XLMedia PLC κ.α. ν. Hughes κ.α., Αρ. Αγωγής: 1430/2017, 13/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A249 Αρ. Αγωγής: 1430/2017 Μεταξύ:
- XLMedia PLC, από το Jersey
- International Internet Development Limited, από τις Σεϋχέλλες
- International Domains Holdings Ltd, από τις Σεϋχέλλες Ενάγουσες και
- XXXXX Hughes, από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
- XXXXX Hughes, από το Ηνωμένο Βασίλειο
- XXXXX Hughes, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων Αίτηση ημερ. 24/10/2017 υπό εναγομένου 3 - αιτητή για παραμερισμό κλητηρίου Ημερομηνία: 13 Ιουνίου 2018 Για εναγόμενο 3 - αιτητή: κος Αντώνης Φράγκος για Αντώνης Φράγκος ΔΕΠΕ Για ενάγουσες - καθ' ων η αίτηση: κος Πολύβιος Παναγίδης για Chrysses Demetriades & Co LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούν τα πιο κάτω: Α. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για τη ζημιά και την απώλεια που υπέστησαν λόγω παράβασης των άρθρων 1.1, 2.1 και/ή άλλων ρητών και/ή εξυπακουομένων όρων της Συμφωνίας ημερομηνίας 13/8/2014 (η Συμφωνία) από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 ενόψει της παράλειψης από μέρους τους να μεταβιβάσουν όλα τα δικαιώματα και περιουσιακά στοιχεία που όφειλαν να μεταβιβάσουν σύμφωνα με τη Συμφωνία. Β. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για τη ζημιά και την απώλεια που υπέστησαν λόγω παράβασης από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 του Άρθρου 7.1 της Συμφωνίας λόγω της λειτουργίας ανταγωνιστικών ιστοσελίδων εντός της περιόδου των 24 μηνών που προβλέπετο από τη Συμφωνία. Γ. Διαζευκτικά των παραγράφων Α και Β πιο πάνω, Γενικές και/ή Ειδικές αποζημιώσεις για την ζημιά και την απώλεια που υπέστησαν λόγω της πρόκλησης (inducement) του Εναγομένου 1 από τους Εναγομένους 2 και/ή 3 να παραβιάσει τα άρθρα 1.1, 2.1 και/ή 7.1 και/ή άλλους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της Συμφωνίας. Δ. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για τη ζημιά και την απώλεια που υπέστησαν συνεπεία συνομωσίας μεταξύ του Εναγομένου 1 και/ή του Εναγόμενου 2 και/ή του Εναγόμενου 3 και/ή συνεπεία πρόκλησης ζημιάς με παράνομα μέσα και/ή αμελών ανακριβών δηλώσεων (negligent misrepresentation) και/ή ψευδών δηλώσεων (fraudulent misrepresentation) και/ή απάτης και/ή αθέμιτου ανταγωνισμού (passing off) από τον Εναγόμενο 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 κατά την περίοδο πριν και/ή κατά και/ή μετά την υπογραφή της Συμφωνίας. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να αποδώσουν λογαριασμό και/ή Ένορκο Λογαριασμό αναφορικά με τα κέρδη και/η οφέλη που οποιοσδήποτε από τους Εναγόμενους έλαβε και/η που άλλα τρίτα πρόσωπα που ήταν συνδεδεμένα με αυτούς έλαβαν και/η καρπώθηκαν ως αποτέλεσμα των πιο πάνω. ΣΤ. Οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη Ζ. Νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. (XXXXX11Q) Είχε προηγηθεί στη Γενική Αίτηση 139/2017, διάταγμα σφράγισης του κλητηρίου ημ. 15/5/2017, λόγω του ότι και οι τρεις εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση στην αίτηση σφράγισης του κλητηρίου, η ενάγουσα 1 είναι ανώνυμη εταιρεία εγγεγραμμένη στο Τζέρσεϋ και παρέχει ηλεκτρονικές υπηρεσίες ψηφιακού μάρκετινγκ. Για τις πιο πάνω εργασίες, κατέχει περισσότερα από 2.000 ιστοσελίδες. Έχοντας μια ηγετική θέση στην αγορά παροχής ψηφιακών υπηρεσιών μάρκετινγκ, χρησιμοποιεί ιδιόκτητα εργαλεία και μεθοδολογίες για τη δημιουργία κίνησης υψηλής αξίας για τους πελάτες της, με αντάλλαγμα ένα μερίδιο εσόδων, σταθερές χρεώσεις ή και τα δύο. Ειδικεύεται επίσης στον τομέα των online τυχερών παιχνιδιών, όπου είναι συνέταιρος με πάνω από 250 εταιρείες διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών σε περισσότερες από 20 χώρες. Οι μετοχές της ενάγουσας 1, αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο AIM (Alternative Investment Market). Πρόκειται για μια εναλλακτική αγορά επενδύσεων, που λειτουργεί στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Η έδρα της ενάγουσας 1, είναι στο Τζέρσεϋ όμως διατηρεί γραφεία και στην Λεμεσό. Οι τρεις εναγόμενοι είναι αδέλφια. Πρόκειται για ιδιώτες επιχειρηματίες με ειδικά ενδιαφέροντα στην ανάπτυξη εξειδικευμένων ονομάτων τομέων (domain names) και online υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και δικτυακών τόπων. Τα ονόματα τομέα (domain names), είναι οι διευθύνσεις στο διαδίκτυο που χρησιμοποιεί κάποιος κατά την πλοήγησή στο internet ή για να στείλει μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε για ζημίες σχετικά με την συμφωνία αγοράς ημ. 13/8/201 (στο εξής «η σύμβαση αγοραπωλησίας») βάσει της οποίας η ενάγουσα 1 απέκτησε από τους εναγομένους, όλα τα συμφέροντα, τίτλους και δικαιώματα στις ιστοσελίδες «freebets.co.uk» και «bonus.co.uk». Η καταχώρηση της αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, έγινε δυνάμει του άρθρου 11.8 της σύμβασης αγοραπωλησίας, το οποίο προβλέπει ότι το παρόν Δικαστήριο θα έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε οποιαδήποτε διαφορά ή θέμα αναφορικά με την συμφωνία. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν κατά τις ενάγουσες, αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή δυνάμει του άρθρου 25 Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
- Το εν λόγω άρθρο, προβλέπει ότι αν τα μέρη ανεξάρτητα από την κατοικία, συμφωνήσουν ότι ένα Δικαστήριο ή τα Δικαστήρια κράτους μέλους θα έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τη διευθέτηση τυχόν διαφορών που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το εν λόγω Δικαστήριο ή Δικαστήρια θα έχουν δικαιοδοσία και τέτοια η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως. Υπό τις περιστάσεις, και έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται παρακάτω, η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας υπέρ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ισχύει στην περίπτωση και των τριών εναγομένων. Συνοπτικά, οι απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, διαχωρίζεται σε τρεις βασικές κατηγορίες ως ακολούθως:
- Παραβιάσεις της σύμβασης αγοραπωλησίας που αφορούν την υποχρέωση των εναγομένων για μη ανταγωνισμό. Ειδικότερα, την υποχρέωση των εναγομένων που αναφέρεται στο άρθρο 7.1 της συμφωνίας, όπως εντός 24 μηνών, αποφύγουν να λειτουργούν ανταγωνιστικά ονόματα περιοχής (domain names) και ιστοσελίδες (websites), προκαλώντας απώλεια και βλάβη στην ενάγουσα
- Παραβιάσεις της σύμβασης αγοραπωλησίας από τους εναγομένους που σχετίζονται με την αποτυχία τους να μεταφέρουν όλα τα συμφέροντα, τίτλους και δικαιώματα στις ιστοσελίδες «freebets.co.uk» και «bonus.co.uk», συμπεριλαμβανομένους και όλους τους υποτομείς ονομάτων, (sub-domains) που ήταν το αντικείμενο του άρθρου 2.1 της συμφωνίας αγοράς. Κατά παράβαση της εν λόγω υποχρέωσης τους, οι εναγόμενοι, χρησιμοποίησαν και εκμεταλλεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και ονόματα υποτομέων που θα έπρεπε να είχαν μεταφερθεί στους εν λόγω τομείς.
- Διάφορες, εναλλακτικές αξιώσεις από αδικοπραξίες που σχετίζονται με τη συμπεριφορά των εναγομένων σε σχέση με την προετοιμασία, την υπογραφή και την εφαρμογή της συμφωνίας, αλλά επίσης για την περίοδο μετά την υπογραφή της, μερικές από τις οποίες σχετίζονται άμεσα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις παρ.
(1)και
(2)ανωτέρω. Οι αξιώσεις για αδικοπραξία (tort) που επιδιώκονται με την παρούσα, είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη συμφωνία αγοραπωλησίας και συνεπώς εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στο άρθρο 11.8 της συμφωνίας. Οι εν λόγω αδικοπραξίες συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων, διάφορα οικονομικά αστικά αδικήματα (various economic torts). Μετά την άδεια για σφράγιση του κλητηρίου και καταχώρηση της αγωγής, εκδόθηκε στις 10/7/2017 διάταγμα, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους. Η επίδοση στους εναγομένους 2 & 3 διατάχθηκε να γίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τα άρθρα 1-7 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1393/
- Η παρούσα αίτηση Μετά την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου με τον πιο πάνω τρόπο στον εναγόμενο 3, αυτός καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Στην συνέχεια ο εναγόμενος 3, καταχώρησε την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητά τα εξής: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει ή/και να αναστέλλει τη διαδικασία της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή/και την αγωγή ή/και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Β. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις Γ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ9, Δ.48 Θ1-9, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 καθώς και επί της νομολογίας και των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Στέλλας Ευριπίδου, δικηγόρου και συνεργάτη στην δικηγορική εταιρεία των συνηγόρων για τον αιτητή. Αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση ότι τα γεγονότα που εκθέτει, είναι από ενημέρωση που έχει λάβει από τον Αντώνη Φράγκο, δικηγόρο του εναγόμενου 3 - αιτητή σε σχέση με τα γεγονότα, την νομική πτυχή και δικαιοδοσία αλλά και μετά από μελέτη της δικογραφίας και της έγγραφης μαρτυρίας της υπόθεσης. Επιπλέον δεν ήταν εφικτό να προσέλθει ο ίδιος ο εναγόμενος 3 στην Κύπρο, προκειμένου να υπογράψει ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Στην συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η παρούσα διαδικασία ή/και αγωγή θα πρέπει να παραμεριστεί ή/και ανασταλεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εφόσον ο εναγόμενος 3 δεν αποτελεί μέρος της συμφωνίας αγοραπωλησίας που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Η ειδοποίηση ένστασης Οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης, αρνούμενοι την έκδοση διατάγματος παραμερισμού του κλητηρίου. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση δεν δικαιολογείται με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 και την Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε σχέση με τον αιτητή σύμφωνα με τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημ. 15/5/2017 και 10/7/2017, ήταν καθ' όλα νόμιμη και βρισκόταν σε πλήρη συμμόρφωση με τον πιο πάνω Κανονισμό και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την Δ.6.θ.4 και με το άρθρο 3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Στους λόγους ένστασης, παρατίθεται επιχειρηματολογία υπέρ της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα σύμφωνα με το άρθρο 25 του πιο πάνω Κανονισμού, το οποίο υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν της παρούσα υπόθεση, επεκτείνει την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων έναντι όλων των εναγομένων. Η ρήτρα δικαιοδοσίας που περιέχεται στο άρθρο 11.8 της συμφωνίας ημερ. 13/8/2014 η οποία προβλέπει για την αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και ειδικότερα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, σύμφωνα με το Κανονισμό και/ή το Κυπριακό Δίκαιο και/ή το κοινοδίκαιο υπό τις περιστάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, δεσμεύει και τους τρεις εναγόμενους αναφορικά με οποιαδήποτε διαφορά ή ζήτημα που σχετίζεται με την εν λόγω συμφωνία, ανεξαρτήτως του ότι η Συμφωνία υπογράφθηκε μόνο από τον Εναγόμενο
- Αναφέρεται συγκεκριμένα στο εν λόγω άρθρο ότι "The Courts of Limassol, Cyprus shall have exclusive and sole jurisdiction over any dispute or matter in connection with this Agreement". Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου καθότι η περιουσία που είναι το αντικείμενο της συμφωνίας υπόκειται στους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται επίσης ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ερχόταν σε σύγκρουση με τα προηγούμενα διατάγματα ημερ. 15/5/2017 και ημερ. 10/7/2017 για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου και τα οποία δίδουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδικάσει την αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στους ενάγοντες και θα οδηγήσει σε κατακερματισμό της διαδικασίας. Αγορεύσεις Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη με αγορεύσεις των μερών αφού καμία πλευρά δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσον από γραπτό κείμενο που παρέδωσαν στο Δικαστήριο όσον και προφορικά. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αλλά και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Η εκδοχή των εναγουσών - καθ' ων η αίτηση Σύμφωνα με τους ενάγοντες, η ενάγουσα 1 προσέγγισε τους εναγομένους γύρω στον Μάιο του 2014, για την αγορά των περιουσιακών στοιχείων, των δύο ονομάτων τομέα (domain names) που προαναφέρθηκαν και το σύνολο δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τα εν λόγω ονόματα. Ήταν κατανοητό ότι τα εν λόγω domain names, ανήκαν και στους τρεις εναγομένους παρότι ο καταχωρίζων δικαιούχος ήταν ο εναγόμενος 2 και μια νομική οντότητα που διεύθυνε ο εναγόμενος
- Είναι πολύ κοινό κατά τους ενάγοντες όταν πρόκειται για ονόματα τομέα, το δικαιούχο πρόσωπο (νομικό ή φυσικό) να τα κατέχει ως εμπιστευματοδόχος/διαχειριστής και εξ' ονόματος άλλων. Ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, στις 27.6.2014 η ενάγουσα 1 συμφώνησε για την αγοραπωλησία των διαδικτυακών τομέων ονομάτων «freebets.co.uk» και «bonus.co.uk» που ήταν, και εξακολουθούν να καταχωρούνται, στο αρχείο «Nominet» που είναι το επίσημο μητρώο του Ηνωμένου Βασιλείου για αυτά τα domain names. Στις 8 Ιουλίου 2014 επιτεύχθηκε αρχική συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με την προτεινόμενη πώληση για το ποσό των 4,15 εκατομμυρίων στερλινών. Η συμφωνία επιβεβαιώθηκε μέσα από ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που στάλθηκε στην ενάγουσα 1 και από τους τρεις εναγομένους. "We would like to confirm that we agree to a deal at £4.15m. Kind regards, Ryan, Leon & Craig". Από το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (τεκμ.3 στην Ε.Δ της αίτησης για σφράγιση του κλητηρίου), είναι σαφές ότι και οι τρεις εναγόμενοι συλλογικά, συμμετείχαν στην διαπραγμάτευση με την ενάγουσα
- Μετά την καταρχήν συμφωνία που επετεύχθη στις 10 Ιουλίου 2014, υπογράφηκε ένα συνυποσχετικό (letter of intend) σχετικά με την προτεινόμενη αγορά. Το συνυποσχετικό υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας 1 και του εναγομένου 1 (XXXXX Hughes), του οποίου το όνομα και η διεύθυνση προστέθηκε στο χειρόγραφο, προκειμένου να υποκαταστήσει τον αδελφό του, εναγόμενο 2 (XXXXX Hughes) που καθορίστηκε ως πωλητής στο αρχικό κείμενο. Όταν το συνυποσχετικό ήταν έτοιμο προς υπογραφή, ο εναγόμενος 2 ζήτησε το όνομά του να αντικατασταθεί με εκείνο του αδελφού του εναγομένου
- Η αλλαγή βασιζόταν σε λόγους που είχαν να κάνουν με τους εναγομένους, που σαφώς ενεργούσαν σε συνεννόηση. Παρά την υπογραφή μόνο από τον εναγόμενο 1, ήταν σαφές ότι το συνυποσχετικό (Letter of Intent) υπεγράφη για λογαριασμό και προς όφελος και των τριών αδελφών και ότι μια μελλοντική αγορά θα υπογραφεί και πάλι από τον εναγόμενο 1, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό και για τους τρεις εναγόμενους και ότι θα μοιράζονταν τα κέρδη μεταξύ τους. Επίσης, κατά την υπογραφή εκτός από τον εναγόμενο 1, ήταν παρών και ο αδελφός του XXXXX Hughes (εναγόμενος 3). Με αυτά τα στοιχεία, οι ενάγοντες δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι και οι τρεις εναγόμενοι είχαν εμπλακεί στην πώληση. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας όπως τροποποιήθηκε με την τροποποιητική συμφωνία ημ. 31.3.15, η ενάγουσα 1 απέκτησε τα ονόματα «freebets.co.uk» και «bonus.co.uk» και των συναφών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της υπεραξίας τους, για το ποσό των 4 εκατομμυρίων λιρών - στερλινών. Σε κάθε στιγμή, ήταν αντιληπτό στην ενάγουσα 1 ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε εξ' ονόματος και των τριών εναγομένων. Ήταν επίσης σαφές ότι όλοι οι εναγόμενοι ήταν καθ' όλα τα στάδια φορείς εκμετάλλευσης και πωλητές των περιουσιακών στοιχείων που πωλήθηκαν στο πλαίσιο της συμφωνίας αγοράς. Ως εκ τούτου, η αγωγή κινήθηκε εναντίον και των τριών αδελφών παρότι για λόγους που αφορούν τους ιδίους, μόνο ο εναγόμενος 1 που διέμενε στο Ντουμπάι ΗΑΕ, αναφερόταν ρητά στην συμφωνία. Για τους ιδίους λόγους, η ρήτρα αποκλειστικής αρμοδιότητας για τα Δικαστήρια της Λεμεσού στο άρθρο 11.8 της συμφωνίας αγοράς, εφαρμόζεται έναντι όλων των εναγομένων. Για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της συμφωνίας, στις 2.9.2014 το όνομα τομέα «freebets.co.uk» μεταβιβάστηκε από τον εναγόμενο 2 στον εναγόμενο
- Τον ίδιο χρόνο, το όνομα τομέα «bonus.co.uk» μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 1 που μέχρι τότε ανήκε στην Gambull Ltd ιδιοκτησίας του εναγομένου
- Την επόμενη μέρα, στις 3.9.2014, το όνομα τομέα «freebets.co.uk» μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα 3 που το κατέχει ως εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας
- Με τον ίδιο τρόπο, το όνομα τομέα «bonus.co.uk» μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα 2 που επίσης το κατέχει ως εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας
- Όπως αποδείχθηκε αργότερα, οι εναγόμενοι κατά παράβαση της ρήτρας για μη άσκηση ανταγωνισμού, που περιείχε το συνυποσχετικό ημ. 10.6.14 (δηλαδή κατά τη διάρκεια της περιόδου διαπραγμάτευσης για την εξαγορά των επιχειρήσεων που οδήγησαν στη συμφωνία αγοράς) μέσω του εναγομένου 2 ενέγραψαν παρόμοια domain names με αυτά που διαπραγματεύονταν, τα οποία μέχρι τότε κρατούσαν σε αδράνεια. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από τις 20 Νοεμβρίου 2013 η Nominet που είναι το επίσημο μητρώο ονομάτων τομέα (domain names) στο Ηνωμένο Βασίλειο, επιβεβαίωσε και ενημέρωσε τους εναγόμενους ότι θα καθιερωθούν τα προσωνύμια «.uk» και ότι οι εγγεγραμμένοι κάτοχοι των ονομάτων τομέα με το τελικό «Co.uk» θα έχουν την δυνατότητα να επιλέξουν το μικρότερο ισοδύναμο «.uk». Οι εναγόμενοι, δρώντας μέσω του εναγομένου 2 που είχε αρχικά στο όνομα του τα domain names «freebets.co.uk» και «bonus.co.uk», εγκατέστησαν τα νέα domain names «freebets.uk» και «bonus.uk» χωρίς να το αποκαλύψουν στον ενάγοντα κατά τις διαπραγματεύσεις αλλά ούτε και μετά την ολοκλήρωση της πώλησης. Ακολούθως τον Ιούλιο του 2015, οι εναγόμενοι ενεργώντας μέσω του εναγομένου 2, άρχισαν την λειτουργία ανταγωνιστικής υπηρεσίας μέσω της νέας ιστοσελίδας «freebets.uk». Με τον τρόπο αυτό, παρέχουν μια παρόμοια ανταγωνιστική υπηρεσία με αυτή της «freebets.co.uk» που πώλησαν στην ενάγουσα
- Αυτό έγινε εκ προθέσεως και από τους τρεις εναγόμενους για να αποκτήσουν ανεπιθύμητο πλεονέκτημα ανταγωνισμού, χρησιμοποιώντας τα νέα domain names μετά την ολοκλήρωση της πώλησης και αφού εισέπραξαν ένα σημαντικό ποσόν από την συμφωνία αγοράς των αρχικών domain names. Η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων, εμπόδισε την ενάγουσα από του να αποκτήσει και θέσει υπό τον έλεγχο της, όλα τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονταν με τα domain names που πωλήθηκαν σε αυτή. Η ενάγουσα 1 θεωρεί την εγγραφή και η λειτουργία των νέων domain names ως αντισυμβατική και καταχρηστική που παραβιάζει τα δικαιώματα της. Έγιναν επί του προκειμένου σχετικές καταγγελίες στην Nominet του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία δικαίωσε την ενάγουσα
- Αποφασίστηκε από δευτεροβάθμιο όργανο της Nominet ότι υπήρξε παράβαση του όρου της συμφωνίας για αποφυγή δημιουργίας ανταγωνιστικής επιχείρησης για περίοδο 24 μηνών χωρίς όμως η Nominet να έχει δικαίωμα να αποδώσει αποζημιώσεις. Ο όρος για αποφυγή ανταγωνισμού, συνάδει με το Κυπριακό δίκαιο και συγκεκριμένα με το άρθρο 27 του Κυπριακού Περί Συμβάσεων Νόμου. Είναι επίσης η θέση των εναγουσών ότι είναι άμεσα συνδεδεμένος με την πολύ ψηλή τιμή των 4 εκατομμυρίων στερλινών που οι εναγόμενοι εισέπραξαν για την πώληση των επίδικων domain names. Επιπλέον, και δεδομένης της πολύ ψηλής αξίας της αγοράς , είναι σαφές ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να μεταβιβάσουν στην ενάγουσα 1, όλα τα δικαιώματα επί των επίδικων domain names. Υπό τας περιστάσεις, η χρήση των ονομάτων «freebets.uk» και «bonus.uk», παραβιάζει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας 1, τα οποία απέκτησαν μετά την αγορά των υπό κρίση domain names. Κατά την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος των εναγουσών τόνισε τα πιο κάτω γεγονότα, που κατά την άποψη του παρέμειναν αναντίλεκτα και τα οποία συνοψίστηκαν στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Dahan που υποστηρίζει την ένσταση στην παρούσα: (α) Από την αρχή των διαπραγματεύσεων που αφορούσαν την πώληση των domain names που ήταν το αντικείμενο της συμφωνίας που οδήγησε στην παρούσα διαφορά, ήταν ξεκάθαρο ότι τα περιουσιακά στοιχεία που θα πωλούντο ανήκαν και στους τρεις εναγομένους παρόλο του ότι η νομική εγγραφή αυτών συνδεόταν επίσημα με μόνο ένα εξ' αυτών, δηλαδή τον εναγόμενο
- Σημειώθηκε επίσης ότι συνηθίζεται περιουσιακά στοιχεία τέτοιου τύπου να κρατούνται στο όνομα κάποιου τρίτου αλλά προς όφελος άλλου. (β) Παρόλο που αρχικά η Συμφωνία μη αποκάλυψης που υπογράφτηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων υπογράφηκε από τον εναγόμενο 2 (στον οποίο κατά την προκειμένη στιγμή ήταν εγγεγραμμένα τα domain names,το ένα απευθείας και το άλλο μέσω εταιρείας που έλεγχε, ήταν ξεκάθαρο ότι η πραγματική ιδιοκτησία ανήκε και στους τρεις εναγομένους. (γ) Όταν οι εναγόμενοι επιβεβαίωσαν στις 8/7/2014 την αποδοχή τους να προβούν στην πώληση για το ποσό των £4.150.000 αγγλικών λιρών (GBP), αυτή τους η επιβεβαίωση αποστάληκε από την ηλεκτρονική διεύθυνση «admin@freebets.co.uk» (η οποία ανήκε στην επιχείρηση που θα πωλείτο) με τα ονόματα όμως και των τριών εναγομένων ως αποστολείς του εν λόγω μηνύματος (βλ. τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 6/7/2017 και τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγουσών ημερομηνίας 26/1/2018). Ήταν επομένως ξεκάθαρο ότι ήταν και οι τρεις εναγόμενοι που συναλλάσσονταν μαζί με τους ενάγοντες. (δ) Αμέσως μετά όταν υπογράφτηκε στις 10/7/2014 η συμφωνία που καλείτο ως Letter of Intent, οι εναγόμενοι είχαν αποφασίσει όπως αυτή υπογραφεί από τον εναγόμενο 1, που διέμενε στο Dubai, για λόγους που αφορούσαν καθαρά τους εναγόμενους, οι οποίοι όμως ξεκάθαρα ενεργούσαν μαζί. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν ξεκάθαρο ότι και οι τρεις μαζί θα επωφελούνταν από το τίμημα της πώλησης. (ε) Κατά την επίσημη υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 13/8/2014 στην οποία φαινόταν μόνο το όνομα του εναγόμενου 1 ως πωλητή, ήταν παρών και ο ίδιος ο εναγόμενος
- (στ) Ενόψει της εμπλοκής και των τριών εναγομένων στην συναλλαγή αλλά και βάσει δημόσια διαθέσιμων πληροφοριών που παρέπεμπαν και στους τρεις εναγόμενους ως ιδρυτές της εν λόγω επωνυμίας που θα πωλείτο, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι εμπλέκονταν και οι τρεις στην πώληση. (η) Οι αγοραστές (δηλαδή η ενάγουσα 1), αντιλαμβάνονταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ότι η υπογραφή από τον εναγόμενο 1 της συμφωνίας ημερομηνίας 13/8/2014 γινόταν εκ μέρους και των τριών εναγομένων. Η συμφωνία υπογράφηκε και για εκείνους αλλά για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά τους ιδίους τους εναγόμενους, φαινόταν σε αυτή ρητά το όνομα μόνο του εναγόμενου 1, ο οποίος ήταν κάτοικος Dubai. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα 1 με την παρούσα διαδικασία, απαιτεί την ζημιά που υπέστη ως αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγομένων, την οποία υπολογίζει σε €1.600.000,
- Η εκδοχή του εναγομένου 3 - αιτητή Στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, αναφέρεται γενικά ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση γιατί ο εναγόμενος 3 δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην υπό κρίση συμφωνία. Εκτενής ανάλυση του ισχυρισμού αυτού, γίνεται στην αγόρευση του συνηγόρου για τον εναγόμενο 3 - αιτητή. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι από την ίδια την μαρτυρία των εναγόντων, δηλαδή της συμφωνίας τεκμήριο 6 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, προκύπτει αδιαμφισβήτητα, ότι συμβαλλόμενο μέρος στην εν λόγω συμφωνία, είναι μόνο ο εναγόμενος
- Σε σχέση με τον τόπο σύναψης της συμφωνίας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι είναι παραδεκτά τα πιο κάτω:
- Οι διάδικοι δεν είναι κάτοικοι Κύπρου ή/και δεν έχουν το εγγεγραμμένο τους γραφείο στη Κύπρο.
- Από τους διάδικους μόνο οι εναγόμενοι 2 και 3 μπορεί να λεχθεί ότι είναι κάτοικοι Ευρώπης, και συγκεκριμένα του Ηνωμένου Βασιλείου.
- Όλες οι συμφωνίες έγιναν εκτός Κύπρου.
- Οι συζητήσεις και η αλληλογραφία έγιναν εκτός Κύπρου.
- Οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις δεν είναι Κυπριακές.
- Τα περιουσιακά στοιχεία ή/και πνευματικά δικαιώματα βρίσκονται εκτός Κύπρου όπως και τα αρχεία όπου είναι καταχωρημένα.
- Η ισχυριζόμενη παραβίαση δεν έλαβε χώρα στην Κύπρο.
- Όλη η μαρτυρία προκύπτει από το εξωτερικό.
- Η πληρωμή του τιμήματος έγινε σε Βρετανικές Λίρες ενώ δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι χρησιμοποιήθηκαν κυπριακοί λογαριασμοί. Γενικά, η όλη συναλλαγή είναι ξένη προς την Κύπρο, εκτός από το γεγονός ότι (α) η ενάγουσα 3 έχει διεύθυνση και στη Κύπρο και (β) η συμφωνία τεκμήριο 6, αναφέρει για αποκλειστική δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λεμεσού. Ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι από τα γεγονότα της παρούσας δεν προκύπτει ότι είναι νομικά επιτρεπτό, να επιβληθούν συμβατικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από συμφωνία, σε τρίτα μέρη που δεν αποτελούν μέρος συμφωνίας. Αυτό παρότι δέχθηκε ότι το κατά πόσον οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν ή όχι όφελος από τη συμφωνία ή/και αν είναι δικαιούχοι ή/και αν ευθύνονται έναντι των εναγόντων για την ισχυριζόμενη παραβίαση της συμφωνίας αγοράς από τον εναγόμενο 1, άπτεται της ουσίας της διαφοράς. Ο συνήγορος απέρριψε την θέση ότι και οι τρεις εναγόμενοι θα επωφελούνταν από την πώληση των domain names. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία για το ποιος έλαβε το τίμημα πώλησης, σε ποιο λογαριασμό, υπό ποια ιδιότητα και σε ποια μερίδια. Ούτε έχει σημασία κατά τον συνήγορο ποιος διαπραγματευόταν πριν την σύναψη της συμφωνίας ή ποιος ήταν ο ιδρυτής των domain names. Σημασία έχει ότι κατά την πώληση των επίδικων περιουσιακών στοιχείων, ιδιοκτήτης ήταν μόνο ο εναγόμενος 1 και κανένας άλλος. Ο συνήγορος απέρριψε και τον ισχυρισμό για δημιουργία εμπιστεύματος, αναφέροντας ότι δεν προσφέρεται καμία μαρτυρία για την δημιουργία του και χωρίς να εξειδικεύεται προς όφελος ποιων υπήρχε. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για σχέση αντιπροσωπείας με τον εναγόμενο 1, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι προβάλλεται για πρώτη φορά στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων. Πρόκειται κατά τον συνήγορο για μια ύστατη προσπάθεια να σωθεί η δικαιοδοσία στη βάση της αντιπροσωπείας και αυθαίρετων συμπερασμάτων που δεν δικαιολογούνται είτε νομικά είτε από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί. Στην παρούσα υπόθεση όμως, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε την συμφωνία υπό τη προσωπική του ιδιότητα και το πιο ουσιαστικό είναι ότι ήταν ο μόνος ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συμφωνίας αγοράς. Δεν προκύπτει ως εκ τούτου ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος οιουδήποτε. Ούτε μπορούν να ισχύσουν στην παρούσα οι αρχές της εκχώρησης ή/και υποκατάστασης δικαιωμάτων (assignment of rights). Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στις διαζευκτικές αιτίες αγωγής εναντίον του εναγομένου 3 δυνάμει της παρ. Δ του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Αυτές αφορούν ισχυρισμούς για συνομωσία των εναγομένων, αμελών ή/και ψευδών δηλώσεων ή/και απάτης καθώς και ισχυρισμούς για παραβάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (passing off). Όμως αυτές οι αιτίες αγωγής δεν μπορούν κατά τον συνήγορο να διαχωριστούν από την επίδικη συμφωνία και από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 2 & 3 δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι ούτε το άρθρο 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Έκαμε αναφορά στην εξαίρεση του άρθρου 24.4 του ιδίου Κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο καθορίζεται αποκλειστική δικαιοδοσία σε Δίκες, που έχουν ως αντικείμενο την καταχώριση ή το κύρος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων ή άλλων ανάλογων δικαιωμάτων, τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση. Στις περιπτώσεις αυτές, αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ζητήθηκε, πραγματοποιήθηκε, ή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε η κατάθεση ή η καταχώρηση σύμφωνα με πράξη της Ένωσης ή με διεθνή σύμβαση. Η όλη διαφορά στην παρούσα, βασίζεται στη αγορά domain names, των οποίων η καταχώρηση ή/και εγγραφή είναι επιτακτική για την αξίωση κυριότητας και πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για καταχώρηση στο αρχείο Nominet που είναι η εταιρεία που διατηρεί και διαχειρίζεται τα αρχεία των domain names στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία με βάσει το άρθρο 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για κανένα εναγόμενο, συμπεριλαμβανομένου και του αιτητή καθότι εφαρμόζεται στην παρούσα, το άρθρο 24
(4)του εν λόγω Κανονισμού. Νομική πτυχή Η διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762). Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται από την Δ.16 Θ.9, η οποία έχει ως εξής:
- A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Σε ελεύθερη μετάφραση:
- Ένας εναγόμενος πριν εμφανιστεί θα είναι ελεύθερος, χωρίς να πετύχει διάταγμα καταχώρησης ή να καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση». Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Μελετώντας προσεχτικά τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσεγγιστεί από τον εναγόμενο με τους εξής τρείς τρόπους:
- Χωρίς καν να εμφανισθεί δηλαδή πριν να καταχωρήσει κανονική και χωρίς όρους εμφάνιση (unconditional appearance), δικαιούται να αιτηθεί από το Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως, τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Αυτή είναι και η έννοια της φράσης «without obtaining an order to enter or entering unconditional appearance».
- Να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία και είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατό και προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία (fresh step in the action) να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.
- Εναλλακτικά, η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του, μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης για εμφάνιση υπό αίρεση με την ταυτόχρονη λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Νοείται ότι οποιαδήποτε ενέργεια επιλεγεί, αυτή θα πρέπει να εκδηλωθεί προτού καταχωρηθεί κανονικό σημείωμα εμφάνισης. Η φράση «before appearing» σημαίνει τον χρόνο πριν την καταχώρηση ανεπιφύλακτης και χωρίς όρους εμφάνισης (unconditional appearance), η οποία στην ουσία αποτελεί αποποίηση του δικαιώματος του εναγομένου να αμφισβητήσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, στην σελίδα 197: «Before appearing. - This means before entering an unconditional appearance. After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a fresh step within O.70 r.
- » Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για επίδοση στο εξωτερικό, στην Δ.6 Θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Θ.4, αναφέρεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.6 Θ.4 έχει ως ακολούθως:
- Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι διατάξεις της Δ.6 θ.1 δεν αφορούν μόνο την επίδοση αλλά σχετίζονται και με την επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε πρόσωπα που κατοικούν στο εξωτερικό με την έννοια ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί καλή αιτία αγωγής. Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση, του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 Θ.1 τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης. Σχετική είναι και η υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: « Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Έγινε επίσης παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch
(1981)1 C.L.R. 297, 300. « . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favor of the proponent of service outside jurisdiction. » Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι η αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου, θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία κατ' ουσίαν, είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Συμπεράσματα Με την ένσταση των εναγουσών αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου τους, προβάλλεται η θέση ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει με τα διατάγματα σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου ότι υπάρχει καλή αιτία αγωγής εναντίον του εναγομένου
- Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ερχόταν σε σύγκρουση με τα προηγούμενα διατάγματα ημερ. 15/5/2017 και ημ. 10/7/2017, τα οποία δίδουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδικάσει την αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Μπορεί τα διατάγματα σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου να εκδίδονται μονομερώς, διαφυλάσσεται όμως ταυτόχρονα στον εναγόμενο, το δικαίωμα να ακουστεί και να ζητήσει τον παραμερισμό τους, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl (ανωτέρω). Το δε βάρος απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου, εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντα. Από την άλλη, ο συνήγορος του αιτητή επιχειρηματολογώντας υπέρ της θέσης ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, ισχυρίστηκε ότι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα το άρθρο 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 που παρέχει ευχέρεια στα συμβαλλόμενα μέρη να επιλέξουν δικαιοδοσία εκδίκασης των διαφορών τους. Έκαμε αντιθέτως αναφορά στο άρθρο 24.4 του ιδίου Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο καθορίζεται αποκλειστική δικαιοδοσία σε Δίκες που έχουν ως αντικείμενο την καταχώριση ή το κύρος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων ή άλλων ανάλογων δικαιωμάτων, τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση. Είναι βέβαια νομολογημένο ότι απαραίτητη προϋπόθεση για επίδοση αγωγής στο εξωτερικό, αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς (βλ. S.P.P. Projects limited ανωτέρω). Εξετάζοντας όμως την πιο πάνω θέση του αιτητή, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Το άρθρο 24.
- του Ε.Κ. 1215/2012, αφορά αγωγές για διπλώματα ευρεσιτεχνίας και άλλα συναφή σήματα ή σχέδια. Τα επίδικα θέματα της παρούσας, σχετίζονται με περιουσιακά στοιχεία που αφορούν διαδικτυακούς τόπους (websites) και διαδικτυακά ονόματα τομέων (domain names) που καμία σχέση δεν έχουν με διπλώματα ευρεσιτεχνίας ούτε είναι συναφή με αυτά. Το γεγονός ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία καταχωρούνται σε συγκεκριμένο αρχείο κάθε χώρας, δεν σημαίνει ότι εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 24.4 του Ε.Κ 1215/
- Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών ισχυρισμών των διαδίκων. Οι ενάγουσες βασίζουν την θέση τους για δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή, στην ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας που υπάρχει στην επίδικη σύμβαση και στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 που παρέχει τέτοια ευχέρεια στα συμβαλλόμενα μέρη. Ο Ε.Κ 1215/12 που αντικατέστησε τον Ε.Κ. 44/01, ρυθμίζει την διεθνή δικαιοδοσία καθώς και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Στα πλαίσια αυτά, προβαίνει και σε ρυθμίσεις για την επίδοση δικογράφων. Σκοπός του όμως δεν είναι αποκλειστικά η ρύθμιση της επίδοσης δικογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά όπως αναφέρεται και στον τίτλο του, η διεθνής δικαιοδοσία και η αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων εντός της Ένωσης. Ο Κανονισμός που ρυθμίζει ειδικά τα ζητήματα επίδοσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο Ε.Κ. 1393/07 (Βλ. Alpha Bank ν. Si Senh Daw κα.
(2013)1 Α.Α.Δ 1935 Το άρθρο 25.1 του Ε.Κ. 1215/12 έχει ως εξής: Άρθρο 25 - Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας
- Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Στην παρούσα υπόθεση, τόσον στην γενική αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου όσον και στην μονομερή αίτηση για επίδοση στο εξωτερικό, εξετάστηκαν τα ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή, όπως αυτά καθορίζονται στον Ε.Κ. 1215/12 αλλά και στην Δ.6 Θ.
- Επανεξετάζοντας το θέμα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και αφού άκουσα τις θέσεις και των δύο μερών, κρίνω ότι τίποτε δεν εμπόδιζε τους συμβαλλομένους να προσδιορίσουν ρήτρα δικαιοδοσίας στο παρόν Δικαστήριο, προκειμένου για διαφορές που άπτονται της επίδικης σύμβασης. Δεν έχει σημασία που καταρτίστηκε η σύμβαση ή αν η παράβαση της και τα κατ' ισχυρισμό συναφή με αυτή αστικά αδικήματα, διαπράχθηκαν στην Βρετανία ή αλλού. Γεγονός παραμένει ότι οι συμβαλλόμενοι είχαν δυνάμει του άρθρου 25 του Ε.Κ. 1215/12, δικαίωμα να καθορίσουν ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας όπως και έπραξαν. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα ως προς την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή αφού ισχύει επί του προκειμένου η συμφωνηθείσα ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Αυτό που απομένει να εξεταστεί, είναι η θέση του αιτητή ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, επειδή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο επίδικο συμβόλαιο. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα εμπίπτει σε αυτά που καθορίζονται στην Δ.6 Θ.
- Αυτό που επικαλείται ο αιτητής είναι ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις της Δ.6 Θ.4, σύμφωνα με την οποία, οι ενάγουσες όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία για εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον του. Η ενάγουσα με την ένορκη δήλωση που προσκόμισε, προκειμένου να πετύχει μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα σφράγισης και επίδοσης, αναφέρεται αναλυτικά στις αιτίες αγωγής επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση της. Σε σχέση με τον εναγόμενο 3, αναφέρεται ότι συνωμότησε με τους υπολοίπους εναγομένους, προκειμένου να παραβιαστεί βασικός όρος της επίδικης σύμβασης που τους υποχρέωνε να μην διεξάγουν ανταγωνιστική επιχείρηση σε διάστημα 24 μηνών. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε την σύμβαση εκ μέρους όλων των εναγομένων, οι οποίοι ευθύνονται από κοινού για την παράβαση της. . Το γεγονός ότι η σύμβαση υπεγράφη μόνο από το εναγόμενο 1 είναι παραδεκτό. Όμως οι ενάγουσες, ισχυρίζονται ότι αυτό έγινε αποκλειστικά για σκοπούς που αφορούσαν τους εναγόμενους. Γι' αυτό και τα υπό κρίση domain names μεταβιβάστηκαν την τελευταία στιγμή από τον εναγόμενο 2 στον εναγόμενο 1, ο οποίος καθορίστηκε από τους εναγομένους ως το πρόσωπο που θα υπέγραφε την σύμβαση. Παρατέθηκαν από τις ενάγουσες διάφοροι ισχυρισμοί για αντιπροσώπευση των εναγομένων 2 & 3 από τον εναγόμενο 1 ή για την δημιουργία εμπιστεύματος καθώς και για εκχώρηση και υποκατάσταση δικαιωμάτων (assignment of rights). Ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος με το οποίο κατ' ισχυρισμό λειτούργησαν οι εναγόμενοι, ήταν η σαφής θέση των εναγουσών ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν επίσης δικαιούχοι της σύμβασης, είχαν όφελος από αυτήν και ως εκ τούτου, ευθύνονται έναντι των εναγουσών για την ισχυριζόμενη παραβίαση της. Παρουσίασαν μάλιστα μαρτυρία ότι στο διαπραγματευτικό στάδιο, συμμετείχαν και οι τρεις εναγόμενοι και υπογράφουν όλοι το email με το οποίο γίνεται αποδεκτό το τελικό ποσόν πληρωμής (τεκμ.3 στην Ε.Δ της αίτησης για σφράγιση του κλητηρίου). Δεν είναι κατά την άποψη μου η παρούσα διαδικασία, το κατάλληλο στάδιο για να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά πόσον οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγουσών ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα. Αυτό το στοιχείο θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του. Για σκοπούς όμως σφράγισης και επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην αλλοδαπή, κρίνω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί ικανοποιούν την απαίτηση της Δ.6 Θ.4 και της σχετικής νομολογίας για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του εναγομένου 3 - αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, υπενθυμίζεται ότι οι ενάγουσες ισχυρίζονται επίσης την διάπραξη του αστικού αδικήματος της πρόκλησης (inducement) του εναγομένου 1 από τους εναγομένους 2 και 3 να παραβιάσει την επίδικη σύμβαση. Ισχυρίζονται περαιτέρω την διάπραξη και άλλων αστικών αδικημάτων από όλους τους εναγομένους όπως αθέμιτο ανταγωνισμό και απάτη. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε και από τις δύο πλευρές, η κατ' ισχυρισμό διάπραξη των πιο πάνω αστικών αδικημάτων δεν μπορεί να διαχωριστεί από την επίδικη σύμβαση αφού πηγάζουν από αυτήν. Ισχύει ως εκ τούτου και για αυτές τις βάσεις αγωγής, η ρήτρα δικαιοδοσίας που καθορίζει ότι όλες οι διαφορές που πηγάζουν από την σύμβαση θα εκδικαστούν από το παρόν Δικαστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους:
- Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας στην επίδικη σύμβαση σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
- Οι ενάγουσες έχουν στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξει δυνάμει της Δ.6 Θ.4, εκ πρώτης όψεως υπόθεση και καλή αιτία αγωγής εναντίον του εναγομένου
- Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγουσών - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 3 - αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο