← Κύπρος

PEGAS INVESTMENT FUNG INC. κ.α. ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3732/2015, 6/6/2018

PEGAS INVESTMENT FUNG INC. κ.α. ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3732/2015, 6/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3732/2015

  1. PEGAS INVESTMENT FUNG INC.
  2. DIRECT PATNERSHIP INC. Ενάγουσα -V-
  3. IRONFX GLOBAL LIMITED
  4. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενοι --------------------------------------------- (Αίτηση ημερομηνίας 05/06/18) Ημερομηνία: 06 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ε. Σκούλλου για Μ. Economides Kranos & Co. LLC Για Εναγόμενους 1: κα Μ. Τζιουτ για Ηλία Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 2:κα Ζήνωνος για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX TEMPORE) H πιο πάνω αγωγή έχει οριστεί για ακρόαση σε συνεχόμενες ημερομηνίες, ήτοι την 07/06/2018, 08/06/2018 και 13/06/
  5. Ο λόγος για τούτο είναι διότι κατά την προηγούμενη εμφάνιση των συνηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 07/2/18, δηλώθηκε από πλευράς εναγόντων ότι ο βασικός τους μάρτυρας είναι κάτοικος εξωτερικού, και επειδή θα πρέπει να προβεί στις ανάλογες διευθετήσεις για μετάβαση του στην Κύπρο για σκοπούς της ακρόασης, θα έπρεπε να δοθούν «καθαρές» και αν ήταν δυνατό συνεχόμενες ημερομηνίες ακρόασης, ώστε να μπορέσει να ακουστεί πλήρως η μαρτυρία του. Το αίτημα εγκρίθηκε και το Δικαστήριο τόνισε σε όλους τους συνηγόρους ότι θα αναμένετο όπως γίνουν και από πλευράς τους οι ανάλογες διευθετήσεις, ώστε να ξεκινήσει και να συνεχιστεί απρόσκοπτα η ακροαματική διαδικασία και ότι κατά τις δοθείσες ημερομηνίες, αναμένετο τουλάχιστο να ακουστεί και ολοκληρωθεί, η μαρτυρία του προαναφερόμενου μάρτυρα. Χθες, 05/06/2018, ήτοι δύο μέρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και ενώ ο μάρτυρας των εναγόντων, ήδη αφίχθηκε στην Κύπρο, καταχωρήθηκε από πλευράς εναγομένης 1 η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητείται «.η αποσυνένωση των αξιώσεων εκάστου εκ των Εναγόντων.», ή όπως διαταχθούν οι Ενάγοντες να «.επιλέξουν.ποιος εξ αυτών θα συνεχίσει την διαδικασία . και όπως η αγωγή απορριφθεί όσον αφορά τον εναπομείναντα Ενάγοντα.» και «.όπως η Έκθεση Απαίτησης τροποποιηθεί καθ' ην έκταση αναφέρεται σε άλλους Ενάγοντες ούτως ώστε να αναφέρεται μόνο σ' αυτόν ο οποίος θα παραμείνει ως Ενάγων στην αγωγή». Η αίτηση εδράζεται κυρίως επί των Δ.9 Θ.1 - 13, Δ.13 Θ 1 - 6 και 7 και Δ.14, στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι από τους ίδιους τους ισχυρισμούς των εναγόντων που προβάλλονται στην Ε/Α, προκύπτει ότι τόσο το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του καθ' ενός εξ αυτών, όσο και τα γεγονότα που το περιβάλλουν, είναι χωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους, υπό την έννοια ότι αφορούν σε διαφορετικές συμφωνίες, διαφορετικούς λογαριασμούς, διαφορετικές συναλλαγές και διαφορετικό ποσό χρημάτων. Ουσιαστικά, σύμφωνα με την εναγόμενη 1, κανένα κοινό στοιχείο δεν υπάρχει, πραγματικό ή νομικό, που να δικαιολογεί την ένωση των εναγόντων ως συν-ενάγοντες (co-plaintiffs) στην ίδια αγωγή. Δεν μπορεί επομένως, ισχυρίζεται η πλευρά της εναγόμενης 1, να προχωρεί η αγωγή ως έχει, δηλαδή στο όνομα και των δύο εναγόντων, εφόσον μόνο μία εκ των δύο απαιτήσεων τους δύναται να δικαστεί στα πλαίσια μιας αγωγής. Σε αντίθετη περίπτωση, ισχυρίζεται η εναγόμενη 1, η εκδίκαση της υπόθεσης ούτε «βολική» θα είναι αλλά ούτε και θα εξυπηρετήσει το καθήκον για ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Με το που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στις 5/6/18, το Πρωτοκολλητείο την όρισε στις 06/07/18, ήτοι πολύ μεταγενέστερα της ακροαματικής διαδικασίας. Παρά ταύτα, με τη σύμφωνο γνώμη όλων των διαδίκων, κατόπιν γραπτού αιτήματος της εναγομένης 1 που καταχωρήθηκε μαζί με την υπό κρίση αίτηση, αυτή ορίστηκε σήμερα για ακρόαση, ώστε να μην εκτροχιαστεί η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Σήμερα, 06/06/18, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν ενώπιον μου τις αντίστοιχες θέσεις τους σε σχέση με την αίτηση, με την ένσταση των εναγόντων, ένεκα των σύντομων χρονοδιαγραμμάτων που τέθηκαν, να προβάλλεται και να αναπτύσσεται προφορικά. Σημειώνω εδώ ότι από πλευράς εναγομένης 2 αναφέρθηκε ότι θα τηρηθεί ουδέτερη στάση στο όλο ζήτημα. Οι εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Είχα την ευκαιρία κατά τις αγορεύσεις και κατά το διάλειμμα να εξετάσω τις θέσεις τους καθώς και όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Η βασική αρχή που διέπει τη δυνατότητα συνένωσης (joinder) πέραν του ενός ενάγοντα ή πέραν του ενός εναγόμενου σε μία αγωγή, προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.9 και ειδικότερα σε σχέση με συν- ενάγοντες (co-plaintiffs), της Δ.9 θ.
  6. Παραθέτω αυτούσιες τις εν λόγω πρόνοιες: «Δ.9Θ.1- All persons may be joined in one action as plaintiffs, in whom any right to relief in respect of or arising out of the same transaction or series of transactions is alleged to exist, whether jointly, severally, or in the alternative, where if such persons brought separate actions any common question of law or fact would arise : provided that, if upon the application of any defendant it shall appear that such joinder may embarrass or delay the trial of the action, the Court or a Judge may order separate trials, or make such other order as may be expedient, and judgment may be given for such one or more of the plaintiffs as may be found to be entitled to relief, for such relief as he or they may be entitled to, without any amendment. But the defendant, though unsuccessful, shall be entitled to his costs occasioned by so joining any person who shall not be found entitled to relief unless the Court or a Judge in disposing of the costs shall otherwise direct.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό των πιο πάνω προνοιών, το κριτήριο για να διαπιστωθεί αν ορθά συνενώθηκαν ως ενάγοντες τα πρόσωπα που παρουσιάζονται από τον τίτλο μιας αγωγής να έχουν αυτή την ιδιότητα, είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού σημείου (common question of law or fact). Βεβαίως, όπως αναφέρεται και στην ίδια τη Διάταξη, τέτοια συνένωση δεν πρέπει να προκαταβάλλει (embarrass) τον εναγόμενο ή να προκαλεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Με γνώμονα τα πιο πάνω, διεξήλθα πρώτα την Ε/Α που καταχώρησαν οι ενάγοντες όπου και εντοπίζεται το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα τους. Από την εν λόγω ανάγνωση, καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως ότι τα όσα γεγονότα δικογραφούνται να περιβάλλουν το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα ενός εκάστου των εναγόντων, προκύπτουν, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, από διαφορετικές συμφωνίες με την εναγομένη 1 και αφορούν σε διαφορετικούς λογαριασμούς και διαφορετικά ποσά χρημάτων. Αυτό που παρουσιάζεται να συνιστά τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των αγώγιμων δικαιωμάτων των εναγόντων και επί τούτου είναι και που εδράζεται η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, είναι ότι την εκπροσώπηση αμφότερων των εναγόντων απέναντι στην εναγομένη 1 και τον χειρισμό των επιδίκων θεμάτων από μέρους τους κατά τον ουσιώδη χρόνο, τον ασκούσε το ίδιο άτομο ως κοινός αντιπρόσωπος τους και επομένως η ουσία αμφότερων των παραπόνων τους είναι κοινή. Σημειώνω εδώ ότι με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν μόνο τα ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα στους λογαριασμούς που διατηρεί επ' ονόματι τους η εναγόμενη
  7. Θέση βέβαια της εναγομένης 1 είναι ότι αυτός ο ισχυρισμός των εναγόντων δεν αρκεί για να ικανοποιήσει το κριτήριο του «κοινού στοιχείου» που απαιτεί η Δ.9 και αυτό λαμβανομένων ιδιαίτερα υπόψη των διαφορών που παρουσιάζονται από την ίδια την Ε/Α να συνθέτουν και να περιβάλλουν το αγώγιμο δικαίωμα ενός εκάστου των εναγόντων. Κρίνω σκόπιμο όπως στο σημείο αυτό παραθέσω αυτούσιες τις αναφορές που γίνονται στο Annual Practice 1958, σελ.301-304, αναφορικά με την εμβέλεια και εφαρμογή της τότε αγγλικής O.16 r.1, αντίστοιχης και πανομοιότυπης με τη δική μας Δ.
  8. Θ.
  9. «Σελ. 302 - Cases under New Rule—Joinder allowed. In Bedford v. Ellis, [1901] A. C. 1, six market gardeners on behalf of themselves and of other fruit growers claiming to be entitled to certain rights under an Act of Parliament regulating Covent Garden Market, joined in an action against the Lord of the market, claiming to enforce their alleged rights and seeking relief in respect of past alleged violations of such alleged rights which constituted separate grievances in the cases of the individual plaintiffs. Held, by the House of Lords ([1901] A. C. 1), affirming C. A. ([1899] 1 Ch. 494), that the joinder was permissible. The case is also an authority on r. 9 of this Order. It was the combination of the individual claims with the claims put forward on behalf of the class generally upon which the defendant's objection of misjoinder was founded. Lord Macnaghten, in the last-mentioned case, put the case of several creditors joining as co-plaintiffs in a creditors' action as clearly within the Rule, although the debts of such creditors would be separate and not the result of a series of transactions. (pg 302) Σελ. 303 - 304 - Objection of Misjoinder.—When and how to be taken. Misjoinder of parties is not a mere irregularity within
  10. 70 (Lord Herschell in Smurthwaite v. Hannay, [1894] A. C. at p. 501). Accordingly, it is not cured under O. 70, r. 2, by defendant neglecting to apply to set it aside within a reasonable time, or taking a fresh step in the action before doing so. There would seem not to be any time limited within which a defendant must apply, but considerations of convenience require that the application should be made promptly. It is submitted that the proper form of application is that the plaintiffs be ordered to elect, within a time to be fixed by the order, which of them should be allowed to proceed with the action, and that upon such election being made the writ (and statement of claim) be amended by striking out all parts thereof referring to the claim" of the other plaintiff, and that unless plaintiffs should so elect within the time fixed, the writ and all subsequent proceedings be set aside and the action dismissed. (Consider forms of order in Sandes v. Wildsmith, Hannay v. Smurthwaite, Ellis v. Duke of Bedford, supra.) " Provided that . . . " , etc.—The Court has very wide powers to protect a defendant against being prejudiced by the joinder of causes of action which cannot conveniently be tried together. In addition to the proviso contained in the present Rule, see O. 18, rr. 1, 8 and
  11. The claims of several plaintiffs may arise out of the same series of transactions, and there may be questions of fact or law common to them all, yet the common factor may be completely put into the background by the issues peculiar to the separate plaintiffs. Moreover, at the date of the issue of the writ a common question of law or fact may arise, which may disappear as soon as the defence is delivered: e.g., several persons injured in a railway accident join in one action, where at the time of the issue of the writ liability had not been admitted; if the company deliver a defence admitting liability the continued joinder of the several plaintiffs would probably be found inconvenient and embarrassing. Each case as it arises must be dealt with upon its special facts (see Thomas v. Moore, [1918] 1 K. B. 555). Under this proviso and under 0 . 18, rr. 1, 8 and 9, and under O. 36, r. 7, the Court may

(1)order separate trials (
  1. a)of the issues relating to different plaintiffs, (
  2. b)of separate causes of action of the same plaintiff;
(2)confine the action to certain causes of action only;
(3)exclude certain causes of action; and
(4)make any other order which may be expedient. See Chitty F. 277, D. C. F. 149. Practical considerations as to joinder of Plaintiffs . A plaintiff may be embarrassed by defendant setting up a counterclaim against his co-plaintiff, or bringing in a third party with reference to his co-plaintiff's claim; and a plaintiff may be prejudiced by discovery made by a co-plaintiff. The joinder of several plaintiffs in respect of separate causes of action is bound to increase costs to a certain extent. There is also the risk of the proceedings being embarrassed or delayed by the death, lunacy, or bankruptcy of a co-plaintiff, by his failure to obey orders for discovery, or particulars, or other interlocutory orders, or by his illness or absence from the jurisdiction occasioning an application to postpone the trial. Such considerations as the foregoing may be outweighed by the advantages to be gained by such joinder in any particular case.» (έμφαση δική μου) Από τις πιο πάνω αναφορές, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το εσφαλμένο της συμπερίληψης πέραν του ενός ενάγοντα σε μία αγωγή δεν συνιστά απλή παρατυπία που «δύναται να θεραπευτεί λόγω της παράλειψης του εναγόμενου να αιτηθεί τον παραμερισμό της αγωγής σε εύλογο χρόνο ή διότι έλαβε περαιτέρω διαβήματα στην αγωγή», ως είναι π.χ. η περίπτωση όπου ο εναγόμενος αμφισβητεί την υπόσταση του ενάγοντα (βλ.π.χ ΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ κ.α. ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010, 24/2/2016). Αν και δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός στην υποβολή σχετικής αίτησης από πλευράς εναγόμενου, εντούτοις, για σκοπούς «ευκολίας-convenience», τέτοια αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό. Στην περίπτωση τώρα που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι όντως εσφαλμένα συνενώθηκαν ενάγοντες σε μια αγωγή, τότε δύναται, με γνώμονα τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης, να εκδώσει τέτοια διαταγή ώστε η δίκη να προχωρήσει μόνο σε σχέση με τον ενάγοντα ή ενάγοντες που όντως ικανοποιούν τις πρόνοιες της Δ.9. Τέτοια διαταγή δύναται να αφορά σε ξεχωριστή δίκη των θεμάτων που αφορούν τον κάθε ενάγοντα ή των χωριστών αιτιών αγωγής του κάθε ενάγοντα, σε περιορισμό ή αποκλεισμό συγκεκριμένων αιτιών αγωγής, διαγραφή εναγόντων ή ισχυρισμών ή σε τροποποίηση των δικογράφων ή σε οποιοδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις. Αυτό όμως έχοντας πάντα κατά νου τις πρόνοιες της Δ.9 θ.10, σύμφωνα με τις οποίες, αγωγή δεν απορρίπτεται για μόνο το λόγο της εσφαλμένης συνένωσης διαδίκων («No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it..» (βλ. Επίσης Annual Practice σελ.344 - O.16 R.11). Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η Ε/Α από μόνη της δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αναδεικνύει ένα τόσο «δυνατό» συνεκτικό ιστό μεταξύ των εναγόντων ως επιβάλλει η Δ.9 χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ο ισχυρισμός περί κοινής εκπροσώπησης των εναγουσών απέναντι στην εναγομένη 1 σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όπως όμως επίσης ανέφερα ανωτέρω, οι προαναφερόμενες αρχές καθιστούν καθήκον του Δικαστηρίου να διασφαλίσει ότι η δίκη θα διεξαχθεί κατά τον πιο προσοδοφόρο και «βολικό» τρόπο, τόσο σε σχέση με τα δικαιώματα αμφότερων των διαδίκων και ιδιαίτερα του εναγόμενου, όσο και σε σχέση με τα συμφέροντα της ίδιας της δικαιοσύνης, έχοντας όμως πάντοτε κατά νου τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. αναφορές που γίνονται στο Annual Practice ανωτέρω σε «.. Each case as it arises must be dealt with upon its special facts.» και «.considerations as the foregoing may be outweighed by the advantages to be gained by such joinder in any particular case»). Η παρούσα υπόθεση επομένως, δεν θα πρέπει να ιδωθεί μόνο από τη σκοπιά της Ε/Α, αλλά υπό το φως όλων των προβαλλόμενων δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών, έτσι ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ποια είναι τα πραγματικά επίδικα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει στα πλαίσια της αγωγής ως αυτή έχει καταχωρηθεί και προωθείται. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό όπως παραθέσω αυτούσιες τις παραγράφους 9 και 10 της υπεράσπισης της εναγομένης 1, όπου οι εκεί προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, διαμορφώνουν ένα μεγάλο μέρος του τι είναι αυτό που θα κληθεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά την ακρόαση, τουλάχιστο σε σχέση με τους εν λόγω διαδίκους: «9. Σε σχέση με την παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, η Εναγόμενη 1 αρνείται το περιεχόμενο αυτής και αναφέρει ότι, άνευ βλάβης της θέσης της ότι ουδέν ποσό δικαιούνται οι Ενάγουσες 1 και 2 να απαιτούν και/ή δεν οφείλεται από την Εναγόμενη 1 στις Ενάγουσες 1 και 2, τα ποσά των επίδικων λογαριασμών θα έπρεπε να υπολογιστούν έχοντας υπόψη την καταχρηστική και/ή αντισυμβατική και/ή παράνομη συμπεριφορά των Εναγουσών 1 και 2 για την οποία αναφορά γίνεται στην παράγραφο 10 της παρούσας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετείται και επαναλαμβάνεται. 10. Η Εναγόμενη 1 αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 10, 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρει τα ακόλουθα: (α) Η διαδικασία τερματισμού μιας συμφωνίας και η διαδικασία κλεισίματος ενός λογαριασμού πελάτη της Εναγόμενης Ι που περιγράφεται στις παραγράφους 10, 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης, αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις όπου ο πελάτης της Εναγόμενης 1 χρησιμοποίησε ορθά και/ή ενεργούσε σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις χρήσης των λογαριασμών που διατηρούσε στην Εναγόμενη 1. (β) Οι εν λόγω πρόνοιες δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση καθότι η Εναγόμενη 1 είχε διαπιστώσει ότι και οι δύο Ενάγουσες προέβαιναν σε καταχρηστική και/ή παράνομη συμπεριφορά κατά τη χρήση των λογαριασμών της, γεγονός το οποίο έδινε στην Εναγόμενη 1 το δικαίωμα να κατακρατήσει και/ή να αρνηθεί να αποδώσει στις Ενάγουσες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Όρων και Προϋποθέσεων που δέσμευαν τα συμβαλλόμενα μέρη. (γ) Η καταχρηστική συμπεριφορά των Εναγουσών κατά την χρήση των λογαριασμών τους που διατηρούσαν στην Εναγόμενη I εναπόκειται στις ακόλουθες μεθόδους και/ή πρακτικές που χρησιμοποιούσαν: (i)οι Ενάγουσες 1 και 2 προέβαιναν σε συναλλαγές με απώτερο σκοπό την αποκόμιση κέρδους χωρίς κανένα ρίσκο (riskless). Συγκεκριμένα, οι Ενάγουσες 1 και 2 κάνοντας χρήση και/ή με τη βοήθεια μιας λογισμικής εφαρμογής (Expert Advisor) προέβαιναν σε κλείσιμο και/ή ολοκλήρωση των συναλλαγών τους στις λανθάνουσες τιμές (price latencies) και όχι στις πραγματικές τιμές που ίσχυαν στην αγορά τη συγκεκριμένη στιγμή. Η εν λόγω αντισυμβατική και/ή παράνομη και/ή καταχρηστική συμπεριφορά από μεριάς τόσο της Ενάγουσας 1 όσο και της Ενάγουσας 2 σε συνδυασμό με τις ενέργειες τους ως αυτές επεξηγούνται κατωτέρω, ήταν επιβλαβής ως προς τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1 και σκοπούσε στην αποκόμιση κερδών και/ή προμηθειών χωρίς καθόλου ρίσκο. Η Εναγόμενη 1 επιφυλάσσει το δικαίωμα της να εξηγήσει εκτενώς κατά τη δικάσιμο όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με τις αντισυμβατικές και/ή παράνομες και/ή καταχρηστικές ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι Ενάγουσες 1 και 2. (
  1. ii)Φυσικά πρόσωπα, ήτοι οι XXXXX Korneeva και XXXXX Savelko, που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις Ενάγουσες 1 και 2 είχαν συνάψει Συμφωνία με την Εναγόμενη 1 σύμφωνα με την οποία ενεργούσαν ως Διαμεσολαβητές Σύστασης (lntroducing Brokers). Τόσο η Ενάγουσα 1 όσο και η Ενάγουσα 2 είχαν εγγραφεί κάτω από τους εν λόγω Διαμεσολαβητές Σύστασης οι οποίοι συνδέονταν άμεσα ή έμμεσα με τους τελικούς δικαιούχους των Εναγουσών 1 και 2 οι οποίοι με τη σειρά τους διατηρούσαν είτε άμεσα είτε έμμεσα και άλλους λογαριασμούς με την Εναγόμενη 1. Οι Διαμεσολαβητές Σύστασης οι οποίοι λαμβάνουν προμήθεια επί των συναλλαγών στις οποίες προβαίνουν οι πελάτες τους, στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα 1 και η Ενάγουσα 2, απέσπασαν προμήθειες και/ή χρηματικά ποσά ένεκα της παράνομης και/ή αντισυμβατικής και/ή καταχρηστικής συμπεριφοράς των Εναγουσών 1 και 2 ως εξηγείται στην παράγραφο 11(γ)(
  2. i)πιο πάνω. Ουσιαστικά όμως τα κέρδη από τις εν λόγω πρακτικές κατέληγαν στις Ενάγουσες 1 και 2. Η Εναγόμενη 1 επιφυλάσσει το δικαίωμα της να παρουσιάσει και επεξηγήσει κατά τη δικάσιμο όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με το παράνομο και/ή αντισυμβατικό και/ή καταχρηστικό σχέδιο των Εναγουσών 1 και 2 που μαζί με τους Διαμεσολαβητές Σύστασης έθεσαν σε εφαρμογή με σκοπό να αποκομίσουν κέρδη εις βάρος της Εναγόμενης 1 . (δ) Η ως άνω περιγραφόμενη συμπεριφορά των Εναγουσών παραβιάζει τους όρους και προϋποθέσεις της Εναγόμενης 1 που τις δεσμεύουν πλήρως και συγκεκριμένα παραβιάζει τον όρο 6.26 των Trading Terms and Conditions STP/ECN. (ε) Ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 άσκησε τα δικαιώματα της ως αυτά απορρέουν από τους εν λόγω όρους και προϋποθέσεις και τερμάτισε τη λειτουργία των δύο επίδικων λογαριασμών σε συμμόρφωση με τους όρους 6.26 και 24.4 των Trading Terms and Conditions STP/ECN, αποστέλλοντας στις 19/4/2016 Ειδοποιήσεις Τερματισμού. Παράλληλα, ασκώντας τα δικαιώματα της ως αυτά προκύπτουν από τους όρους 24.5, 24.6 και 24.7 των Trading Terms and Conditions STP/ECN, κατακράτησε από τους λογαριασμούς των Εναγουσών το σύνολο των υπολοίπων τους, ως χρήματα που οφείλονται από τις Ενάγουσες στην Εναγόμενη 1, ως αποτέλεσμα της παράνομης και/ή καταχρηστικής και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους.» (έμφαση δική μου) Από τις πιο πάνω παραγράφους της υπεράσπισης της εναγομένης 1, προκύπτει ξεκάθαρα ότι μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης της εν λόγω εναγόμενης, ο όποιος συνδετικός κρίκος ισχυρίζονταν οι ενάγοντες ότι υπάρχει μεταξύ τους σε σχέση με τα επίδικα θέματα, καθίσταται πλέον εντονότερος, αφού συνιστά και το υπόβαθρο επί του οποίου η ίδια η εναγόμενη 1 προβάλλει την υπεράσπιση της, ήτοι ότι ο λόγος που δεν επιστράφηκαν τα χρήματα στους ενάγοντες, είναι ο αντισυμβατικός και παράνομος τρόπος με τον οποίο οι κοινοί τους αντιπρόσωποι ενήργησαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα δε, είναι η ίδια η εναγόμενη 1 που ισχυρίζεται ότι εφόσον οι ενάγοντες εξασφάλισαν μέσω της κοινής και ενιαίας συμπεριφοράς των κοινών αντιπροσώπων τους, αθέμιτα και αντισυμβατικά κέρδη εις βάρος της, τότε θα πρέπει με τον ίδιο τρόπο να τους αποδοθεί κοινή ευθύνη σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο εξελίχτηκαν τα επίδικα γεγονότα. Το «ξεχωριστό» επομένως της οντότητας των εναγόντων και των επίδικων συμφωνιών, ούτε κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά ούτε και στα πλαίσια της παρούσας αγωγής φαίνεται να αποτέλεσε «πρόβλημα» στον τρόπο με τον οποίο οι ενάγοντες αντιμετωπίζονταν και γίνονταν αντιληπτοί από την εναγόμενη 1. Κανένας συνεπώς λόγος δεν διαπιστώνεται γιατί να πρέπει οι ενάγοντες να αντιμετωπιστούν με διαφορετικό τρόπο τώρα, παραμονή της ακροαματικής διαδικασίας, όπως και δεν διαπιστώνεται να προκαταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο η εναγόμενη 1 από την συνένωση των εναγόντων στην ίδια αγωγή. Αντίθετα, μάλλον επωφελείται για σκοπούς της υπεράσπισης της. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, το ότι οι ενάγοντες αξιώνουν διαφορετικά ποσά από διαφορετικούς λογαριασμούς, έχει πλέον καταστεί, μετά και την καταχώρηση της υπεράσπισης της εναγομένης 1, δευτερεύουσας σημασίας θέμα, εφόσον συνιστά παραδεκτό δικογραφημένο ισχυρισμό της τελευταίας ότι τα αξιούμενα ποσά είναι όντως κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των εναγόντων και ότι δεν έχουν επιστραφεί. Αυτό που πλέον συνιστά το κύριο επίδικο θέμα της υπόθεσης μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1, είναι ο λόγος για τον οποίο δεν έχουν επιστραφεί τα εν λόγω ποσά στους ενάγοντες. Υπό το φως των επιδίκων θεμάτων επομένως, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί μετά και την καταχώρηση της υπεράσπισης της εναγομένης 1, οι ενάγοντες φαίνεται να ικανοποιούν το προαναφερόμενο κριτήριο της Δ.9 θ.1. Η αίτηση συνεπώς δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον εναγομένης 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.