← Κύπρος

IPTP Limited ν. MetaQuotes Software Corp κ.α., Αρ. Αγωγής: 1400/16, 20/6/2018

IPTP Limited ν. MetaQuotes Software Corp κ.α., Αρ. Αγωγής: 1400/16, 20/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛEΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1400/16 Μεταξύ: IPTP Limited, εκ Χονγκ Κονγκ Εναγόντων -και-

  1. MetaQuotes Software Corp, εκ Λεμεσού
  2. XXXXX Fatkhullin, εκ Λεμεσού Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.12.2017 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.06.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια-Ενάγουσα: κα Καννάβα για Καννάβα, Κιτρομιλίδου & Σία ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση κ. Καλλιάνος) Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1 : κα Γιωρκάτζη για Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Κτίστη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 ζητά τις ακόλουθες θεραπείες : Α) Αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι ενέργησαν με δόλο και/ή απάτη και/ή με ψευδείς δηλώσεις και/ ή παραστάσεις και/ή παρανόμως και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και/ή της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) με σκοπό την παράνομη αποκομιδή κερδών και/ή να καταστούν πλουσιότεροι από ότι ήσαν, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών ημερομηνίας 20.05.
  3. Β) Ειδικές Αποζημιώσεις για το ποσό των USD55.060,30 (αντίστοιχο σε ΕΥΡΩ49.974,56) που αντιπροσωπεύει το ποσό που οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες δυνάμει της γραπτής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών ημερομηνίας 20.05.
  4. Γ) Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή νόμιμου καθήκοντος και/ή παράβαση του νόμου και/ή αμέλειας και/ή παράλειψης ενέργειας των Εναγομένων. Περαιτέρω και/ η εναλλακτικά Δ) Ποσό USD55.060,30 ( αντίστοιχο σε ΕΥΡΩ49.974,56) που αντιπροσωπεύει το ποσό που οι Εναγόμενοι εισέπραξαν, δυνάμει των αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ε) Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις. ΣΤ) Νόμιμους τόκους. Ζ) Έξοδα πλέον έξοδα επίδοσης της αγωγής. Η) Φ.Π.Α (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α XXXXX516Ρ). Η επίδοση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους 1 και 2 έγινε με υποκατάστατη επίδοση δυνάμει Διατάγματος που εξασφάλισε η ενάγουσα στις 30.9.2016 κατόπιν σχετικής αίτησης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Ταυτόχρονα έκαστος των εναγομένων καταχώρησε ξεχωριστή αίτηση με την οποία και ζήτησε την ακύρωση του Διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου εντάλματος καθώς και τον παραμερισμό αυτού λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Οι αναφερόμενες αιτήσεις αφού εκδικάσθηκαν απορρίφθηκαν με τις αντίστοιχες αποφάσεις του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.5.
  5. Στις 20.6.2017 η ενάγουσα καταχώρησε έκθεση απαίτηση ενώ ακολούθως στις 22.12.2017 καταχώρησε τροποποιημένη έκθεση απαίτησης με βάση τις πρόνοιες της νέας Δ.25 χωρίς να απαιτηθεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα καταχώρησε την υπό εξέταση αίτησης με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης
  6. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18 Θ.Θ.1-9, Δ.39 Θ.Θ.1-21, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 8 και 9, Δ.64, άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των γενικών αρχών του νόμου, των κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και της Συμφύτου εξουσίας των Δικαστηρίων. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας ο οποίος ισχυρίζεται πως γνωρίζει πλήρως και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει στην κατοχή και φύλαξη του τα έγγραφα που την αφορούν. Ακολούθως με την ένορκη του δήλωση επισυνάπτοντας και σχετικά τεκμήρια αναφέρεται στα γεγονότα της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης
  7. Περαιτέρω δηλώνει ότι πιστεύει πως η εναγόμενη 1 δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της εναγόμενης 1 με την οποία κατά κύριο λόγο εγείρεται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθώς και ότι η εναγόμενη 1 διαθέτει καλή υπεράσπιση. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: ''Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης''. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής και έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία, οι ακόλουθες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί Εμφάνιση από τον Εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides

(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 818 Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Εφόσον ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 Κyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Σ.Π.Ε Πέγειας v. C.A.A. Travel Media Ltd
(2008)1Β Α.Α.Δ. 837). Σημειώνω περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd,
(2004)1 (A) A.A.D. 896). H όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Τrans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339). H δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Αυτό που επιβάλλεται κατά την αντίληψη μου να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, είναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που ενεργοποιούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η πρώτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές αλλά και όπως έχει διασαφηνιστεί και στην απόφαση MI HOLDINGS PUBLIC LTD, V. ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ
(2006)1Α Α.Α.Δ 298 πρόκειται για επιτακτική προϋπόθεση σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α). Στην υπό εξέταση περίπτωση όπως και πιο πάνω αναφέρεται η αγωγή της ενάγουσας καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο βάση της Δ.2 Θ.1 . Συνεπώς δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση που θέτει η Δ.
  1. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και της αυστηρότητας που την περιβάλλει το γεγονός ότι ακολούθησε σε κάποιο στάδιο η καταχώρηση έκθεσης απαίτησης δεν αναιρεί θεωρώ την έλλειψη της επιτακτικής αυτής προϋπόθεσης, η τήρηση της οποίας σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση MI HOLDINGS PUBLIC LTD (πιο πάνω), εκδόθηκε απόφαση, στο πλαίσιο αίτησης για συνοπτική απόφαση, σε αγωγή η οποία, προφανώς εκ παραδρομής, καταχωρήθηκε επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντί βάσει της Δ.2 θ.6 των ιδίων Θεσμών και ενώ από την διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε πρόκυπτε ότι η εφεσίβλητη επιθυμούσε την καταχώρηση κλητηρίου βάση της Δ.2 Θ.
  2. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρώντας ότι πρόκειται για απλή παρατυπία από την οποία δεν προέκυψε οποιαδήποτε αδικία στους εφεσείοντες-εναγόμενους κατέληξε ότι πληρείτο η προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α) για την ύπαρξη ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και μεταξύ άλλων αποφασίσθηκε ότι η ανάγκη για ύπαρξη κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου είναι σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α) επιτακτική προϋπόθεση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Με βάση τα πιο πάνω και παρά το ότι πληρούνται οι δύο άλλες προϋποθέσεις της Δ.18 η αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχία. Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι, ενόψει της ως άνω κατάληξης του Δικαστηρίου αν θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο η εναγόμενη 1 πρόβαλε τέτοια γεγονότα έτσι ώστε να της επιτραπεί να υπερασπιστεί την αγωγή. Στο Annual Practice 1979 σ.136 κάτω από τον τίτλο "Plaintif΄s Affidavit" αναφέρεται: «It is a necessary condition for proceeding under O.14 that the application must be supported by an affidavit which complies with this rule otherwise the summons may be dismissed.» Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska (πιο πάνω), είχαν εγερθεί από τον εφεσείοντα με μορφή προδικαστικών ενστάσεων δύο επιχειρήματα που αφορούσαν τη μη συμμόρφωση του εφεσίβλητου-αιτητή με τους τύπους της Δ.18, κ.
  3. Σύμφωνα με ένα από τα επιχειρήματα αυτά, το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό των εναγόντων-αιτητών δεν ήταν πρόσωπο ικανό να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης προς επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής και του αξιούμενου ποσού (..unable to swear positively to the facts verifying the cause of action and the amount claimed"). Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής στη σελίδα 135 της απόφασής του, η οποία δόθηκε από το τότε μέλος του Δικαστηρίου κ. Α. Λοϊζου: «Both objections go to the jurisdiction of the Court as the conditions imposed by order 18, r.1 have to be fulfilled, in order that the Court can have jurisdiction to make an order for summary judgment thereunder..» Περαιτέρω, στη σελίδα 140 της εν λόγω απόφασης αναφέρεται: «A defendant by making a defence to the merits in addition to taking a preliminary objection as to the sufficiency of the affidavits filed by the applicant/plaintiff should not be taken as submitting to the jurisdiction of the Court.» Στη σελίδα 143 της ίδιας απόφασης και αφού το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη εκείνη υπόθεση δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους τύπους της Δ.18 Κ.1, αναφέρονται και τα εξής: «On the true construction, therefore, of the relevant provisions of our Rules we hold that the trial court had no jurisdiction to give judgment on the strength of the affidavits filed in support of the application.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η αυστηρή συμμόρφωση με τις διαδικαστικές απαιτήσεις (procedural requirements) της Δ.18, Κ.1, είναι αναγκαιότητα που πρέπει να ικανοποιηθεί για να αποκτήσει το Δικαστήριο δικαιοδοσία να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης και κατά συνέπεια το ουσιαστικό ερώτημα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να εγερθεί εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις διαδικαστικές απαιτήσεις της Δ.18 θ.
  4. Τα πιο πάνω οδηγούν στο σαφές συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να προχωρήσει να εξετάσει στην παρούσα αίτηση και τους ισχυρισμούς που η εναγόμενη 1-καθ΄ ης η αίτηση θέτει και να αποφανθεί περί ύπαρξης ή όχι υπεράσπισης, αφού η μη ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης της Δ.18 στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 1 καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.