Αίτηση από την Χ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΛΤΔ ν. Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, ASTARTI DEVELOPMENT PLC (HE 12331), Αρ. Γεν. Αίτησης: 476/2016, 28/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A283 Αρ. Γεν. Αίτησης: 476/2016 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, ASTARTI DEVELOPMENT PLC (HE 12331) και Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 Αίτηση από την Χ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΛΤΔ, Ζανέττου 26, Άγιος Ανδρέας, Λευκωσία Αιτήτρια Αίτηση ημερ. 12.1.2018 από την Χ. Θεοτόκης Λτδ - αιτήτρια για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2018 Για αιτητή: κος Γ. Κωνσταντίνου για Δημήτρη Κούτρα και Σία Για καθ' ης η αίτηση: κος Χρ. Τσαγκαρός για Αντωνάκη Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση η αιτήτρια Χ. Θεοτόκης Λτδ, αιτείται την εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας Astarti Development Plc (στο εξής η εταιρεία), η οποία ασχολείται κυρίως με την διαχείριση τουριστικών εγκαταστάσεων. Η αίτηση στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό χρέος της εταιρείας προς την αιτήτρια, δυνάμει γραπτής συμφωνίας οφειλής χρέους ημερ.25/5/16, για το ποσόν των €312.668,
- Σύμφωνα με τα γεγονότα της αίτησης, η αιτήτρια επέδωσε στις 3/8/16 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, σχετική απαίτηση πληρωμής ημερ. 24/5/16 σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Παρόλο που η προθεσμία των τριών εβδομάδων από την ημερομηνία επίδοσης της απαίτησης έχει παρέλθει, η εταιρεία παρέλειψε να πληρώσει ή να ικανοποιήσει το πιο πάνω χρέος της, ολόκληρο ή μέρος αυτού ή/και να προτείνει στην αιτήτρια οιονδήποτε τρόπο αποπληρωμής ή άλλο λογικό τρόπο εξασφάλισης του χρέους. Ως αποτέλεσμα, είναι η θέση της αιτήτριας ότι η εταιρεία που είναι ήδη υπό διαχείριση και εκούσια εκκαθάριση, είναι αναξιόχρεη ή/και ανίκανη να πληρώσει το χρέος της και υπό τις περιστάσεις, είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκκαθαριστεί. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας XXXXX Χριστοδούλου, με την οποία υιοθετούνται τα πιο πάνω γεγονότα, όπως εκτίθενται στο σώμα της αίτησης. Επισυνάπτεται επίσης ως τεκμήριο Α, αντίγραφο της απαίτησης που επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Η εταιρεία μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της, καταχώρησε ένσταση στην έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η εταιρεία δεν αναγνωρίζει το οφειλόμενο ποσόν ενώ δεν αποδέχεται την ισχυριζόμενη γραπτή συμφωνία αναγνώρισης χρέους, η οποία έχει ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας διορισμού του Παραλήπτη. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοδουλίδη, εγγεγραμμένου λογιστή - ελεγκτή και συνέταιρου στην ελεγκτική εταιρεία Deloitte Ltd, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Στην παράγραφο 4 της πιο πάνω ένορκης του δήλωσης, ο Παραλήπτης επαναλαμβάνει ότι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσόν, ουδέποτε έχει επιβεβαιωθεί από την εταιρεία είτε με γραπτή συμφωνία είτε άλλως πως. Αναφέρει επίσης ότι μετά τον διορισμό του ως παραλήπτη, είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να υπογράψει και να αποδέχεται συμφωνίες για την εταιρεία. Ο ίδιος ουδέποτε αποδέχθηκε το κατ' ισχυρισμό χρέος και ουδέποτε υπέγραψε μετά τον διορισμό του, οιανδήποτε συμφωνία αναγνώρισης χρέους προς όφελος της αιτήτριας. Στην συνέχεια, στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του, ο Παραλήπτης αναφέρει ότι η επίδικη απαίτηση πληρωμής δυνάμει του άρθρου 212 (α) του Κεφ. 113, στάλθηκε από την αιτήτρια στις 24.5.16 ενώ η κατ' ισχυρισμόν γραπτή συμφωνία οφειλής χρέους, έχει ημερομηνία 25.5.
- Ακολούθως η αιτήτρια καταχώρησε στις 27.1.2017, αίτηση για απαντητική - συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου μεταξύ άλλων να προωθήσει την θέση ότι ο παραλήπτης δεν νομιμοποιείτο να ενστεί στην εν λόγω αίτηση καθότι κάτι τέτοιο δεν ήταν στα καθήκοντα του. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 8.6.
- Κρίθηκε συγκεκριμένα ότι δεν αποδείχθηκε καλός λόγος για να εγκριθεί το αίτημα και ότι μεγάλο μέρος της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αναφέρεται σε νομικούς ισχυρισμούς αλλά και στις εξουσίες και τα καθήκοντα του παραλήπτη διαχειριστή, στοιχεία που δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν μπορούν να τεθούν με ένορκη δήλωση. Το δε υπόλοιπο μέρος, αφορούσε θέματα άσχετα με την αίτηση εκκαθάρισης (βλ. ενδιάμεση απόφαση της Ρ. Λιμνατίτου Π.Ε.Δ ημ. 8.6.18). Στην συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε στις 29.6.2017 αίτηση με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό του σημειώματος εμφάνισης στην κυρίως αίτηση από τον XXXXX Χριστοδουλίδη ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της εταιρείας. Ζητούσε επίσης την διαγραφή όλων των δικογράφων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους του Παραλήπτη, με το αιτιολογικό ότι δεν είναι στα καθήκοντα του να εκπροσωπεί την εταιρεία, η οποία τελεί υπό διαχείριση. Το εν λόγω αίτημα επίσης απορρίφθηκε για λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση μου ημ. 21.11.
- Κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι σε αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρείας δεν προβλέπεται καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης όπως στις αγωγές. Λέχθηκε επίσης ότι σύμφωνα με τον όρο 10 των επίδικων ομολόγων, στην βάση των οποίων διορίστηκε ο Παραλήπτης, ότι αυτός έχει καθήκον να εκπροσωπεί την εταιρεία και να πράττει οτιδήποτε το οποίο νόμιμα δικαιούται και το οποίο ήθελε θεωρηθεί αναγκαίο για τη διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Σημειώθηκε επιπρόσθετα ότι σύμφωνα με την νομολογία, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της ίδιας της εταιρείας και όχι των κατόχων των ομολόγων που τον διόρισαν. Στα πλαίσια αυτά, εντάσσεται και το δικαίωμα του να εκπροσωπεί δικαστικά την εταιρεία. Η παρούσα αίτηση αντεξέτασης Ακολούθησε η παρούσα αίτηση, με την οποία η αιτήτρια αιτείται την αντεξέταση του XXXXX Χριστοδουλίδη, Παραλήπτη - Διαχειριστή, ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, επί του περιεχομένου των παραγράφων 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση του στην αίτηση εκκαθάρισης. Επιζητείται επίσης άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσαγωγή και κατάθεση επιπρόσθετης προφορικής μαρτυρίας ως προς το περιεχόμενο της παρ. 4 της πιο πάνω ενόρκου δηλώσεως του XXXXX Χριστοδουλίδη, ήτοι του λογιστή της αιτήτριας XXXXX Ταλιαδώρου, καθώς και του XXXXX Γεωργίου, Οικονομικού Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας XXXXX Χριστοδούλου. Σε αυτήν αναφέρει ότι από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Παραλήπτη, καθίσταται αναγκαίο όπως αυτός παρουσιασθεί στο Δικαστήριο και αντεξετασθεί πολύ περιορισμένα επί του περιεχομένου των παραγράφων 4 & 5 της ενόρκου δηλώσεως του, καθότι υπάρχουν ανακρίβειες και ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται προς την αλήθεια. Συγκεκριμένα επιζητείται η αντεξέταση για τους πιο κάτω λόγους: Παρ. 4 της Ε/Δ α) Ενώ στην παρ. 4 της Ε/Δ του ο κ. XXXXX Χριστοδουλίδης ισχυρίζεται ότι το ποσό των €312.668 δεν έχει επιβεβαιωθεί από την εταιρεία, ούτε από τον ίδιο, εν τούτοις δεν αναφέρει γιατί εσφραγίσθη η οφειλή από την εταιρεία και ούτε αν από τα βιβλία της εταιρείας και τα υπογεγραμμένα τιμολόγια και/ή επιταγές ΤΕΚ. Α επιβεβαιώνεται η οφειλή του ποσού των €312.668 ή οιουδήποτε άλλου ποσού πέραν των €5.000,00 δια αγορά και παραλαβή εμπορευμάτων από την αιτήτρια εταιρεία ή εκκρεμεί προς πληρωμή το ανωτέρω ποσό πριν τον διορισμό του ως Παραλήπτης - Διαχειριστής ούτε αναφέρει εάν περιλαμβάνεται η οφειλή των €312.668 στους εξελεγμένους λογαριασμούς και λογιστικά βιβλία, και από πότε ζητείται η εξόφληση των από την αιτήτρια εταιρεία και ποια σχέση έχει ο Παραλήπτης Διαχειριστής με την λειτουργία της εταιρείας. β) Περαιτέρω δεν διευκρινίζει εάν οι επισυνημμένες επιταγές ΤΕΚ. Α και οι ποινικές υποθέσεις ΤΕΚ. Β με αρ. 1398/16 και 1438/16 είναι μέρος της ανωτέρω οφειλής και ανεστάλη η πληρωμή των από τον ίδιο και από την Τράπεζα Κύπρου της οποίας είναι Παραλήπτης και πότε εξεδόθησαν και από ποιους υπεγράφησαν οι ανωτέρω επιταγές. γ) Επίσης δεν γίνεται καμία αναφορά εάν ο ίδιος ο κ. XXXXX Χριστοδουλίδης γνώριζε την ύπαρξη της ανωτέρω οφειλής και αν εκπροσωπεί πράγματι την καθ' ης η αίτηση εταιρεία. Παρ. 5 της Ε/Δ δ) Ενώ στην παρ. 5 της Ε/Δ του ότι ο κ. XXXXX Χριστοδουλίδης αναφέρει ότι η αποσταλείσα στην εταιρεία επιστολή φέρει ημερ. 24/5/16, το χρέος φέρει ημερ. 25/5/16, εν τούτοις δεν γίνεται καμία αναφορά ότι το ποσό των €312.668 οφείλεται πράγματι από την καθ' ης η αίτηση εταιρεία πολύ πριν τον διορισμό του κ. XXXXX Χριστοδουλίδη και ο ίδιος διαβεβαίωσε τον διευθυντή της εταιρείας κ. XXXXX Χριστοδούλου ότι θα τον βοηθήσει να πάρει τα χρήματα του που του οφείλει η εταιρεία. Κατά τον ομνύοντα, είναι επίσης απαραίτητη η παρουσία των δύο πιο πάνω μαρτύρων που θα καταθέσουν πολύ περιορισμένα και εξειδικευμένα επί του περιεχομένου της παρ. 4 της Ε/Δ της ένστασης ως προς το χρέος της εταιρείας στην αιτήτρια, ώστε να καταστεί η απαίτηση εκκαθαρισμένη. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η παρουσία και η εξέταση των ανωτέρω μαρτύρων θα βοηθήσει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, καθότι εμπλέκονται άμεσα στην αποδοχή του χρέους από την εταιρεία. Η αμφισβήτηση του χρέους από την εταιρεία δεν είναι καλόπιστη και θα ήταν άδικο να στερηθεί η αιτήτρια του δικαιώματος να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία με την οποία αναγνωρίστηκε το χρέος προς την αιτήτρια. Επισυνάπτονται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, αντίγραφα επιταγών της εταιρείας προς την αιτήτρια (τεκμ. Α), αντίγραφο κατηγορητηρίου για την ανάκληση των εν λόγω επιταγών (τεκμ. Β) καθώς και έγγραφη αναγνώριση του επίδικου χρέους από τον οικονομικό διευθυντή της εταιρίας (τεκμ. Γ). Η ειδοποίηση ένστασης Η εταιρεία καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για αντεξέταση υπό τις παρούσες συνθήκες σε διαδικασία εκκαθάρισης. Αντιθέτως, με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια επιχειρεί την αλίευση μαρτυρίας (fishing of evidence) μέσω της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα. Επιπλέον, επιχειρεί να συμπληρώσει κενά της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης με την εισαγωγή νέας μαρτυρίας και τεκμηρίων. Αναφέρεται επίσης ότι η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση, μετά που το Δικαστήριο δεν της επέτρεψε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και/ή μετά την απόρριψη της αίτησης της ημερ. 27.1.2017 με την οποία ζητούσε να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) εκ μέρους της αιτήτριας. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει όλο το απαραίτητο υλικό υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποφασίσει επί της αίτησης εκκαθάρισης. Επιπλέον, δεν στοιχειοθετείται καμία εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε και υπάρχει επίκληση τέτοιων ειδικών ή εξαιρετικών περιστάσεων. Αναφέρεται επίσης ότι η αιτήτρια ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για προσαγωγή και κατάθεση επιπρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, χωρίς να αποκαλύπτει ως όφειλε, το περιεχόμενο αυτής της μαρτυρίας. Τέλος, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι στην παρούσα επιχειρείται με κάθε τρόπο, η εισαγωγή μαρτυρικού υλικού που θα μπορούσε εξ υπαρχής να προβλεφθεί ως αναγκαίο προς απόδειξη της αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοδουλίδη, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, επιλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης ως εκτίθενται στην ειδοποίηση ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι στην αρχική ένορκη δήλωση, η αιτήτρια δεν αναφέρεται σε επιταγές και σε ποινικές υποθέσεις για τις οποίες επιθυμεί να αντεξετάσει τον ομνύοντα. Εν πάση περιπτώσει, ο ομνύων ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία γνώση για τις εν λόγω επιταγές (τεκμ. Α στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης), οι οποίες πιθανόν να εκδόθηκαν πριν από τον διορισμό του ως Παραλήπτη - Διαχειριστή και συνεπώς δεν είναι σε θέση να δώσει οποιαδήποτε σχετική με αυτές μαρτυρία. Όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις αντίγραφο των οποίων παρουσιάζεται ως τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, ανέφερε ότι εκκρεμούν στο Δικαστήριο και πιο συγκεκριμένα είναι ορισμένες για ακρόαση. Ο ενόρκως δηλών αρνείται τον ισχυρισμό ότι υποσχέθηκε να βοηθήσει την αιτήτρια να εισπράξει το λαβείν της. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε ότι σαν Παραλήπτης - Διαχειριστής της εταιρείας, είναι υποχρεωμένος να διανέμει την περιουσία της σύμφωνα με την σειρά προτεραιότητας που καθορίζει ο Νόμος και συνεπώς δεν εξαρτάται προσωπικά από τον ίδιο εάν θα πληρωθεί ένας πιστωτής, ακόμα και στην περίπτωση που θα ήθελε να τον βοηθήσει. Στην συνέχεια, ο ομνύοντας ανέφερε ότι είναι φανερό από τις παραγράφους που επιχειρείται να αντεξεταστεί, αλλά και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ότι η παρούσα αποτελεί προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας (fishing of evidence), με σκοπό να συμπληρωθούν τα κενά της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης με την εισαγωγή νέας μαρτυρίας και τεκμηρίων. Επιπλέον επιχειρείται αντεξέταση σε γεγονότα που δεν δικογραφήθηκαν στην κυρίως αίτηση αλλά ούτε στην ένσταση και τα οποία εν πάση περιπτώσει, είναι παντελώς άσχετα με την παρούσα διαδικασία. Ήταν περαιτέρω η θέση του ομνύοντα ότι η αίτηση αντεξέτασης καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και συγκεκριμένα περισσότερο από 1 χρόνο μετά από την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης του, η οποία συνοδεύει την ένσταση. Όσον αφορά το αίτημα για την προσαγωγή περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας, ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι οι αιτήσεις εκκαθάρισης επιδικάζονται, κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα δεν εγείρονται τέτοια ζητήματα που θα καθιστούσαν αναγκαία την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας προς εκδίκαση της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Είναι πρόδηλο κατά τον ομνύοντα ότι δεν θα δοθεί από τον λογιστή της αιτήτριας, προφορική μαρτυρία μόνο σε σχέση με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Αντιθέτως, θα επιχειρηθεί να παρουσιαστούν έγγραφα προς απόδειξη του χρέους, το οποίο εν πάση περιπτώσει τελεί υπό αμφισβήτηση. Αναφορικά με τον Λάμπρο Γεωργίου, η αιτήτρια δεν παρουσίασε κανένα λόγο γιατί θα πρέπει να καταθέσει επιπρόσθετη προφορική μαρτυρία και ούτε αποκάλυψε πως μπορεί ο κ. Γεωργίου (ο οποίος πλέον δεν εργάζεται στην εταιρεία) να προσφέρει μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Η αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια. Ο συνήγορος για την αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι έχει αποδειχθεί καλός λόγος για να αντεξετασθεί ο ενόρκως δηλών στην ένσταση. Αυτό γιατί δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί έχουν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές και γιατί ανεκλήθη η πληρωμή τους, ευθύς ως διορίσθηκε ο Παραλήπτης - Διαχειριστής. Κατά τον συνήγορο αν δεν αντεξετασθεί ο Παραλήπτης - Διαχειριστής, το Δικαστήριο θα παραμείνει σε αμφιβολία για το πως έχουν βρεθεί στα χέρια της αιτήτριας οι επιταγές και εάν έχουν σχέση με το επίδικο χρέος ή όχι. Ο συνήγορος αρνήθηκε τον ισχυρισμό του Παραλήπτη ότι τα τεκμήρια Α&Β στην ένορκη δήλωση της παρούσας που είναι επιταγές, δεν έχουν καμία σχέση με την υπό κρίση διαδικασία. Ισχυρίστηκε αντίθετα ότι έχουν άμεση σχέση με το χρέος, διότι τα τεκμήρια Α&Β ήταν μέρος του τεκμηρίου Γ, που είναι η έγγραφή ανάληψη χρέους της εταιρείας προς την αιτήτρια. Ο ίδιος ο Παραλήπτης, είναι ο κατηγορούμενος αρ.3 στην υπόθεση του τεκμηρίου Β και γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι η οφειλή αυτή, προήλθε από εμπορεύματα που αγόρασε η εταιρεία πριν το διορισμό του και ότι οι επιταγές με εντολή του ιδίου δεν πληρώθηκαν. Εκδότης των επιταγών του τεκμηρίου Α που έχουν άμεση σχέση με το χρέος, είναι η εταιρεία και δικαιούχος του, είναι η αιτήτρια. Στην συνέχεια, συνήγορος αναφέρθηκε σε νομολογία που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα δυνάμει Δ.39 Θ.
- Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αιτήσεων εκκαθάρισης όπως η παρούσα, ενδείκνυται κατά τον συνήγορο η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ώστε να αποδειχθεί το επίδικο χρέος και να διευκρινιστεί αν η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Για τους ιδίους λόγους, είναι επιθυμητό κατά τον συνήγορο να εκδοθεί διάταγμα ως το αιτητικό Β της παρούσας αίτησης, με το οποίο επιζητείται η προσαγωγή επιπρόσθετης προφορικής μαρτυρίας. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι η αντεξέταση θα βοηθήσει στην επίλυση του κύριου επίδικου θέματος, καθότι η εταιρεία δεν υπέβαλε εύλογη αιτία αμφισβήτησης του χρέους. Επιπλέον, λόγω του ότι η ένορκη δήλωση έγινε από τον Παραλήπτη και όχι από την εταιρεία, καθίσταται επάναγκες όπως επιτραπεί η παρουσία του Παραλήπτη XXXXX Χριστοδουλίδη, προκειμένου να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου των παρ. 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του, προς διευκρίνιση των ισχυρισμών του ως εμφαίνονται στις εν λόγω παραγράφους σε σχέση με το οφειλόμενο χρέος και για το πως έχουν βρεθεί εις χείρας της αιτήτριας, οι επιταγές του τεκμηρίου Α, σφραγισμένες με την ένδειξη ότι ανεστάλη η πληρωμή τους όχι όμως από τον εκδότη τους. Η αγόρευση του συνηγόρου για την καθ' ης η αίτηση εταιρεία. Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση εταιρείας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης και στην απόρριψη των προηγούμενων αιτημάτων της αιτήτριας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση καθώς και για ακύρωση της εμφάνισης του παραλήπτη εκ μέρους της εταιρείας. Από το εν λόγω ιστορικό, προκύπτει κατά τον συνήγορο ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά αφού η αιτήτρια επιχειρεί να προσαγάγει μαρτυρία που δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επιπλέον, τα γεγονότα αυτά, ήταν σε γνώση της αιτήτριας από την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας. Ακολούθως, ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, ανέφερε ότι η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί. Αν και υπάρχει το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας και αυτό αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, εντούτοις, αυτή η πρακτική θα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ, εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, δεν αποσκοπεί στην έκδοση απόφασης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι σε διαδικασία εκκαθάρισης οι εξουσίες του Δικαστηρίου δεν επεκτείνονται στο βαθμό των εξουσιών που έχει στη διάθεση του κατά την εκδίκαση αγωγών. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, συνήθως δεν είναι αποδεκτή και τα επίδικα θέματα αποφασίζονται κατά κανόνα, στην βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης εκκαθάρισης, θα χρειαστεί να προχωρήσει να εξετάσει την διαφορά των μερών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται και καθήκον επίλυσης της διαφοράς, κάτι που μόνο στα πλαίσια κανονικής αγωγής μπορεί να γίνει, όπου οι μάρτυρες αντεξετάζονται και αξιολογούνται. Κάτι τέτοιο, θα ήταν εκτός των δικονομικών ορίων και παραμέτρων της συνοπτικής φύσης που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο κ. Χριστοδουλίδης ως Παραλήπτης - Διαχειριστής της καθ' ης η αίτηση εταιρείας και ως ο μοναδικός αντιπρόσωπος της, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει το κατ' ισχυρισμό χρέος. Είναι πρόδηλο ότι η απαίτηση της αιτήτριας εναντίον της εταιρείας δεν είναι εκκαθαρισμένη και αυτό αποτελεί και την πιο σημαντική διαφορά των μερών. Είναι νομολογημένο κατά τον συνήγορο ότι όταν εύλογα αμφισβητείται το οφειλόμενο ποσό, τότε η ενδεδειγμένη διαδικασία για σκοπούς εξακρίβωσης της οφειλής δεν μπορεί να είναι η αίτηση εκκαθάρισης. Σε τέτοια περίπτωση, τα ζητήματα εξακρίβωσης της κατ' ισχυρισμό οφειλής, θα πρέπει να αποφασίζονται και επιλύονται στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση της επιδιώκει την αντεξέταση του Παραλήπτη με μοναδικό σκοπό να πετύχει στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης, την απόδειξη του κατ' ισχυρισμό χρέους. Κάτι που δεν ενδείκνυται κατά τον συνήγορο από την νομολογία. Επίσης, η αιτήτρια επιδιώκει να αντεξετάσει τον Παραλήπτη σε γεγονότα στα οποία ουδέποτε αναφέρθηκε στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση εκκαθάρισης. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια αναφέρεται στην παρούσα αίτηση σε επιταγές και σε ποινικές υποθέσεις (βλ. παρ. 3 της Ε/Δ) τις οποία παρουσιάζει ως τεκμήρια Α και Β, στα οποία ουδέποτε αναφέρθηκε ο Παραλήπτης στην αρχική του ένορκη δήλωση. Παρουσιάστηκαν πρώτη φορά με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι τα τεκμήρια Α και Β δεν σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία εκκαθάρισης και ούτε μπορούν να επιβεβαιώσουν το χρέος. Κατά τον συνήγορο, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει στην αιτήτρια να αντεξετάσει τον Παραλήπτη σε ισχυρισμούς, μη δικογραφημένους και άσχετους με την παρούσα αίτηση. Σε σχέση με την πρόσθετη προφορική μαρτυρία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αιτήτρια όφειλε τουλάχιστον να παρουσιάσει αντίγραφο αυτής της μαρτυρίας ούτως ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφασίσει την σχετικότητα της με τα επίδικα θέματα της αίτησης εκκαθάρισης. Κατά τον συνήγορο, προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ότι οι πρόσθετοι μάρτυρες θα επιχειρήσουν με σκοπό την απόδειξη του χρέους, να καταθέσουν αναφορικά με τα τεκμήρια Α, Β και Γ, τα οποία όμως δεν δικογραφούνται και ούτε αποτελούν τεκμήρια στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης. Όμως, από την στιγμή που η αιτήτρια επέλεξε να προχωρήσει με διαδικασία εκκαθάρισης της εταιρείας και όχι με αγωγή ενώ γνώριζε ότι το χρέος δεν ήταν εκκαθαρισμένο, όφειλε να παρουσιάσει εξ υπαρχής όλη την σχετική μαρτυρία και τεκμήρια που θεωρούσε αναγκαία, και όχι 2 χρόνια μετά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης να ζητά να προσθέσει προφορική μαρτυρία για απόδειξη του χρέους. Οι επιταγές (τεκμ. Α), αποτελούν επίδικο ζήτημα σε άλλη διαδικασία και συγκεκριμένα στις ποινικές υποθέσεις (τεκμ. Β), στις οποίες η αιτήτρια παρουσιάζεται ως παραπονούμενη και ο Παραλήπτης - Διαχειριστής και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία ως κατηγορούμενοι. Συνεπώς κατά τον συνήγορο, η επιδίωξη αντεξέτασης σε αυτά τα ζητήματα, αποτελεί προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας (fishing of evidence), που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στις ποινικές διαδικασίες. Τέλος, ο συνήγορος επανέλαβε ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και συγκεκριμένα για περισσότερο από ένα χρόνο από την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης του Παραλήπτη - Διαχειριστή, τον οποίο ζητά να αντεξετάσει και δύο χρόνια μετά από την καταχώρηση της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, συνιστά κακοπιστία και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας που δικαιολογεί την απόρριψη του αιτήματος της χωρίς καν το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Νομική Πτυχή Πιστωτής εταιρείας του οποίου το χρέος κατέστη πληρωτέο και που δεν μπορεί να εξασφαλίσει πληρωμή, δικαιούται αυτοδικαίως (ex debito justitiae) να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας έστω και αν αυτή βρίσκεται κάτω από εκούσια εκκαθάριση (βλ. Γ. Κακογιάννη Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο, Λεμεσός 2001, σελ. 164). Το δικαίωμα πιστωτή να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας, δίδεται από το άρθρο 211 (ε) του Κεφ. 113, στο οποίο ορίζεται ότι εταιρεία μπορεί να εκκαθαριστεί αν είναι ανίκανη να εξοφλήσει τα χρέη της. Ορισμένα τεκμήρια ανικανότητας καθορίζονται στο άρθρο 212, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση όπου η εταιρεία παραλείπει να πληρώσει το χρέος της, μετά την παρέλευση τριών εβδομάδων από την ιδιόχειρη αξίωση πληρωμής προς αυτή από τον πιστωτή (βλ. άρθρο 212 (α) του Κεφ.113). Σε σχέση με την ακολουθούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, σχετική είναι η υπόθεση Κασπαρής
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ 2476. Λέχθηκε ότι εταιρικές αιτήσεις όπως η αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας, εκδικάζονται κατά κανόνα στην βάση των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς. Έγινε περαιτέρω παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law, 4η έκδοση, σελ. 698: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Η υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης, στηρίζεται στο άρθρο 212 (α) του Κεφ. 113 όπου προβάλλεται ισχυρισμός για παράλειψη της εταιρείας να πληρώσει το χρέος της, με την παρέλευση τριών εβδομάδων από την ιδιόχειρη αξίωση πληρωμής προς αυτή. Η εταιρεία θα μπορούσε στο στάδιο αυτό να καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού της διαδικασίας εκκαθάρισης, προβάλλοντας γνήσια αμφισβήτηση του χρέους (βλ. Stonegate Securities Ltd v. Gregory
(1980)1 All E.R. 241). Αντί αυτού, η εταιρεία επέλεξε να καταχωρήσει ένσταση, αμφισβητώντας στην ουσία το χρέος που επικαλούνται οι αιτητές. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως του ένδικου μέσου που η εταιρεία επέλεξε για να αμφισβητήσει το χρέος, είναι νομολογημένο ότι όταν εύλογα αμφισβητείται το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσόν, τότε η ενδεδειγμένη διαδικασία για σκοπούς εξακρίβωσης της οφειλής δεν μπορεί να είναι η αίτηση εκκαθάρισης αλλά το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποφασίζεται και επιλύεται στα πλαίσια πολιτικής αγωγής (βλ. Stonegate ανωτέρω & Mann v. Goldstein
(1968)1 WLR 1091, 1098-1099). Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην σελ 249 της υπόθεσης Stonegate (ανωτέρω): « The hole of the doctrine of this part of the law is based on the view that winding -up proceedings are not suitable proceedings in which to determine a genuine dispute about whether the company does or does not owe the sum in question; and equally I think it must be true that winding -up proceedings are not suitable proceedings in which to determine whether that liability is an immediate liability or only a prospective or contingent liability. It might be that in some case the point was so simple and straightforward that the winding - up court might be able to deal with it, but I feel certain that it cannot be right to say that, in the case there is a dispute of that nature, the only course which the court to which application is made to restrain presentation of the petition can follow is to leave to the Companies Court to resolve all the issues between the parties.» Επιπλέον, στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1964)Ch.240, η αίτηση εκκαθάρισης θεωρήθηκε εσφαλμένη λόγω του ότι υπήρχαν πιο κατάλληλα δικαστικά μέτρα για να αποφασιστεί η ύπαρξη χρέους όπως π.χ. η καταχώρηση αγωγής. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law 4η έκδοση, σελ.679: « If a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits. » Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι η διαδικασία εκκαθάρισης δεν προσφέρεται για επίλυση της ουσίας της διαφοράς στην περίπτωση που υπάρχει εύλογη αμφισβήτηση του κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού. Είναι αρκετό για την εταιρεία να υποδείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, τέτοια γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι υπάρχει εύλογη αμφισβήτηση του χρέους. Σε αυτή την περίπτωση, η αίτηση εκκαθάρισης απορρίπτεται, ο δε πιστωτής μπορεί να επανέλθει με νέα αίτηση εκκαθάρισης, μόνον μετά από την έκδοση απόφασης υπέρ του, στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Το Δικαστήριο όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποφασίσει στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας κατά πόσον επί της ουσίας οφείλεται το κατ' ισχυρισμό χρέος. Αυτό που περιορίζεται να αποφασίσει το Δικαστήριο, είναι αν η εταιρεία καταδεικνύει ή όχι εύλογη αμφισβήτηση του χρέους ή γνήσιο θέμα προς συζήτηση (genuine triable issue). Το Δικαστήριο στην διαδικασία εκκαθάρισης, εφαρμόζει τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική είναι η υπόθεση K.M.C Motors v. Jorephanco Trading and Constructing Company
(1984)1 C.L.R 390 όπου μετά την επίδοση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, υποβλήθηκε αίτηση για παραμερισμό της διαδικασίας εκκαθάρισης. Αποφασίστηκε ότι με βάση τον κανονισμό 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών 1933 όπου δεν υπάρχει σχετική πρόνοια, τότε οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμοί τυγχάνουν εφαρμογής. Υπενθυμίζεται εδώ και η υπόθεση Κασπαρής (ανωτέρω), σύμφωνα με τη οποία, οι εταιρικές αιτήσεις όπως η παρούσα εκδικάζονται στην βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Το Δικαστήριο όμως διατηρεί την ευχέρεια να διατάξει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39 Θ.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου οι ανάγκες της υπόθεσης το επιβάλλουν. Η Δ.39 Θ.1 που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, έχει ως εξής: « Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination » Η έγκριση αιτήματος αντεξέτασης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Annual Practice 1958 p.865, Halsbury's Laws of England 3rd ed. Vol 21 p 418,419 para 878 και Μήλου κα.
(2008)1 Α.Α.Δ 280). Στο Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.». Επίσης, στο Annual Practice 1956 (ανωτέρω), όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας, τονίζεται στη σελ. 677 ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην υπόθεση Μήλου (ανωτέρω), εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος αντεξέτασης με βάση τη Δ.39, Θ.1. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της.». Είναι ως εκ τούτου ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται αφού εξεταστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης. Βασικό κριτήριο, είναι οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση που θα πρέπει να σχετίζονται, με τις ανάγκες της υπό κρίση διαδικασίας. Με αυτή την έννοια δεν παρέχεται ευχέρεια για έγκριση αιτήματος αντεξέτασης που δεν σχετίζεται αυστηρά με τις προϋποθέσεις εξέτασης των επίδικων θεμάτων στην κυρίως αίτηση. Συμπεράσματα Έχοντας προδιαγράψει την νομική πτυχή της υπόθεσης θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον ενδείκνυται υπό τας περιστάσεις, η έγκριση του αιτήματος αντεξέτασης αλλά και επιπρόσθετης μαρτυρίας στην κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τους ισχυρισμούς των διαδίκων όπως εμφαίνονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις τους αλλά και τις αντίστοιχες αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχω επίσης μελετήσει, τα σημεία στην ένορκη δήλωση του Παραλήπτη - Διαχειριστή επί των οποίων η αιτήτρια επιθυμεί να τον αντεξετάσει αλλά και τους λόγους που η αιτήτρια επικαλείται για την προσκόμιση πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας. Χωρίς να αποφασίζω στο στάδιο αυτό αν έχει καταδειχθεί από την εταιρεία εύλογη αμφισβήτηση του κατ' ισχυρισμόν χρέους προς την αιτήτρια, κρίνω ότι υπάρχει επαρκές υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει επί του κρίσιμου αυτού θέματος. Το υλικό αυτό παρατίθεται στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, στην βάση των οποίων θα κριθεί κατά πόσον έχει καταδειχθεί ή όχι εύλογη αμφισβήτηση του κατ' ισχυρισμό χρέους. Υπό τας περιστάσεις, η αντεξέταση του Παραλήπτη - Διαχειριστή επί των παραγράφων 4 & 5 της ενόρκου δηλώσεως του που συνοδεύει την ένσταση, τίποτε δεν θα προσφέρει στην διερεύνηση του κύριου επίδικου ζητήματος, ήτοι κατά πόσον έχει καταδειχθεί εύλογη αμφισβήτηση του χρέους. Αντιθέτως, έγκριση του αιτήματος αντεξέτασης θα οδηγήσει στην εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ως προς την εγκυρότητα του κατ' ισχυρισμό χρέους, κάτι που δεν επιτρέπεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Σημειώνεται δε ότι η αιτήτρια, επιδιώκει να αντεξετάσει τον Παραλήπτη - Διαχειριστή όχι μόνον ως προς την θέση του για αμφισβήτηση του χρέους αλλά και για τους λόγους ανάκλησης επιταγών που είναι αντικείμενο άλλης ποινικής διαδικασίας. Επιθυμεί επίσης να αντεξετάσει και για την πορεία της εν λόγω ποινικής διαδικασίας, στην οποία ο ομνύοντας είναι συγκατηγορούμενος μαζί με την εταιρεία, με κατήγορο την αιτήτρια. Τα πιο πάνω όμως, εκφεύγουν εντελώς από τα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης εκκαθάρισης, στην οποία επαναλαμβάνω θα διερευνηθεί μόνον κατά πόσον η εταιρεία προβάλει ή όχι, εύλογη αμφισβήτηση του χρέους και δεν θα εκδικαστεί η ουσία της διαφοράς κατά πόσον δηλαδή η εταιρεία οφείλει όντως το επίδικο ποσόν στην αιτήτρια. Τελική κατάληξη μου, είναι ότι η αιτούμενη αντεξέταση δεν θα προσθέσει τίποτα στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Στην παρούσα περίπτωση, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε καλός λόγος για να δοθεί άδεια αντεξέτασης άλλα έχω την άποψη ότι έγκριση του αιτήματος θα έχει ως αποτέλεσμα, τον εκτροχιασμό της υπόθεσης και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης, στην οποία το ζήτημα του κατά πόσον έχει καταδειχθεί εύλογη αμφισβήτηση του χρέους, μπορεί σαφώς να εξαχθεί από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Το ίδιο ισχύει και για το αίτημα για καταχώρηση επιπρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, σκοπός της οποίας όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, είναι η απόδειξη του επίδικου χρέους, κάτι που εκφεύγει από τα πλαίσια εκδίκασης της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον εξής λόγο: · Η αιτούμενη αντεξέταση και η προσκόμιση περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας δεν θα βοηθήσει στην επίλυση του κύριου επίδικου θέματος, ήτοι του κατά πόσον η εταιρεία έχει προβάλει με την ένορκη της δήλωση, εύλογη αμφισβήτηση του χρέους που επικαλούνται οι αιτητές. Αντιθέτως, θα περιπλέξει την διαδικασία σε αχρείαστα ζητήματα μαρτυρίας, όπως είναι το κατά πόσον επί της ουσίας, οφείλεται ή όχι το κατ' ισχυρισμό χρέος. Λόγω της πιο πάνω κατάληξης, καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξέταση των ισχυρισμών για κακοπιστία και καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης ή για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω προσπάθειας αλίευσης μαρτυρίας προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε εκκρεμούσα ποινική υπόθεση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η παρούσα αίτηση για αντεξέταση του Παραλήπτη - Διαχειριστή στην αίτηση εκκαθάρισης αλλά και για προσκόμιση περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας, απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο