε κατά την ετοιμασία της Απάντησης δεν έγινε αντιληπτή η ανάγκη της παρούσας αίτησης), ότι είμαι θυγατέρα του αποβιώσαντα και ο αποβιώσας ως τέτοια με αναγνώρισε, ούτε θα επιφέρει σ' αυτούς οιανδήποτε ζημιά η οποία δε μπορεί να ικανοποιηθεί με σχετική διαταγή καταβολής εξόδων. Η, δε, έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει ακόμη.» (έμφαση δική μου) Στην υπό κρίση αίτηση της ενάγουσας, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση υποστηριζόμενη από Ε/Δ του εναγομένου 1, προβάλλοντας δεκατέσσερις
(14)λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κεντρικός άξονας της ένστασης είναι η θέση ότι «.η Αιτήτρια γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει από την καταχώρηση της αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης όλα τα γεγονότα και θα έπρεπε τότε να τα είχε συμπεριλάβει τόσο εις την Ένορκη Δήλωση της αλλά και εις την Έκθεση Απαίτηση της και όχι να έρχετε μετά από πάροδο 3 χρόνων περίπου και να ζητά τις αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή θεραπείες και/ή διατάγματα. . (και ότι) . προσπαθεί με την παρούσα αίτηση της να αλλάξει την βάση της Αγωγής της και ιδιαίτερα του Αιτητικού και ζητά τέτοια διατάγματα χωρίς να προσκομίζει εις το δικαστήριο και/ή τουλάχιστον να παρουσιάζει τέτοια τεκμήρια που θα μπορούσε κανείς και ειδικά το δικαστήριο να επιτρέψει μια τέτοια τροποποίηση και ουσιαστικά προσπαθεί να πετύχει εκ των προτέρων διατάγματα τα οποία φέρει το βάρος της απόδειξης εάν είναι καθ' οιονδήποτε παιδί του μ. XXXXX Γερολέμου και/ή αναγνωρίστηκε ποτέ ως τέτοιο από τον μ. XXXXX Γερολέμου.» Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες αν και έλαβα σοβαρά υπόψη μου, δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αναφορά σε αυτές κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Θα πρέπει κατ' αρχή να σημειωθεί ότι η παρούσα αγωγή, παρουσιάζει μια ιδιομορφία υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για συνηθισμένη πολιτική αγωγή, αλλά για κληρονομική αγωγή (probate action) και δη interest suit (αγωγή αξίωσης συμφέροντος). Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Tristram and Coote's Probate Practice, 20η έκδοση
(1956), στις σελ. 554 και 555 (βλ. επίσης 30η έκδοση
(2006), παρ. 27.12), μία interest suit προκύπτει όταν αμφισβητείται το συμφέρον που κάποιο πρόσωπο προβάλλει ως βάση για να του χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης ή που ενίσταται σε μια διαθήκη. Με άλλα λόγια, εγείρεται interest suit όπου η αμφισβήτηση, άμεση ή έμμεση, αφορά στον τίτλο κάτω από τον οποίο προβάλλεται η αξίωση σε διαχείριση. Το «θέμα» αυτό δύναται να δικαστεί ξεχωριστά από τα θέματα εγκυρότητας της αμφισβητούμενης διαθήκης ή στα πλαίσια ξεχωριστής και αυτόνομης αγωγή (original suit). Οι Κανονισμοί που διέπουν το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου μια τέτοια αγωγή εκδικάζεται είναι οι περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικοί Κανονισμοί 1955 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189 υπό την επιφύλαξη όμως του άρθρου 58 του Νόμου, ήτοι ότι, όπου δεν γίνεται πρόνοια για κάποιο θέμα στο Νόμο ή τους Κανονισμούς του Κεφ. 189, θα εφαρμόζεται η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (βλ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΥΓΓΕΛΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΥ Γ. ΛΟΪΖΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε120/2013, 21/12/2017). Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας «The Practice of the Probate Division of the High Court of Justice», για σκοπούς του Κεφ. 189, ασκείτο τότε, στη βάση των Contentious Probate Rules 1862 και των Non - Contentious Probate Rules 1954 ή ως έμειναν γνωστά, Contentious Business Rules και Non - Contentious ή Common Form Business Rules (βλ. σελ. 1 και 536-537 Tristram ανωτέρω) Η διαφορά μεταξύ των Contentious και των Non - Contentious ή Common Form θεμάτων (business), έγκειται στην ίδια την έννοια της λέξης contentious probate business ήτοι «αμφισβητούμενα κληρονομικά θέματα». Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Tristram (σελ. 537), οποιαδήποτε κληρονομική αξίωση δεν είναι μη-αμφισβητούμενη, είναι Contentious Business: «Non-contentious or common form probate business' means the business of obtaining probate and administration where there is no contention as to the right thereto . (και) . all proceedings in the Court of Probate or in the registries thereof in respect of business not included in the Court of Probate Act, 1857 (b), under the expression' Common Form Business: except the warning of caveats, shall be deemed to be contentious business." Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι η 20η έκδοση του συγγράμματος Tristram and Coote's Probate Practice στην οποία κάνω αναφορά στην παρούσα, έχει, δυνάμει της Εγκυκλίου ημερ. 21/12/56 του τότε Αρχιδικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, νομοθετικά υιοθετηθεί ως μέρος της πρακτικής που θα πρέπει να ακολουθείται από τα κυπριακά Δικαστήρια και Πρωτοκολλητεία, σε διάφορα θέματα διαχειρίσεων. Τα όσα επομένως περιέχονται στο εν λόγω σύγγραμμα, συνιστούν, αν μη τι άλλο, δυνατή και ασφαλή ένδειξη του πώς θα πρέπει να προσεγγίζονται τα κληρονομικά θέματα που εγείρονται στα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων Σύγγελου ανωτέρω όπου κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να ακολουθηθεί προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου επί συγκεκριμένου κληρονομικού θέματος, λόγω του ότι η προηγούμενη νομολογία, «.είχε εκδοθεί χωρίς να τεθεί ενώπιον του Εφετείου ώστε να ληφθεί υπόψη η αγγλική πρακτική και διαδικασία για τα πιο πάνω ζητήματα, θα πρέπει να προσεγγιστεί και υπό το πρίσμα της αγγλικής πρακτικής και διαδικασίας, προσέγγιση που ενδεχομένως να διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της υπόθεσης.»). Αναφορικά με το ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρουσιάζουν να περιέχουν κάποιες πρόνοιες που αφορούν σε κληρονομικά θέματα, παραθέτω το σχετικό σχόλιο των έγκριτων συγγραφέων του Tristram στη σελ. 1044: «The rules in the Annual Practice contain many provisions which apply expressly to the Probate Court. They contain other provisions which have nothing to do with the Probate Court Practice. But when we find distinct rules in the Probate Court dealing with "particular subject matter, they, in my opinion, remain in force not-withstanding that there may be a different rule dealing with that subject matter in the Rules of the Supreme Court. Section 18 of the Supreme Court of Judicature Act, 1875 . says that all rules in the Court of Probate in force at the time of the "commencement of the Act shall remain and be in force in the High Court and in the Court of Appeal respectively until they shall respectively be altered or annulled by any Rules of Court made after the commencement of this Act" (per COZENS-HARDY,M.R., Hailstone, deceased, Hopkinson v. Carter, [1909] P. at p. 120, C. A.). This is re-enacted by s. 226 of the Judicature (Consolidation) Act, 1925. Notwithstanding this ruling, it is often far from clear whether a particular subject matter is, in fact, dealt with under the Probate Rules or those of the Supreme Court. The footnotes to the following rules are made to indicate what is now actually done». Το ότι οι Κανονισμοί του 1955 και η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας «υπερισχύουν», επιβεβαιώνεται όχι μόνο από το αρ. 58 Του Κεφ.189 (βλ. Σύγγελου) αλλά και από τις ίδιες τις αναφορές που γίνονται στο Annual Practice 1958 σε σχέση με τον τύπο και πλαίσιο εντός του οποίου καταχωρείται και προωθείται μια κληρονομική αγωγή και που για την ακολουθητέα διαδικασία, παραπομπή γίνεται στη διαδικασία που προνοείται στα Contentious Probate Rules (βλ. Ο.1 r.1.- Form and Commencement of Action, σελ. 7 - Action in the Probate Division). Έχοντας σκιαγραφήσει το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου εμπίπτει η παρούσα αγωγή, προχωρώ να εξετάσω το υπό κρίση αίτημα τροποποίησης που έχει υποβληθεί. Σημειώνω κατ' αρχή ότι σύμφωνα με τη Σύγγελου ανωτέρω, «.η τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου είναι εφικτή κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και παρόμοιας επαλήθευσης της, όπως προνοείται από τη Δ.2,Θ.13, δηλαδή με ένορκη δήλωση.». Αυτό είναι κάτι που επιβεβαιώνεται και από τον Καν.42 των Contentious Business Rules αλλά και από το Annual Practice όπως αναφέρεται και στη Σύγγελου. Αν και στην Σύγγελου, η οποία επίσης αφορούσε αίτημα τροποποίησης του κλητήριου και της Ε/Α, τελικά δεν αποφασίστηκε η ουσία του αιτήματος και το θέμα αυτό στάληκε πίσω στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να το αποφασίσει, από τα όσα σχετικά αναφέρονται στο Annual Practice αναφορικά με αιτήματα αυτής της φύσης (βλ. Ο.28 αντίστοιχη της δικής μας Δ.25), οι εφαρμοστέες αρχές είναι οι ίδιες όπως για κάθε περίπτωση τροποποίησης δικογράφου στη βάση της Δ.25. Επομένως, το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κυρίαρχο στοιχείο για την άσκησή της οποίας είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης, (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, στη σελ. 26). Tο συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. H σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα Η βασική αρχή είναι ότι, κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543) Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Τούτων λεχθέντων όμως, δεν θα πρέπει να αγνοείται ότι σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1, βασική προϋπόθεση για την έγκριση ενός αιτήματος τροποποίησης είναι αν αυτή είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων - «all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Όπως αναφέρεται στη σελ. 627 του Annual Practice, «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment». Ταυτόχρονα, τα θέματα που επιχειρούνται να προστεθούν ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής, θα πρέπει να είναι θέματα για τα οποία το Δικαστήριο όντως έχει δικαιοδοσία να τα εξετάσει (βλ. κατ' αναλογία Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 155). Με γνώμονα τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τι ακριβώς είναι που η ενάγουσα επιχειρεί να προσθέσει με την αιτούμενη τροποποίηση σημειώνω τα εξής: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Tristram στις σελ. 554 -555: «The decision in an interest suit may involve an issue of pedigree or of legitimacy, but a prayer for a declaration of legitimacy may not be included in the 'writ of summons, . such a claim shall be brought to the court by petition and not by writ (a); the Divorce Division is the proper tribunal (Warter v. Warter
(1890),15P. D. 35; 30 Digest 152,255.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η απόφαση σε μια κληρονομική αγωγή αξίωσης συμφέροντος μπορεί να περιλαμβάνει θέματα γενεαλογίας ή νομιμότητας, όμως δεν μπορεί να περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα, παρακλητικό για αναγνωριστική απόφαση αυτής της νομιμότητας . τέτοιο αίτημα θα πρέπει να εγερθεί με αίτηση (petition) και όχι με κλητήριο ένταλμα . το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία επίλυσης γάμων είναι το καταλληλότερο Δικαστήριο » Παρόμοια αναφορά γίνεται και στη σελ. 571 αναφορικά με το τι δύναται να περιέχεται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου μιας κληρονομικής αγωγής για αξίωση συμφέροντος: «Considerations in settling indorsement of claim
(2)The nature of the claim to be put forward. In an action for proof of a will in solemn form, it is material to consider whether the plaintiff shall rely on one testamentary instrument, or whether he shall claim in the alternative, e.g. probate of an earlier will in the event of the last will propounded by him being pronounced against, etc. (A declaration of legitimacy cannot be claimed in a probate action (Warter v. Warter
(1890), 15 P. D. 35; 30 Digest 152, 255.)» Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώνεται και από το Annual Practice, τόσο σε σχέση με το τι δύναται και τι όχι να περιλαμβάνει ένα κλητήριο ένταλμα κληρονομικής αγωγής που καταχωρείται στο σύνηθες Αστικό (Civil) Δικαστήριο όσο και σε σχέση με τη δυνατότητα ενός τέτοιου Δικαστηρίου να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις (Declaratory Judgments): Σελ. 23 - Probate Actions «Declaration of Legitimacy.—If plaintiff desires such a declaration it cannot be joined with the claim on a writ in a probate action, the procedure to obtain it being by petition (Warter v. W., 15 P. D. 35).» Σελ. 2001-2002 in Regards to Procedure Generally «.a claim (on legitimacy) must be brought by petition; it cannot therefore be brought by writ under O.2 r.1 Warter v. W., 15 P. D. 3.).» Σελ. 579 - Declaratory Judgment (O.25 r.5 - αντίστοιχη με τη δική μας Δ.27 Θ.4) « A declaration of legitimacy cannot be made under this Rule: it. can only be made on petition under J. Α., s. 188 (Warter v. Warter, 15 P. D. 35; Yool v. Ewing, [1904] 1 Ir. B. 446); or in the case of children legitimated under the Legitimacy Act, 1926, by a Petition under section 2, see (n.) to J. Α., s. 188, in Part IX, Div. I; nor can the Divorce Division make a declaration as to the validity of a marriage under this rule (De Gasquet James v. Duke of Mecklenburg-Schwerin, [1914] P. 53). S. 188 of J. A. has been repealed; see now M. C. Act·, 1950, s. 17:» Τα πιο πάνω φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από την κυπριακή νομολογία. Όπως προκύπτει από την παλιά υπόθεση Maroulla Costa Petridou ν. Stassa Exarchou
(1974)1 CLR 160, το αίτημα για αναγνώριση τέκνου υποβάλλεται και εκδικάζεται στη βάση petition, και όχι στη βάση κλητήριου εντάλματος Από της ίδρυσης του Οικογενειακού Δικαστηρίου και ειδικότερα της θέσπισης του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν.187/1991), Νόμο τον οποίο η εδώ ενάγουσα επικαλείται, αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστικής αναγνώρισης τέκνου ή γενεαλογίας προσώπου, έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία το τέκνο έχει τη συνήθη διαμονή του (βλ. αρ. 2), κατόπιν υποβολής σχετικής «αίτησης» σύμφωνα με τα αρ. 20 και 21 του εν λόγω Νόμου. Σημειώνω εδώ ότι όταν δικάζετο η υπόθεση Exarchou ανωτέρω, ούτε το Οικογενειακό Δικαστήριο είχε ιδρυθεί, ούτε υπήρχε ο Ν. 187/91, εξ' ου και εκείνη υπόθεση εκδικάστηκε από Δικαστήριο που είχε δικαιοδοσία εκδίκασης Πολιτικών Αγωγών, ως το Δικαστήριο που εκδίκαζε τότε και τα θέματα οικογενειακής φύσης. Σημειώνω τέλος ότι όπως και στην Κύπρο έτσι και στην Αγγλία, αυτά τα θέματα, εκδικάζονται πλέον, από το Οικογενειακό Δικαστήριο/Tμήμα με τη διαφορά όμως στην Αγγλία, από το 1970 και εντεύθεν, η δικαιοδοσία επικύρωσης διαθηκών και άλλων κληρονομικών θεμάτων, έχει ενταχθεί στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου/Τμήματος, προφανώς λόγω της άμεσης σχέσης τους με τα θέματα που το εν λόγω Δικαστήριο/Τμήμα επιλαμβάνεται (βλ. S.1 Administration Act 1970 και σχετικές αναφορές στη 30η έκδοση του Tristram). Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι προτιθέμενες τροποποιήσεις του παρακλητικού (prayer) του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, δεν μπορούν να επιτραπούν, εφόσον, όχι μόνο εκφεύγουν του ορθού δικονομικού πλαισίου αλλά ειδικότερα, επειδή οι θεραπείες στις οποίες αφορούν, εκφεύγουν της καθ' ύλη δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και σε σχέση με τις προτιθέμενες τροποποιήσεις της Ε/Α, οι οποίες κρίνω, στη βάση όλων των ενώπιον μου δεδομένων, ότι μπορούν να επιτραπούν να προστεθούν στην Ε/Α. Στην κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη μου τη φύση της υπόθεσης ως αυτή αναδύεται από τα υφιστάμενα δικόγραφα, τη φύση των επιδιωκόμενων προσθηκών, τα δικαιώματα αμφότερων των μερών ως προβάλλονται από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, το σχετικά αρχικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση - δεν έχει ακόμη ξεκινήσει η ακρόαση -το ότι η όποια ταλαιπωρία δύναται να προκληθεί στην πλευρά των εναγομένων, αυτή δύναται να αντισταθμιστεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και ότι δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας από πλευράς ενάγουσας στην καταχώρηση της παρούσας. Δε διαφεύγει της προσοχής μου ότι τα όσα επιχειρούνται να προστεθούν στην Ε/Α παρουσιάζονται να είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις προτιθέμενες προς προσθήκη θεραπείες οι οποίες δεν επιτράπηκαν να γίνουν για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Την ίδια στιγμή όμως, όπως αναφέρεται και στο Tristram ανωτέρω, είναι η συγκεκριμένη θεραπεία που δεν μπορεί να περιληφθεί στο κλητήριο και όχι τα τυχόν γεγονότα που την περιβάλλουν, εφόσον, κατά την εξέταση του κατά πόσο όντως η ενάγουσα δικαιούται στο κληρονομικό συμφέρον που αξιώνει, το Δικαστήριο ενδεχομένως να πρέπει να υπεισέρθει σε θέματα γενεαλογίας ή νομιμότητας. Αυτό που δεν μπορεί όμως να πράξει το Δικαστήριο, είναι να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση ότι η ενάγουσα όντως είναι τέκνο του αποβιώσαντα - «.the decision in an interest suit may involve an issue of pedigree or of legitimacy, but a prayer for a declaration of legitimacy may not be included in the 'writ of summons.». Ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, οι διάδικοι και ιδιαίτερα η ενάγουσα, θα πρέπει να προβληματιστούν ως προς το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται και προωθείται η παρούσα αγωγή, υπό την έννοια ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε αναγνώριση της ενάγουσας ως γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντος. Επί του θέματος αυτού όμως δεν θα επεκταθώ. Η αίτηση συνεπώς επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 2 και 3 της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα με επισυνημμένη σχετική Ε/Δ ως προνοούν οι σχετικοί Κανονισμοί, τροποποιημένη στη βάση των όσων γεγονότων έχουν εγκριθεί να προστεθούν στην Ε/Α καθώς και τροποποιημένη Ε/Α να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου του Τροποποιημένου Κλητηρίου και Ε/Α. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Τυχόν περαιτέρω αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων που θα κριθεί αναγκαίο να γίνει συνεπεία της τροποποίησης, να γίνει από αμφότερους τους διαδίκους σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μέχρι 12 Ιουλίου 2018 το αργότερο όταν και ορίζεται η αγωγή στις 0900 για οδηγίες. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και τα σπαταληθέντα έξοδα (thrown away) που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης Κληρονομικής Αγωγής (probate action). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.