← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Vicerio Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4788/2015, 11/6/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Vicerio Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4788/2015, 11/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A247 Αρ. Αγωγής: 4788/2015 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και

  1. Vicerio Holdings Ltd, εκ Λεμεσού
  2. XXXXX Aναστασίου, εκ Λεμεσού
  3. XXXXX Αναστασίου, εκ Λεμεσού
  4. XXXXX Μιτέλλα, εκ Λεμεσού
  5. XXXXX Στάθη, εκ Λεμεσού
  6. St. Elisabeth Golf Resort Ltd, εκ Λεμεσού
  7. Hasterio Holdings ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερ. 26/01/2018 υπό εναγομένων 1,2,3,4,6, & 7 - αιτητών για τροποποίηση υπεράσπισης Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2018 Για εναγομένους 1, 2, 3,4, 6, & 7 - αιτητές: κος Παναγιώτης Γεωργίου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Γεώργιος Μαυρόγιαννης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ανέρχεται στο ποσόν των €15.240.079,38 πλέον τόκους και έξοδα και εδράζεται σε δανειακές διευκολύνσεις που παραχώρησε στην εναγομένη 1 με την εγγύηση των υπολοίπων εναγομένων. Με την έκθεση απαίτησης, επιζητείται επίσης η εκποίηση σειράς υποθηκευμένων ακινήτων, τα οποία οι εναγόμενοι παραχώρησαν προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 6 & 7 - αιτητές, καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή με την οποία αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις τόκων και δεν έγινε καμία αναπροσαρμογή τόκων με βάση το Euribor, ιδιαίτερα κατά τον χρόνο που αυτό ακολουθούσε πτωτική τάση. Αναφέρουν επίσης ότι δεν τηρήθηκε παράλληλη προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών που προέβλεπε ότι το δάνειο των εναγομένων δεν θα αποπληρωνόταν εντός του συμφωνημένου χρόνου για όσο διάστημα ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση της αναγκαίας χρηματοδότησης του έργου της εναγομένης 1 «Golf Resort» στον Άγιο Αμβρόσιο. Δυνάμει της πιο πάνω παράλληλης διευθέτησης, συμφωνήθηκε περαιτέρω, όπως η ενάγουσα δώσει την συγκατάθεση της για την ανταλλαγή των υποθηκευμένων κτημάτων με κυβερνητική (χαλίτικη) γη για σκοπούς του έργου. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η ενάγουσα παρέβηκε όλες τις πρόνοιες της πιο πάνω παράλληλης συμφωνίας και καταχώρησε την παρούσα αγωγή, η οποία είναι πρόωρη και πρέπει για αυτό τον τρόπο να απορριφθεί. Η παρούσα αίτηση Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Πριν την έναρξη της ακρόασης, ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία οι αιτητές αιτούνται την τροποποίηση της υπεράσπισης τους με την προσθήκη ανταπαίτησης. Ζητούν συγκεκριμένα να προστεθούν θεραπείες υπό τον τύπο ανταπαίτησης, με τις οποίες το Δικαστήριο να αναγνωρίζει την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας επειδή δεν αποδέσμευσε από το δάνειο προς όφελος των εναγομένων, ποσόν ύψους €1,200.000,00 ενώ ταυτόχρονα τους επέβαλλε και παράνομους τόκους, επιβαρύνσεις και τέλη επί του δανεισθέντος κεφαλαίου. Επιζητείται επίσης να αναγνωριστεί το παράνομο του τερματισμού της δανειακής και εγγυητικής σύμβασης, να αφαιρεθούν από το δάνειο οι παρανόμως επιβληθέντες τόκοι καθώς και να επιδικαστούν αποζημιώσεις λόγω παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 3 XXXXX Αναστασίου. Αναφέρει ότι μετά την παραίτηση των προηγούμενων δικηγόρων υπεράσπισης και την μελέτη της υπόθεσης από τον νέο δικηγόρο τους, προέκυψε η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών ότι στη βάση των στοιχείων που περιήλθαν στην κατοχή τους από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι και σήμερα, προκύπτει πως η ενάγουσα δεν εκτέλεσε δεόντως τις συμβατικές της υποχρεώσεις, στη βάση της συμφωνίας του επίδικου δανείου, καθότι μεταξύ άλλων δεν αποδέσμευσε προς όφελος των εναγομένων, ποσό ύψους €1,200.000,
  8. Στην συνέχεια, με το τερματισμό της συμφωνίας, προκλήθηκε οικονομική ζημιά στους εναγόμενους και αποστέρηση της δυνατότητας εκμετάλλευσης της επίδικης τους περιουσίας. Στην βάση των πιο πάνω, οι αιτητές κατέληξαν από κοινού με τον δικηγόρο τους, πως θα πρέπει να διεκδικηθούν, οι ανταπαιτητικές θεραπείες που αιτούνται με την παρούσα αίτηση και οι οποίες δεν περιλήφθηκαν στην υπεράσπιση που ετοίμασαν και καταχώρησαν οι προηγούμενοι δικηγόροι τους. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της ενάγουσας, επειδή δεν επιδιώκεται αλλαγή του βάθρου της υπεράσπισης, αφού οι αιτούμενες θεραπείες απορρέουν από τα γεγονότα της αρχικής υπεράσπισης. Περαιτέρω, η αίτηση δεν έχει υποβληθεί με υπαίτια καθυστέρηση και η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της, δικαιολογείται από τα νέα δεδομένα που υπήρχαν στην υπόθεση, έτσι όπως αυτά επεξηγήθηκαν ανωτέρω. Ο ομνύοντας επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν πρόκειται να επηρεαστούν τα δικαιώματα της ενάγουσας, κατά τρόπον που να μην μπορεί να διορθωθεί με έξοδα και ούτε θα επηρεαστεί το δικαίωμα της για διεξαγωγή της Δίκης, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση, τα δικαιώματα των αιτητών θα πληγούν ανεπανόρθωτα γιατί δεν θα μπορέσουν να προωθήσουν τις θέσεις τους, μέσω της προτεινόμενης ανταπαίτησης. Ήταν τέλος η θέση του ομνύοντα ότι οι αιτητές δεν ενεργούν κακόπιστα και ούτε συντρέχει βάσιμος λόγος για να μην επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Η ειδοποίηση ένστασης Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η παρούσα καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και με την οποία ζητείται ουσιαστικά, η τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης με την προσθήκη ανταπαίτησης, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά στους εναγόμενους ήδη από το 2012 όταν τερματίστηκε από την ενάγουσα, η επίδικη σύμβαση δανείου. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αιτούμενη τροποποίηση με την προσθήκη ανταπαίτησης και ειδικών αξιώσεων εναντίον των εναγόντων δεν είναι καλόπιστη και δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής και προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που ήταν σε γνώση των αιτητών εδώ και πολύ καιρό. Επιπλέον, με την προσθήκη ανταπαίτησης, μεταβάλλεται άρδην η ουσία της υφιστάμενης υπεράσπισης, κάτι το οποίο αναπόφευκτα συνεπάγεται και τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρημένων δικογράφων. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στην ενάγουσα που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων. Ως εκ τούτου, η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Χωραΐτη που είναι λειτουργός στην υπηρεσία της ενάγουσας. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των αιτητών αγόρευσε από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Αντιθέτως, ο συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, περιορίστηκε στην υιοθέτηση της ειδοποίησης ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Η αγόρευση του συνηγόρου για τους αιτητές Ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του αφού αναφέρθηκε στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, παρέπεμψε σε νομολογία και συγγράμματα ως προς την νομική φύση της ανταπαίτησης. Ισχυρίστηκε ότι όταν η ανταπαίτηση στρέφεται μόνο εναντίον του ενάγοντα, δεν είναι αναγκαίο να έχει συνάφεια με την απαίτηση, με τον ενάγοντα να διατηρεί την ευχέρεια να αιτηθεί τον αποκλεισμό της με βάση τη Δ.21 Θ.
  9. Ο συνήγορος αρνήθηκε στην συνέχεια τους ισχυρισμούς για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Δέχθηκε μεν ότι η καθυστέρηση αποτελεί παράγοντα σχετικό. Ανέφερε όμως ότι αυτός δεν είναι εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η σύγχρονη τάση της νομολογίας, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι πληρούνται στην παρούσα περίπτωση, όλα τα κριτήρια που θέτει η σύγχρονη νομολογία αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων. Νομικές αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια νομολογιακή αρχή, επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσον η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας όπως καθορίστηκαν από την Κυπριακή νομολογία, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 33 ως ακολούθως:
  1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
  4. Η έναρξη της Δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της Δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη Δίκη. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση δεν επιδιώκεται νέα βάση υπεράσπισης αλλά εισαγωγή ανταπαίτησης, η οποία όμως σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής αφού στηρίζεται στην ίδια δανειακή και εγγυητική σύμβαση. Επιχειρείται στην ουσία, η προσθήκη ανταπαίτησης προκειμένου να διεκδικήσουν οι αιτητές αναγνωριστικά διατάγματα σε σχέση με την εφαρμογή και τερματισμό των συμβάσεων αλλά και αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικές πράξεις της ενάγουσας. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, εντοπίζω καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Όμως το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν σε προγενέστερο στάδιο δεν αποτελεί από μόνο του, ικανοποιητική απόδειξη κακοπιστίας και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από τους αιτητές. Παρόλα αυτά, το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο κατά την κρίση μου, είναι το κατά πόσον με την προσθήκη ανταπαίτησης και την διαπιστωθείσα καθυστέρηση, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα της προκαλέσει ζημιά, την οποία καθόρισε κυρίως στην εκτροπή της υπόθεσης και την επακόλουθη καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής. Όμως το επιχείρημα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό, δεδομένου ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η τυχόν καθυστέρηση από μόνη της δεν επιφέρει την απόρριψη του αιτήματος. Το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, σε συνδυασμό με την απουσία απόδειξης κακοπιστίας των αιτητών, καταδεικνύει ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης και της αιτούμενης τροποποίησης που αφορά την προβολή των ισχυρισμών των αιτητών αναφορικά με την εφαρμογή και καταγγελία των δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων και με συνυπολογισμό με τους υπόλοιπους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα στους αιτητές να προβάλουν τις θέσεις τους σε σχέση με ένα σημαντικό σκέλος της απαίτησης της ενάγουσας, τις οποίες δεν δικογράφησαν στην αρχική τους υπεράσπιση. Σε αντίθετη περίπτωση, η απόρριψη της αίτησης θα προκαλέσει ζημιά στους αιτητές αφού δεν θα μπορέσουν να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλες τις θέσεις τους επί των αξιώσεων της ενάγουσας. Υπενθυμίζω εδώ, ότι καθήκον του Δικαστηρίου στην εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης δεν είναι η τιμωρία ενός διαδίκου που από αμέλεια παρέλειψε να συμπεριλάβει όλες τις θέσεις του σε ένα δικόγραφο, αλλά η προστασία των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης. Αυτό επιτυγχάνεται με την παροχή ανάλογης ευχέρειας στους διαδίκους να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αφού βέβαια πληρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για τροποποίηση δικογράφου και ιδιαίτερα η προϋπόθεση της έλλειψης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αντίδικο. . Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η πιθανότητα εκτροπής από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά (βλ. Easton v. Ford Motor Co Ltd ανωτέρω). Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης των αιτητών με την προσθήκη της ανταπαίτησης ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση & ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στην συνέχεια να εφαρμοστούν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση της υπεράσπισης. Η τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω της παράλειψης των αιτητών να συμπεριλάβουν στην αρχική τους υπεράσπιση, τις θέσεις τους αναφορικά με τις επίδικες συμβάσεις και την αξίωση της ενάγουσας. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν στο σύνολο τους οι αιτητές και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας, τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος που στην περίπτωση της παρούσας αίτησης, είναι οι αιτητές. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως όλα τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση να τα επιβαρυνθούν οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 6 & 7 - αιτητές ενώ τα έξοδα της παρούσας αίτησης να βαρύνουν την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε, στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.