Σιηπηλλή ν. Σιηπηλλή, Αρ. Αγωγής:696/2018, 8/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A239 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:696/2018 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Σιηπηλλή Ενάγουσα και XXXXX Σιηπηλλή Εναγομένη Ημερομηνία: 8 Ιουνίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Η κα Ε. Χ" Νεοφύτου για Παναγιώτη Π. Κλεοβούλου Για την Εναγομένη-Καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Γ. Λουκαΐδης για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής /απαντητικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων) Η ενάγουσα/ αιτήτρια επιδιώκει με αίτηση της με ημερομηνία 21.05.2018 την παροχή άδειας - διατάγματος από το Δικαστήριο που να της επιτρέπει να καταχωρήσει συμπληρωματική/ απαντητική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της ημερομηνίας 30.03.2018 στη βάση της οποίας εκδόθηκε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ενώ ως προς άλλα διατάγματα που συμπεριλαμβάνονταν στην αίτηση διατάχθηκε όπως επιδοθούν και σε απάντηση σε αυτήν της εναγομένης/ καθ' ης η αίτηση Άννας Σιηπηλλή, ημερομηνίας 11.05.2018 με την οποία υποστηρίζει την ένσταση της. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.39, Δ.48, θ. 1 - 4
(2)και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Διακριτική Εξουσία και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η ίδια η αιτήτρια. Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι λόγω της ιδιότητας της γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι για τις νομικές αρχές που επικαλείται έτυχε συμβουλής από τον δικηγόρο της, ο οποίος τη συμβούλευσε να καταχωρήσει την παρούσα για να απαντήσει και αντικρούσει ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση που προβάλλονται στην ένσταση της, οι οποίοι όπως υποστηρίζει δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά την καταχώρηση της αίτησης της. Προς τούτο δηλώνει ότι υπάρχει καλός λόγος για να της επιτραπεί η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης μέσω της οποίας προβάλλονται συγκεκριμένα στοιχεία και έγγραφα τα οποία δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις πλήρεις διαστάσεις τους και τα οποία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ούτως ώστε να υπάρχει ενώπιον του μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της προσχέδιο της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης η οποία καταλαμβάνει 14 πυκνογραμμένες σελίδες, την οποία όπως δηλώνει θα καταχωρήσει αν της επιτραπεί από το Δικαστήριο και η οποία δεν θα παραβλάψει κατά τον ισχυρισμό της καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο αυτού του σχεδίου της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης καθώς αυτό θα σχολιαστεί στο μέρος της απόφασης μου όπου θα αναλυθεί σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα όπου ασφαλώς χρειαστεί να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες του. Η εναγομένη/ καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία βασίζει επί της ίδιας νομικής βάσης και στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: « Δεν συντρέχει κανένας λόγος και δεν τεκμηριώνεται καλός λόγος για να δοθεί άδεια για την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εκ μέρους της αιτήτριας. Η άρνηση και η αντίκρουση ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση εκ μέρους της αιτήτριας δεν αποτελούν, ούτε και τεκμηριώνουν καλό λόγο για τέτοια άδεια. Σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεν μπορεί να επιτραπεί στην αιτήτρια να συμπληρώσει ή να διαφοροποιήσει την αρχική της μαρτυρία, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο στηρίχτηκε για να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα.» Ο 4ος λόγος ένστασης αφορά το εκπρόθεσμο της αίτησης ή ότι αυτή καταχωρήθηκε κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου. Δηλώθηκε ορθά κατά την αγόρευση του από τον κ. Γ. Λουκαϊδη, συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, ότι μετά που έλαβε γνώση σχετικού διαβήματος εκ μέρους της αιτήτριας, αυτός ο λόγος πλέον εξέλειπε. Επομένως δεν θα με απασχολήσει και η όποια επιχειρηματολογία αναπτύχθηκε σε σχέση με αυτόν και από τις δύο πλευρές. Τους λόγους ένστασης υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα Κατερίνα Κονναρή υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα την καθ' ης η αίτηση και ότι έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Υποστηρίζει ότι γνωρίζει τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση τόσον από το φάκελο της διαδικασίας όσον και απ' όσα της έχει αναφέρει ο δικηγόρος κ. Γεώργιος Λουκαΐδης που χειρίζεται την υπόθεση και επαναλαμβάνει αυτούσιους τους λόγους ένστασης. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν στις αγορεύσεις τους παραδίδοντας μου γραπτό τους κείμενο με τον κ. Γ. Λουκαΐδη, συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, να σχολιάζει και προφορικά την αγόρευση που καταχωρήθηκε από πλευράς αιτήτριας. Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση, την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει όπως και τους λόγους ένστασης και την αιτιολόγηση τους όπως και το δείγμα τη Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης που επιθυμεί η πλευρά της αιτήτριας να καταχωρήσει με την οποία θα απαντήσει σε ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση. Τις λαμβάνω υπόψη μου όπως και τις εισηγήσεις τους και τη νομική επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν ενώπιον μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ : Το αίτημα της αιτήτριας εδράζεται στην Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39.» Τα συμπεράσματα τα οποία δύνανται με ευκολία να εξαχθούν από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω Διάταξης είναι τα εξής: i. Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν μια αίτηση ή μια ειδοποίηση ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. ii. Αίτημα για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να γίνει είτε γραπτώς με αίτηση είτε προφορικώς με ανάλογο αίτημα προς το Δικαστήριο. iii. Οι λέξεις «μπορεί . να επιτρέψει» αφ' εαυτών υποδηλώνουν ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510). iv. Για να παραχωρήσει άδεια το Δικαστήριο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που τη ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα πρέπει να του επιτραπεί. v. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επιτρέπεται χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Η έννοια του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στην σχετική Διάταξη των Θεσμών και ως εκ τούτου το τι συνιστά «καλό λόγο» θα εξαρτηθεί από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, με το βάρος ότι υφίσταται τέτοιος λόγος να βρίσκεται επί των ώμων της αιτήτριας η οποία θα πρέπει να τον καταδείξει με θετικό τρόπο προτού ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημερ. 03.11.2016, επισημάνθηκε υπό της κας Παναγή, Δ ότι: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. «καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd. κ.α. ν. Λεωνίδα (αρ.1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, η οποία να σημειωθεί ότι αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της και δεν αφορούσε εφαρμογή του Άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως στην προκειμένη περίπτωση, τονίστηκαν όμως τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε περίπτωση αιτήματος για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Το κατά πόσον υφίσταται ή όχι «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όπως και από την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας. Στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1976,1981 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Όπως προκύπτει από την πιο πάνω αρχή εκείνο που όντως τυγχάνει καθολικής εφαρμογής είναι η αποτροπή επανόρθωσης ηθελημένων κενών στην εικόνα που δόθηκε με την αρχική ένορκη δήλωση και όχι καθολική απαγόρευση καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε διαδικασία στην οποία εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα. Η κα Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Λάρνακας σε πρόσφατη ενδιάμεση απόφαση της στην αγωγή AYRAT ISKHAKOV κ.α. ν. LEXBROOK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 964/2017, ημερ. 21.12.2017, εξηγεί με σαφήνεια την νομική αρχή που προκύπτει από τη νομολογία μας και η οποία θα πρέπει να δίδει καθοδήγηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιας φύσης αιτήματα: «Σαφώς δεν είναι εκ προοιμίου ανεπίτρεπτη η παραχώρηση αδείας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση εξεδόθη προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς Αίτησης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχώρησης από τον Αιτητή συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εις απάντηση της Ένορκης Δήλωσης που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της Ένστασης, νοουμένου ότι δεν επιδιώκεται μέσω της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης η προσθήκη γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του Διατάγματος, αλλά η απόσειση του βάρους απόδειξης που ο Αιτητής φέρει για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Όπως είναι νομολογημένο η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης κατά την ακρόαση και, επομένως, ο Αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι: • Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και • Ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον Καθ' ου η Αίτηση. Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης.» Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα παρατίθενται κατωτέρω επί του θέματος από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην αγωγή του Ε. Δ. Λευκωσίας Mathew Shaw κ.ά. ν Depha Investment Bank Ltd υπ' αρ. 8869/05, ημερ. 28.02.2007 : «Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ.» Περαιτέρω, στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 λέχθηκαν τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό". Τέλος, ενδιαφέρουν και τα όσα αναφέρθηκαν από την κα Έφη Παπαδοπούλου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε στην απόφαση της στην αγωγή με αρ.2596/02, Ε.Δ. Λεμεσού, μεταξύ Σωτήρη Πίττα ν. Ανδρέα Νεοκλέους κ.α., ημερ.5.11.2002, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση η συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του Αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει.» Επομένως στη βάση των αρχών που αναδύονται από τη νομολογία μας θα πρέπει να εξετασθούν τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και να αποφασιστεί αν δικαιολογείται η καταχώρηση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι επιδιώκει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα, απαντώντας και/ή αντικρούοντας τους ψευδείς, διαστρεβλωμένους και παραπλανητικούς, κατ' αυτήν, ισχυρισμούς που προέβαλε η καθ' ης η αίτηση και γενικώς να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους της ούτως ώστε να επιτύχει την συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος και την έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων τα οποία αξιώνει με τα άλλα αιτητικά στην αίτηση της. Έχω διεξέλθει με προσοχή τους ισχυρισμούς της αιτήτριας σε αντιπαραβολή όσων ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση στη δική της ένορκη δήλωση και ασφαλώς τους αρχικούς ισχυρισμούς της αιτήτριας. Υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που αναλύθηκαν πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχει εν προκειμένω «καλός λόγος». Ύπαρξη ''Καλού Λόγου'': Παρόλο ότι η Δ.48 Θ.4
(2)αναφέρει ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για "καλό λόγο", εν τούτοις ο ορισμός του καλού λόγου δεν δίδεται στην εν λόγω διάταξη. Παρόλα αυτά αν και δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση Μιχάλη Ιωάννη Χατζηγιάννη v. 1. Cyprus Popular Bank Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2609/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 19/03/2014, ο κ. Χ. Σολομωνίδης Π.Ε.Δ. ανάφερε τα ακόλουθα: «Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής δια των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθεση μαρτυρία.» Περαιτέρω, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269, λέχθηκαν τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωσή της, πράγμα που δεν υφίσταται στην περίπτωση μας». Τα ως άνω συντρέχουν κατά την αιτήτρια στην παρούσα περίπτωση όπου επιθυμεί να απαντήσει σε γεγονότα και θέματα που η καθ' ης η αίτηση έθεσε με την ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της ένστασης της και σε αυτό ακριβώς συνίσταται ο καλός λόγος για την έγκριση της αίτησης προς απάντηση ακριβώς στα όσα ψευδώς, με ανακριβή και διαστρεβλωτικό τρόπο παρουσιάζει η καθ' ης η αίτηση. Έχω διεξέλθει το κείμενο της προτιθέμενης να καταχωρηθεί ένορκης δήλωσης από μέρους της αιτήτριας σε αντιπαραβολή με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εν πρώτοις από αυτή στην αρχική της ένορκη δήλωση αλλά και με αυτούς της καθ' ης η αίτηση. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο της καθ' ης η αίτηση και με τον λόγο ένστασης ότι δεν τεκμηριώνεται «καλός λόγος» για να δοθεί άδεια και να επιτραπεί η καταχώρηση της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης σε οποιονδήποτε μέρος της. Ουσιαστικά οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή είναι η απόρριψη και άρνηση των όσων η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει στη δική της ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο όμως στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, ούτε και εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κόκκινου v. Κόκκινου (πιο πάνω). Προσεκτική ανάγνωση των όσων διατείνεται η αιτήτρια στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που επιθυμεί να εισαγάγει, καταδεικνύει επανάληψη ισχυρισμών, απόρριψη ή άρνηση ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση και προβολή ερωτημάτων ως προς κάποια θέματα τα οποία όμως δεν απαιτείται να απαντηθούν στα πλαίσια της εξέτασης της κυρίως αίτησης. Όπου προσπαθεί να αντικρούσει ισχυρισμούς με παραπομπή σε έγγραφα - τεκμήρια, διαπιστώνεται ότι αυτά δεν έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, όπως ορθά επεσήμανε ο κ. Γ. Λουκαΐδης, και έτσι η ουσιαστικά παρέμειναν αόριστοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί. Δεν χρειάζεται να παραθέσω ένα προς ένα τους εν λόγω ισχυρισμούς εφόσον καταλαμβάνουν όλο το φάσμα αυτών όπως διατυπώνονται στο δείγμα μιας πολυσέλιδης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Καταγράφω για σκοπούς κατανόησης ενδεικτικά κάποιες φράσεις από αυτές: Παρ. 3.1: Απορρίπτω τους λόγους ενστάσεως της Καθ' ης η αίτηση. απορρίπτω επίσης τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση. (δεν προσθέτει οτιδήποτε) Παρ. 3.2: Αρνούμαι τους ισχυρισμούς που περιέχονται. Παρ. 3.3: .Επαναλαμβάνω τους ισχυρισμούς μου. Παρ. 3.4: Αρνούμαι τον ισχυρισμό. ......... ......... Παρ. 3.11: Αρνούμαι τους ισχυρισμούς. Με το ίδιο ως άνω μοτίβο ακολουθούν οι επόμενες δεκάδες παράγραφοι με ισχυρισμούς που έχουν τα πιο πάνω χαρακτηριστικά δηλαδή της άρνησης, απόρριψης, επανάληψης. Τους έχω διεξέλθει με προσοχή ένα προς ένα και η διαπίστωση που βγαίνει αβίαστα είναι ότι πρόκειται για μια αδόκιμα συνταχθείσα Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση η οποία από την όψη της και μόνο δεν μπορεί να τύχει της επικρότησης του Δικαστηρίου. Είναι δε γι' αυτόν τον λόγο που δεν θα καταπιαστώ με τον καθένα από αυτούς τους προτεινόμενους ισχυρισμούς ξεχωριστά εφόσον δεν θα προσέθεταν οτιδήποτε στην εικόνα που με τα πιο πάνω θέλησα να αποδώσω. Θα πρόκειται για μια κοπιώδη και περιττή κατά την άποψη μου άσκηση που επί της ουσίας δεν θα προσφέρει οτιδήποτε. Όπως τα δικόγραφα έτσι και οι ισχυρισμοί σε ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από λιτότητα, σαφήνεια και ασφαλώς σε τέτοιας φύσης υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις να αποφεύγονται οι επαναλήψεις και θα πρέπει να εστιάζονται στο ουσιώδες που επιθυμεί ο αιτητής/αιτήτρια να προβάλει, δεν μπορεί σε αυτούς να εμφιλοχωρούν υπονοούμενα, μνησίκακα συναισθήματα και πάθη όπως για παράδειγμα στις παρ. 3.48, 3.49 χωρίς ασφαλώς να μου διαφεύγει ότι τέτοιες αναφορές παρουσιάζει και η ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτησης για παράδειγμα στην παρ. 24. Παρόλα αυτά θα εξετάσω τους ισχυρισμούς τους οποίους επισημαίνει η συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση της ότι χρήζουν πράγματι απάντησης και οι οποίοι κατά την εισήγηση της συνιστούν «καλό λόγο» για να εγκριθεί η αίτηση. Οι ισχυρισμοί περί νομικής συμβουλής από την κα XXXXX Μεσιήτη, αυτό το ζήτημα τέθηκε από την καθ' ης η αίτηση στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης της υπό μορφή απορίας θέτοντας το ερώτημα γιατί δεν κατοχύρωσε κατά τη μεταβίβαση του μεριδίου της επί της οικίας δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής όπως είχε δικαίωμα να το κάνει. Δεν είναι ισχυρισμός που κατά την άποψη μου χρίζει απάντησης. Εξήγηση γιατί προέβη σε αυτή τη μεταβίβαση και κάτω από ποιες συνθήκες δίδει στην αρχική της ένορκη δήλωση και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση, δεν υπάρχει «καλός λόγος» για να δοθεί μια περαιτέρω εξήγηση και επομένως ούτε και οι παράγραφοι που ακολουθούν συμπεριλαμβάνουν τέτοιους ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να συνιστούν «καλό λόγο» για να επιτραπεί η εισαγωγή τους. Σε σχέση με τα εμφυτεύματα δοντιών και του κόστους τους και από πού εξασφαλίστηκε το ποσό που κατέβαλε γι' αυτά η αιτήτρια (παρ. 4
(2)της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση) τα όσα περαιτέρω ισχυρίζεται η αιτήτρια δεν απαντούν στον ισχυρισμό ότι αυτή δεν είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.25.000 έναντι του τιμήματος της οικίας και τα όσα περαιτέρω ισχυρίζεται δεν αποδεικνύουν θετικά τον ισχυρισμό της ότι πράγματι του ποσό αυτό δόθηκε έναντι του τιμήματος της οικίας. Ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια λαμβάνει €2.360 μηνιαίο εισόδημα (συντάξεις) (παρ. 12 (α) της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση) δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία αλλά και ο ισχυρισμός ότι μάρτυρας της υπογραφής της αιτήτριας για το δάνειο για το ποσό €60.000 ήταν ο XXXXX Παπαδόπουλος, ο οποίος είναι προσωπικός φίλος της καθ' ης η αίτηση είναι ζητήματα που δεν ενέχουν οποιανδήποτε σημασία. Ανακεφαλαιώνοντας κρίνω ότι αυτά τα ζητήματα δεν συνιστούν γεγονότα τέτοιας σημασίας ώστε να άλλαζαν την εικόνα και τα οποία θα επιδρούσαν καταλυτικά ως προς την τύχη των διαταγμάτων που αξιώνονται με την αίτηση κατά την εξέταση τους. Στην παρ. 3.31 η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι με την παρ. 20 της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αποξένωσης της κατοικίας. Ανάγνωση όμως της εν λόγω παραγράφου κάθε άλλο υποστηρίζει αυτήν την άποψη. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει προς τούτο και το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση στην παρ.36 της ένορκης δήλωσης της δηλώνει ότι δεν έχει πρόβλημα και δεν ενίσταται στην διατήρηση του υφιστάμενου διατάγματος, νοουμένου ότι θα αφαιρεθεί η απαγόρευση ενοικίασης της κατοικίας, ούτως ώστε να μπορέσει να την ενοικιάσει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση καθώς ό,τι επιχειρείται να εισαχθεί ως συμπληρωματική/ απαντητική ένορκη δήλωση δεν συνιστά κατά την κρίση μου «καλό λόγο» όπως αυτή η έννοια έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία μας. Επειδή το ζήτημα της καταχώρησης ενδιάμεσων αιτήσεων συνεχώς προσλαμβάνει και μεγαλύτερες διαστάσεις να υπενθυμίσω όσα ο έντιμος κ. Παμπαλλής αναφέρει εν κατακλείδι σε πρόσφατη απόφαση του στην Παντελής Κασάπη v. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2017 με ημερομηνία 19.04.2018: «Θεωρούμε ότι υποχρέωση του δικηγόρου, τόσο έναντι του εντολέα του όσο και έναντι του Δικαστηρίου, Καν. 7 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, παραμένει σε όλα τα στάδια και τέτοιες πρακτικές θα πρέπει να αποφεύγονται, ώστε να μην κατασπαταλείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος και χρήμα, ενόψει μάλιστα και του επιβαρυμένου προγράμματος και των καθυστερήσεων που παρατηρούνται στα πρωτόδικα Δικαστήρια.» Σε σχέση με τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός εάν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και επομένως αυτά θα είναι υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.) ................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο