D.T., ως κηδεμόνας και/ή πρόσωπο που ασκεί την γονική μέριμνα του ανήλικου T.T. ν. R.M. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3031/2017, 4/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A233 Αρ. Αγωγής: 3031/2017 Μεταξύ: D.T., ως κηδεμόνας και/ή πρόσωπο που ασκεί την γονική μέριμνα του ανήλικου T.T., από τη Λεμεσό Ενάγοντος Και
- R.M., από τη Λεμεσό.
- LLC Falkon Air, από τη Ρωσική Ομοσπονδία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9/3/2018 υπό εναγομένου 1 - αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2018 Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κα Μύρια Λοΐζου Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κος Λέανδρος Πισίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ένταλμα ημ. 27/10/2017 ο ενάγων καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά τα ακόλουθα: Α. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚH ΑΠΟΦΑΣΗ και/ή ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ του Δικαστηρίου ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 ήταν και/ή είναι ο μοναδικός τελικός δικαιούχος (sole ultimate beneficial owner) της Εναγόμενης 2 εταιρείας και/ή διατηρούσε και/ή διατηρεί αυτοπροσώπως και/ή μέσω των αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων του και/ή άλλως πως πλήρη έλεγχο των αξιωματούχων και/ή διευθυντών και/ή άλλως πως των δραστηριοτήτων της Εναγόμενης 2 και/ή οι οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή πράξεις και/ή αποφάσεις της Εναγόμενης 2 θεωρείται ότι πάρθηκαν και/ή ενεργήθηκαν από τον Εναγόμενο 1, ΚΑΙ Β. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ και/ή ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ του Δικαστηρίου ότι το ½ μερίδιο ή ποσοστό 50% επί των 301.865 μετοχών (τριακόσιες μια χιλιάδες οκτακόσιες εξήντα πέντε μετοχές) στο μετοχικό κεφάλαιο της Ρωσικής εταιρείας ανοικτού τύπου "OKB imeni M.P. Simonova" (OGRN 1021603886622) (η «OKB») (οι «Επίδικες Μετοχές») που κατείχε η Εναγόμενη 2 εταιρεία και/ή ο Εναγόμενος 1 ως τελικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) της Εναγόμενης 2 εταιρείας, συνιστούσαν και/ή αποτελούσαν αντικείμενο εμπιστεύματος και/ή καταπιστεύματος (το «Καταπίστευμα») και/ή κατέχονταν από την Εναγόμενη 2 και/ή τον Εναγόμενο 1 ως εμπιστευματοδόχους (on trust) προς όφελος και/ή για λογαριασμό του ανήλικου υιού του Ενάγοντα, T.T. και/ή προς όφελος και/ή για λογαριασμό του Ενάγοντα, D.T. ως κηδεμόνα του ανήλικου γιου του T. T. ως απόλυτου δικαιούχου (beneficiary) των Επίδικων Μετοχών και/ή του Καταπιστεύματος (ο «Δικαιούχος»), ΚΑΙ Γ. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ και/ή ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ του Δικαστηρίου ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 κατέστη και/ή ήταν δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 04/04/2015 και/ή άλλης ημερομηνίας («η Συμφωνία») και/ή δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας και/ή άλλως πως εμπιστευματοδόχος (trustee) του Καταπιστεύματος και/ή των Επίδικων Μετοχών προς όφελος του Δικαιούχου και ότι ως εκ τούτου και/ή βάσει τον όρων της Συμφωνίας και/ή λόγω της σχέσης του Εναγόμενου 1 μετά της Εναγόμενης 2 και/ή βάσει των αρχών της επιείκειας και/ή δυνάμει ρητού και/ή εξ επαγωγής (constructive trust) και/ή απολήγοντος καταπιστεύματος (resulting trust) και/ή εκλαμβανόμενου και/ή εξ ερμηνείας καταπιστεύματος και/ή άλλως πως, η Εναγόμενη 2 επίσης κατέστη και/ή ήταν εμπιστευματοδόχος και/ή εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος προς όφελος του Δικαιούχου και ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 1 και/ή η Εναγόμενη 2 όφειλαν καθήκοντα πίστης (fiduciary duties) και/ή επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης προς τον Δικαιούχο βάσει των οποίων ανέλαβαν, μεταξύ άλλων, να προστατεύουν και/ή να διασφαλίζουν την διατήρηση του ιδιοκτησιακού συμφέροντος του Δικαιούχου επί των Επίδικων Μετοχών στην OKB ή/και στην Εναγόμενη 2 ή/και στα περιουσιακά στοιχεία αυτών, ΚΑΙ Δ. ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 και/ή Εναγόμενη 2 παραβίασαν το Καταπίστευμα και/ή τους όρους του Καταπιστεύματος και/ή τα καθήκοντα τους ως εμπιστευματόδοχοι και/ή τους όρους της Συμφωνίας και/ή τα αναφερόμενα στην παράγραφο (Γ) πιο πάνω καθήκοντα πίστης και/ή επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης προκαλώντας δολίως και με πρόθεση να καταδολιεύσουν τον Δικαιούχο τη μεταβίβαση των Επίδικων Μετοχών της ΟΚΒ σε άλλες εταιρείες και/ή οντότητες με αποτέλεσμα ο Δικαιούχος να αποστερηθεί δολίως και παρανόμως του ιδιοκτησιακού του συμφέροντος στις Επίδικες Μετόχες και/ή στην ΟΚΒ. Ε. ΔΙΑΤΑΓΜΑ του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους να αποδώσουν στον Ενάγοντα λογαριασμό (an account): · όλων των χρηματικών ποσών ή και άλλων ανταλλαγμάτων ή και ωφελημάτων που αυτοί εισέπραξαν ή και έλαβαν ως αντιπαροχή για την πώληση και/ή την μεταβίβαση των Επίδικων Μετοχών, · όλων των τόκων και/ή άλλων εισοδημάτων και/ή κερδών που αυτοί έλαβαν και/ή απεκόμισαν ως αποτέλεσμα της είσπραξης οποιωνδήποτε τέτοιων χρηματικών ποσών ή και άλλων ανταλλαγμάτων ή και ωφελημάτων, · όλων των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 και/ή την Εναγόμενη 2 με τα χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν και/ή λήφθηκαν από αυτούς ως αντιπαροχή για την πώληση και/ή την μεταβίβαση των Επίδικων Μετοχών ή με οποιοδήποτε μέρος των εν λόγω χρηματικών ποσών. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους να καταβάλουν και/ή να αποδώσουν και/ή να παραδώσουν στον Ενάγοντα και/ή στο Δικαιούχο όλα τα χρηματικά ποσά, ανταλλάγματα, εισοδήματα, κέρδη και περιουσιακά στοιχεία που θα αποκαλυφθούν όταν αποδοθεί ο ως άνω λογαριασμός. Ζ. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση εμπιστεύματος (breach of trust) και/ή για παράβαση σύμβασης και/ή δεσμευτικών διευθετήσεων και/ή για παράβαση καθήκοντος πίστης (breach of fiduciary duty) και/ή επιμέλειας και/ή ι για παράνομη υποβοήθηση (dishonest assistance) σε σχέση με οποιανδήποτε τέτοια παράβαση και/ή για δόλο και/ή για συνωμοσία . Η. ΤΙΜΩΡΗΤΙΚΕΣ (punitive) και/ή παραδειγματικές (exemplary) και/ή επαυξημένες (aggravated)για παράβαση εμπιστεύματος (breach of trust) και/ή για παράβαση σύμβασης και/ή δεσμευτικών διευθετήσεων και/ή για παράβαση καθήκοντος πίστης (breach of fiduciary duty) και/ή επιμέλειας και/ή για παράνομη υποβοήθηση (dishonest assistance) σε σχέση με οποιανδήποτε τέτοια παράβαση και/ή για δόλο και/ή για συνωμοσία . Θ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη, ΚΑΙ Ι. Νόμιμο Τόκο ΙΑ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου XXXXX02L). Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής, ο ενάγων με μονομερή αίτηση, ζήτησε προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα καθώς και διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των εναγομένων. Το Δικαστήριο ενέκρινε εν μέρει την αίτηση και εξέδωσε ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα στις 30/10/
- Σύμφωνα με αυτό, παγοποιήθηκε ακίνητη περιουσία του εναγομένου 1 στην Κύπρο καθώς και μετοχές ιδιοκτησίας του, σε ιδιωτική κυπριακή εταιρεία. Επιπρόσθετο αίτημα σύμφωνα με την παρ. Γ της αίτησης, ορίστηκε για επίδοση προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις των εναγομένων. Αφορούσε διάταγμα για αποκάλυψη από τους εναγομένους, συγκεκριμένων πληροφοριών ως προς την μεταβίβαση των 301.865 μετοχών στο κεφάλαιο της Ρωσικής εταιρείας ανοικτού τύπου "OKB imeni M.P. Simonova" (η «OKB») που κατ' ισχυρισμό κατείχε η εναγόμενη 2 και/ή ο εναγόμενος 1 ως τελικός δικαιούχος. Ακολούθως, το Δικαστήριο μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα, εξέδωσε διάταγμα στις 13.11.17 για υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο 1 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του κλητηρίου εντάλματος, της μονομερούς αίτησης και του προσωρινού διατάγματος. Αφού έγινε επίδοση με τον πιο πάνω τρόπο, μετά από αίτηση του εναγομένου 1 εκδόθηκε στις 23.11.2017 διάταγμα, που του επέτρεπε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή υπό διαμαρτυρία, καθώς και αίτηση για παραμερισμό και ακύρωση του κλητηρίου και της υποκατάστατης επίδοσης των πιο πάνω δικαστικών εγγράφων. Το εν λόγω διάταγμα, έθετε σχετική προθεσμία εντός της οποίας θα έπρεπε να καταχωρηθεί η αίτηση παραμερισμού. Μετά την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και κατόπιν παράτασης της πιο πάνω προθεσμίας με δικαστικό διάταγμα, η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε τελικά στις 9/1/
- Την αίτηση παραμερισμού συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αντώνη Θεοδοσίου. Υποστηρίζεται μεταξύ άλλων ότι το κλητήριο θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί δεν προηγήθηκε σφράγιση του λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Ο ενάγοντας καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην εν λόγω αίτηση παραμερισμού, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Πέραν της αίτησης παραμερισμού, ο εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση στην οριστικοποίηση των πιο πάνω προσωρινών διαταγμάτων καθώς και στην έκδοση των υπολοίπων διαταγμάτων αποκάλυψης που ορίστηκαν για επίδοση. Ακολούθησε αίτηση του ενάγοντα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκκρεμεί επίσης και άλλη αίτηση του ενάγοντα για διαγραφή ισχυρισμών του εναγομένου 1 στην ένσταση του για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Υπήρξε διάσταση μεταξύ των διαδίκων κατά πόσον θα έπρεπε να εκδικαστεί πρώτα η αίτηση του ενάγοντα για συντηρητικά διατάγματα ή η αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου και της υποκατάστατης επίδοσης που καταχώρησε ο εναγόμενος
- Αφού άκουσα και τις δύο πλευρές επί του θέματος, έκρινα με ενδιάμεση απόφαση μου ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην αίτηση παραμερισμού και ακύρωσης του κλητηρίου αφού τυχόν επιτυχία της θα έχει ως αποτέλεσμα τον παραμερισμό της αγωγής και όλων των ενδιάμεσων διαδικασιών που λήφθηκαν στο πλαίσιο της. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία ο εναγόμενος 1 ζητά άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προς υποστήριξη της αίτησης του για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Καθηκόντως, το Δικαστήριο άκουσε πρώτα την παρούσα αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου. Η παρούσα αίτηση Την παρούσα αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αντώνη Θεοδοσίου, εκ των δικηγόρων στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων για τον εναγόμενο
- Σε αυτήν επισυνάπτεται ως παράρτημα Α, προσχέδιο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο εναγόμενος 1 επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επιπρόσθετη και απόλυτα σχετική με τα επίδικα θέματα μαρτυρία, η οποία περιήλθε στη γνώση των δικηγόρων του, μετά την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού και στο στάδιο προετοιμασίας της ένστασης του εναγόμενου 1, στην αίτηση του ενάγοντα για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, πέραν του ότι παρατίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου επιπρόσθετη και απόλυτα σχετική με τα επίδικα θέματα μαρτυρία, ταυτόχρονα απαντώνται και αντικρούονται οι ισχυρισμοί του ενάγοντα σε σχέση με το ουσιώδες γεγονός της μόνιμης διαμονής του εναγόμενου 1 στη Ρωσία, που συνιστά επίδικο θέμα στην αίτηση παραμερισμού. Γίνεται προσπάθεια προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία προέρχεται από τον ίδιο τον ενάγοντα αφού πρόκειται για ηλεκτρονικά μηνύματα και έγγραφα που προωθήθηκαν από τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει εκ των πραγμάτων ενώπιον του μία πιο ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, προτού επιληφθεί της αίτησης παραμερισμού. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος 1 επιθυμεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο δύο ηλεκτρονικά μηνύματα του ενάγοντα και τα συνημμένα σε αυτά έγγραφα που προώθησε στον εναγόμενο 1 και στον συνεργάτη του εναγόμενου 1, V.S. Από το περιεχόμενο των εν λόγω μηνυμάτων, προκύπτει αδιαμφησβήτητα ότι ο ενάγων, σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στο πλαίσιο της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 20.2.2018 προς υποστήριξη της ένστασης, γνώριζε πολύ καλά ότι ο εναγόμενος 1 διαμένει μόνιμα στη Ρωσία. Το γεγονός αυτό, ο ενάγων το δηλώνει ξεκάθαρα σε αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα. Επιδιώκεται επίσης, η παρουσίαση και άλλης μαρτυρίας με ηλεκτρονικά μηνύματα που καταδεικνύουν την γνώση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος διέμενε μόνιμα στην Ρωσία. Η γνώση αυτή, είναι κατά τον ομνύοντα ουσιώδης και άμεσα συνυφασμένη με τα επίδικα θέματα της αίτησης παραμερισμού. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι τα προτεινόμενα με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση έγγραφα, θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου επιπρόσθετη και απόλυτα σχετική μαρτυρία σε σχέση με την αίτηση παραμερισμού και περαιτέρω, διασφαλίζουν ότι η αίτηση παραμερισμού θα αποφασιστεί στη βάση των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης. 'Ήταν περαιτέρω η θέση του ομνύοντος ότι η προτεινόμενη ένορκη δήλωση δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του εναγόμενου 1, αλλά τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου σημαντικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει και να λάβει υπόψη του στην εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού. Αυτό γιατί κατά τον ομνύοντα, η εν λόγω μαρτυρία επιβεβαιώνει τα αλλότρια κίνητρα του ενάγοντα και την εμφανή προσπάθεια του να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να μην παρουσιάσει την πραγματική εικόνα σε σχέση με τη μόνιμη διαμονή του εναγόμενου 1 στη Ρωσία. Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο εναγόμενος 1 θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθ' ότι δεν θα του επιτραπεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σημαντική μαρτυρία. Αντίθετα, η πλευρά του ενάγοντα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, λαμβανομένου ειδικότερα υπόψη του γεγονότος ότι τα εν λόγω έγγραφα βρίσκονται ήδη στο φάκελο της δικογραφίας, στο πλαίσιο όμως της ένστασης του εναγόμενου 1 στην αίτηση του ενάγοντα για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Για τους πιο πάνω λόγους, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η ειδοποίηση ένστασης Ο ενάγοντας ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για συμπληρωματική ένορκη. Παραθέτει ως λόγους ένστασης μεταξύ άλλων ότι επιχειρείται να εισαχθούν ως μαρτυρία, δύο ηλεκτρονικά μηνύματα του ενάγοντα που αφορούν προσωπικά του θέματα χωρίς την έγκριση του. Πρόκειται στην ουσία για ηλεκτρονικά μηνύματα μαζί με τα επισυναπτόμενα σε αυτά έγγραφα, που συνιστούν προνομιούχες (privileged) και άνευ βλάβης επικοινωνίες, στα πλαίσια διαπραγματεύσεων με προοπτική συμβιβασμού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν προτάσεις για εξώδικη διευθέτηση διαφορών, στο περιεχόμενο των οποίων δεν μπορεί να γίνεται αναφορά και τα οποία δεν μπορούν να προσκομιστούν στο Δικαστήριο ως μαρτυρία χωρίς την συγκατάθεση του αποστολέα τους δηλαδή του ενάγοντα. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι τα έγγραφα που ο αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι μαρτυρία που μπορούσε και όφειλε να προβάλει στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Θεοδοσίου ημερομηνίας 9.1.2018 η οποία συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Πρόκειται για έγγραφα προγενέστερα της αρχικής ένορκης δήλωσης και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ήλθαν στην κατοχή του αιτητή σε μεταγενέστερο στάδιο. Εξ' άλλου, ο αιτητής κάνει αναφορά σε αυτά τα έγγραφα και σε άλλες διαδικασίες στην παρούσα αίτηση. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται επίσης ότι τυχόν αποδοχή της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα δημιουργήσει ανισότητα των όπλων στους διαδίκους καθ' ότι δεν θα δύναται ο ενάγοντας να αντικρούσει τους ισχυρισμούς αυτούς χωρίς να προβεί σε περαιτέρω χρονοβόρες και ατέρμονες διαδικασίες. Αυτό συνεπάγεται εκτροπή της διαδικασίας σε τέτοιο βαθμό που θα σπαταληθεί πολύτιμος χρόνος του Δικαστηρίου ενώ πλήττεται και το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Επιπλέον, ο αιτητής προσπαθεί να αποκρούσει ισχυρισμούς του ενάγοντα και να συμπληρώσει τα κενά και παραλείψεις της αρχικής Ε.Δ. Θεοδοσίου. Επιπρόσθετα, επιχειρεί να προσθέσει επιχειρηματολογία επί της προϋπάρχουσας θέσης του όπως αυτή εμφαίνεται στην αρχική Ε.Δ. Θεοδοσίου ότι κατ' ισχυρισμό ο αιτητής διαμένει μόνιμα στην Ρωσική Ομοσπονδία και όχι στην Κύπρο και ότι ο ενάγοντας το γνώριζε και το απέκρυψε από το Δικαστήριο. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δοθεί καμία δικαιολογία για αυτό. Ως εκ τούτου, ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να του επιτραπεί το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση της Γεωργίας Τουμαζή, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων του ενάγοντα. Σε αυτήν, υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται περαιτέρω ότι ο αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο όταν αναφέρει ότι τα στοιχεία που επιχειρεί να προσκομίσει με την ένορκη δήλωση του, δεν τα γνώριζε όταν ετοίμαζε την αρχική ένορκη δήλωση στην αίτηση παραμερισμού. Αντιθέτως, προκύπτει από τον φάκελο κατά τον ομνύοντα ότι η οποιαδήποτε ανάγκη για προσκόμιση της αιτούμενης μαρτυρίας, ήταν γνωστή στην πλευρά του αιτητή πριν την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και δεν προέκυψε από την ένσταση του ενάγοντα ώστε να επιθυμεί να απαντήσει. Επιπλέον, στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφέρονται στοιχεία που δεν αφορούν την ουσία της επίδικης αίτησης ούτε έχουν μεγάλη σημασία και σχετικότητα με τα επίδικα θέματα της και εν πάση περιπτώσει δεν δύνανται να προσθέσουν στους ισχυρισμούς του αιτητή και στις δυνατότητες επιτυχίας, της επίδικης αίτησης. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Αγόρευσαν επίσης προφορικά, απαντώντας στις γραπτές θέσεις της άλλης πλευράς. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη των πιο πάνω αγορεύσεων αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της επιχειρηματολογίας των δύο συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση πιθανόν να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Η αγόρευση της συνηγόρου για τον αιτητή - εναγόμενο
- Η συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση της αφού αναφέρθηκε στην νομική πτυχή της υπόθεσης, επανέλαβε την θέση ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι απολύτως αναγκαία και σχετική με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης παραμερισμού. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η προτεινόμενη μαρτυρία είναι αναγκαίο να προστεθεί διότι δεν αποτελεί επανάληψη προηγούμενων ισχυρισμών, αλλά συνιστά νέα μαρτυρία που είναι απόλυτα σχετική με το κεντρικό επίδικο ζήτημα της αίτησης παραμερισμού που αφορά την συνήθη διαμονή του εναγόμενου
- Ήταν μάλιστα η θέση της συνηγόρου ότι την μαρτυρία αυτή, όφειλε να την παρουσιάσει ο ίδιος ο ενάγοντας, ο οποίος στην ένσταση του στην παρούσα παραδέχεται ότι έλαβε χώραν αυτή η αλληλογραφία. Παραδέχεται επίσης ότι ο ίδιος ετοίμασε το προσχέδιο συμφωνίας διευθέτησης με την ονομασία «draft settlement agreement» (τεκμ. 1β) και σχετικές προς τούτο είναι οι παράγραφοι 6 - 9 της Ε.Δ Τουμαζή. Εντούτοις, στην ένσταση του στην κυρίως αίτηση παραμερισμού τήρησε σιγή ιχθύος, επιβεβαιώνοντας τα αλλότρια κίνητρα του και την προσπάθεια του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Τα όσα δε τώρα προβάλλει περί δήθεν ύπαρξης προνομίου και αδυναμίας παρουσίασης αυτής της μαρτυρίας, αποτελούν κατά την συνήγορο ακόμα μία καταχρηστική και επιτηδευμένη προσπάθεια να αποκρύψει την αλήθεια. Στην συνέχεια η συνήγορος αναφέρθηκε στους λόγους ένστασης, ζητώντας από το Δικαστήριο να τους απορρίψει στην ολότητα τους. Ειδικότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό περί προνομιούχας αλληλογραφίας, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο των επιστολών αφορά προσχέδιο συμφωνίας και δεν σχετίζεται σε καμία περίπτωση με τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 δεν επικαλείται γενικά το περιεχόμενο του προσχεδίου της συμφωνίας (τεκμ. 1β), παρά μόνο το προοίμιο της και πιο συγκεκριμένα την περιγραφή του εναγόμενου 1 ως Ρώσου επιχειρηματία, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Ρωσία. Στην ουσία, επικαλείται ένα γεγονός ανεξάρτητο και άσχετο με τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντα στην αγωγή, το οποίο όμως είναι σημαντικό στην εξέταση της ουσίας της αίτησης παραμερισμού. Η συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία και συγγράμματα, υποστήριξε ότι υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ ενδιάμεσων διαδικασιών και εκδίκασης της ουσίας της αγωγής, με αποτέλεσμα να είναι δυνατό και επιτρεπτό να μην τύχει εφαρμογής ο κανόνας του προνομίου της «άνευ βλάβης επικοινωνίας». Ως εκ τούτου στην παρούσα περίπτωση, είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή τέτοιου είδους μαρτυρία και δη παραδοχή διαδίκου για περιορισμένο όμως σκοπό, προς υποστήριξη συγκεκριμένου επίδικου θέματος της ενδιάμεσης διαδικασίας. Οι ίδιες αρχές κατά την συνήγορο, αναγνωρίζουν την ανάγκη αποδεκτότητας μαρτυρίας που λήφθηκε στο πλαίσιο άνευ βλάβης επικοινωνίας όταν ο σκοπός για τον οποίο παρουσιάζεται δεν παραβιάζει την ratio του γενικού κανόνα αποκλεισμού τέτοιου είδους μαρτυρίας, αλλά τείνει να εξυπηρετήσει άλλο σκοπό εξίσου σημαντικό, ειδικότερα λαμβανομένης υπόψη και της μη πρόκλησης οποιασδήποτε βλάβης από την παρουσίαση τέτοιου είδους μαρτυρίας. Η συνήγορος επανέλαβε ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, έχει ξεκάθαρα έναν περιορισμένο σκοπό. Να καταδείξει την παραδοχή του ενάγοντα σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της μόνιμης διαμονής του εναγόμενου 1 στην Ρωσία. Ως αποτέλεσμα, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι η προτεινόμενη μαρτυρία αποτελεί μέρος άνευ βλάβης επικοινωνίας, αυτό δεν αποτελεί κώλυμα ως προς την αποδεκτότητα αυτής της μαρτυρίας. Η συνήγορος σημείωσε ότι με την αίτηση παραμερισμού, τίθεται ζήτημα εξ υπαρχής ακυρότητας της αγωγής μεταξύ άλλων, και λόγω παράλειψης λήψης άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 διαμένει μόνιμα στη Ρωσία. Υπό τας περιστάσεις, μόνο με την έγκριση της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο θα μπορέσει να έχει ενώπιον του όλα τα δεδομένα, προτού αποφασίσει το θεμελιώδες ζήτημα της δικαιοδοσίας του επί της αγωγής. Ήταν σαφώς η θέση της συνηγόρου ότι η μόνιμη διαμονή του εναγόμενου 1 στην Ρωσία, συνιστά τον πυρήνα της αίτησης παραμερισμού. Η σημαντικότητα της μαρτυρίας που επιδιώκεται να παρουσιαστεί από τον εναγόμενο 1, έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται για παραδοχή του γεγονότος αυτού από τον ίδιο τον ενάγοντα σε πλήρη αντίφαση και αντίθεση με τις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις του. Στην συνέχεια, η συνήγορος απέρριψε την θέση ότι τα στοιχεία που επιχειρείται να εισαχθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν γνωστά στον εναγόμενο
- Ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος 1, αντιλήφθηκε την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων μετά την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού, στην προσπάθεια να εντοπίσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα προς υποστήριξη της ένστασης του, στο αίτημα για απαγορευτικά διατάγματα. Ευθύς μόλις αντιλήφθηκε την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων, τα προώθησε στους δικηγόρους του, οι οποίοι αμέσως προώθησαν την παρούσα αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να επιτραπεί στον εναγόμενο 1 να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Υπό τας περιστάσεις δεν έχει κατά την συνήγορο επιδειχθεί οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου
- Η συνήγορος απέρριψε επίσης την θέση ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ισχυρίστηκε αντίθετα ότι στην καθυστέρηση της υπόθεσης, έχει συμβάλει σημαντικά ο ίδιος ο ενάγοντας με την καταχώριση ένστασης στην υπό κρίση αίτηση. Χαρακτήρισε επίσης της πιο πάνω θέση του ενάγοντα για καθυστέρηση ως άστοχη αφού ο ενάγων δεν θα υποστεί καμία απολύτως βλάβη στα δικαιώματα του ενόψει της ύπαρξης σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Αντίθετα, η όποια καθυστέρηση είναι τα δικαιώματα του εναγόμενου 1 που επηρεάζει, ο οποίος επιθυμεί τον παραμερισμό της παρούσας αγωγής, το συντομότερο δυνατόν. Η αγόρευση του συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα. Ο συνήγορος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση του αφού αναφέρθηκε στην νομική πτυχή της υπόθεσης, ισχυρίστηκε ότι η μόνη μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι δύο ηλεκτρονικά μηνύματα που απέστειλε ο ενάγοντας μαζί με τα επισυναπτόμενα σε αυτά έγγραφα συμπεριλαμβανομένου και ανυπόγραφου προσχέδιου συμφωνίας διευθέτησης (draft settlement agreement). Κατά τον αιτητή, τα ισχυριζόμενα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτά τα μηνύματα, είναι παραδοχές του ενάγοντα ότι διαμένει μόνιμα στη Ρωσική Ομοσπονδία. Είναι παραδεκτό όμως ότι τα πιο πάνω προτεινόμενα τεκμήρια, είχαν σταλεί σε μια προσπάθεια του ενάγοντα να επιλύσει με φιλικό τρόπο, όλες τις διαφορές και εκκρεμότητες που είχε τόσο με τον εναγόμενο 1 όσο και με άλλα πρόσωπα που είχαν μετοχικό συμφέρον στην κυπριακή εταιρεία Equix Group Ltd. Είναι σαφές ότι η επικοινωνία αυτή έγινε άνευ βλάβης και η ανταλλαγή αλληλογραφίας γινόταν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των επικοινωνούντων μερών χωρίς κανένα περιορισμό. Κατά τον συνήγορο, αποτελεί γνωστό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι οι δηλώσεις ή επικοινωνίες που γίνονται στα πλαίσια και για τους σκοπούς διαπραγματεύσεων που αποσκοπούν στον εξώδικο συμβιβασμό μιας υπόθεσης, θεωρούνται ότι γίνονται «άνευ βλάβης» ή «άνευ επηρεασμού» και δεν γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία χωρίς τη συγκατάθεση του προσώπου που προέβηκε σε αυτές. Το προνόμιο κατά τον συνήγορο, αφορά όχι μόνο παραδοχές στα πλαίσια της διαφοράς για την οποία γινόταν προσπάθεια συμβιβασμού αλλά αφορά οποιαδήποτε δήλωση που θα μπορούσε σε οποιοδήποτε στάδιο να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός, εναντίον του ατόμου που προέβηκε στην δήλωση. Στην παρούσα υπόθεση, είναι απόλυτα ξεκάθαρο κατά τον συνήγορο ότι η μαρτυρία που ο αιτητής επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι προνομιούχα και δεν μπορεί να προσκομιστεί στο Δικαστήριο ως μαρτυρία χωρίς την έγκριση του αποστολέα τους, δηλαδή του ενάγοντα. Ούτε μπορεί να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο τους. Ο ενάγοντας σε καμία περίπτωση δεν έχει εγκαταλείψει το προνόμιο 'privilege' ούτε έχει επιτρέψει την προσκόμιση των εν λόγω επικοινωνιών κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και μέσω της Ε.Δ. Τουμαζή, δηλώνει ξεκάθαρα την ένσταση του στην προσκόμιση τους. Ο συνήγορος εισηγήθηκε περαιτέρω ότι οι εν λόγω επικοινωνίες ξεκάθαρα δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που προβλέπει η νομολογία για εξαίρεση του κανόνα. Ήταν ως εκ τούτου εισήγηση του συνηγόρου ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι αποσκοπεί αποκλειστικά στην παρουσίαση μη αποδεκτής μαρτυρίας και των ισχυριζόμενων συμπερασμάτων που προκύπτουν από αυτή. Παρά το γεγονός ότι η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εναπόκειται κατά κανόνα στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τίθεται κατά τον συνήγορο θέμα άσκησης οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται μη αποδεκτή (inadmissible) μαρτυρία ή να δίδει άδεια για παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι ο αιτητής, είχε στην κατοχή του τα έγγραφα που επιχειρεί να προσκομίσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση και ότι μπορούσε και όφειλε να τα προβάλει στην αρχική ένορκη δήλωση του Αντώνη Θεοδοσίου ημ. 9.1.2018 που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Ο αιτητής δεν έχει καταδείξει κατά τον συνήγορο. οποιοδήποτε επαρκή ή αποδεκτό λόγο με τον οποίο να αιτιολογεί γιατί δεν συμπεριέλαβε την μαρτυρία αυτή, στην αρχική Ε.Δ. Θεοδοσίου. Ο συνήγορος επανάλαβε τέλος την θέση ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος, θα συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο εκτροχιασμού της διαδικασίας καθ' ότι δεν θα δύναται ο ενάγοντας να αντικρούσει τους ισχυρισμούς που θα περιέχονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς να προβεί σε περαιτέρω χρονοβόρες και ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 8.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Αυτό που κύρια προβάλει ο ενάγοντας με την ένσταση του στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι ότι οι ισχυρισμοί αυτοί καλύπτονται από προνόμιο με την έννοια ότι δεν μπορούν να εισαχθούν ως μαρτυρία γιατί έγιναν εκ μέρους του, άνευ βλάβης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι υπό κρίση επιστολές, ήταν σε γνώση του αιτητή πριν την αρχική ένορκη δήλωση στην οποία έπρεπε να συμπεριληφθούν. Είναι γνωστός ο κανόνας του κοινοδικαίου ότι οι δηλώσεις ή επικοινωνίες που γίνονται με την ένδειξη «άνευ βλάβης» στα πλαίσια διαπραγματεύσεων που αποσκοπούν στον εξώδικο συμβιβασμό μιας υπόθεσης, δεν γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία χωρίς τη συγκατάθεση του προσώπου που προέβηκε σε αυτές. Ο κανόνας αποσκοπεί στην ενθάρρυνση διαδίκων να συμβιβάζουν τις διαφορές τους χωρίς τον κίνδυνο μια δήλωση στα πλαίσια των εξώδικων διαπραγματεύσεων να μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του προσώπου που την προέβαλε (βλ. Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές πτυχές», 2014, Κεφάλαιο 29, σελ. 1004). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Griffiths από την απόφαση Rush & Tompkins v. Greater London Council [1989] AC 1280: «The "without prejudice rule" is a rule governing the admissibility of evidence and is founded upon the public policy of encouraging litigants to settle their differences rather than litigate them to a finish.» Στην κυπριακή υπόθεση Λαζούρας ν. Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 500, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τον εν λόγω κανόνα: «Το περιεχόμενο δηλώσεων που γίνονται "άνευ βλάβης δικαιωμάτων" ή "άνευ επηρεασμού" δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο μαρτυρίας σε αστική υπόθεση εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεση του διαδίκου που έκανε τη δήλωση. Τέτοιες δηλώσεις συνήθως γίνονται στα πλαίσια προσπάθειας συμβιβασμού. Η λογική του πράγματος εντοπίζεται στο ότι, αν επιτρεπόταν η αποκάλυψη της δήλωσης ενδεχομένως αυτό να επηρέαζε επιζήμια τα δικαιώματα του προσώπου που έκανε τη δήλωση στο πλαίσιο της προσπάθειας για συμβιβασμό.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη (ανωτέρω) σελ. 1005, ο κανόνας δεν είναι απόλυτος παρά μόνον δίνει προνόμιο, το οποίο μπορεί βεβαίως να εγκαταλειφθεί όπως πχ, σε εκ συμφώνου κατάθεση των επιστολών στο Δικαστήριο από τους διαδίκους ως στοιχείου μαρτυρίας. Επιπλέον, ο κανόνας υπόκειται σε σημαντικές εξαιρέσεις οι οποίες καθορίζονται στην σελίδα 1007 του πιο πάνω συγγράμματος. Μεταξύ αυτών, είναι και η περίπτωση παραδοχής που αν και περιλαμβάνεται σε έγγραφα με τίτλο «άνευ βλάβης», εντούτοις αυτή είναι άσχετη με την διαδικασία (βλ. Waldridge v. Kennison
(1794)1 Esp 143). Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 18η έκδοση
(2013)στην σελίδα 736 παρ. 24-09, αναφέρεται ότι ο κανόνας αφορά τον αποκλεισμό παραδοχών εναντίον συμφέροντος, μόνο σε ζητήματα που σχετίζονται με την επίδικη διαφορά. Έπεται ότι έχουν αναπτυχθεί αρκετές εξαιρέσεις του κανόνα που αναφέρονται σε παραδοχές, άσχετες με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής στο εν λόγω σύγγραμμα: « Recent authorities have emphasized that the rule is concerned with excluding evidence of admissions against interest in relation to issues that will be before the trial judge. It follows that a number of exceptions to the rule have developed in circumstances where admissions of the without prejudice correspondence in evidence does not infringe this principle. » Στο ίδιο σύγγραμμα Phipson on Evidence, στην σελίδα 748 παρ. 24-21, γίνεται αναφορά σε αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία σε ενδιάμεσες διαδικασίες, γίνεται αποδεκτή μαρτυρία με την ένδειξη «άνευ βλάβης», προκειμένου να αποδειχθεί καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας καθώς και άλλα γεγονότα άσχετα με την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς στην αγωγή (βλ. Unilever Plc v. Procter & Gamble Co
(2001)1 All E.R 783). Στην επόμενη σελίδα 749 του ιδίου συγγράμματος, με παραπομπή στην υπόθεση Somatra v. Singlair Roche and Temperly [2002] 2 Lloyd's Rep.673, αναφέρονται τα πιο κάτω: « The Court of Appeal provided a rationalisation of these principles in Somatra v. Sinclair Roche and Temperley, by going back to the public policy element of the rule. Clarke L.J. said that because the without prejudice rule is concerned with the exclusion of evidence of admissions against interest, where the correspondence is not relevant as evidence of admissions in relation to issues that will be before the trial judge but for some other purpose, the rule of exclusion no longer applies. » Σχετική είναι και η υπόθεση Rush & Tompkins Ltd v. GLC [1989] 1 AC 1299 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: « There is also authority for the proposition that the admission of an "independent fact" in no way connected with the merits of the cause is admissible even if made in the course of negotiations for a settlement. Thus an admission that a document was in the handwriting of one of the parties was received in evidence in Waldridge v Kennison
(1794)1 Esp. » Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι για να εφαρμοστεί ο κανόνας του αποκλεισμού μαρτυρίας για παραδοχές που έγιναν «άνευ βλάβης», θα πρέπει αυτές οι παραδοχές να σχετίζονται άμεσα με την ουσία της διαφοράς και τις συζητήσεις που γίνονται προς επίλυση της. Στην παρούσα περίπτωση, το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν σχετίζεται άμεσα με τις αξιώσεις του ενάγοντα στην αγωγή, οι οποίες αφορούν την κατ' ισχυρισμό δημιουργία εμπιστεύματος, στις επίδικες μετοχές. Ούτε επιχειρείται να γίνει οιαδήποτε αναφορά επί της ουσίας, στο προσχέδιο συμφωνίας που ο ενάγοντας προτείνει «άνευ βλάβης», στις επίδικες επιστολές του για επίλυση της διαφοράς. Αυτό που επιχειρείται με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι να εισαχθεί ως μαρτυρία, η επιμέρους αναφορά στο προοίμιο της συμφωνίας με την οποία ο ενάγοντας φαίνεται να δηλώνει ότι ο εναγόμενος 1 είναι Ρώσος επιχειρηματίας που διαμένει μόνιμα στην Ρωσία. Πρόκειται κατά την κρίση μου για ένα γεγονός παρεμφερές, ανεξάρτητο και άσχετο με τις αξιώσεις του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή αλλά και με το προσχέδιο συμφωνίας που προτάθηκε για εξώδικο συμβιβασμό. Το ότι ο ισχυρισμός αυτός σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης παραμερισμού δεν καθιστά προνομιούχα την δήλωση αυτή γιατί όπως προανέφερα δεν σχετίζεται άμεσα με τις αξιώσεις του ενάγοντα στην αγωγή ούτε και προβαίνει σε ειδική μνεία, στις λεπτομέρειες της προτεινόμενης συμφωνίας για επίλυση της διαφοράς. Έπεται ότι δεν ισχύει η θέση του ενάγοντα για αποκλεισμό της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λόγω του κανόνα των άνευ βλάβης δηλώσεων. Ο ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση, ισχυρίστηκε επίσης ότι το υλικό που επιχειρείται να εισαχθεί με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν γνωστό στον εναγόμενο 1 - αιτητή και θα μπορούσε να εισαχθεί στην αρχική ένορκη δήλωση. Ούτε όμως αυτή η θέση ευσταθεί. Ο αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση του, αναφέρει τους λόγους για τους οποίους οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Ισχυρίστηκε χωρίς να αμφισβητηθεί πειστικά ότι αντιλήφθηκε την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων μετά την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού, στην προσπάθεια να εντοπίσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα προς υποστήριξη της ένστασης του, στο αίτημα για απαγορευτικά διατάγματα. Περαιτέρω, το υλικό που επιχειρείται να εισαχθεί, κρίνω ότι είναι απόλυτα σχετικό με την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού γιατί τείνει να υποστηρίξει την βασική θέση του αιτητή ότι ο εναγόμενος 1 είναι μόνιμος κάτοικος Ρωσίας. Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, βασίζεται μεταξύ άλλων στον ισχυρισμό ότι έπρεπε να προηγηθεί η σφράγιση του, λόγω του ότι οι εναγόμενος 1 είναι κάτοικος Ρωσίας όπως είναι παραδεκτό ότι συμβαίνει και με την εναγομένη 2. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δεν θα υποστεί καμία ζημιά από την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι γνωστοί στον ίδιο αφού έχουν συμπεριληφθεί στην ένσταση του εναγομένου 1 στο αίτημα του ενάγοντα για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ταυτόχρονα θα δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο 1 να παρουσιάσει όλο το μαρτυρικό υλικό που επιθυμεί, προκειμένου να υποστηρίξει την θέση του ότι είναι κάτοικος εξωτερικού και ως εκ τούτου, της καταχώρησης του κλητηρίου, έπρεπε να προηγηθεί η σφράγιση του. Όλα τα πιο πάνω, συνιστούν κατά την γνώμη μου καλό λόγο ώστε να επιτραπεί το αίτημα για καταχώρηση της υπό κρίση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Έτσι θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων. Να σημειώσω εδώ ότι με την παροχή άδειας για την καταχώρηση της υπό κρίση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν αποφασίζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσον ευσταθεί η θέση του εναγομένου 1 ότι είναι μόνιμος κάτοικος Ρωσίας. Το στοιχείο αυτό θα αποφασιστεί στα πλαίσια της εκδίκασης της κυρίως αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου και αφού το Δικαστήριο ακούσει και τις δύο πλευρές επί του θέματος και αξιολογήσει στο σύνολο του, όλο το υλικό που θα τεθεί ενώπιον του. Όμως για σκοπούς εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο - αιτητή να παρουσιάσει προς υποστήριξη της θέσης του, το μαρτυρικό υλικό που αναφέρεται στην υπό κρίση συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εκδίδεται ως εκ τούτου, διάταγμα όπως ο αιτητής καταχωρήσει εντός 15 ημερών από σήμερα, την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας ως Παράρτημα Α. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 - αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο