← Κύπρος

Tlais Enterprises Ltd ν. Her Majesty's Revenue and Customs, (ex Her Majesty's Customs and Excise), Αρ. Αγωγής: 319/07, 20/6/2018

Tlais Enterprises Ltd ν. Her Majesty's Revenue and Customs, (ex Her Majesty's Customs and Excise), Αρ. Αγωγής: 319/07, 20/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A264 Αρ. Αγωγής: 319/07 Μεταξύ: Tlais Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και Her Majesty's Revenue and Customs, (ex Her Majesty's Customs and Excise), εξ' Ηνωμένου Βασιλείου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 20.3.2018 υπό εναγομένων - αιτητών για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2018 Για εναγομένους - αιτητές: κος Χαράλαμπος Πογιατζής για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Α. Δημητρίου για Ιωαννίδης - Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό και ασχολείται με την εμπορία τσιγάρων. Καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αιτείται αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων για κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ των διάδικων στις 11.11.2002 με την οποία συμφωνήθηκε η συνεργασία για την πάταξη του λαθρεμπορίου τσιγάρων μέσω της Κύπρου και του Ντουμπάι. Η ενάγουσα αιτείται επίσης αποζημιώσεις για εξώθηση από τους εναγομένους τρίτου προσώπου, ήτοι της Αγγλικής εταιρείας Gallaher International Ltd να παραβεί την συμφωνία ημ. 1.5.2002 που συνήψε με την ενάγουσα για αποκλειστική διανομή από την ενάγουσα αριθμού διαφορετικών μαρκών τσιγάρων, κατασκευής της πιο πάνω Αγγλικής εταιρείας. Επιζητούνται επιπλέον αποζημιώσεις λόγω χρήσης παράνομων μεθόδων και μέσων ώστε οι εναγόμενοι να προκαλέσουν ζημιά στην ενάγουσα, αποζημιώσεις για δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία, αποζημιώσεις για ανακριβείς δηλώσεις γενόμενες εξ αμελείας, τιμωρητικές ή επιπρόσθετες αποζημιώσεις και έξοδα. Βασικό επίδικο θέμα είναι η διερεύνηση των συνθηκών, κάτω από τις οποίες οι εναγόμενοι εξέδωσαν «κόκκινη κάρτα» στην ενάγουσα με την έννοια ότι την ενέταξαν στις εταιρείες που διεξάγουν λαθρεμπόριο τσιγάρων. Η εν λόγω ενέργεια συνιστά κατά την ενάγουσα, παράβαση της πιο πάνω σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Ως αποτέλεσμα της κόκκινης κάρτας, η ενάγουσα δεν μπορούσε πλέον να διεξαγάγει καμία εργασία εμπορίας τσιγάρων και οι προοπτικές της για νέα εμπορικές δραστηριότητες, εκμηδενίστηκαν. Αυτό γιατί η κόκκινη κάρτα σημαίνει τον αποκλεισμό από τις διεθνείς αγορές εμπορίας τσιγάρων διότι σε τέτοια περίπτωση, ο έμπορος θεωρείται λαθρέμπορος και ουδείς είναι διατεθειμένος να συναλλάσσεται μαζί του. Μετά την επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου λόγω προνομίου ετεροδικίας («immunity»), που κατ' ισχυρισμό απολαμβάνουν έναντι των Κυπριακών Δικαστηρίων, ή διαζευκτικά, λόγω παραβίασης της διαδικασίας επίδοσης που προβλέπεται με τον Περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας και Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Κυρωτικού) Νόμου αρ. 6/1976, και/ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Υποστηρίχθηκε ότι οι εναγόμενοι ως τμήμα και αναπόσπαστο μέρος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου και ως συμβαλλόμενο μέρος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Κρατικής Ασυλίας, δικαιούντο να ζητήσουν ασυλία από τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Κύπρου κάτω από το άρθρο 15, διότι η αγωγή δεν εμπίπτει στις πρόνοιες των άρθρων 1 έως 14 της σύμβασης. Υποστηρίχθηκε επιπλέον ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είναι ο κατάλληλος τόπος για εκδίκαση της υπόθεσης («forum non conveniens»), διότι αντίθετα με τη θέση της ενάγουσας, η συμφωνία δεν συνομολογήθηκε, ούτε υπογράφηκε στην Κύπρο. Στην συνέχεια, ο αδελφός Δικαστής που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης, με ενδιάμεση απόφαση του ενέκρινε σχετική αίτηση των εναγομένων και παραμέρισε την σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου. Το Εφετείο όμως σε δεύτερο βαθμό, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι στο πρώιμο εκείνο στάδιο δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο με το υλικό που είχε ενώπιον του να εξετάσει και αποφανθεί επί του ζητήματος της ετεροδικίας (βλ. Πολ. Έφεση 109/2009 ημ. 18.3.15). Έτσι, ο φάκελος τέθηκε ενώπιον μου ώστε να προχωρήσει η ακρόαση της αγωγής. Στο μεταξύ και μετά από αίτημα των εναγομένων, εκδόθηκε στις 13.6.2017 εκ συμφώνου διάταγμα για την κατάθεση ασφάλειας εξόδων εκ μέρους της ενάγουσας ύψους €22.500,

  1. Ακολούθησαν και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις με αποτέλεσμα η ακρόαση της υπόθεσης να ξεκινήσει ενώπιον μου μόλις στις 5.2.
  2. Κατέθεσαν αρχικά δύο μάρτυρες για την ενάγουσα. Στις 23.3.18, ολοκληρώθηκε και η μαρτυρία για τους εναγομένους. Επρόκειτο συγκεκριμένα για τρεις μάρτυρες υπεράσπισης από το Ηνωμένο Βασίλειο. Προτού όμως η υπόθεση οριστεί για τελικές αγορεύσεις, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν περαιτέρω ασφάλειας εξόδων. Η παρούσα αίτηση Με την παρούσα, οι εναγόμενοι αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η ενάγουσα να καταθέσει εντός 30 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ποσό ύψους €35.000,00 ως πρόσθετη εγγύηση και/ή επιπλέον ασφάλεια εξόδων για τα έξοδα των εναγομένων. Αιτούνται επίσης διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται κάθε περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή μέχρι να δοθεί η πιο πάνω ασφάλεια εξόδων και επιπλέον διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται η αγωγή, στην περίπτωση που η ενάγουσα παραλείψει να δώσει την πρόσθετη ασφάλεια, εντός της προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Νέδης Κουκουμά, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων των εναγομένων. Αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση ότι η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), το οποίο δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει ασφάλεια εξόδων στην περίπτωση που υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου. Η ομνύουσα αναφέρθηκε στο προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 13.6.2017 με το οποίο η ενάγουσα διατάχθηκε να καταβάλει στο Δικαστήριο, ποσόν ύψους €22.500,00 ως ασφάλεια εξόδων. Το εν λόγω ποσόν, ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων αφού η ενάγουσα επέλεξε να μην ενστεί στην πρώτη αίτηση για ασφάλεια εξόδων ημ. 14.3.
  3. Όμως αυτή η ασφάλεια εξόδων, δόθηκε πριν την τροποποίηση των κλιμάκων εξόδων στις 24.10.2017, με την οποία τα έξοδα για την επίδικη κλίμακα, έχουν διπλασιαστεί. Συνεπώς, οι εναγόμενοι βρίσκονται στο το παρόν στάδιο ανεπαρκώς ασφαλισμένοι, σε περίπτωση που επιτύχουν στην υπεράσπιση τους. Επίσης, η πρώτη ασφάλεια εξόδων δεν λαμβάνει κατά την ομνύουσα υπόψη, όλα τα έξοδα αεροπορικών εισιτηρίων, διαμονής και μεταφράσεων των εναγομένων για τα οποία έξοδα οι εναγόμενοι έχουν πλέον διαμορφώσει μια καθαρότερη εικόνα, τώρα που άρχισε η ακρόαση της αγωγής. Οι εναγόμενοι επιδίωξαν να επιλύσουν εξωδίκως το θέμα όπως και στην πρώτη αίτηση, αποστέλλοντας επιστολή ημ. 7.3.2017 προς την ενάγουσα. Μέχρι σήμερα, η ενάγουσα δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή. Συνεπώς οι εναγόμενοι αναγκάστηκαν να καταχωρήσουν την παρούσα για να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους. Ο βασικός λόγος που οι εναγόμενοι διατηρούν και προωθούν το αίτημα για ασφάλεια εξόδων είναι ότι υπάρχει κατά την ομνύουσα αξιόπιστη μαρτυρία ότι η ενάγουσα λόγω της οικονομικής της κατάστασης, είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα ότι η εναγομένη είναι εταιρεία ανενεργή και δεν διεξάγει την οποιαδήποτε εργασία και συνεπώς δεν έχει τον τρόπο να δημιουργήσει χρήμα και ο μόνος λόγος ύπαρξης της είναι η προώθηση της παρούσας αγωγής. Ως τεκμηρίωση της πιο πάνω θέσης, η ομνύουσα αναφέρει ότι η ενάγουσα διαγράφηκε από το μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αφού δεν πλήρωνε τα νενομισμένα τέλη και δεν καταχωρούσε τις οικονομικές καταστάσεις της και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που όφειλε να καταχωρεί στην βάση του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113). Η ενάγουσα είναι ανενεργή στο βαθμό που ακόμη και οι ίδιοι οι τωρινοί διευθυντές της δεν είχαν καν αντιληφθεί ότι είχε διαγραφεί και προχώρησαν στην επανεγγραφή της μετά που τους υπόδειξαν το γεγονός αυτό οι εναγόμενοι, στα πλαίσια της αίτησης για διαγραφή ημερομηνίας 18.5.
  4. Είναι συνεπώς η θέση των εναγομένων ότι εάν η ενάγουσα όντως διατηρούσε εργασίες δεν θα αφηνόταν αδιάφορα να διαγραφεί και ότι το γεγονός της διαγραφής, το οποίο δεν αντιλήφθηκε καν η διεύθυνση της, αποτελεί αξιόπιστη μαρτυρία για το ότι δεν διεξάγει οποιεσδήποτε εργασίες. Ως περαιτέρω αξιόπιστη μαρτυρία οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι από την ημερομηνία εγγραφής της, δηλαδή από τις 25.4.2002, μέχρι και σήμερα η ενάγουσα ουδέποτε έχει καταχωρήσει την οποιαδήποτε οικονομική κατάσταση ως όφειλε βάσει των προνοιών του Κεφ. 113, πράγμα που συντείνει στο να αποδείξει ότι δεν έχει τις οποιεσδήποτε εργασίες και συνεπώς τα οποιαδήποτε έσοδα με τα οποία θα μπορεί να πληρώσει τα έξοδα των εναγομένων. Η ομνύουσα αναφέρθηκε και σε απόφαση του Αγγλικού High Court που αφορά τα ίδια γεγονότα με τα επίδικα και με την οποία όχι μόνον απορρίφθηκαν οι αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον της Αγγλικής εταιρείας Gallaher αλλά αντιθέτως, η ενάγουσα διατάχθηκε να πληρώσει στην Gallaher ποσόν πέραν των 4 εκατομμυρίων Λιρών Αγγλίας. Η ίδια η ενάγουσα στην εν λόγω διαδικασία, ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή εξάντλησε όλους τους οικονομικούς της πόρους. Πέραν του πιο πάνω χρέους, έγινε αναφορά και στον θάνατο του XXXXX Τλαΐ και του αδελφού του XXXXX Ismail, οι οποίοι ήταν οι οικονομικοί αναπνευστήρες της ενάγουσας, γεγονός που ενισχύει την θέση ότι η ενάγουσα αφέθηκε να διαγραφεί λόγω έλλειψης εργασιών και πόρων. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την επιχειρησιακή αδράνεια της ενάγουσας, είναι λογικό να δημιουργούν στους εναγομένους, βάσιμους φόβους ότι η ενάγουσα δεν είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα τους σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Όσον αφορά το ύψος του ποσού των €35.000,00 που απαιτούν οι εναγόμενοι ως επιπρόσθετη ασφάλεια, η ομνύουσα έκαμε αναφορά στις δικασίμους που θα χρειαστούν για ολοκλήρωση της ακρόασης και στα δικηγορικά για κάθε δικάσιμο αφού η αγωγή καθορίστηκε από την ενάγουσα στην ανώτατη κλίμακα εξόδων. Μόνο για τις δικασίμους της ακρόασης υπολογίζεται το ποσόν των €26.646,00 χωρίς καν να προστεθεί ο τόκος από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Στο τελικό ποσό επίσης θα προστεθούν και τα έξοδα των διαφόρων εμφανίσεων για οδηγίες, τα έξοδα για τα διαδικαστικά διαβήματα προ της εκκίνησης της ακρόασης, τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ των εναγομένων στην αίτηση για προσαγωγή εγγράφων αλλά και τα έξοδα για την απαγγελία της απόφασης. Αυτά είναι επιπλέον του ποσού των €26.646,00 χωρίς υπολογισμό του τόκου που θα φέρει. Η ομνύουσα ανέφερε επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογιστεί το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δικαιούνται να αιτηθούν για την παροχή ασφάλειας εξόδων και τα αεροπορικά έξοδα και τα έξοδα διαμονής των μαρτύρων υπεράσπισης που ήρθαν από το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα μέχρι τώρα έξοδα μεταφοράς και διαμονής των μαρτύρων αυτών ανέρχονται σε €6.461,16 περίπου. Επίσης πρέπει να συνυπολογιστεί το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δικαιούνται να αιτηθούν την παροχή ασφάλειας εξόδων για τα ποσά που καταβλήθηκαν για οιεσδήποτε μεταφράσεις. Όλη η μαρτυρία των εναγομένων έχει μεταφραστεί από τα αγγλικά στα ελληνικά και το κόστος των μεταφράσεων αυτών μέχρι τώρα ανέρχεται στις €4.910,
  5. Συνεπώς ήταν η θέση της ομνύουσας ότι το ποσό των €22.500,00 που έχει καταβληθεί δεν είναι αρκετό αφού δεν φτάνει για ασφάλεια εξόδων, έναντι των εξόδων των δικάσιμων. Για να υπάρχει και χειροπιαστή απόδειξη του πως υπολογίστηκε το εν λόγω ποσό, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, ενδεικτικός κατάλογος εξόδων όπου αναλύονται όλα τα ποσά των δικαστηριακών διαδικασιών (τεκμ.8). Ο κατάλογος αυτός δεν περιλαμβάνει τα έξοδα των μαρτύρων υπεράσπισης γνωστά και ως witness maintenance costs, οι οποίοι θα ήρθαν από την Αγγλία, και τα οποία είναι πληρωτέα βάσει της Δ.
  6. Θ.
  7. Υπό τας περιστάσεις, η ομνύουσα ανέφερε ότι το πρόσθετο ποσόν των €35.000,00 είναι ένα άκρως λογικό ποσό, υπολογισμένο με αρκετή φειδώ. Η ειδοποίηση ένστασης Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης με την οποία αρνείται το αίτημα για επιπρόσθετη ασφάλεια εξόδων. Στους λόγους ένστασης γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων για καταχρηστική αίτηση που καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση με σκοπό να στερηθεί η ενάγουσα του δικαιώματος της να προσφύγει στο Δικαστήριο. Αναφέρεται επίσης ότι οι εναγόμενοι κωλύονται από το να αιτούνται ασφάλεια εξόδων καθότι ευθύνονται για την απώλεια κερδών της ενάγουσας και/η προκάλεσαν την ζημιά την οποία η ενάγουσα υπέστη και είναι υπαίτιοι για την υφιστάμενη οικονομική της κατάσταση. Αναφέρεται επίσης ότι δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία από τους εναγομένους για παροχή περαιτέρω ασφάλειας εξόδων και ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη καθώς η ομνύουσα δεν έχει προσωπική γνώση των θεμάτων που ισχυρίζεται. Αναφέρεται τέλος ότι ο προκαταρκτικός κατάλογος εξόδων που παρατίθεται στην Ε.Δ της αίτησης, είναι λανθασμένος και υπέρογκος και ότι οι εναγόμενοι είναι επαρκώς εξασφαλισμένοι από την ασφάλεια εξόδων που παρασχέθηκε στα πλαίσια της προηγούμενης τους αίτησης. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Σαβεριάδη διευθυντής της ενάγουσας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα. Είναι εμφανές κατά τον ομνύοντα από την μέχρι τώρα πορεία της αγωγής, ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό γνώμονα την αποστέρηση του δικαιώματος της ενάγουσας για πρόσβαση στην Δικαιοσύνη. Έγινε αναφορά στην αποδοχή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από τους εναγομένους με την ενδιάμεση απόφαση ημ. 16.12.2016 αλλά και στο προχωρημένο στάδιο καταχώρησης της αίτησης, 11 χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου. Επιπλέον και με δεδομένο ότι η αύξηση των δικηγορικών εξόδων επήλθε περί τα τέλη Οκτωβρίου 2017, εφόσον αυτός είναι ο κατ' ισχυρισμό λόγος της καταχώρησης της επίδικης αίτησης, είναι άξιο απορίας για τον ομνύοντα γιατί οι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν προηγουμένως την παρούσα, δεδομένου του γεγονότος ότι πρόκειται για παλαιά υπόθεση και θα έπρεπε να αναμένετο ότι θα δικαζόταν σύντομα και κατά προτεραιότητα. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η ενάγουσα έχει καλή υπόθεση και συνεπώς η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιβραβεύσει τους εναγόμενους, καθυστερώντας την διαδικασία. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται για την πρόκληση τεραστίων ζημιών στην ενάγουσα. Είναι οι ίδιοι οι εναγόμενοι κατά τον ομνύοντα που έφεραν την ενάγουσα στην σημερινή της οικονομική δυσμένεια. Ως εκ τούτου, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικία στην ενάγουσα και θα επιτρέψει στους εναγόμενους να επωφεληθούν από την δική τους αδικοπραξία. Ο ενόρκως δηλών, αρνήθηκε στην συνέχεια τα κατ' ισχυρισμόν πραγματικά έξοδα των μαρτύρων των εναγομένων από το εξωτερικό. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι από ένα πρόχειρο υπολογισμό, το συνολικό ποσό εξόδων θα ανέλθει στα €21582,
  8. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι είναι επαρκώς εξασφαλισμένοι με την υφιστάμενη ασφάλεια εξόδων ύψους €22.500,
  9. Αγορεύσεις Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη με αγορεύσεις των μερών αφού καμία πλευρά δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Η αγόρευση του συνηγόρου για τους εναγομένους - αιτητές. Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητών αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό τις υπόθεσης αλλά και στις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις αυτής της φύσης, εισηγήθηκε ότι η αφερεγγυότητα της ενάγουσας απεδείχθη ως πραγματικό γεγονός. Αναφέρθηκε σε διάφορά γεγονότα που προκύπτουν από το ιστορικό της υπόθεσης όπως το ότι η εταιρεία είναι ανενεργή, δεν έχει την δυνατότητα να πληρώσει τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον της στην Αγγλία και ανέκαθεν χρηματοδοτείτο από εξωτερικούς πόρους της οικογένειας Τλαϊ αφού ουδέποτε είχε δικά της χρήματα. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ανέφερε ότι ο υπολογισμός των εξόδων από την ενάγουσα είναι λανθασμένος, ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχει κανένα λόγος που συντείνει στο ότι τα έξοδα δεν θα υπολογιστούν στο ψηλότερο της κλίμακας. Υπέδειξε ότι οι ακροάσεις ήταν από τις 10.00 π.μ. μέχρι τις 14.00μμ, τις οποίες χαρακτήρισε γεμάτες μέρες Δικαστηρίου. Είναι κάτι που είναι άλλωστε εμφανές από τα ίδια πρακτικά της υπόθεσης. Σε γεμάτες μέρες Δικαστηρίου, οι Πρωτοκολλητές επιδικάζουν κατά τον συνήγορο, το ψηλότερο της κλίμακας. Οι δέκα δικάσιμοι επί €1.866,00 ισούνται με €18.666,00 πλέον ΦΠΑ και τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, και δίνουν από μόνες τους ένα πόσον πέραν των €22.500,00 που είναι κατατεθειμένες ως ασφάλεια εξόδων. Μόνο και μόνο από αυτό, φαίνεται η ανεπάρκεια της ήδη κατατεθειμένης ασφάλειας εξόδων. Το πραγματικό ποσόν εξόδων αυξάνεται ακόμη περισσότερο όταν υπολογιστούν έξοδα για διάφορες άλλες εμφανίσεις για οδηγίες, απαγγελία απόφασης, έξοδα διαφόρων ενδιάμεσων αιτήσεων και καταχώρησης δικογράφων. Πρόσθετα, οι εναγόμενοι με την προσκόμιση τιμολογίων, δικαιούνται να λάβουν τα έξοδα διαμονής, ταξιδιωτικά έξοδα, έξοδα σίτισης των μαρτύρων τους αλλά και τα έξοδα μεταφράσεων, σύμφωνα πάντα με την Δ.59 Θ.
  10. Τα έξοδα αυτά ανέρχονται κατά τον συνήγορο σε ένα ποσό μεταξύ €10.000,00 και €15.000.
  11. Ο συνήγορος ανέφερε στην συνέχεια ότι ο σκοπός της παρούσας αίτησης για ασφάλεια εξόδων, είναι να ασφαλίσει τους εναγόμενους έναντι τον πιθανών εξόδων της δικαστικής διαδικασίας και όχι να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Η ενάγουσα επιχειρεί κατά τον συνήγορο με την ένσταση της να αποφύγει την πληρωμή οποιοδήποτε ποσού πέραν το €22.500,00 που είναι ήδη κατατεθειμένο ως ασφάλεια εξόδων. Γι' αυτό βάσει των δικών της υπολογισμών δεν συνυπολογίζονται τα πλείστα και πιο δαπανηρά έξοδα (ΦΠΑ, Νόμιμος τόκος, έξοδα διαμονής μαρτύρων, έξοδα σίτισης μαρτύρων, έξοδα μεταφράσεων και έξοδα μεταφραστή κλπ). Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Ο συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, επανέλαβε στην αγόρευση του όλους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης. Στην συνέχεια, αναφέρθηκε στην Δ.60 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 στο οποίο επίσης στηρίζεται η αίτηση και το οποίο δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση ασφάλειας εξόδων, στην περίπτωση που αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η ενάγουσα εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του. Στην συνέχεια, ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται με γνώμονα και το γεγονός ότι η αφερεγγυότητα της εταιρείας συνιστά ταυτόχρονα παράμετρο υπεράσπισης. Αυτό με την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εκτίμηση του ενδεχομένου να αποβεί το διάταγμα για την παροχή τέτοιας ασφάλειας, ανυπέρβλητο εμπόδιο για την ενάγουσα, της οποίας η αξίωση θα απορριφθεί και έτσι να στερηθεί ουσιαστικά, πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Αναφορά έγινε και στην αρχή που καθορίζει ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου μειώνεται σημαντικά όταν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης που έχει ως αποτέλεσμα την εκτροπή της διαδικασίας. Ακολούθως, ο συνήγορος αμφισβήτησε τον υπολογισμό των εξόδων όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι προκαταρκτικός κατάλογος εξόδων που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 8 στην ΕΔ της αίτησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατά τον συνήγορο, το σύνολο των εξόδων που θα δικαιούνται οι εναγόμενοι αν απορριφθεί η αγωγή, ανέρχεται μόνον σε €21,500,
  12. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επιπλέον ότι μέχρι σήμερα, έχουν επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας σε διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες, δικηγορικά έξοδα που τα υπολογίζει περίπου σε €9,000,
  13. Συνεπώς, τα όποια ανακτήσιμα πραγματικά έξοδα έχουν κατ' ισχυρισμό υποστεί πέραν των €21.500,00, καλύπτονται από τον συμψηφισμό των περίπου €9,000,00 που είναι τα έξοδα που επιδικάστηκαν στην ενάγουσα. Όσον αφορά τα έξοδα μετάφρασης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν είναι ανακτήσιμα, εφόσον δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο από τους Θεσμούς. Περαιτέρω, ο κατάλογος μεταφράσεων που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 7 στην ΕΔ της αίτησης, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα έγγραφα, ούτε αναφέρει τον λόγο που η μετάφραση τους ήταν απαραίτητη για την υπεράσπιση των εναγομένων. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η ενάγουσα δεν είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα εάν η απαίτηση της αποτύχει, στην απομακρυσμένη πιθανότητα που αυτά ξεπεράσουν τις €22,500,
  14. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.60 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί γενικά για παροχή ασφάλειας εξόδων από κάτοικο του εξωτερικού και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας είναι το άρθρο 382 των Περί Εταιρειών Νόμων, Κεφ.113 στο οποίο επίσης στηρίζεται η αίτηση και το οποίο προνοεί τα εξής: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Παρόλα αυτά, η νομολογία που ερμηνεύει την Δ.60 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας είναι καθοδηγητική και ως προς της ερμηνεία του άρθρου 382 του Κεφ. 113, στον βαθμό που και οι δύο διατάξεις αποβλέπουν στο ίδιο σκοπό, την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα. Η παροχή ασφάλειας εξόδων δυνάμει του άρθρου 382 του Κεφ. 113, συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ)

(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, 1318 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανόν βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια.» Ως προς το ύψος της ασφάλειας, έχει νομολογηθεί ότι η καταχώρηση καταλόγου εξόδων με την αίτηση είναι υποβοηθητική ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να υπολογίσει το ύψος της ασφάλειας. Παρόλα αυτά, παράλειψη καταχώρησης καταλόγου δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Σε σχέση με αυτό το θέμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γραμμές Στρίνζη ν. Always Travel
(1992)1 A.A.Δ 995): "Η προσαγωγή καταλόγου εξόδων είναι επιθυμητή αλλά όχι απαραίτητη για την άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου. Επομένως η αίτηση δεν καταρρίπτεται λόγω της παράλειψης των αιτητών να επισυνάψουν κατάλογο εξόδων." Στην υπόθεση Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Υποδείχθηκε ότι η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο Δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, έτσι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με τη δυνατότητα του διαδίκου ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Conway v. Elia
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, 1656-7 & Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698, 1700. Στην Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1(B) A.A.Δ. 1446, 1455-7 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπεί την εύλογη ανησυχία διαδίκου για τα έξοδα του, με το δικαίωμα του αντιδίκου του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής : «Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην πιο πρόσφατη υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A47, Π.Ε. 66/13 ημερ. 30.1.2015 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η οικονομική αδυναμία της ενάγουσας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση του ενδεχομένου να αποβεί διάταγμα για την παροχή τέτοιας ασφάλειας ανυπέρβλητο εμπόδιο για την ενάγουσα, της οποίας η αξίωση θα απορριφθεί και έτσι να στερηθεί ουσιαστικά, πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Ως προς τον χρόνο καταχώρησης του αιτήματος, η Δ.60, Θ.1 αναφέρει ρητά ότι η διαταγή για ασφάλεια εξόδων μπορεί να διαταχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, ενώ το άρθρο 382 του Κεφ.113 δεν καθορίζει χρόνο. Έχει εντούτοις νομολογηθεί ότι στην εξέταση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τυχόν καθυστέρηση στην έγερση του αιτήματος Στην υπόθεση Union De Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.α.
(1992)1 CLR 1170) υιοθετήθηκε, η Αγγλική απόφαση Sir Lindsay Parkinson Ltd ν. Triplan Ltd
(1973)2 All E.R. 273, στην οποία αναφέρθηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, είναι δυνατό να προσανατολίσει το Δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1314, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος» Στην υπόθεση Sir Lindsay Parkinson (ανωτέρω) λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι όταν το επίδικο θέμα της αγωγής αφορά αξίωση σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας εταιρείας και η θέση είναι ότι οι εναγόμενοι αδικοπράγησαν και στέρησαν την εταιρεία από όλη ή σχεδόν όλη της την περιουσία, αυτό συνιστά λόγο ώστε να μη διαταχθεί η εταιρεία να καταβάλει ασφάλεια εξόδων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ισχυριζόμενη αδικοπραξία, που μόνο κατά την Δίκη θα διαφανεί αν είναι βάσιμη, συνδέεται ή και προκαλεί την αδυναμία της ενάγουσας εταιρείας να ανταποκριθεί στην καταβολή εγγύησης για τα έξοδα. Επίσης στην σελίδα 286 της πιο πάνω απόφασης Sir Lindsay Parkinson λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής από τον CAIRNS LJ: «There were special circumstances which I think might have led to the view that, quite apart from the offer that was made by Parkinson, there should be no order for security here at all. Those circumstances include the fact that the application for security, for one reason and another, was made only a day or two before the date that had been fixed for the hearing of the arbitration; the fact that the probable inability of the claimant to meet an order for costs was likely to be dependent on the very failure to recover the sums that were being claimed in this very arbitration, together with another parallel legal proceeding; and the fact that the result of an order for security in this case might well result in the claimants being unable to proceed at all with the claim which admittedly is a bona fide claim.» Τις αρχές της υπόθεσης Sir Lindsay Parkinson υιοθέτησε η απόφαση του High Court της Ιρλανδίας McAteer & Beechfinch Limited v. Lismore [2000] NICh 53 (8th November, 2000). Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: « Relevant considerations will be whether the claim is bona fide, whether the plaintiff has a reasonably good prospect of success, whether there is any admission, whether the application for security is being used oppressively so as to stifle a genuine claim and whether the company's want of means had been brought about by any conduct on the part of the defendant such as delay in payment (see Sir Lindsay Parkinson and Co Ltd v Triplan Limited [1973] QB 273). » Συμπεράσματα Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η ενάγουσα δεν έχει έσοδα αφού δεν διεξάγει καμία εργασία και ως εκ τούτου δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα αν απορριφθεί η αγωγή της. Αποτελεί γεγονός ότι η ενάγουσα δεν έχει οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και όπως φαίνεται σήμερα δεν διεξάγει καμία επιχειρηματική δραστηριότητα είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Αντιθέτως ο μοναδικός της σκοπός, ήταν η συνεργασία με την αγγλική εταιρεία Gallaher International Ltd, η οποία την προμήθευε τσιγάρα που μεταπωλούσε στο εξωτερικό. Με την διακοπή της συνεργασίας με την Gallaher International Ltd, η ενάγουσα δεν έχει πλέον καμία επιχειρηματική δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει έλλειψη οικονομικών πόρων της ενάγουσας, τουλάχιστον κατά την παρούσα χρονική περίοδο. Όμως, η ενάγουσα επιρρίπτει στους εναγομένους την ευθύνη για την παρούσα οικονομική κατάσταση της, ισχυριζόμενη ότι με τις ενέργειες τους ανάγκασαν την αγγλική εταιρεία Gallaher International Ltd να διακόψει την συνεργασία μαζί της. Εφαρμόζοντας τις αρχές της υπόθεσης Sir Lindsay Parkinson (ανωτέρω), κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να διαταχθεί ασφάλεια εξόδων αφού η θέση της ενάγουσας εστιάζεται στο ότι, είναι οι εναγόμενοι που της στέρησαν μαζί με την εταιρεία Gallaher International Ltd, την επιχειρηματική της δραστηριότητα και την δυνατότητα να προβαίνει σε πωλήσεις τσιγάρων και συνεπακόλουθα να έχει έσοδα και κέρδη. Οι ισχυρισμοί αυτοί που η βασιμότητα τους θα διαφανεί μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας ης αγωγής, είναι που προκαλούν κατά την ενάγουσα, την οικονομική αδυναμία της στο παρόν στάδιο. Υπό τας περιστάσεις δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας, η έκδοση διατάγματος ασφάλειας για τα έξοδα. Η ενάγουσα έκαμε αναφορά και στο καθυστερημένο στάδιο καταχώρησης της παρούσας αίτησης, στοιχείο που κατά την νομολογία αποτελεί λόγο για απόρριψη του αιτήματος. Είναι γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο και ακούστηκε μετά την ολοκλήρωση του συνόλου της μαρτυρίας επί της ουσίας της αγωγής και πριν τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ο συνήγορος των εναγομένων δικαιολόγησε το γεγονός αυτό, αναφέροντας ότι μόλις πρόσφατα αναθεωρήθηκαν οι κλίμακες των δικηγορικών εξόδων, με αποτέλεσμα να καταστεί σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης, αναγκαία η καταχώρηση της αίτησης. Σημειώνω ότι τα δικηγορικά έξοδα αναθεωρήθηκαν από τις 24.10.17. Η ακρόαση της αγωγής ξεκίνησε στις 5.2.18 και η μαρτυρία ολοκληρώθηκε στις 23.3.18, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 20.3.18. Οι εναγόμενοι όφειλαν κατά την άποψη μου αμέσως μετά την αύξηση των εξόδων να προχωρήσουν τάχιστα στην καταχώρηση αίτησης για περαιτέρω ασφάλεια εξόδων και όχι να αναμένουν να ολοκληρωθεί η μαρτυρία στην αγωγή για να πράξουν κάτι τέτοιο. Αλλά ακόμη και να δεχόμουν ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν μέσα σε λογικά χρονικά πλαίσια από την αύξηση των εξόδων, η καταχώρηση της αίτησης σε αυτό το προχωρημένο στάδιο αντικειμενικά κρινόμενη δεν μπορεί παρά να εκτροχιάσει την πορεία της αγωγής. Στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης τους αιτήματος. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους: 1. Η ενάγουσα επιρρίπτει στους εναγομένους την ευθύνη για την παρούσα κακή οικονομική κατάσταση της, ισχυριζόμενη ότι με τις ενέργειες τους, ανάγκασαν την αγγλική εταιρεία Gallaher International Ltd να διακόψει την συνεργασία μαζί της. Ως εκ τούτοι, οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται να επικαλούνται την ανικανότητά της ενάγουσας να πληρώσει τα έξοδα αφού η ίδια ισχυρίζεται ότι αυτοί ευθύνονται για την ανικανότητα της. 2. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο με αποτέλεσμα να εκδικαστεί μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας επί της ουσίας της αγωγής. Το στοιχείο αυτό, και ανεξάρτητα από το αν οι εναγόμενοι ενήργησαν ή όχι σε λογικά χρονικά πλαίσια μετά την αύξηση των δικηγορικών εξόδων, λειτούργησε αντικειμενικά στην εκτροπή της πορείας της αγωγής που βρισκόταν σε τελικό στάδιο. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι η ακρόαση της αγωγής έχει ήδη καθυστερήσει αρκετά αφού τέθηκε ενώπιον μου για επανεκδίκαση, συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.