← Κύπρος

Καττίδης ν. Erakovic, Αρ. Αγωγής: 1011/18, 21/6/2018

Καττίδης ν. Erakovic, Αρ. Αγωγής: 1011/18, 21/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1011/18 Μεταξύ: XXXXX Καττίδης Ενάγοντας - και - XXXXX Erakovic Εναγόμενη - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση, ημερ. 11/5/18, για την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 21 Ιουνίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Ζ. Λιασίδης για Α. Καριτζή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κ. Ν. Καλλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για τη στέρηση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, ελευθερίας και ασφάλειας, συνεπεία της κατ' ισχυρισμό παρενόχλησής του από την Εναγόμενη (αιτούμενη θεραπεία 1). Αξιώνει επίσης Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη από το να παρενοχλεί, απειλεί, υβρίζει, συκοφαντεί, παρακολουθεί ή επικοινωνεί με τον Ενάγοντα (αιτούμενη θεραπεία 2). Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, ο Ενάγοντας καταχώρησε μονομερώς την υπό εξέταση αίτηση. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, η αίτηση επιδόθηκε στην Εναγόμενη. Με την αίτηση, ο Ενάγοντας αξιώνει την έκδοση δύο ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Ειδικότερα, αξιώνονται Διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγόμενη και τους αντιπρόσωπούς της από το να παρενοχλούν, απειλούν, υβρίζουν, συκοφαντούν, παρακολουθούν ή επεμβαίνουν στην ιδιωτική ζωή του Ενάγοντα (αιτητικά 1 και 2). Η νομική βάση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στο Άρθρο 15 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα. Τα όσα αναφέρονται σε αυτή μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας γνώρισε την Εναγόμενη το 2006 μέσω διαδικτυακών κοινωνικών δικτύων. Το 2008 συνήψαν περιστασιακές ερωτικές σχέσεις. Κατά το ίδιο διάστημα ο Ενάγοντας ήταν και συνεχίζει να είναι σε μακροχρόνια σχέση με άλλη γυναίκα, με την οποία συζεί. Το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση της Εναγόμενης. Ο Ενάγοντας αποφάσισε να διακόψει τη σχέση του με την Εναγόμενη το

  1. Έκτοτε, η τελευταία επισκεπτόταν το πρακτορείο που διατηρεί ο Ενάγοντας, εκτοξεύοντας απειλές στο πρόσωπό του σε σημείο που του προκαλούσαν φόβο. Στις 27.3.16 η Εναγόμενη απειλούσε τον Ενάγοντα μέσω γραπτών μηνυμάτων στο κινητό του ότι θα «μπουκάρει» στο πρακτορείο, σε περίπτωση που δεν έφευγε η συμβία του από εκεί. Η Εναγόμενη εισήλθε στο πρακτορείο και άρχισε απρόκλητα να βρίζει με συγκεκριμένες εκφράσεις τη συμβία του Ενάγοντα και να την σπρώχνει προς την έξοδο. Οι ενοχλήσεις της Εναγόμενης συμπεριλαμβάνουν ύβρεις προς τον ίδιο, απειλές, παρακολουθήσεις και αποστολή γραπτών μηνυμάτων στο κινητό και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Ενάγοντα καθημερινά από το 2016 (Τεκμήρια Α και Β). Τα ηλεκτρονικά μηνύματα τα απέστελλε η ίδια αυτοβούλως ενώ ο ίδιος είτε δεν απαντούσε, είτε της ζητούσε να σταματήσει να τον ενοχλεί. Στις 13.2.18 η Εναγόμενη εισήλθε στο πρακτορείο του Ενάγοντα και αναίτια άρχισε να κτυπά τη συμβία του. Ο Ενάγοντας κατάφερε να την περιορίσει και να τη διώξει από το πρακτορείο. Την επόμενη μέρα προχώρησε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Σε δύο περιπτώσεις η Εναγόμενη επισκέφθηκε το πρακτορείο του Ενάγοντα με τη συνοδεία τρίτων προσώπων, με σκοπό τον εκφοβισμό του. Ο Ενάγοντας έχει προβεί σε αριθμό καταγγελιών στην Αστυνομία εναντίον της Εναγόμενης για την περίοδο 27.3.16 - 14.2.18 (Τεκμήριο Γ). Οι πράξεις της Εναγόμενης τού προκαλούν ανασφάλεια, άγχος και ανησυχία και επηρεάζουν την προσωπική του ζωή και την ψυχική του υγεία. Λόγω αυτής της καθημερινής συμπεριφοράς της Εναγόμενης, ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να περιορίσει τις μετακινήσεις του και να ενεργοποιήσει κάμερες ασφαλείας στο πρακτορείο του. Η Εναγόμενη καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, (β) η αίτηση δεν έγινε σε κατανοητή από την Εναγόμενη γλώσσα, (γ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και (δ) ο Ενάγοντας δεν αποκαλύπτει το κατεπείγον της αίτησης και αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα[1]. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης, το περιεχόμενο της οποίας μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Η Εναγόμενη γνωρίστηκε με τον Ενάγοντα στις 3.7.07 και άρχισαν να έχουν ερωτικές σχέσεις από τις 23.7.
  2. Από την αρχή της σχέσης τους, ο Ενάγοντας εξέφρασε την επιθυμία να δημιουργήσουν οικογένεια μαζί. Μιλούσαν για ώρες μέσω μηνυμάτων, τηλεφωνικώς και προσωπικά. Η Εναγόμενη από το 2008 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018 δάνεισε στον Ενάγοντα περί τις €50.000 και τον βοήθησε οικονομικά. Σήμερα ο Ενάγοντας της οφείλει €35.
  3. Περαιτέρω, επισυνάπτεται δέσμη από εκτυπωμένη συνομιλία ηλεκτρονικής μορφής (Τεκμήριο Α). Ο Ενάγοντας ήταν παντρεμένος ακόμα δύο φορές. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της η Εναγόμενη επισυνάπτει φωτογραφίες του Ενάγοντα με τις συζύγους του (Τεκμήριο Β). Πολλές φορές η Εναγόμενη βρήκε τα ελαστικά του αυτοκινήτου της εκ προθέσεως τρυπημένα (Τεκμήριο Γ) και της αφαιρούσαν τις πινακίδες εγγραφής. Δέχθηκε επίθεση δύο φορές, τον Σεπτέμβριο του 2016 και τον Φεβρουάριο του 2018 στην παρουσία του Ενάγοντα (Τεκμήρια Δ και Ε). Μέχρι και το 2018 ο Ενάγοντας λάμβανε χρήματα από την ίδια (Τεκμήριο Στ). Η Εναγόμενη δέχθηκε επίθεση από τη συμβία του Ενάγοντα και επισκέφθηκε το Νοσοκομείο (Τεκμήριο Η). Η Εναγόμενη στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον Ενάγοντα ψυχολογικά έγινε Reiki Master (Τεκμήριο Θ). Σε ηλεκτρονική τους συνομιλία στις 24.7.07, ο Ενάγοντας αποκάλεσε τη συμβία του τρελλή και με εμμονή (Τεκμήριο Ι). Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή για να την εκφοβίσει ώστε να μην λάβει μέτρα εναντίον της συμβίας του και να μην απαιτήσει τα χρήματα που του δάνειζε. Ταυτόχρονα, διερωτάται: «Αλήθεια, αφού ο αιτητής επικαλείται ότι έχει "συμβία" γιατί δεν υποστηρίζει την αίτησή του με μια δική της ένορκη δήλωση ή άλλως πως; Γιατί δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή;» (παρ. 15). Είναι περαιτέρω θέση της Εναγόμενης ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα «για να παραπλανήσει τη "συμβία" του με την οποία στην πραγματικότητα δεν συζεί και να πείσει ότι έπαψε να έχει οποιαδήποτε σχέση ή επικοινωνία μαζί [με την Εναγόμενη]». Τέλος, η Εναγόμενη αναφέρει ότι ο Ενάγοντας της εκμυστηρεύτηκε ότι δεχόταν ψυχολογική πίεση από τη συμβία του και την οικογένειά της να διώξει την ίδια από κοντά του. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι διάδικοι επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν την επιχειρηματολογία τους εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις. Έλαβα υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  4. Τα τρία κριτήρια συνίστανται (α) στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) στην ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) στην ικανοποίηση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557). Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο επιβάλλεται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια με αναφορά στο κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα (Κοκκίνου ν. Κόκκινου, ECLI:CY:DOD:2016:6, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, 3.11.2016). Κατά το στάδιο εξέτασης έκδοσης παρεμπίπτοντος Διατάγματος, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Συνεπώς, θα πρέπει να αποφεύγεται η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Η πρώτη προϋπόθεση πληρείται όταν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση την Έκθεση Απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής (Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017). Παρόλο που στο στάδιο αυτό δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, πρέπει να πείσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξής του (Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita Aluminium Co Limited και Άλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Παρόλο που το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αγωγής, έχει καθήκον να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Το Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει την προοπτική επιτυχίας της εκδοχής του διάδικου που αιτείται το παρεμπίπτον Διάταγμα σε συνάρτηση με την αντίθετη εκδοχή. Το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα. Το δεύτερο κριτήριο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις Ένορκες Δηλώσεις, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων (Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/2012, ημερ. 24.3.2017). Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όπου ο αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Όμως, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια σε συνάρτηση με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848). Αν πληρούνται οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα (Odysseos (ανωτέρω)). Το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια, ακόμα και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, να αρνηθεί να τα εκδώσει, αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δίκαιο ή πρόσφορο (Αβερκίου v. Θέο Κτηματική Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 85/10, ημερ. 31.1.13). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Πρωτίστως, κατά σειρά λογικής προτεραιότητας, θα πρέπει να εξεταστεί ο λόγος ένστασης ότι η αίτηση δεν έγινε σε κατανοητή από την Εναγόμενη γλώσσα. Στην Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, η μοναδική υπογραμμένη από την Εναγόμενη Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένστασή της, είναι στην ελληνική γλώσσα, στην οποία ο Πρωτοκολλητής βεβαιώνει ότι ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιόν του[2]. Συνεπώς, ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Παρόλο που η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, η επίδοσή της στην Εναγόμενη αφαιρεί από αυτή την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και την μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως (Μαρκιτανή ν. Μουτζούρη
(2000)1 Α.Α.Δ. 923). Η ερμηνεία της νομολογιακής αυτής αρχής δόθηκε από τον Έντιμο Δικαστή Τ. Οικονόμου στην απόφαση του Εφετείου Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Δέσπω Στυλιανού, ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολιτική Έφεση 354/13, ημερ. 4.12.2015, ο οποίος ανέφερε ότι: «δεν μπορεί να έχει άλλο νόημα παρά το ότι δεν βρίσκουν πλέον εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 9 [του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6], προοριζόμενες αποκλειστικά στο να ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση». Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Υπενθυμίζεται ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα που σχετίζονται με την ουσία της αγωγής. Προκύπτει από τις αιτούμενες θεραπείες στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ότι η αγωγή βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε κατ' ισχυρισμό παράβαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Το δικαίωμα αυτό προστατεύεται από το Σύνταγμα[3] και κατ' επέκταση παρέχεται δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού (Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558). Επομένως, το αντικείμενο της αγωγής δικαιολογεί συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, η διακρίβωση της πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν την ύπαρξή της. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1513). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά που έλαβαν χώρα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, ως αυτά εκτίθενται πιο πάνω. Επιπρόσθετα, επισυνάπτει «Βεβαίωση Αναφορών-Καταγγελιών», ημερ. 9.3.17 και 9.5.18 από την Αστυνομία (Τεκμήριο Γ). Με αυτές βεβαιώνεται ότι προέβη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων του Σταθμού Πόλεως Λεμεσού σε καταγγελίες εναντίον της Εναγόμενης. Οι καταγγελίες αυτές αφορούσαν ενοχλητικά τηλεφωνήματα (27.3.16), ισχυρισμούς ενόχλησης (17.4.16, 22.4.16, 24.1.17, 9.2.17, 11.2.17 και 14.2.17) και ισχυρισμούς επίθεσης (14.2.18). Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ισχυριζόμενη ότι είχαν επικοινωνία και ότι βοηθούσε τον τελευταίο οικονομικά και ψυχολογικά. Προβάλλει δε τον ισχυρισμό ότι η ίδια δέχθηκε επίθεση και πρόκληση σωματικής βλάβης από τη συμβία του Ενάγοντα, αποδίδοντας στον τελευταίο αλλότρια κίνητρα για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Επισυνάπτει δε αριθμό τεκμηρίων προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, ως αναφέρεται πιο πάνω. Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερόμενες νομικές αρχές και αποφεύγοντας επιμελώς την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ή ευρημάτων, καταλήγω στο ότι η προσαχθείσα μαρτυρία από τον Ενάγοντα χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη λεπτομέρεια, η οποία να παρέχει έρεισμα προς ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης (Αθανάσιος Κυριάκου κ.α. ν. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.17, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρύσανθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Επαναλαμβάνεται ότι τα τελικά συμπεράσματα ως προς τους ισχυρισμούς που προβάλλει η κάθε πλευρά θα εξαχθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Συνεπώς, τυχόν παράπονα ενδεχομένως να έχει η Εναγόμενη εναντίον του Ενάγοντα ή της συμβίας του, ως οι ισχυρισμοί της, μόνο περιορισμένο ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν στο στάδιο αυτό. Στο παρόν στάδιο, η εξέταση της μαρτυρίας γίνεται για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Δηλαδή, είναι αρκετό να καταδειχθεί από πλευράς του Ενάγοντα κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Κωνσταντίνου Λόρδος (ανωτέρω)). Σε ό,τι αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, κρίνεται ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Τυχόν παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου είναι αναμενόμενο εκ της φύσης της ότι θα επηρεάσει την προσωπική ζωή και ψυχική υγεία του. Οι επιπτώσεις που ενδεχομένως να προέκυπταν στην προσωπική και επαγγελματική ζωή του Ενάγοντα, θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτιμηθούν σε χρήμα ώστε να τύχουν αποζημίωσης σε μεταγενέστερο στάδιο. Με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Εναγόμενης ότι σε περίπτωση που διαφανεί ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία μπορεί «να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα πετύχει με την καταβολή αποζημιώσεων και/ή την τιμωρία [της] με άλλους τρόπους» (παρ. 24). Τούτων λεχθέντων, το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η συστηματική παραβίαση της ιδιωτικής και επαγγελματικής του ζωής από τις επαναλαμβανόμενες ενέργειες της Εναγόμενης καθιστά την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων αναγκαία και επείγουσα (παρ. 36). Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα κίνητρα του Ενάγοντα για την καταχώρηση της αγωγής είναι αλλότρια (παρ. 27). Έχω σταθμίσει τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, και ιδιαίτερα ότι επιδιώκεται η προστασία έναντι κατ' ισχυρισμό συνεχιζόμενης παραβίασης δικαιωμάτων του Ενάγοντα, τα οποία μάλιστα προστατεύονται από το ίδιο το Σύνταγμα. Κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης ενδιάμεσου Διατάγματος, ως αυτό αναφέρεται πιο κάτω. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύγεται ο κίνδυνος της αδυναμίας πλήρους απονομής δικαιοσύνης στο μέλλον σε περίπτωση που ο Ενάγοντας αποδείξει την απαίτησή του. Ταυτόχρονα όμως, δεν διαπιστώνεται ότι η Εναγόμενη θα επηρεασθεί δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο. Τα οποιαδήποτε δικαιώματα τυχόν έχει η Εναγόμενη εναντίον του Εναγόμενου ή της συμβίας του, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής, δεν επηρεάζονται από την έκδοση τέτοιου Διατάγματος. Τέλος, δεν παραγνωρίζω ότι ο Ενάγοντας αξιώνει ενδιάμεση θεραπεία, η οποία ουσιαστικά είναι η ίδια με τη θεραπεία που αξιώνεται στην αγωγή. Δεν υπάρχει όμως άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού κάτι τέτοιου. Όπως έχει νομολογηθεί, ενώ το ενδιάμεσο Διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές (Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Darya Abramchyk κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερ. 13.1.2014, Avila Management Services Limited κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403). Όσον αφορά το λεκτικό και την ευρύτητα των αιτούμενων Διαταγμάτων, κρίνω ότι η διατύπωσή τους ενδεχομένως να προκαλέσει σύγχυση ή είναι τόσο ευρεία ώστε ενδεχομένως να προκαλέσει δυσκολία στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται να συμμορφωθεί με αυτό. Είναι προαπαιτούμενο πως ένα ενδιάμεσο Διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές και συγκεκριμένο έτσι ώστε το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται να γνωρίζει επακριβώς πως πρέπει να ενεργήσει ή πως θα πρέπει να αποφύγει να ενεργήσει, νοουμένου ότι οι συνέπειες της παρακοής του Διατάγματος του Δικαστηρίου επιφέρουν σοβαρές συνέπειες (Penderhill Holdings Ltd (ανωτέρω)). Συνεπώς, κρίνω ότι το λεκτικό των αιτούμενων Διαταγμάτων, μεγάλο μέρος των οποίων είναι το ίδιο, θα πρέπει να περιοριστεί προς το σκοπό αυτό. Για όλους τους λόγους που προσπάθησαν να εξηγήσω πιο πάνω, και με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, εκδίδεται Διάταγμα ως το αιτητικό
(1)της αίτησης, περιορισμένο ως ακολούθως: Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη, είτε προσωπικά είτε μέσω αντιπρόσωπών της, από του να παρενοχλεί, απειλεί, υβρίζει, ακολουθεί, παρακολουθεί, εκφοβίζει ή επικοινωνεί με τον Ενάγοντα, με τηλεφωνήματα ή γραπτά μηνύματα στο προσωπικό τηλέφωνό του ή στο τηλέφωνο εργασίας το, ή μέσω των προσωπικών ή επαγγελματικών ηλεκτρονικών διευθύνσεών του (emails) ή δια ζώσης ή προφορικώς ή γραπτώς, με εξαίρεση την επικοινωνία με τους δικηγόρους του, μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το αιτητικό
(2)της αίτησης, θεωρώ ότι το περιεχόμενό του καλύπτεται από το λεκτικό του ήδη εκδοθέντος Διατάγματος, καθιστώντας έτσι την έκδοση του αχρείαστη. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων [1] Ο λόγος ένστασης ότι το όνομα της Εναγόμενης είναι λανθασμένο αποσύρθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της στο στάδιο των αγορεύσεων. [2] Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει ακόμα μια Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, όχι στην ελληνική γλώσσα, η οποία όμως είναι ανυπόγραφη. [3] Βλ. Άρθρο 15 του Συντάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.