Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. St. Elizabeth Golf Resort Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4794/2015, 4/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4794/2015 Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες v.
- St. Elizabeth Golf Resort Ltd από Λεμεσό
- XXXXX Αναστασίου από Λεμεσό
- XXXXX Αναστασίου από Λεμεσό
- Vicerio Holdings Ltd από Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές : κ. Α. Κυπρίζογλου Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μαυρόγιαννης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Τροποποίησης 15/2/18) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης, είναι το βάσιμο της αίτησης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι στις 15/2/18, για τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης με την προσθήκη Ανταπαίτησης. Προτού αναφερθώ στο περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ορθό όπως παραθέσω μια σύνοψη του ιστορικού της υπόθεσης μέχρι σήμερα και αυτό για να γίνουν εύκολα κατανοητές οι εκατέρωθεν θέσεις. Η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 03/12/15 και αφορά σε αξίωση των εναγόντων, τραπεζικού ιδρύματος, εναντίον των εναγομένων, για οφειλόμενο υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού που, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, παραχωρήθηκε προς όφελος των εναγομένων 1 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 05/02/08 υπό την γραπτή εγγύηση των εναγομένων 2 -
- Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, όταν περί τις 23/1/12 και 5/3/12, ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να παραλείπουν να διευθετήσουν την οφειλή τους παρά τις προφορικές και γραπτές εκκλήσεις των εναγόντων, οι τελευταίοι, αναγκάστηκαν να τερματίσουν γραπτώς την επίδικη συμφωνία και τον επίδικο λογαριασμό και να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή, αξιώνοντας εναντίον των εναγομένων το ποσό των €52.742,81 που συνιστούσε το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την 19/9/14 πλέον τους σχετικούς τόκους και έξοδα Με κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι την 01/11/16, η οποία εκτείνεται σε 5 παραγράφους, οι τελευταίοι, ενώ δέχονται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και την παραχώρηση των επίδικων διευκολύνσεων στον επίμαχο λογαριασμό ως ο ισχυρισμός των εναγόντων, προβάλλουν τα εξής προς υπεράσπιση τους: Α. Στο λογαριασμό έχουν επιβληθεί παράνομα υπερχρεώσεις και/ή τραπεζικά δικαιώματα και/ή τόκοι και/ή δικαιώματα διαχείρισης. Β. Το όριο του επίδικου λογαριασμού ήταν συνδεδεμένο με άλλες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις που οι ενάγοντες παρείχαν προς την εναγόμενη 4 για τη δημιουργία «Golf Resort» (το «Έργο»), οι οποίες, όπως και ο επίδικος λογαριασμός, υπόκειντο σε μια παράλληλη προφορική συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 4 σύμφωνα με την οποία θα δινόταν παράταση αποπληρωμής «.για τοσούτο χρονικό διάστημα που θα ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών του Έργου.». Ήταν περαιτέρω όρος αυτής της παράλληλης συμφωνίας ότι οι ενάγοντες θα παρείχαν τη συγκατάθεση τους για ανταλλαγή κτημάτων που είχαν υποθηκευτεί προς όφελος τους με κυβερνητική/χαλίτικη γη για σκοπούς πλήρους οριοθέτησης του Έργου. Γ. Αν και η εναγόμενη 4 πλήρωνε κανονικά και εμπρόθεσμα τις οφειλές της, οι ενάγοντες παρέβηκαν την παράλληλη συμφωνία των μερών όταν αρνήθηκαν να δώσουν στην πρώτη, παράταση αποπληρωμής όλων των παρεχόμενων διευκολύνσεων, περιλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού. Την εν λόγω συμφωνία οι ενάγοντες την παρέβηκαν επίσης όταν παρέλειψαν να δώσουν την προαναφερόμενη συγκατάθεση τους με αποτέλεσμα «.να μπλοκαριστεί η ταχύρρυθμη και άμεση έκδοση της αναγκαίας πολεοδομικής άδειας.» προκαλώντας έτσι ζημιά στους εναγόμενους. Δ. Στη βάση των πιο πάνω παραβάσεων της παράλληλης συμφωνίας από τους ενάγοντες, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη. Από πλευράς εναγόντων δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε Απάντηση στην Υπεράσπιση και κατόπιν αιτήματος τους, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες την 12/01/
- Κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης, αμφότεροι οι διάδικοι περιορίστηκαν, ως άλλωστε ήταν και το σχετικό αίτημα τους, σε καταχώρηση ενόρκων αποκαλύψεων των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους, οπόταν και στις 24/02/17 που η υπόθεση τέθηκε εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες, ορίστηκε για ακρόαση στις 19/9/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία ο νυν δικηγόρος των εναγομένων παρουσιάστηκε μαζί με τον τότε δικηγόρο των τελευταίων και ανέφερε ότι πλέον θα εκπροσωπούσε εκείνος τους εναγόμενους. Ζητήθηκε ακολούθως από πλευράς εναγομένων αναβολή της ακρόασης και χρόνος ώστε να καταχωρηθεί το σχετικό σημείωμα αλλαγής δικηγόρου και να μελετηθεί η υπόθεση από το νυν δικηγόρο των εναγομένων. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς εναγόντων, το αίτημα εγκρίθηκε. Σημείωμα αλλαγής δικηγόρου των εναγομένων τελικά καταχωρήθηκε στις 2/11/17 και κατόπιν αλλεπάλληλων αιτημάτων των τελευταίων στις 2/11/17, 21/12/17 και 08/02/18, τους δόθηκε χρόνος να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση λόγω του ότι είχαν «.πρόσφατα συλλέξει νέα γεγονότα.για τα οποία θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης.». Μετά την καταχώρηση της παρούσας στις 15/2/18, δόθηκε χρόνος στους ενάγοντες, κατόπιν σχετικών αιτημάτων τους στις 3/4/18 και 11/5/18, για να καταχωρήσουν τυχόν ένσταση και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 31/5/
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία, εφόσον είχε ήδη καταχωρηθεί η ένσταση των εναγόντων, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας τους, οι μεν εναγόμενοι με γραπτή αγόρευση, οι δε ενάγοντες με υιοθέτηση της ένστασης τους και της Ε/Δ που τη συνοδεύει. Παραθέτω συνοπτικά το περιεχόμενο αίτησης και ένστασης. Με την αιτούμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι επιθυμούν να εγείρουν ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων, προσθέτοντας στο δικόγραφο τους παρακλητικό (prayer) ανταπαίτησης με εννέα
(9)θεραπείες. Αυτές, πέραν εξόδων και τόκων (προτιθέμενες αξιώσεις Θ και Ι), συνίστανται σε αναγνωριστική απόφαση ότι λόγω της μη εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων, ήτοι με το να χρεοπιστώνουν παράνομα τον επίδικο λογαριασμό, πλουτίζοντας έτσι αθέμιτα εις βάρος των εναγομένων και με το να μην παράσχουν τη συμφωνηθείσα παράταση στην αποπληρωμή του λογαριασμού, οι τελευταίοι δεν δικαιολογούνταν να τερματίσουν τον επίδικο λογαριασμό και τη συμφωνία στις 5/3/12 (προτιθέμενη αξίωση Α), σε απόφαση ότι ο εν λόγω τερματισμός ήταν εξ' υπαρχής άκυρος (προτιθέμενη αξίωση Β), σε διάταγμα που να διατάσσει την ενάγουσα να εκτελέσει πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντι στους εναγόμενους ως όφειλε πριν τον τερματισμό της συμφωνίας (προτιθέμενη αξίωση Γ), σε διάταγμα όπως αφαιρεθούν από το λογαριασμό οποιοιδήποτε παράνομοι τόκοι, επιβαρύνσεις, τέλη και έξοδα (προτιθέμενη αξίωση Δ), σε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω παράνομης συμπεριφοράς και/ή αθέμιτου πλουτισμού και/ή παραβίαση συνταγματικών και/ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων (προτιθέμενες αξιώσεις Ε, Ζ και Η). Σύμφωνα με την αίτηση και την Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, οι εν λόγω θεραπείες «.απορρέουν από το περιεχόμενο της Υπεράσπισης.» και η ανάγκη για αξίωση τους μέσω ανταπαίτησης, προέκυψε κατά τη μελέτη της υπόθεσης από το νυν δικηγόρο των εναγομένων όταν και εξετάστηκαν τα στοιχεία που περιήλθαν στην κατοχή των εναγομένων από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα. Είναι η θέση των εναγομένων ότι αν και δεν μεταβάλλεται το βάθρο των υφιστάμενων επίδικων θεμάτων όπως αυτά προκύπτουν από τα μέχρι σήμερα καταχωρηθέντα δικόγραφα, εντούτοις μόνο μέσω ανταπαίτησης μπορούν να τύχουν ορθής και αποτελεσματικής προστασίας τα δικαιώματα τους. Στην αντίπερα όχθη, η ένσταση των εναγόντων η οποία αποτελείται από δώδεκα λόγους ένστασης, περιστρέφεται γύρω από την αδικαιολόγητη, κατ' εκείνους, καθυστέρηση που επιδείχθηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθώς και στο ότι τα όσα επιχειρούν να προβάλουν τώρα οι εναγόμενοι, δεν προέκυψαν πρόσφατα αλλά αντίθετα τους ήταν γνωστά από αρχή και αν όχι από το 2012 που είναι ο ουσιώδης για την αγωγή χρόνος, τουλάχιστο από το Νοέμβριο 2016 που καταχώρησαν την υπεράσπιση τους. Υποστηρίζουν περαιτέρω οι ενάγοντες ότι, με την προτιθέμενη τροποποίηση, η οποία όχι μόνο υποβάλλεται κακόπιστα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, επιδιώκεται η άνευ έγκυρης και/ή εύλογης και/ή επαρκής αιτίας ριζική τροποποίηση και μετατροπή της φύσης και του χαρακτήρα της μέχρι σήμερα προβαλλόμενης υπεράσπισης αλλά και της υπόθεσης γενικότερα, ιδιαίτερα εφόσον αυτό που επιχειρείται να προστεθεί είναι ανταπαίτηση από πλευράς εναγομένων, ανταπαίτηση η οποία αν και μπορούσε, ουδέποτε ηγέρθηκε στο παρελθόν. Καταλήγουν τέλος οι ενάγοντες ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να ιδωθεί ως καθαρά τακτική καθυστέρησης από πλευράς των εναγομένων και συνακόλουθα να απορριφθεί. Διεξήλθα τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων καθώς και το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Παρατηρώ τα εξής. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Κυρίαρχο στοιχείο για την άσκησή της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης, (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, στη σελ. 26). Tο συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. H σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα Η βασική αρχή είναι ότι, κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543) Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές σημειώνω κατ' αρχή ότι η υπό κρίση αίτηση έχει υποβληθεί σε πολύ αρχικό στάδιο της υπόθεσης και δεν διαπιστώνω να έχει επιδειχθεί ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η υφιστάμενη υπεράσπιση. Αυτό λαμβανομένου υπόψη του πότε καταχωρήθηκε η αγωγή και πότε συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα. Σίγουρα, το ότι τα γεγονότα στα οποία η προτιθέμενη ανταπαίτηση αφορά έλαβαν χώρα πριν έξι χρόνια, είναι ένας σημαντικός παράγοντας που λαμβάνω υπόψη μου για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, δεν μπορώ όμως να αγνοήσω και το ότι οι ενάγοντες, αν και τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό, σύμφωνα με τους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, στις 05/03/12, εντούτοις καταχώρησαν την παρούσα αγωγή τέσσερα
(4)σχεδόν χρόνια αργότερα (03/12/15). Θα ήταν επομένως άδικο να προσμετρήσει εναντίον των εναγομένων για σκοπούς έγερσης ανταπαίτησης, ο χρόνος που παρήλθε από τότε που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, τη στιγμή που η απαίτηση καταχωρήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι αμφότερα τα μέρη δεν ευθύνονται εξ' ίσου για την καθυστέρηση παρατηρείται. Δε διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην παρούσα υπόθεση, η έγερση ανταπαίτησης στο παρόν στάδιο, θα δημιουργήσει κάποια περαιτέρω καθυστέρηση λόγω των δικονομικών συνεπειών που η έγερση μιας τέτοιας ανταπαίτησης συνεπάγεται. Την ίδια στιγμή όμως, «...η νομολογία καταδεικνύει ότι δεν θα επιτραπεί η αίτηση, εκτός αν η αλλαγή που επιδιώκεται συνάδει με την απαίτηση ή την υπεράσπιση αναλόγως του αιτητή...» (GEORGHIOU ν. PISTOLIA
(1969)1 CLR 613 και TSIAPPAS ν. REPUBLIC OF CYPRUS THROUGH THE DISTRICT OFFICER NICOSIA
(1974)1 CLR 167). Κατά δεύτερο, σημειώνω ότι οι προτιθέμενες ανταξιώσεις των εναγομένων όντως φαίνεται να σχετίζονται και να συνδέονται με τις υφιστάμενες δικογραφημένες τους θέσεις αναφορικά με τις κατ' εκείνους παράνομες και αντισυμβατικές χρεοπιστώσεις του επίδικου λογαριασμού, με τη νομιμοποίηση των εναγόντων στην καταχώρηση της αγωγής και με την κατ' ισχυρισμό παράβαση των εναγόντων της φερόμενης παράλληλης προφορικής συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 4, παράβαση η οποία, ως ήδη αναφέρεται στην υφιστάμενη υπεράσπιση, φέρεται να έχει προκαλέσει ζημιά στους εναγόμενους. Αν και είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα, οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγομένων λάμβαναν τη μορφή μόνο υπεράσπισης και ποτέ αξίωσης, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα και απόρριψη της αίτησης, αφού το ζητούμενο είναι κατά πόσο υπό τις περιστάσεις, το συμφέρον της δικαιοσύνης δικαιολογεί την έγερση ανταπαίτησης. Στρεφόμενος τώρα στις συγκεκριμένες αξιώσεις που προτίθενται να εγερθούν υπό μορφή ανταπαίτησης παρατηρώ τα εξής. Οι υπό στοιχεία Α, Β και Γ προτιθέμενες αξιώσεις, περιστρέφονται γύρω από τους υφιστάμενους ισχυρισμούς των εναγομένων περί πρόωρης καταχώρησης της αγωγής και πρόκλησης σε αυτούς ζημιάς λόγω της κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικής συμπεριφοράς που οι ενάγοντες επέδειξαν σε σχέση με την επίδικη αλλά και την παράλληλη συμφωνία που οι εναγόμενοι ήδη ισχυρίζονται ότι υπήρξε μεταξύ των μερών. Τους εν λόγω ισχυρισμούς τους οι εναγόμενοι επιχειρούν τώρα ουσιαστικά να τους εξειδικεύσουν, προβάλλοντας ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε παράνομα και αντισυμβατικά από πλευράς εναγόντων λόγω των προαναφερόμενων παραβάσεων τους, παραβάσεις και ζημιά όμως οι οποίες δύναται να αποκατασταθούν αν τηρηθούν τα συμφωνηθέντα. Επομένως, αν και δεν απαιτείται η έγερση ανταπαίτησης για να εξετασθεί και διαπιστωθεί το ενδεχόμενο η αγωγή να καταχωρήθηκε πρόωρα λόγω παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού, εντούτοις μόνο μέσω ανταπαίτησης θα μπορούν οι εναγόμενοι να ζητήσουν, αν όντως ευσταθούν οι ισχυρισμοί τους περί παράνομου και αδικαιολόγητου τερματισμού, διάταγμα εκτέλεσης των συμφωνηθέντων, εφόσον η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος προαπαιτεί εύρημα ότι η συμφωνία δεν έχει τερματιστεί και εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Άμεσα συναρτημένες με τα πιο πάνω είναι και οι προτιθέμενες αξιώσεις Ε και Ζ, οι οποίες αφορούν σε αξιώσεις αποζημιώσεων στη βάση της ήδη δικογραφημένης κατ' ισχυρισμό παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς που επέδειξαν οι ενάγοντες. Δεν παραγνωρίζω ότι το μόνο που αναφέρεται στο υφιστάμενο δικόγραφο των εναγομένων ως η συγκεκριμένη ζημιά που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν από τη συμπεριφορά των εναγόντων, είναι ότι έχει «.μπλοκαριστεί η ταχύρρυθμη και άμεση έκδοση της αναγκαίας πολεοδομικής άδειας.» και καμία άλλη ζημιά ή λεπτομέρεια αναφέρεται, ούτε παραγνωρίζω ότι επιχειρείται τώρα, χωρίς να δικογραφούνται συγκεκριμένες λεπτομέρειες, να διεκδικηθεί στη βάση κατ' ισχυρισμό εσφαλμένου και/ή αντισυμβατικού τρόπου υπολογισμού πληρωμών και η επιστροφή ποσών που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν στους ενάγοντες καθιστώντας τους έτσι «αδικαιολόγητα πλουσιότερους». Το τι ακριβώς όμως ζημιές είναι που θα δικαιούνται οι εναγόμενοι να ανακτήσουν στο τέλος της ημέρας, αν ευσταθούν οι ισχυρισμοί τους, δεν είναι θέμα που άπτεται της παρούσας διαδικασίας και επομένως δεν θα με απασχολήσει. Αυτό θα πρέπει όμως να προβληματίσει αμφότερους τους διαδίκους και ιδιαίτερα τους εναγόμενους, οι οποίοι και θα έχουν το βάρος απόδειξης των εν λόγω θεραπειών που ανταξιώνουν. Αναφορικά με τις προτιθέμενες αξιώσεις Δ και Η, ήτοι διαγραφή των κατ' ισχυρισμό παράνομων χρεώσεων και επιδίκαση αποζημιώσεων για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων, κρίνω ότι οι εν λόγω αξιώσεις δεν μπορούν να επιτραπούν να προβληθούν. Εξηγώ. Η προτιθέμενη αξίωση Δ, δεν συνιστά οποιαδήποτε ουσιαστική θεραπεία αλλά αποσκοπεί απλά, σε επιβεβαίωση των όσων οι εναγόμενοι προβάλλουν, ούτως ή άλλως, ως υπεράσπιση στην αγωγή σε σχέση με το τι θα πρέπει να αποδείξουν οι ενάγοντες ως οι διάδικοι που φέρουν το σχετικό βάρος απόδειξης των αξιώσεων τους. Πέραν του ότι η επιδιωκόμενη, μέσω της επιτυχίας της εν λόγω προτιθέμενης ανταξίωσης, απόρριψη, είτε μέρους είτε ολόκληρης της απαίτησης των εναγόντων, δεν απαιτεί την έγερση ανταπαίτησης, μιας τέτοιας μορφής ανταπαίτηση, ούτε συμβάλλει θετικά αλλά ούτε και εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αντίθετα, την περιπλέκει. Ως εκ τούτου δεν δύναται να επιτραπεί. Στην ίδια όμως περιπλοκή της διαδικασίας θα οδηγήσει και η προτιθέμενη αξίωση Η, η οποία αφορά σε αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα όταν καμία αναφορά ή εξειδίκευση γίνεται στα συγκεκριμένα δικαιώματα ή άρθρα του Συντάγματος που έχουν κατ' ισχυρισμό παραβιαστεί. Η αξίωση αποζημιώσεων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δεν συνιστούν αστικά αδικήματα ή θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και επίσης δεν συνιστούν αστικά αδικήματα, συνιστά αυτόνομη και ιδιόμορφη βάση απαίτησης που απαιτεί εξειδίκευση και των σχετικών γεγονότων αλλά και των συγκεκριμένων δικαιωμάτων και συνταγματικών άρθρων στα οποία αφορά (βλ. Γιάλλουρος Tάκης ν. Ευγένιου Nικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558). Εν τη απουσία τέτοιας εξειδίκευσης είτε στο υφιστάμενο είτε στο προτιθέμενο δικόγραφο των εναγομένων, ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που θα δικαιολογούσε την έγερση της σχετικής απαίτησης ώστε να μπορεί να επιτραπεί η προσθήκη αυτής της αξίωσης ως μέρος της προτιθέμενης ανταπαίτησης. Αν τώρα αυτό που εννοούν οι εναγόμενοι με την υπό κρίση προτιθέμενη αξίωση είναι την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω της κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγόντων, τέτοια αξίωση ήδη καλύπτεται από τις προτιθέμενες αξιώσεις Ε και Ζ ανωτέρω και επομένως καμία ουσιαστική ανάγκη ή χρησιμότητα έχει να περιληφθεί και αυτή η αξίωση, χωριστά και ανεξάρτητα από τις άλλες. Επομένως ούτε η προτιθέμενη αξίωση υπό στοιχείο Η δύναται να επιτραπεί. Τέλος, όσον αφορά τις συνέπειες που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τυχόν έγκριση της αίτησης συνεπάγεται για την πορεία της αγωγής, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι, η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, ενώ στις 19/9/17 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για το σκοπό αυτό, το αίτημα για αναβολή συνεπεία της αλλαγής δικηγόρου και μετέπειτα συνεπεία της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, εγκρίθηκε χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς εναγόντων. Η όποια επομένως ταλαιπωρία προκλήθηκε ή θα προκληθεί στους ενάγοντες από την έγκριση της αίτησης, δεν ανάγεται σε παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και δύναται, θεωρώ, να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Στη βάση όλων όσων αναφέρω ανωτέρω, και εν τη απουσία οποιασδήποτε διαπίστωσης περί κακοπιστίας ή κατάχρησης από πλευράς εναγομένων, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει μερικώς. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της αίτησης εξαιρουμένων όμως των αξιώσεων υπό «Δ» και «Η». Οι υπόλοιπες αξιώσεις να μετονομαστούν ανάλογα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου της καταχωρηθείσας Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τυχόν περαιτέρω αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων που θα κριθεί αναγκαίο να γίνει συνεπεία της τροποποίησης αυτής, να λάβει χώρα από αμφότερους τους διαδίκους, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και μέχρι 10 Ιουλίου 2018 το αργότερο. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 10 Ιουλίου 2018 στις 0900. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και τα σπαταληθέντα έξοδα (thrown away) που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο