Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Τσιγαρίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2736/17, 15/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A252 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2736/17 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα/Αιτήτρια -και-
- XXXXX Τσιγαρίδη εκ Λεμεσού
- XXXXX Τσιγαρίδη εκ Λεμεσού
- Τσιγαρίδης Λτδ (ΗΕ 13296) εκ Λεμεσού Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση --------------------------------------------- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 11/01/2018 Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα. Χ. Κυριακίδου για Καννάβα, Κιτρομηλίδου & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους /Καθ' ων η Αίτηση: κα Κ.Παναγιώτου για A.CHR. THEOFILOU LLC --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε στις 28/09/17, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου 1 ως πρωτοφειλέτη και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών του, το συνολικό ποσό των €28.580,00 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι ποσού 20.000ΛΚ (€34.200) ημερ. 24/11/99 πλέον τόκο 11.5% από 23/08/17 κεφαλαιοποιούμενο την 31η Δεκεμβρίου και 30η Ιουνίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως. Με την επίδοση του κλητηρίου, οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 10/10/17 και τρεις μήνες αργότερα, στις 11/01/18, χωρίς να έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε Υπεράσπιση, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων στη βάση κυρίως της Δ.18 Θ. 1-
- Στην αίτηση αυτή της ενάγουσας, η οποία υποστηρίζεται από την Ε/Δ του XXXXX Μιχαηλίδη (εφ' εξής Ε/Δ Μιχαηλίδη), υπαλλήλου της τελευταίας, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση, υποστηριζόμενη από Ε/Δ του εναγόμενου 1 (εφ' εξής Ε/Δ Τσιγαρίδη), στην οποία προβάλλονται δέκα
(10)λόγοι για τους οποίους οι εναγόμενοι θεωρούν ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και ότι θα πρέπει να τους δοθεί άδεια να υπερασπιστούν την αγωγή. Στην Ε/Δ Μιχαηλίδη, ο ομνύοντας αναφέρει ότι είναι ο υπεύθυνος της ενάγουσας για την εποπτεία και έλεγχο των ενεργειών των εναγομένων, έχει άμεση σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης του λογαριασμού τους και έχει στην κατοχή και φύλαξη του όλα τα έγγραφα που αφορούν τον εν λόγω λογαριασμό, την κίνηση του οποίου, ως εκ της θέσης του, παρακολουθεί. Αναφέρει επίσης ότι έχει θετική και πλήρη γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και ότι στη βάση των σχετικών εγγράφων που κατέχει υπό τη φύλαξη του - Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 24/11/99 (Τεκ.1), Σύμβαση Εγγύησης ημερ. 24/11/99 (Τεκ. 2), επιστολές 09/05/16, και 23/08/17 (Τεκ. 3 και 4) οι οποίες, η μεν πρώτη στάληκε στους εναγόμενους στη δοθείσα από αυτούς διεύθυνση, η δε δεύτερη τους επιδόθηκε προσωπικά στις 04/09/17 (Τεκ. 5 - 7), ετοίμασε και προσυπόγραψε τόσο συνοπτική όσο και αναλυτική κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού των εναγομένων όπου φαίνεται η οφειλή τους (Τεκ. 8 και 9) και τις οποίες καταστάσεις ο ομνύοντας επιβεβαιώνει. Τέλος, ο ομνύοντας επιβεβαιώνει ότι το χρέος που αξιώνεται με την αγωγή παραμένει ανεξόφλητο και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση. Ο ενόρκως δηλών των εναγομένων, αναπτύσσοντας τους 10 λόγους της ένστασής τους, ισχυρίστηκε κατ' αρχή ότι ο ενόρκως δηλών της ενάγουσας δεν είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα αφού «.δεν αναφέρει από πότε εργάζεται στην Ενάγουσα και σε ποιο συγκεκριμένο τμήμα εργαζόταν ούτως ώστε να διευκρινιστεί εάν κατά πάντα για την αγωγή ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας/Αιτήτριας.» και ότι «.παραλείπει να αναφέρει από πότε του έχει ανατεθεί η κατ' ισχυρισμό «εποπτεία και ο έλεγχος των ενεργειών και πράξεων των Εναγόμενων», ενώ δεν κάνει αναφορά στην πηγή γνώσης του σε σχέση με τα γεγονότα και έγγραφα που δεν είχε ο ίδιος άμεση εμπλοκή.», υποδεικνύοντας την απουσία υπογραφής του μάρτυρα από τις επίμαχες συμφωνίες. Πέραν των πιο πάνω, ο ομνύοντας της Ε/Δ Τσιγαρίδη, αν και παραδέχεται την υπογραφή και σύναψη της επίμαχης συμφωνίας πίστωσης και της επίμαχης συμφωνίας εγγύησης μεταξύ των μερών ως είναι οι σχετικοί ισχυρισμοί Μιχαηλίδη, ισχυρίζεται τα εξής: Α. Ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει τον επίδικο λογαριασμό και να ζητήσει την πληρωμή του ποσού κατά την απόλυτη κρίση της, αφού τέτοιος όρος (ήτοι, ο όρος 5 της Σύμβασης Πίστωσης ημερομηνίας 24/11/1999 — τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση κ. Μιχαηλίδη), αποτελεί καταχρηστική ρήτρα και ως εκ τούτου είναι ανεφάρμοστος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος αρνείται ότι έλαβε τις επιστολές της ενάγουσας ημερ. 09/05/16 και 23/8/17 αντίστοιχα (τεκ. 3 και 4 Ε/Δ Μιχαηλίδη). Β. Ότι οι επίδικες συμφωνίες «αποτελούσαν και αποτελούν τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο με όρους προκαθορισμένους από την Ενάγουσα/Αιτήτρια και για το οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα από εμάς (και γενικά από τους πελάτες της Ενάγουσας/Αιτήτριας) να διαπραγματευθούμε το περιεχόμενο και τους όρους που περιέχονται στο εν λόγω έγγραφο.». Ισχυρίζεται συναφώς ότι οι εν λόγω συμφωνίες είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης της Ενάγουσας/Αιτήτριας και ότι οι όροι που εκεί περιέχονται είναι καταχρηστικοί, παράνομοι, άκυροι, αυθαίρετοι και καταπιεστικοί και αντιβαίνουν στις πρόνοιες του Ν.93(Ι)/96 και τις περιοριστικές διατάξεις αυτού σχετικά με ορισμένες καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές, στις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999)καθώς και στα αρ. 93 και 97 του Κεφ.149. Γ. Ότι στο λογαριασμό έγιναν παράνομες, αυθαίρετες και καταχρηστικές χρεώσεις με αποτέλεσμα «.το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού (να) είναι εσφαλμένο, διογκωμένο.» και ότι «.η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν είχε δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας και επιβολής επιτοκίου επαυξημένου από το συμβατικό επιτόκιο των λογαριασμών που ως προνοείτο από τον όρο 3 της επίδικης Σύμβασης Πίστωσης, το επιτόκιο θα ήτο «8% ετησίως» και ως εκ τούτου η Ενάγουσα/Αιτήτρια αδικαιολόγητα και αυθαίρετα αξιώνει επιτόκιο ύψους 11,5% αντί 8%». Είναι δε η θέση του ότι «.κανείς αρμόδιος και/ή υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή άλλως πως της Ενάγουσας/Αιτήτριας δεν μας επεξήγησε τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου...». Δ. Ότι τα στοιχεία της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας δεν δικαιολογούν έκδοση συνοπτικής απόφαση, εφόσον στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλουν, προκύπτει ότι «.κανένα ποσό οφείλουμε στην Ενάγουσα/Αιτήτρια.». Ο ομνύοντας τέλος ισχυρίζεται ότι «πριν την καταχώριση του Κλητηρίου την 28/09/2017, βρισκόμασταν (οι Εναγόμενοι/Καθ'ων η Αίτηση) σε απευθείας διαβουλεύσεις με την Ενάγουσα/Αιτήτρια που συνεχίστηκαν και μετά την καταχώριση της Αγωγής μέχρι και την καταχώριση στις 11/01/2018 την παρούσας αίτησης και αυτός ήταν ο μόνος λόγος που δεν καταχωρίσαμε την πιο πάνω Υπεράσπιση μας, τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι εναγόμενοι». Είναι η θέση των εναγομένων ότι «. έχουμε νόμιμη, καλή και αι εύλογη Υπεράσπιση . ενώ υπάρχουν αρκετά σημεία τα οποία χρήζουν επίλυσης και προς τούτο είναι απαραίτητη η διεξαγωγή δίκης». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου καθώς και τα όσα επιχειρηματολόγησαν με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών αγορεύσεις τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου έχουν με περισσή επάρκεια συνοψισθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd και Άλλοι ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795 και πολύ πρόσφατα στην υπόθεση BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018, τα γεγονότα αμφότερων των οποίων προσομοιάζουν με τα όσα περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Sensus ανωτέρω: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) A.A.Δ.1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818.) Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
- Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides, σελ. 136-138) και Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18 Καν. 3(α)). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Με την ένσταση τους, οι εναγόμενοι, δεν αμφισβητούν την ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1, αλλά την τρίτη, υποστηρίζοντας ότι με τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατέθεσε η ενάγουσα, αντίθετα με εκείνους που κατέδειξαν την ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης, αυτή δεν απέδειξε αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη απαίτηση. Παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν γίνεται από τον οποιοδήποτε υπάλληλο της ενάγουσας, αλλά από τον ίδιο τον υπεύθυνο για την εποπτεία και έλεγχο του επίμαχου λογαριασμού, ο οποίος, ως αναφέρει, έχει άμεση σχέση με την παρακολούθηση του λογαριασμού και την ετοιμασία των σχετικών καταστάσεων και ο οποίος, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του, είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα που αναφέρει (βλ. κατ' αντιστοιχία Sensus ανωτέρω). Το ότι ο εν λόγω υπεύθυνος δεν παρουσιάζεται να υπογράφει τις επίμαχες συμφωνίες, είναι, υπό το φως και του παραδεκτού των εν λόγω συμφωνιών, άνευ σημασίας. Ούτε όμως και η περίπτωση προσομοιάζει με τα γεγονότα της υπόθεσης Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, αφού ο εδώ ομνύοντας, αντίθετα με τον ομνύοντα σε εκείνη την υπόθεση, έχει «σχέση ... με το λογαριασμό . με την διακίνηση του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη . με την κατάσταση του λογαριασμού του (και) με την ετοιμασία του.», κατάσταση την οποία μάλιστα προσυπογράφει ο ίδιος. Κατά δεύτερο, τα έγγραφα που επισυνάπτει ο Μιχαηλίδης στην Ε/Δ του, σε συνδυασμό με τα όσα παραδέχονται οι εναγόμενοι με την Ε/Δ Τσιγαρίδη, παρουσιάζονται να επιβεβαιώνουν τις θέσεις του πρώτου. Η υπογραφή των επίμαχων συμφωνιών και το άνοιγμα του επίμαχου λογαριασμού στη βάση των εκεί αναφερόμενων προνοιών τους είναι παραδεκτά, ενώ οι επιστολές της ενάγουσας ημερ. 09/05/16 και 23/08/17, προειδοποιητική και τερματισμού αντίστοιχα, με τις οποίες οι εναγόμενοι φέρεται να ενημερώθηκαν, ως επιβάλλετο από τις επίδικες συμφωνίες, τόσο για την οφειλή τους όσο και για τον τερματισμό του λογαριασμού και την αύξηση του επιτοκίου, παρουσιάζονται να αποστέλλονται στις διευθύνσεις που οι εναγόμενοι έδωσαν στην ενάγουσα κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών (βλ. όρους 12 και 9 αντίστοιχα), με την επιστολή τερματισμού να έχει μάλιστα επιδοθεί προσωπικά στους εναγόμενους. Δεν αγνοώ ότι για τον εναγόμενο 1 η επίδοση της επιστολής τερματισμού φέρεται να έγινε στην εναγόμενη 2, όμως σύμφωνα με τον ισχυρισμό του επιδότη που επέδωσε την εν λόγω επιστολή στην εναγόμενη 2 (βλ. Τεκ.5 και 7 Ε/Δ Μιχαηλίδη), ισχυρισμός που δεν αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε από πλευράς εναγομένων, η εναγόμενη 2 είναι, πέραν από διευθύντρια της εναγομένης 3, σύζυγος του εναγόμενου 1 και συγκάτοικος του στη διεύθυνση που εντοπίσθηκε. Κατά τρίτο, είναι επίσης παραδεκτό από την Ε/Δ Τσιγαρίδη ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία προνοούσε ότι ο λογαριασμός θα χρεώνετο με τόκο 8% και ότι σε περίπτωση μελλοντικής νομοθετικής ρύθμισης, με τέτοιο τόκο όπως «.η Τράπεζα ήθελεν άλλως πώς και κατά την απόλυτον αυτή κρίσιν αποφασίσει οπότε και θα ειδοποιή προς τούτο εγγράφως.» τους εναγόμενους. Υπενθυμίζω ότι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί των εναγομένων είναι αφ' ενός ότι ο εν λόγω όρος είναι παράνομος, ετεροβαρής και καταχρηστικός και αφ' ετέρου ότι ο αξιούμενος πλέον τόκος του 11,5% δεν δικαιολογείται από το Νόμο ή τη συμφωνία των μερών. Το δικαίωμα δε της ενάγουσας να χρεώνει το λογαριασμό με οποιαδήποτε τραπεζικά έξοδα «.συνεπεία και εις εκτέλεσιν.» των επίμαχων συμφωνιών, παρουσιάζεται επίσης να παρέχεται από τους όρους 11 και 13 της συμφωνίας πίστωσης και εγγύησης αντίστοιχα. Στη βάση των πιο πάνω επομένως, και υπό το φως των λεπτομερών καταστάσεων του επίμαχου λογαριασμού που παρουσίασε η ενάγουσα, η τελευταία φαίνεται να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ. 1. Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι, έχουν καταδείξει με την ένσταση τους ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για διεξαγωγή δίκης (βλ. Brainvibes ανωτέρω και την αναφορά που εκεί γίνεται στη Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Τα όσα προβάλλουν προς τούτο οι εναγόμενοι, έχουν ήδη συνοψισθεί πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Υπενθυμίζω ότι η έννοια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω παρατηρώ τα εξής αναφορικά με τις θέσεις των εναγομένων. Όπως ήταν και το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Sensus αλλά και στη Brainvibes ανωτέρω, το οποίο επικυρώθηκε και στις δύο υποθέσεις από το Εφετείο, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω κρίνω ότι «οι .ισχυρισμοί των εναγομένων . στην ένσταση τους, δηλαδή για καταχρηστικές ρήτρες στις επίδικες συμφωνίες, αυξήσεις τόκων χωρίς τέτοιο δικαίωμα, εκμετάλλευση της θέσης ισχύος των εναγόντων, είναι γενικοί και αόριστοι και . δεν προβάλλουν κάποια καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας.» Οι εναγόμενοι υπέγραψαν με την ελεύθερη βούληση τους τις επίδικες συμφωνίες, οι οποίες προνοούσαν και για χρεώσεις οποιονδήποτε σχετικών τραπεζικών εξόδων, χρεώσεις τις οποίες οι εναγόμενοι αναγνώρισαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας και «.από τούδε ανεπιφυλάκτως . ως εγκύρους και ισχυράς» (βλ. όρο 11 και 13 αντίστοιχα) αλλά και για το πώς και με ποιο επιτόκιο θα χρεώνετο ο επίδικος λογαριασμός, ήτοι ότι θα χρεωνόταν με 8% τόκο και σε περίπτωση που το επέτρεπε ο Νόμος, με τέτοιο επιτόκιο που θα αποφάσιζε η ενάγουσα, νοουμένου όμως ότι θα τους ενημέρωνε γραπτώς από προηγουμένως. Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω εδώ ότι οι επίμαχες συμφωνίες έγιναν πριν την τροποποίηση του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999)το 2015, οπόταν και τυγχάνει πλήρους εφαρμογής το αρ. 3
(1)(β) του Νόμου, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Στην υπό κρίση περίπτωση, η απόφαση για την αύξηση του επιτοκίου του λογαριασμού από την ενάγουσα έγινε με την διαπίστωση ύπαρξης καθυστερημένων οφειλών στον επίδικο λογαριασμό και για την αύξηση αυτή, η οποία ήταν εντός της επιτρεπόμενης πλέον αύξησης του 2% (βλ. αρ. 3(1α) του Νόμου), οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν γραπτώς δύο φορές από την ενάγουσα, ήτοι με τις επιστολές 09/05/16 και 23/08/17, με την τελευταία επιστολή να τους επιδίδεται και προσωπικά. Δεν παραγνωρίζω ότι στις επίμαχες συμφωνίες δεν γίνεται ρητή αναφορά σε τόκο υπερημερίας, πλην όμως η ενάγουσα δεν είχε τέτοια νομοθετική υποχρέωση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αντίθετα, η υποχρέωση της τότε ήταν όπως ενημερώνει «.τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή» (βλ. αρ. 3 Ν. 160(Ι)/1999ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο). Η σχετική επομένως γραπτή ενημέρωση που έτυχαν οι εναγόμενοι με τις επιστολές 09/05/16 και 23/08/17, συνάδει πλήρως και με τους όρους των επίμαχων συμφωνιών (βλ. όρο 3) αλλά και με τις αρχές της Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, ως οι εν λόγω αρχές επιβεβαιώθηκαν και εφαρμόστηκαν στη Sensus ανωτέρω η οποία επίσης αφορούσε συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης που έγινε πριν την τροποποίηση του Ν.160(Ι)/
- Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, ενώ οι εναγόμενοι είχαν στην κατοχή τους όλα τα έγγραφα δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι επίμαχες πιστώσεις καθώς και τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού, ιδιαίτερα όταν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτεται πλήρης αναλυτική κατάσταση, ούτε εντόπισαν αλλά ούτε και υπέδειξαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους έστω και μία παράνομη χρέωση ή έστω κάποια στοιχεία για τις κατ' ισχυρισμό παράνομες και αντισυμβατικές υπερχρεώσεις τόκων και εξόδων, ώστε να μπορούν να επικαλούνται αβεβαιότητα ή διόγκωση του ποσού που πραγματικά οφείλεται (βλ. Brainvibes ανωτέρω). Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί τους επομένως, παρέμειναν γενικοί, ατεκμηρίωτοι και ανυπόστατοι. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι εναγόμενοι, «κατάχρηση της διαπραγματευτικής θέσης της Ενάγουσας» κατά την υπογραφή των συμφωνιών. Καμία όμως περαιτέρω αναφορά γίνεται ως προς το πώς είναι που εκδηλώθηκε αυτή η κατ' ισχυρισμό κατάχρηση σε βάρος των εναγομένων ή του πώς η αδυναμία διαπραγμάτευσης επηρέασε τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά, εφόσον άλλωστε οι εναγόμενοι, είναι διαφορετικές συμφωνίες και υπό διαφορετική ιδιότητα που υπέγραψαν και που ενάγονται. Η παράλειψη αυτή των εναγομένων καθίσταται ιδιαίτερης σημασίας για σκοπούς της παρούσα διαδικασίας, αν ληφθεί υπόψη ότι από το 1999 που λειτουργεί ο επίμαχος λογαριασμός στη βάση των συμφωνηθέντων όρων, οι εναγόμενοι δεν φαίνεται να εκδήλωσαν ποτέ οποιαδήποτε αντίθεση ή παράπονο αναφορικά με την εφαρμογή των όρων αυτών. Η παράλειψη αυτή των εναγομένων επομένως, δηλαδή να εξειδικεύσουν πώς είναι που στερήθηκαν διαπραγματευτικής δυνατότητας ή έστω ποιες προσπάθειες είναι που κατέβαλαν στα πλαίσια «ατομικής διαπραγμάτευσης», οι οποίες «εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσουν το περιεχόμενο των επίμαχων συμφωνιών» (βλ. αρ. 3 Ν. 93(I)/1996), καταδεικνύει και το αβάσιμο τους. Σημειώνω εδώ ότι η αναφορά μου στο αρ. 3 του Ν. 93(I)/1996, γίνεται ώστε να διασκεδαστεί (entertained) ο επί του προκειμένου ισχυρισμός των εναγομένων, κατά «υποθετικό» όμως τρόπο, εφόσον στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, ο ισχυρισμός περί «καταχρηστικής ρήτρας» προβάλλεται γενικά και αόριστα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε οποιαδήποτε σχετική νομοθετική πρόνοια. Η ίδια όμως γενικότητα και αοριστία χαρακτηρίζει και τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί ύπαρξης όρων στις συμφωνίες που κατ' εκείνους είναι είτε καταχρηστικοί και ετεροβαρείς, είτε αντίκεινται στις πρόνοιες των Ν. 93(Ι)/96, Ν.160(Ι)/1999και των αρ. 93 και 97 Κεφ.
- Πλην των αναφορών που γίνονται στον όρο που αφορά το επιτόκιο και τα έξοδα του λογαριασμού και στον όρο για μονομερή τερματισμό της συμφωνίας, όρους για τους οποίους έχω ήδη αναφερθεί ανωτέρω, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί των εναγομένων περί παράβασης νομοθετικών προνοιών, παρατίθενται κατά γενικό και αόριστο τρόπο στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια ή να γίνεται οποιαδήποτε εξειδίκευση τους, ενώ ούτε καν το ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι κατ' ισχυρισμό καταχρηστικοί και άκυροι όροι, δεν αναφέρεται. Υπενθυμίζω, και αυτό λόγω του προβληθέντος ισχυρισμού ότι δεν επεξηγήθηκε στον εναγόμενο 1 ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου, ότι από το 1999 μέχρι και τον τερματισμό των συμφωνιών, ουδείς εκ των εναγομένων φαίνεται να εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή έστω απορία σε σχέση με τις χρεώσεις που γίνονταν στο λογαριασμό τους. Στη βάση όλων των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη προβολή από πλευράς εναγομένων, από τη μια ότι «.το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού (να) είναι εσφαλμένο, διογκωμένο.» και ότι «.πριν την καταχώριση του Κλητηρίου την 28/09/2017, βρισκόμασταν (οι Εναγόμενοι/Καθ'ων η Αίτηση) σε απευθείας διαβουλεύσεις με την Ενάγουσα/Αιτήτρια.» και από την άλλη ότι «.κανένα ποσό οφείλουμε στην Ενάγουσα/Αιτήτρια.», κρίνω ότι «.η καταχώρηση της ένστασης με γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς στοχεύει μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας και όχι στην παρουσίαση μιας καλόπιστης υπεράσπισης» (βλ. Sensus ανωτέρω) Συνεπώς, η αίτηση ημερομηνίας 11/01/18 επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1-3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €28.580,00 πλέον τόκο 11.5% από 23/08/17, κεφαλαιοποιούμενο την 31η Δεκεμβρίου και 30η Ιουνίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1-3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, τα έξοδα της αγωγής και της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση - Υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο