← Κύπρος

Ματθαίου κ.α. ν. Αναφορικά με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Αρ. Γενικής Αίτησης: 64/2017, 15/6/2018

Ματθαίου κ.α. ν. Αναφορικά με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Αρ. Γενικής Αίτησης: 64/2017, 15/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου , Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 64/2017 Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, από τη Λεμεσό και

  1. XXXXX Ματθαίου,
  2. XXXXX Χριστοδούλου,
  3. XXXXX Ανδρέου, αμφότεροι από τη Λεμεσό Και Αναφορικά με την απόφαση Διαιτησίας αρ. 3, ημερομηνίας 20.01.2017 Και Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 και Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 Και Αναφορικά με την Αίτηση των
  4. XXXXX Ματθαίου,
  5. XXXXX Χριστοδούλου,
  6. XXXXX Ανδρέου, αμφότεροι από τη Λεμεσό Αιτητών Και Αναφορικά με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ Καθ' ων η Αίτηση ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.06.2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Παφίτη για Σ.Α. Θωμά Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κ. Καλυφόμμματος) Για Καθ΄ου η Αίτηση: κα Καρά για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Αριστείδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση διατάγματος και/ή απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε σε Διαιτησία που διεξήχθη στις 20.01.2017 η οποία παραδόθηκε στον Αιτητή 1 στις 06.02.2017 και στους Αιτητές 2 και 3 στις 04.02.
  7. Η αίτηση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Ν.22/1985)άρθρα 2, 52, 53, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 78 και 79, στον Περί Διαιτησίας Νόμο, άρθρο 2, 20

(1),
(2)και 30, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 και Δ.49, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και τις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας
  1. XXXXX Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό ημερομηνίας 24.02.2017, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
  2. Είμαι η Αιτήτρια αρ.2 στην Αίτηση με τον ως άνω αριθμό και τίτλο και ως εκ τούτου γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προβαίνω δε στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των πιο κάτω ισχυρισμών μου.
  3. Εναντίον μας εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2017, συμμετείχαμε δε στη διαδικασία της διαιτησίας κατόπιν κλήτευσης.
  4. Η διαφορά μας με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Καθ' ων η Αίτηση, παραπέμφθηκε σε διαιτησία ενώπιον του Διαιτητή κ. Δημόκριτου Αριστείδου, αναφορικά με ληξιπρόθεσμο δάνειο το οποίο οφείλαμε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ.
  5. Επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Α, τα έγγραφα ημερομηνίας 26/08/2016,με το οποίο ενημερωθήκαμε για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και για τον καθορισμό ημερομηνίας για ακρόαση της υπόθεσης στις 26/09/
  6. Η διαδικασία της διαιτησίας έλαβε χώρα εξ ολοκλήρου στο γραφείο του Διαιτητή στη Λεμεσό και μετά την περάτωση της ο Διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του στις 20/01/
  7. Λάβαμε οι Αιτητές 2 και 3, γνώση του περιεχομένου της εν λόγω απόφασης στις 04/02/2017 και ο Αιτητής 1 στις 06/02/2017, όταν παραλάβαμε αυτήν κατόπιν επιδόσεως στη διεύθυνση μας. Ως Τεκμήριο Β' επισυνάπτεται η απόφαση διαιτησίας ημερομηνίας 20/01/
  8. Από τους Καθ' ων η Αίτηση λάβαμε στις 22/08/2008 δάνειο ύψους €86.871,
  9. Ουδέποτε λάβαμε από οποιονδήποτε επιστολή με την οποία μας καλούσαν όπως καταβάλουμε σ' αυτούς οιονδήποτε οφειλόμενο ποσό, πλέον τόκους, ούτε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα προέβαιναν στη λήψη μέτρων για έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον μας.
  10. Σε διάφορες ημερομηνίες, καταβάλαμε στους Καθ' ων η Αίτηση, διάφορα ποσά προς εξόφληση του δανείου μας. Στη συνέχεια διαπιστώσαμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση υπερχρέωναν το δάνειο και προέβαιναν σε ανατοκισμό του χρέους, με αποτέλεσμα να μας δημιουργηθεί αμφιβολία ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού δανείου. Ως εκ των ανωτέρω και συνεπεία οικονομικών και άλλων προβλημάτων που ενέκυψαν, αξιώσαμε από αυτούς, όπως προβούν σε λογιστικό έλεγχο των χρεώσεων και πιστώσεων.
  11. Πλην των ως άνω, ζητήσαμε από τους Καθ' ων η Αίτηση, όπως μετά την επανεξέταση του δανείου, αποδεχτούν μείωση της μηνιαίας δόσης που καταβάλλαμε.
  12. Οι Καθ' ων η Αίτηση, απέρριψαν προφορικά τα εν λόγω αιτήματα μας. Στη συνέχεια ζητήσαμε όπως επανεξετάσουν τα ζητήματα μας και να τοποθετηθούν επ' αυτών γραπτώς. Αντ' αυτού οι Καθ' ων η Αίτηση χωρίς οποιανδήποτε προειδοποίηση προχώρησαν στην παρούσα διαδικασία.
  13. Στη συνέχεια και αφού οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τα ως άνω αναφερόμενα, συνέχισαν να αξιώνουν ποσό ύψους €109.409,77 πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 01/01/2016 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον τόκο υπερημερίας προς 3%.
  14. Η έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, καθορίστηκε στις 26/09/2016 όπου παρεβρεθήκαμε και συμμετείχαμε σ' αυτήν όλοι οι Αιτητές, με Διαιτητή τον κ. XXXXX Αριστείδου, για το ποσό των €109.409,
  15. Στη διαδικασία ενέμενα στους ισχυρισμούς μου αμφισβητώντας το αξιούμενο ποσό ως υπέρογκο και/ή υπερβολικό και/ή λανθασμένο και/ή ότι ο τρόπος που υπολογίστηκε ήταν παράνομος, καθότι σε αυτόν συμπεριλήφθηκαν τόκοι πέραν των νόμιμων τόκων.
  16. Εν όψει των όσων αναφέρω ανωτέρω και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, η απόφαση του Διαιτητή είναι λανθασμένη και πάσχει νομικά και ο Διαιτητής χειρίστηκε λανθασμένα την υπόθεση και η διαιτησία διεξήχθη παράνομα, η δε απόφαση εκδόθηκε παράτυπα.
  17. Συγκεκριμένα ο Διαιτητής προχώρησε στην παρούσα διαδικασία και εξέδωσε την απόφαση του αγνοώντας τους ισχυρισμούς μας και/ή δεν εξέτασε ορθά και σφαιρικά τα καταβληθέντα στους Καθ' ων η Αίτηση ποσά, ο δε τρόπος που υπολογίστηκε το οφειλόμενο ποσό ήταν παράνομος, καθότι σε αυτόν περιλήφθηκαν τόκοι πέραν των νόμιμων τόκων.
  18. Ως εκ τούτου ο Διαιτητής λανθασμένα και/ή λόγω κακού χειρισμού και/ή παράτυπα προχώρησε και επιδίκασε προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση ποσό ύψους €92.108,
  19. Ο Διαιτητής κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου επεδίκασε οφειλόμενο ποσό ύψους €92.108,70 πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 01/01/2014 μέχρι 09/09/2014 και προς 7,75% μέχρι τελείας εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης εκάστη 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνο, πλέον τα έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας, τα έξοδα του δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, πλέον τα έξοδα του διαιτητή, πλέον Φ.Π.Α και νόμιμους τόκους επ' αυτών από την έναρξη της διαδικασίας. Περαιτέρω και/ή κατά παράβαση των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος εξέδωσε διάταγμα πώλησης σε δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου της Αιτήτριας αρ.
  20. Περαιτέρω το πόρισμα του Διαιτητή δεν είναι αιτιολογημένο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και ούτε έχουν τηρηθεί πρακτικά της διαιτησίας για να είναι σε θέση να αποφασίσει το σεβαστό Δικαστήριο εάν η διαδικασία που τηρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση ήταν ορθή και δίκαιη και προς τις δύο πλευρές. Το μη αιτιολογημένο πόρισμα του Διαιτητή και η έλλειψη πρακτικών συνιστούν κακοδικία και παράβαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος.
  21. Εν όψει των πιο πάνω αληθώς πιστεύω ότι η συμπεριφορά του Διαιτητή ήταν απαράδεκτη και μεροληπτική, η δε απόφαση του παράτυπη.
  22. Ως εκ τούτου και εν όψει των ανωτέρω αναφερομένων, εξαιτούμαι την ακύρωση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον μας. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
  23. Οι Εφεσείοντες/ Αιτητές με την παρούσα Έφεση τους αποσκοπούν αποκλειστικά στην καθυστέρηση πληρωμής και/ή αποφυγή πληρωμής των υπ' αυτών οφειλομένων ποσών και/ή την παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης.
  24. Δεν συντρέχουν εύλογοι ή και νομικοί λόγοι δυνάμει του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και/ή πραγματικοί λόγοι που να συνηγορούν στην έγκριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Έφεσης και/ή στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου η Διαιτητική Απόφαση να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και περαιτέρω δεν πληρείται και/ή ούτε απεδείχθη ότι πληρείται οποιαδήποτε εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης.
  1. Η καταχωρηθείσα Αίτηση/Έφεση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή φέρει και/ή αναφέρεται και/ή στηρίζεται πάνω σε ελλιπή νομική βάση καθ' όλα σχετική και αναγκαία υπό τις περιστάσεις ως εκ τούτου είναι καθ' όλα εξ υπαρχής άκυρη και ως τέτοια δεν δύναται να προχωρήσει και/ή εκδικαστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  2. Οι Εφεσείοντες - Αιτητές, παρόλο που κλητεύθηκαν και/ή ειδοποιήθηκαν δεόντως και/ή νομότυπα και/ή έγκαιρα και/ή έγκυρα να παρουσιαστούν στη διαιτησία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την παρούσα Έφεση διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2017 (εν τοις εφεξής καλουμένης ως η «Διαιτητική Απόφαση»), δεν καταχώρισαν υπεράσπιση ή και παραιτήθηκαν του δικαιώματος τους και ως εκ τούτου εμποδίζονται και/ή κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή λόγω εγγράφων (ESTOPPEL BY DEED) και/ή των λόγω πράξεων τους να προβάλλουν και/ή εγείρουν, εκ των υστέρων, οποιουσδήποτε λόγους για την ακύρωση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης, λόγους τους οποίους όφειλαν να προβάλλουν και/ή εγείρουν και/ή δικογραφήσουν κατά τον χρόνο και/ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας.
  3. Η διαδικασία διαιτησίας και η συνεπακόλουθη έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και/ή έγκυρη και κατά την διεξαγωγή της τηρήθηκαν και/ή ακολουθήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, του Περί Διαιτησίας Νόμου και/ή του Συντάγματος.
  4. Η απόφαση του Διαιτητή είναι από όλες τις απόψεις νόμιμη και έγκυρη και είναι σε πλήρη συνάρτηση και συμφωνία με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και Θεσμούς ως και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  5. Η Διαιτητική Απόφαση δεν είναι παράτυπη και πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η Νομοθεσία και η Νομολογία.
  6. Ο Διαιτητής έλαβε υπόψη όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, γραπτή και/ή προφορική και, αφού ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε η απαίτηση των Εφεσιβλήτων, προχώρησε επί τη βάση αυτής στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων, που ήταν ορθά.
  7. Καμία πλάνη περί το νόμο και/ή τα πραγματικά γεγονότα υπήρξε κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας σε βάρος των Εφεσειόντων - Αιτητών και ως εκ τούτου η Διαιτητική Απόφαση είναι από όλες τις απόψεις ορθή και βασισμένη στα πραγματικά, αληθή και αναντίλεκτα γεγονότα που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής επί τη βάση των οποίων στηρίχθηκε για να εκδώσει τη Διαιτητική Απόφαση.
  8. Ο Διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του επιμελώς και υπεύθυνα και συμμορφούμενος πλήρως με τους δικονομικούς και νομικούς κανονισμούς και θέσμια, τα οποία απαιτεί και προστάζει το καθήκον και το αξίωμα του διαιτητή.
  9. Οιαδήποτε τυχόν ένσταση των Εφεσειόντων - Αιτητών ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και/ή της άσκησης των καθηκόντων του Διαιτητή θα έπρεπε να εγερθεί κατά τον χρόνο και/ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας και όχι σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο και/ή στο στάδιο της Έφεσης.
  10. Ο Διαιτητής αξιολόγησε ορθά όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, η οποία ουδέποτε αντικρούστηκε από τους Εφεσείοντες - Αιτητές και ενήργησε περαιτέρω μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών της δικαιοσύνης και/ή της φυσικής δικαιοσύνης και προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης.
  11. Η Διαιτητική Απόφαση ήταν και/ή είναι το αποτέλεσμα ορθής και/ή δέουσας καθοδήγησης του Διαιτητή αναφορικά με όλα τα επίδικα και/ή πραγματικά θέματα, έχει πλήρη νομική ισχύ καθώς εκδόθηκε με πλήρη νομιμότητα από το νόμιμα διορισμένο προς εκδίκαση της διαφοράς διαιτητή και ως εκ τούτου είναι απόλυτα ορθή.
  12. Η Διαιτητική Απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και/ή κανονική και/ή ορθή και δεν υπήρξε προϊόν παρανόμου τοκισμού και/ή ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων, εν πάση δε περιπτώσει το στάδιο αυτό δεν είναι το πρέπον ούτε και το κατάλληλο όπως επίσης δεν είναι αρμόδιο το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο θέμα αυτό, το οποίο θα έπρεπε να εγερθεί στο στάδιο της διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας και να εξεταστεί από το Διαιτητή. Η ένσταση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 1, 2, 52 και 53, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 άρθρα 2, 20 και 24, στον Ν. 14/60 άρθρα 29-32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40, Δ.48 και Δ.49, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην πρακτική και τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και τις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού/ ακύρωσης διαιτητικών αποφάσεων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Βακανά, υπάλληλου των Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η αίτηση και περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
  13. Είμαι υπάλληλος των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς δια να προβώ εις την παρούσα ένορκη δήλωση.
  14. Οτιδήποτε αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωσή μου το γνωρίζω εξ ιδίας γνώσεως και οτιδήποτε δεν γνωρίζω εγώ ο ίδιος προσωπικά, αναφέρω την πηγή της πληροφόρησής μου. Για τα νομικά σημεία δε, έχω λάβει τη συμβουλή του δικηγόρου των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση, κ. Χρίστου Καρά.
  15. Απορρίπτω στο σύνολό τους τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην δήλωση που υποστηρίζει την Αίτησή των Εφεσειόντων- Αιτητών, πλην όσων ρητά παραδέχομαι κατωτέρω.
  16. Εγείρω προδικαστικά ένσταση πως οι Αιτητές 1 και 3 δεν υποστηρίζουν με ένορκη δήλωση την Αίτηση έφεσής τους και για αυτό το λόγο η Αίτησή τους δέον όπως απορριφθεί ως απαράδεκτη.
  17. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, είναι η θέση των Καθ'ών η Αίτηση πως η ενόρκως δηλούσα κ. XXXXX Χριστοδούλου δεν νομιμοποιείται να αναφέρει τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της για λογαριασμό ή και εκ μέρους των Αιτητών 1 και 3 καθότι δεν έχει τέτοια εξουσιοδότηση ως προς τούτο ή και δεν φαίνεται να έχει τέτοια εξουσιοδότηση.
  18. Παραδέχομαι τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτησή της.
  19. Σε σχέση με τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια στις λοιπές παραγράφους της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την ένστασή της αναφέρω τα ακόλουθα: 7.
  20. Κατά την 26/09/2016 όπου η διαιτητική διαδικασία ήταν πρώτη φορά ορισμένη ενώπιον του Διαιτητή κ. XXXXX Αριστείδη, παρουσιάστηκε τόσο ο δικηγόρος εκ μέρους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ κ. Χρίστος Καράς, όσο και όλοι οι χρεώστες, Αιτητές εις την παρούσα διαδικασία. 7.
  21. Όπως οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται, κλήθηκαν δεόντως για να παρουσιαστούν στην ενώπιον του Διαιτητή διαδικασία. 7.
  22. Ως εμφαίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επισυνάπτεται επί της Αιτήσεως των Αιτητών, οι χρεώστες με δήλωση της χρεώστιδας 2, παραδέχθηκαν πως έλαβαν το επίδικο δάνειο από τους δανειστές διατυπώνοντας προφορικά τον ισχυρισμό πως το αξιούμενο από τους δανειστές ποσόν ήταν υπερβολικό. Ωστόσο με δήλωσή τους την 12/10/2016, ως αυτή εμφαίνεται και πάλι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ανέφεραν πως δεν προτίθενται να καταχωρίσουν υπεράσπιση στην απαίτηση των δανειστών τους, Καθ'ών η αίτηση στην παρούσα Αίτηση. 7.
  23. Παρά το γεγονός τούτο, ήτοι της δήλωσης των Αιτητών ενώπιον του Διαιτητή πως δεν προτίθενται να καταχωρίσουν υπεράσπιση, ο ίδιος ο Διαιτητής στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του και ενεργώντας πάντοτε καλόπιστα με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν εξέδωσε απόφαση ως η απαίτηση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, αλλά προέβη στην εξέταση νομικών και πραγματικών ζητημάτων τα οποία απέβησαν προς όφελος των οφειλετών - Αιτητών εις την παρούσα Αίτηση. Συγκεκριμένα ο Διαιτητής δεν επεδίκασε στους Καθ'ών η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση τις χρεώσεις για ασφάλεια ζωής, πλέον τους συμβατικούς τόκους επ' αυτών με αποτέλεσμα να εκδοθεί διαιτητική απόφαση για χρηματικό ποσόν μικρότερο από αυτόν το οποίο ζητούσε με την έκθεση απαίτησής του το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Καθ'ών η αίτηση στην παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω ο Διαιτητής δεν επεδίκασε στους Καθ'ών η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση τόκος υπερημερίας προς 3 %. 7.
  24. Ενόψει των ανωτέρω, αποτελεί θέση μας πως εάν οι Εφεσείοντες- Αιτητές ήθελαν να τεθούν τα θέματα για παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις, ανατοκισμό του χρέους, τότε όφειλαν να καταχωρίσουν υπεράσπιση και να μην παραιτηθούν του δικαιώματος τους να υπερασπισθούν την απαίτηση εναντίον τους στην διαιτητική διαδικασία. 7.
  25. Εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση, το έργο του Διαιτητή δεν είναι ανακριτικό. Ως εκ τούτου καμία νομική υποχρέωση δεν είχε ο Διαιτητής να εξετάσει ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, οι οποίοι πρώτη φορά τίθενται σε αυτό το στάδιο, ενώ ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Διαιτητή με καταχώριση υπεράσπισης και προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Παρά το γεγονός του ορισμού της διαιτητικής διαδικασίας σε διάφορες ημερομηνίες, οι Εφεσείοντες - Αιτητές δεν έθεσαν ενώπιον του Διαιτητή στοιχεία ή και έγγραφα και/ ή ουδέποτε καταχώρισαν υπεράσπιση επί της έκθεσης απαίτησης. 7.
  26. Οι Εφεσείοντες - Αιτητές επέδειξαν πλήρη αδιαφορία στην διαιτητική διαδικασία και τα όσα προβάλλουν σε αυτό το στάδιο αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις διότι εάν πράγματι είχαν υπεράσπιση ή εάν πίστευαν πως η διαδικασία διαιτησίας είναι παράτυπη, θα έθεταν τις θέσεις τους ενώπιον του Διαιτητή, κάτι που αμέλησαν και/ ή παρέλειψαν να πράξουν.
  27. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, η δε διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Διαιτητή ήταν πλήρως εναρμονισμένη με τις νομοθετικές και νομολογιακές αρχές που καθορίζουν τα της διαδικασίας έκδοσης διαιτητικής απόφασης.
  28. Οι όλοι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων - Αιτητών που παρουσιάζουν με την ένορκη δήλωσή τους που υποστηρίζει την Αίτησή τους διαπνέονται από ασάφεια και αοριστία. Ως προς τούτο αναφέρω τα ακόλουθα: 9.
  29. Κανένα στοιχείο δεν παρουσιάζουν με το οποίο να εμφαίνεται πως το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤΔ υπερχρέωνε το δάνειο ή και προέβαινε σε παράνομο ανατοκισμό του χρέους. 9.
  30. Δεν επεξηγούν με ποιο τρόπο δημιουργείται αμφιβολία ως προς το ύψος του οφειλομένου ποσού. 9.
  31. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάζουν με την οποία να φαίνεται πως ζήτησαν επανεξέταση του δανείου τους και μείωση της μηνιαίας δόσης που κατέβαλαν, από τους Καθ'ών η Αίτηση. 9.
  32. Καμία αναφορά δεν κάνουν, ούτε καν αμφισβητούν την παραδοχή τους, ως αυτή εμφαίνεται από τα πρακτικά διαιτησίας τα οποία οι ίδιοι επισυνάπτουν επί της Εφέσεως- Αιτήσεώς τους, πως κατά την πρώτη εμφάνιση τους στη διαδικασία διαιτησίας παραδέχθηκαν το χρέος τους ενώπιον του Διαιτητή και του δικηγόρου των Εφεσιβλήτων. 9.
  33. Καμία δικαιολογία δεν δίνουν ως προς την παραίτησή τους από το δικαίωμά τους να καταχωρίσουν υπεράσπιση επί της απαιτήσεως των Καθ'ών η Αίτηση, στο στάδιο της διαιτησίας.
  34. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων - Αιτητών για δήθεν απουσία πρακτικών της διαδικασίας, είναι θέση μας πως είναι απορριπτέα. Τούτο διότι ως εμφαίνεται από την ίδια την απόφαση του διαιτητή, η οποία επισυνάπτεται επί της εφέσεως των Αιτητών, τα όσα διαδραματίστηκαν ενώπιον του καταγράφονται με λεπτομέρεια στο κείμενο της απόφασής του με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
  35. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καλώ το σεβαστό δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση έφεσης με έξοδα σε βάρος των Εφεσειόντων - Αιτητών.
  36. Η όλη συμπεριφορά των Εφεσειόντων - Αιτητών είναι τέτοια που αποτελεί εμφανή καταφρόνηση της διαιτητικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση.
  37. Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι και λέγω πως είναι αληθινά. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες παραπέμποντας σε σχετική νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις των διαδίκων που έκαστος εκπροσωπεί. Τα όσα έχουν εκτεθεί με τις γραπτές αγορεύσεις μελετήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο τους. Δικαιοδοτική βάση της αίτησης είναι ουσιαστικά το Άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 όπου το εδάφιο
(4)προνοεί ότι "Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ηδικημένο από την απόφαση οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση εις το Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποίησης της απόφασης". Σε περίπτωση παραπομπής μιας διαφοράς από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών σε διαιτησία, η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύ Νόμου περί διαιτησίας, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.4. Σχετικό επί τούτου είναι το άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου 22/1985 το οποίο αναφέρει πως ο Έφορος δύναται: « να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012» Όλες οι πρόνοιες του Άρθρου 52 του Ν.22/85 είναι φανερό ότι δεν προσθέτουν οτιδήποτε ή διαφοροποιούν τα δικαιώματα που προβλέπονται στο Άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: 20.-
(1)Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία εξελίχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση. Επομένως με βάση τα πιο πάνω το Επαρχιακό Δικαστήριο περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς στην υπόθεση ή η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και σε περίπτωση που καταλήξει ότι συμβαίνει κάτι από τα πιο πάνω το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση και όχι να εκδώσει το ίδιο απόφαση επίλυσης της διαφοράς. Το άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, για τον αντίστοιχο όρο της «κακής συμπεριφοράς» αναφέρεται ο όρος «misconduct» που έχει ερμηνευτεί ότι αποδίδεται πιο ορθά με τον ελληνικό όρο «ανάρμοστη» αντί «κακή» συμπεριφορά ( βλ.Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd και Παύλου Παυλίδη,
(1999)1(Β)ΑΑΔ 717). Για το θέμα "κακής συμπεριφοράς" του διαιτητή υπάρχει πλούσια νομολογία που επεξηγεί και ερμηνεύει τον όρο αυτό (Panicos Harakis Ltd v. TheOfficial Receiver as administrator of the estate of the bankruptTakis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ.23, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔv. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 223, David Taylo & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562) Όπως δε επεξηγείται στο σύγγραμμα Russel on the Law of Arbitration 17η έκδοση 307, έχει ευρεία έννοια και περιλαμβάνει ακόμη και λάθος περί τον νόμο ή τα γεγονότα. Καλύπτει περιπτώσεις από τη λήψη δωροδοκίας μέχρι και ένα απλό λάθος σε σχέση με την εξουσία που έχει δοθεί στον διαιτητή. Όπως δε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Halsbury's Laws of England 4η έκδοση παρ. 692-699 δεν μπορεί να δοθεί εξαντλητική ερμηνεία του όρου, αλλά στις περισσότερες των περιπτώσεων το θέμα ανακύπτει στους όρους εντολής και στην συμπεριφορά του διαιτητή σε σχέση με τις περιβάλλουσες συνθήκες. Αποτυχία συμμόρφωσης του διαιτητή με τους όρους εντολής συνιστά κακή συμπεριφορά (misconduct), ή αν ακόμη συμπεριφέρεται με τρόπο που είναι ή φαίνεται άδικος. Ενδεικτικές περιπτώσεις που αναφέρονται είναι εκεί όπου δεν αποφασίζει όλα τα παραπεφθέντα θέματα, ή αποφασίζει θέματα που δεν παραπέμφθηκαν, ή αν η απόφαση του είναι αβέβαιη (uncertain). Παρατυπίες στην διαδικασία και παραβιάσεις των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ή ακόμη αποδοχή εκ μέρους του διαιτητή φιλοξενίας από τον ένα εκ των δύο μερών με σκοπό να επηρεασθεί ή όπου ακόμη υπάρχει προκατάληψη εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Επίσης λανθασμένη αποδοχή ή απόρριψη μαρτυρίας οδηγεί σε ακύρωση της απόφασης (Russel ανωτέρω). Νομικό λάθος που εμφανίζεται στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης, αντιφατική απόφαση ή και λανθασμένη νομική εκτίμηση είναι λόγοι που οδηγούν σε ακυρότητα της απόφασης. Περιπτώσεις υπέρβασης της εξουσίας ή αβεβαιότητας στην απόφαση οδηγούν επίσης στην ακυρότητα. Το Δικαστήριο δεν παραμερίζει με ευκολία μια διαιτητική απόφαση αν δεν καταδειχθεί ότι ο διαιτητής έχει συμπεριφερθεί κακώς και η συμπεριφορά του εμπίπτει μέσα σε όσα η νομολογία επιτάσσει για παραμερισμό της. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει με φειδώ θέματα ακύρωσης ή παραμερισμού διαιτητικής απόφασης (Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 23). Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ αναφέρθηκε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάρμοστη συμπεριφορά η λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Όπως προκύπτει επίσης από τη σχετική νομολογία και τις νομικές αρχές σ' αυτού του είδους τις αιτήσεις το έργο του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε θέματα αξιολόγησης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Διαιτητού, ούτε εγείρεται ζήτημα κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ή μη τις θέσεις των μερών, ζητούμενο είναι μόνο το κατά πόσο η απόφαση αποκαλύπτει σφάλμα, νομικό ή πραγματικό ως αναφέρεται πιο πάνω. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές θα εξετάσω στην συνέχεια την αίτηση σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης και την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία. Όπως προκύπτει από τις θέσεις των διαδίκων αποτελεί κοινό έδαφος ότι στις 26.8.2016 οι Αιτητές ενημερώθηκαν γραπτώς για την παραπομπή σε διαιτησία της διαφοράς τους που προέκυψε με τους Καθ΄ων η Αίτηση και η υπόθεση ορίσθηκε στις 26.9.2016.Αποτελεί περαιτέρω κοινό έδαφος ότι η επίδικη απόφαση του Διαιτητή εκδόθηκε στις 20.1.2017 και επιδόθηκε στον Αιτητή 1 στις 6.2.2017 και στους Αιτητές 2 και 3 στις 4.2.2017.Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 24.2.2017 δηλαδή εντός των 21 ημερών που προνοεί ο σχετικός νόμος. Παραμένει επίσης αδιαμφισβήτητο ότι ο διορισμός του Διαιτητή έγινε νομότυπα και η πλευρά των Αιτητών δεν ήγειραν οποιανδήποτε ένσταση σε ότι αφορά το διορισμό ή τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Εξετάζοντας τη μαρτυρία και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια κρίνεται ότι δεν συντρέχουν εύλογοι ή και νομικοί λόγοι δυνάμει του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και/ή πραγματικοί λόγοι που να συνηγορούν στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου η επίδικη Διαιτητική Απόφαση να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται. Ούτε και έχει αποδειχθεί ότι πληρείται οποιαδήποτε εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4 για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης. Οι Αιτητές Εφεσείοντες (στο εξής οι Αιτητές) που είχαν το βάρος απόδειξης απέτυχαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους ως αυτοί εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους και οι οποίοι σημειώνεται αμφισβητήθηκαν από τους καθ΄ ων η Αίτηση με τη παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων και γεγονότων. Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία οι Αιτητές ενώ ειδοποιήθηκαν δεόντως, νομότυπα και έγκαιρα να παρουσιαστούν και παρουσιάσθηκαν στη διαιτησία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, εντούτοις δεν καταχώρισαν υπεράσπιση ή και παραιτήθηκαν του δικαιώματος τους αυτού. Όπως καταγράφεται στην διαιτητική απόφαση, η οποία επισυνάπτεται στην Αίτηση, οι Αιτητές την 12.10. 2016 δήλωσαν (παρ. 2 της σελίδας 2 της επίδικης απόφασης), πως δεν προτίθενται να καταχωρήσουν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Σημειώνεται επίσης ότι κατά το χρόνο και/ ή κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας που σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία ήταν και το κατάλληλο στάδιο δεν εγέρθηκε από τους Αιτητές οποιαδήποτε ένσταση ως προς χειρισμό της υπόθεσης και/ή την άσκηση των καθηκόντων του Διαιτητή. Χρήσιμο θεωρώ είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 987: «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ' έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στη διαιτησία. .... ... ... ... ... ... .. Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι' αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου.» Με βάση το νομικό πλαίσιο συνεπώς στο οποίο κινείται η παρούσα διαδικασία είναι σαφές, πως το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει ισχυρισμούς τους οποίους οι Αιτητές όφειλαν και μπορούσαν αλλά παρέλειψαν να προβάλουν ενώπιον του Διαιτητή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Η εκ μέρους των Αιτητών τεθείσα με γενικό και αόριστο τρόπο αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου ποσού για το αναφερόμενο χρέος δεν δύναται στην προκειμένη περίπτωση να αποτελέσει λόγο ακύρωσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Ενώ με την Έφεση -Αίτηση οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή αμφισβήτησαν το αξιούμενο από τους καθ΄ων η Αίτηση ποσό ως υπέρογκο και υπερβολικό ή και λανθασμένο ωστόσο στο περιεχόμενο της Διαιτητικής απόφασης που οι ίδιοι επισυνάπτουν στην Αίτηση τους αναφέρεται ρητά ότι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν υπεράσπιση στην διαιτητική διαδικασία. Υπογραμμίζεται επίσης και είναι σημαντικό ότι οι Αιτητές δεν έχουν αμφισβητήσει και συνεπώς παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός της παραίτησης τους από το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν υπεράσπιση στα πλαίσια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση και επιπρόσθετα των πιο πάνω οι Αιτητές ενώ φέρουν το βάρος απόδειξης, δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία και ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύει έστω τον πιο πάνω αναφερόμενο ισχυρισμό τους σε σχέση με το ύψος του αξιούμενου ποσού. Εντούτοις διαπιστώνεται, ότι, παρά τη δήλωση των Αιτητών πως δεν προτίθενται να καταχωρήσουν υπεράσπιση, ο Διαιτητής στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του και ενεργώντας καλόπιστα με αποκλειστικό σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν εξέδωσε απόφαση ως η απαίτηση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, αλλά προέβη στην εξέταση νομικών και πραγματικών ζητημάτων τα οποία απέβησαν προς όφελος των οφειλετών - Αιτητών στην παρούσα Αίτηση. Συγκεκριμένα και όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης ο διαιτητής δεν επιδίκασε τις χρεώσεις για ασφάλεια ζωής, πλέον τους συμβατικούς τόκους επ' αυτών με αποτέλεσμα να εκδοθεί διαιτητική απόφαση για χρηματικό ποσό μικρότερο από αυτό το οποίο ζητούσε με την έκθεση απαίτησής του το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω δεν επιδίκασε στους Καθ' ων η Αίτηση τόκο υπερημερίας προς 3%. Οι Αιτητές προβάλλουν επίσης με την αίτηση τους ότι ο Διαιτητής δεν είχε την εξουσία βάσει του Νόμου να διατάξει εκποίηση της υποθήκης σε δημόσιο πλειστηριασμό κάτι το οποίο έπραξε με την προσβαλλόμενη απόφαση του. Το άρθρο 8 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), προνοεί τα ακόλουθα: «Διατάξεις οι οποίες εξυπακούονται σε συνυποσχετικά.
  1. Οι διαιτητές ή o επιδιαιτητής έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα δικαστήρια να διατάσσουν ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης με εξαίρεση σύμβαση που αφορά γη ή οποιοδήποτε συμφέρον σε γη.» Στην υπό εξέταση περίπτωση το πιο πάνω αναφερόμενο ζήτημα διαπιστώνεται ότι δεν τέθηκε από τους Αιτητές στα πλαίσια της διαδικασίας της διαιτησίας αλλά ούτε και υποστηρίχθηκε με επιχειρηματολογία κατά την αγόρευση τους στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εντούτοις θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Διαιτητής όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης του (σελίδες7-9), ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων του και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης εξέτασε σε έκταση το αναφερόμενο ζήτημα. Συνοπτικά καταγράφεται ότι στην απόφαση γίνεται αναφορά στο άρθρο 8 του Πίνακα Α του Νόμου αλλά και στο άρθρο 6 που δίνει στα μέρη το δικαίωμα να εκφράσουν αντίθετη πρόθεση στο συνυποσχετικό τους έτσι ώστε να αποκλείουν την εφαρμογή οποιουδήποτε όρου του Πίνακα Α. Ακολούθως ο Διαιτητής παραθέτει την αιτιολογία της απόφασης του για την δυνατότητα του να διατάξει την εκποίηση της υποθήκης. Στα πλαίσια της αιτιολόγησης του παραπέμπει σε όρους της Συμφωνία Δανείου και της Σύμβαση Υποθήκης ως αναπόσπαστου μέρους αυτής που αποτελούν το συνυποσχετικό έγγραφο βάσει του οποίου κινήθηκε από την πλευρά των Δανειστών η διαδικασία της διαιτησίας και ακολούθως προβαίνοντας στην εξέταση των διάφορων παραγόντων οι οποίοι επιδρούν στην εξαγωγή συμπεράσματος για την αληθινή πρόθεση ερμηνεύει την πρόθεση των μερών στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα στην απόφαση του Διαιτητή καταγράφεται ότι στη Συμφωνία Δανείου και στη Σύμβαση της Υποθήκης γίνεται ευθεία αναφορά στη δυνατότητα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων από τους Δανειστές, σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής του πληρωτέου υπολοίπου από τους χρεώστες. Αναφέρεται επίσης ότι οι όροι και η γλώσσα που χρησιμοποιείται στη Σύμβαση Υποθήκης φανερώνουν ότι η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της ήταν η εξασφάλιση των Δανειστών. Υπογραμμίζεται ακόμα ότι οι Δανειστές λαμβάνουν, μέσα από τις πρόνοιες της Σύμβασης Υποθήκης ευρείες εξουσίες ως προς την εξασφάλιση του λαβείν τους «είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασιστεί ή όπως προβλέπεται πιο κάτω». Στη βάση των πιο πάνω ο Διαιτητής κατέληξε σε αιτιολογημένο συμπέρασμα για την πρόθεση των μερών η οποία δεν ήταν άλλη από την εφαρμογή του άρθρου 6 και τον αποκλεισμό των προνοιών του άρθρου 8 στο Παράρτημα Α του Κεφ.
  2. Ως εκ τούτου έκρινε ότι μαζί με όλες τις άλλες εξουσίες που του παρέχονταν, είχε και την εξουσία να εκδώσει διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου κτήματος για την ικανοποίηση του χρέους. Επομένως έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και το σύνολο του περιεχομένου της επίδικης απόφασης καταλήγω ότι ο Διαιτητής αποφάσισε ορθά και έτσι ο σχετικός λόγος που προβλήθηκε στην Αίτηση κρίνεται άνευ ερείσματος και απορρίπτεται. Ακόμα ένας λόγος που προβάλλεται από τους Αιτητές είναι ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη και ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά. Το ότι υπάρχει αναγκαιότητα τήρησης πρακτικών, αυτό είναι δεδομένο, εν΄ όψει και της ρητής πρόνοιας του Κανονισμού 100 του περί Συνεργατικών Εταιρειών, αλλά και της νομολογίας που υποδεικνύει ότι η διαιτησία αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική διαδικασία (Κούλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου πιο πάνω). Αποτελεί γενική υποχρέωση του διαιτητή να δίδει και στις δυο πλευρές το δικαίωμα να ακουστούν και να χειρίζεται την ενώπιον του διαδικασία με τους συνήθεις κανόνες μιας δικαστικής διαδικασίας, που θα πρέπει να αντανακλάται και να καταδεικνύεται μέσα από τα τηρούμενα πρακτικά της διαδικασίας. Θα πρέπει να είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι η διαδικασία διαιτησίας κάτω από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, δεν αποτελεί, ούτε και συνιστά ζήτημα ευκολίας οιουδήποτε, ούτε και για κάποια απλή και τυπική διαδικασία, αφού διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα και δικαιώματα και θα πρέπει απαραιτήτως, επί ποινή ακυρότητας εκεί όπου διαπιστώνεται παρέκκλιση, να τηρούνται όλα τα εχέγγυα μιας δικαστικής διαδικασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνεται ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι πολυσέλιδη και σε αυτή πέραν των γεγονότων της υπόθεσης και των ζητημάτων που εξετάσθηκαν, καταγράφεται με λεπτομέρεια και η πορεία της διαδικασίας που άρχισε με τη επίδοση κλήσεων και κράτησε μέχρι και την έκδοση της απόφασης. Οι καταγραφές αυτές ασφαλώς προέρχονται από πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της διαιτησίας τα οποία εν πάση περιπτώσει οι Αιτητές δεν ισχυρίσθηκαν ότι ζητήθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο και δεν τους δόθηκαν. Επομένως ούτε και ο πιο πάνω λόγος έχει έρεισμα και συνεπώς απορρίπτεται. Εξετάζοντας επίσης το περιεχόμενο της Διαιτητικής απόφασης στην οποία γίνεται παραπομπή και σε σχετική νομολογία κρίνω ότι αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη. Σχετική είναι η υπόθεση Παναγιώτης Κλεοβούλου v. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) ΛΤΔ , ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολ. Έφεση Αρ. 304/2010 ημερ. 10.07.2015 στην οποία λέχθηκε ότι η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητά τους. Αρκεί λιτά αλλά περιεκτικά ο διαιτητής να αναφέρεται στα κρίσιμα ζητήματα που τον οδήγησαν στην τελική του απόφαση. Ως αποτέλεσμα των όσων εξετάζονται πιο πάνω κρίνω επομένως ότι η διαδικασία διαιτησίας και η συνεπακόλουθη έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και/ή έγκυρη και κατά τη διεξαγωγή της τηρήθηκαν και/ή ακολουθήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, του Περί Διαιτησίας Νόμου και/ή του Συντάγματος. Ο Διαιτητής έλαβε υπόψη όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, γραπτή και/ή προφορική και, αφού ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε η απαίτηση των Εφεσίβλητων- Καθ΄ων η Αίτηση, προχώρησε επί τη βάση αυτής στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων τα οποία όπως περιγράφεται πιο πάνω απέβησαν και προς όφελος των Αιτητών. Καμία πλάνη περί το νόμο και/ή τα πραγματικά γεγονότα υπήρξε κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας σε βάρος των Αιτητών και ως εκ τούτου η Διαιτητική Απόφαση είναι από όλες τις απόψεις ορθή και βασισμένη στα πραγματικά, αληθή και αναντίλεκτα γεγονότα που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής επί τη βάση των οποίων στηρίχθηκε για να εκδώσει τη Διαιτητική Απόφαση. Οι θέσεις που προβάλλονται με την Αίτηση σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της Διαιτητικής απόφασης δεν καταδεικνύουν να προκύπτει οτιδήποτε το μεμπτό στην διαιτητική διαδικασία και τη διαιτητική απόφαση ούτε και έχει καταδειχθεί κακή συμπεριφορά του Διαιτητή. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών που τέθηκαν με γενικό και αόριστο τρόπο κρίνεται ότι έχουν δεόντως καταρριφθεί από τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση αλλά και δεν συνάδουν με το ίδιο το περιεχόμενο της Διαιτητικής απόφασης. Συνακόλουθα των όσων εξηγούνται πιο πάνω, οι λόγοι που προβλήθηκαν για ακύρωση και ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με το ζήτημα που εγέρθηκε από τους Καθ΄ων η Αίτηση ότι η ένορκη δήλωση της αιτήτριας 1 δεν συνιστά πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης και ως προς τους Αιτητές 1 και 3, διαπιστώνεται και αποτελεί γεγονός ότι η Αιτήτρια 2 δεν δηλώνει ρητά την εξουσιοδότηση της για να προβεί στην ένορκη δήλωση και εκ μέρους των Αιτητών 1 και
  3. Εντούτοις παρά την εν λόγω παράλειψη, εξετάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, όπου στο σύνολο της γίνεται χρήση του πληθυντικού αριθμού, θεωρώ ότι συνιστά το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης και ως προς τους Αιτητές 1 και
  4. Τούτο σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει τύπος διορισμού δικηγόρου για την έγερση της παρούσας διαδικασίας εκ μέρους και των τριών Αιτητών οδηγεί και στην ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Επιδικάζονται συνεπώς τα έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών 1, 2 και 3 ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παραμερισμός διαιτητικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.