← Κύπρος

ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTION LIMITED, Αρ. Αγωγής: 245/12, 19/6/2018

ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTION LIMITED, Αρ. Αγωγής: 245/12, 19/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A259 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 245/12 Mεταξύ: ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTION LIMITED, από την Πάφο Εναγόμενοι ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 31.01.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.06.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Φ. Σωφρονίου για Φωκάς Α. Σωφρονίου Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κ. Ελευθερίου) Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κα Ν. Δημητρίου για Δημόκριτος Αριστείδου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για τη τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και την προσθήκη ανταπαίτησης ως περιγράφεται στις παράγραφούς Α μέχρι και Ε της Αίτησης. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι ζητούν να συμπεριλάβουν στην έκθεση υπεράσπισης τους συγκεκριμένα γεγονότα σε σχέση με την υπόθεση καθώς και ισχυρισμούς αναφορικά με ζημιές που υπέστησαν συνεπεία κακοτεχνιών εκ μέρους των εναγόντων και συνακόλουθα ζητούν περαιτέρω να συμπεριλάβουν στο δικόγραφο τους σχετική ανταπαίτηση. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Λευτέρη Ελευθερίου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων των εναγομένων, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντων εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση διαπιστώθηκε ότι δεν έχουν τεθεί στο δικόγραφο της υπεράσπισης ουσιώδεις ισχυρισμοί οι οποίοι είναι απαραίτητο να προβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών εξ όσων τον πληροφορεί ο διευθυντής των εναγόμενων η παράλειψη συμπερίληψης των εν λόγω ισχυρισμών στο δικόγραφο της υπεράσπισης οφείλεται σε παράλειψη του μηχανικού του συγκεκριμένου έργου, ο οποίος παρά τις οδηγίες των εναγόμενων δεν προσκόμισε στο γραφείο των δικηγόρων τους όλα τα έγγραφα και αποδείξεις και ή επιστολές που σχετίζονται με την υπόθεση. Στην αίτηση των αιτητών καταχώρισαν ένσταση οι καθ'ων η αίτηση προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης:

  1. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι ουσιώδεις, αναγκαίες και χρήσιμες και ως εκ τούτου δεν θα βοηθήσουν στον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων.
  2. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται και η προσθήκη ανταπαίτησης που σκοπό έχει να εισαγάγει νέα επίδικα θέματα.
  3. H αίτηση είναι αντικανονική ένεκα του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και οι κανονισμοί για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ώστε να καθιστούν την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ούτε οι Αιτητές προβάλλουν ικανοποιητικό λόγο προς υποστήριξη της αίτησης τους.
  4. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Εναγομένων/Αιτητών.
  5. Οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάγουν νέα επίδικα θέματα και μάλιστα σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.
  6. Οι Αιτητές με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκουν ριζική αλλαγή της υφιστάμενης υπεράσπισης χωρίς να προσκομίζουν οποιοδήποτε τεκμήριο.
  7. Οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάγουν με την αίτηση τους νέους ισχυρισμούς που δεικνύουν κακοπιστία και οι οποίοι θέτουν τους Ενάγοντες σε δυσμενή θέση και η ζημιά που προκαλείται σε αυτούς δεν μπορεί να αποτιμηθεί με την καταβολή εξόδων.
  8. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταχρηστικά θα αυξήσουν και/ή θα διευρύνουν τα επίδικα θέματα και/ή θα κατασπαταλήσουν δικαστικό χρόνο, αφού αποσκοπούν εμφανέστατα στην εισαγωγή νέας βάσης αγωγής που θα εκτροχιάσει την υπόθεση από την ουσία της διαφοράς των διαδίκων.
  9. Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση προσπαθούν να εισάγουν εντελώς νέα γεγονότα, που θα διαφοροποιήσουν και θα δημιουργήσουν εντελώς νέα υπεράσπιση, πράγμα που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτό καθιερώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Η βάση της υπεράσπισης, από την άποψη των γεγονότων που τη συνθέτουν, θα είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με την υφιστάμενη υπεράσπιση.
  10. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη και/ή αναιτιολόγητη καθυστέρηση και δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους βάρυνε προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  11. Η Ένορκη δήλωση είναι γενική και αόριστη και δεν επεξηγεί ούτε συσχετίζει τις αιτούμενες τροποποιήσεις με τα επίδικα θέματα.
  12. Οι ισχυρισμοί που σκοπούνται να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν σαφώς γνωστοί εξ' αρχής στους Εναγόμενους/Αιτητές και όφειλαν να ετοιμάσουν την υπεράσπιση τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράψουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις.
  13. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν αποκαλύπτει ότι οι ισχυρισμοί που αποτελούν το αντικείμενο της αιτούμενης τροποποίησης δεν ήταν στην γνώση του Εναγομένων και/ή των δικηγόρων τους εξ' αρχής, και/ή δεν δίδει, για το θέμα της καθυστέρησης, καθόλου εξηγήσεις και/ή τέτοιες εξηγήσεις και συγκεκριμένα δεν αναφέρει πότε διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης τους παρά το γεγονός ότι η υπεράσπιση τους καταχωρήθηκε στις 31/05/2012, δηλαδή πριν από 6 χρόνια.
  14. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή αόριστη και/ή ακαθόριστη και/ή δεν παρέχει κανένα πραγματικό υπόβαθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και/ή δεν αποσείει ικανοποιητικά το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και/ή της καθυστέρησης στην υποβολή του και/η γίνεται από αναρμόδιο πρόσωπο.
  15. Με την αιτούμενη τροποποίηση εκτροχιάζεται η διακρίβωση της υπόθεσης μέσα στα διαγραφέντα προ καιρού πλαίσια και εκτροχιάζεται η εκδίκαση της υπόθεσης εντός λογικού χρόνου κατά παράβαση του θεμελιώδους δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση που απορρέει από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9, Δ.25 θ.θ. 1-5, Δ.39, στο Αρ. 30

(2)του Συντάγματος, στην Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Τύμβιου ενός εκ των εκτελεστικών διευθυντών των εναγόντων ο οποίος αναλύοντας τους λόγους ένστασης εισηγείται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται δικονομικά στην παλαιά Δ.25 Θ.1. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων βάσει της Δ.25 πριν από την τροποποίηση της έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704). Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd v. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.Δ 162). Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.), (πιο πάνω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (πιο πάνω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) (ανωτέρω). Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς βάσιμη δικαιολογία. Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου (πιο πάνω), όπου το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή της αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: ´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.' Στην προκειμένη περίπτωση η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αποτελεί γεγονός δεδομένου ότι πρόκειται για υπόθεση που καταχωρίστηκε το έτος 2012. Παρόλα αυτά σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι με την αιτούμενη τροποποίηση ζητούν να παραθέσουν ισχυρισμούς σε σχέση με την εναντίον τους αξίωση καθώς και σε σχέση με την ύπαρξη κακοτεχνιών στις επίδικες εργασίες. Οι εναγόμενοι έδωσαν την εξήγηση ότι κατά την προετοιμασία της ακρόασης της υπόθεσης διαπιστώθηκε πως οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριελήφθησαν στο δικόγραφο της υπεράσπισης λόγω της παράλειψης του μηχανικού τους και παρά τις οδηγίες τους, να προσκομίσει στους δικηγόρους τους όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον υπό κρίση παράγοντα δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Υπενθυμίζεται ότι ο παράγοντας του χρόνου είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.), πιο πάνω). Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED V. GENZYME CORPORATION (Αρ.2)
(3013)1 Α Α.Α.Δ 543 το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε πρωτόδικη απορριπτική απόφαση σε αίτηση τροποποίησης που υποβλήθηκε μετά την έναρξη της ακρόασης και η οποία σκοπούσε στη δικογράφηση των λεπτομερειών ισχυριζόμενων ζημιών. Ενώ δε είχαν προηγηθεί αριθμός ενδιάμεσων αιτήσεων μεταξύ των οποίων και αιτήσεις για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, το Ανώτατο Δικαστήριο, υπογραμμίζοντας ότι προέχει το συμφέρον της δικαιοσύνης, έκρινε πως οποιαδήποτε ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανακλήτευση μαρτύρων δεν μπορούσε να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ των εφεσίβλητων αφού πρόκειται για ζημιά που μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Όπως έχει λεχθεί αντίθετη προσέγγιση θα αποστερούσε από τους εφεσείοντες την δυνατότητα να αποδείξουν το είδος της ισχυριζόμενης ζημιάς με καταστροφικές για την υπόθεση τους συνέπειες. Οι ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση προβάλλουν περαιτέρω ότι η αίτηση αποτελεί προσπάθεια αλλαγής της βάσης της αγωγής και επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Έχοντας υπόψη την επίδικη διαφορά των μερών η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, αφού, από την αιτούμενη τροποποίηση διαφαίνεται ότι επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών που σχετίζονται με τα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης δεν θεωρώ ότι η ζητούμενη τροποποίηση διαφοροποιείται σε τέτοιο βαθμό από την ουσία της παρούσας υπόθεσης ώστε να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης ότι η έγκριση του αιτήματος θα εκτροχιάσει την υπόθεση από την ουσία της διαφοράς των διαδίκων δεν βρίσκει έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, κάτι που δεν ισχύει στη παρούσα περίπτωση, αυτό δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης τροποποίησης (SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) πιο πάνω και ASTOR MANUFACTURING & EXPORTING CO v. A. & G LEVENTIS & COMPANY (NIGERIA) LTD
(1993)1 Α.Α.Δ 726) Επισημαίνω επίσης ότι το καθήκον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης δεν επεκτείνεται στη διερεύνηση και εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις πιθανότητες ή προοπτικές επιτυχίας μιας επιπρόσθετης διεκδίκησης η οποία ζητείται να προστεθεί με την τροποποίηση, αυτό είναι θέμα ουσίας το οποίο κρίνεται κατά τη δίκη και τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Εκείνο που το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει είναι αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων με τρόπο που θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση ενός αιτήματος για τροποποίηση είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο θεωρώ ότι θα εξυπηρετηθεί με την αποδοχή του αιτήματος αντί με την απόρριψη του. Τα πιο πάνω απαντούν πιστεύω και στη θέση των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Στην βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω δεν κρίνεται να εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους των εναγόμενων - αιτητών έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, παρέμεινε σε εντελώς θεωρητικό επίπεδο αφού δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να την τεκμηριώνουν. Θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγόντων, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς που οι αιτητές επιχειρούν με την αιτούμενη τροποποίηση να εισαγάγουν στην έκθεση υπεράσπισης τους καθώς και να τους αντικρούσουν μέσα από την διαδικασία της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζά (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως επίσης αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1Α Α.Α.Δ 745 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους ενάγοντες- καθ΄ων η αίτηση με την τροποποίηση πλην εκείνης που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην πλευρά των εναγόντων εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Απάντηση στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην πλευρά των εναγομένων εντός 15 ημερών από την παράδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων- καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενων-αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 22.10.2018 και ώρα 11:00 π.μ. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.