VINELAND DEVELOPMENTS LIMITED ν. ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 612/18, 20/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 612/18 Μεταξύ: VINELAND DEVELOPMENTS LIMITED Ενάγοντες - και -
- XXXXX ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ
- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση, ημερ. 22/3/18, για την έκδοση ενδιάμεσων Διαταγμάτων Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Λ. Χατζηξενοφώντος για Κ. Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η αίτηση 1: κα Κ. Ηλία για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδη, Κ. Κατσαρό & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η αίτηση 2: κα Κ. Κύζη για Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 22/3/18 με το οποίο αξιώνονται δεκατέσσερεις θεραπείες. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης. Μεταξύ άλλων, αξιώνεται Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο διορισμός του Εναγόμενου 1 από την Εναγόμενη 2 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των Ενάγοντων είναι άκυρος, παράνομος και αποτέλεσμα παράνομης συμπεριφοράς και συνομωσίας των Εναγόμενων 1 και
- Επίσης, αξιώνεται Δήλωση ότι η συμφωνία και το Ομόλογο Επιβάρυνσης, ημερ. 20.9.12 μεταξύ των Ενάγοντων και της Εναγόμενης 2 (στο εξής «το Ομόλογο») είναι άκυρα και παράνομα λόγω απάτης, πλάνης, δόλου και ψευδών παραστάσεων. Αξιώνεται ταυτόχρονα Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Ομόλογο έχει εξοφληθεί από τους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, για συνομωσία, δόλιο σχεδιασμό, εκφοβισμό και εκβιασμό από πλευράς των Εναγόμενων 1 και
- Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς την υπό εξέταση αίτηση. Με αυτή, οι Ενάγοντες αξιώνουν ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται ο διορισμός του Εναγόμενου 1 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των Ενάγοντων (αιτητικό Α), ενδιάμεσο Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα που πηγάζει από το Ομόλογο (αιτητικό Β) και ενδιάμεσο Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν στην ακίνητη περιουσία των Ενάγοντων και στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους (αιτητικά Γ και Δ). Τέλος, αξιώνεται ενδιάμεσο Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 να επεμβαίνουν στις εργασίες των Ενάγοντων (αιτητικό Ε). Η αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση και Συμπλ. Ένορκη Δήλωση[1] του XXXXX Φιλίππου και την Ένορκη Δήλωση της XXXXX Χαραλάμπους. Τα όσα αναφέρονται σε αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Στα πλαίσια παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων από την Εναγόμενη 2, στις 20.9.02 συνήφθηκε το Ομόλογο μεταξύ της ίδιας και των Ενάγοντων. Η Εναγόμενη 2 ανάγκαζε τους Ενάγοντες να συμφωνούν στην αύξηση του περιθωρίου κέρδους. Επίσης, αύξανε μονομερώς τα επιτόκια και χρέωνε τους λογαριασμούς των Ενάγοντων καταχρηστικά και ετσιθελικά με διάφορα έξοδα. Οι Ενάγοντες, κατόπιν πίεσης που δέχθηκαν από την Εναγόμενη 2, αγόρασαν συγκεκριμένο ακίνητο στο Πισσούρι, δανειζόμενοι χρήματα από την τελευταία. Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης 2, οι Ενάγοντες στις 11.11.16 τερμάτισαν όλες τις συμφωνίες μαζί της. Στις 14.11.17 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή 3305/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον της Εναγόμενης 2 (Κλίμακα: άνω των €2.000.000). Κύρια επίδικα θέματα της εν λόγω αγωγής είναι η νομιμότητα των κατ' ισχυρισμών υπολοίπων, η εγκυρότητα των Συμφωνιών δανείων και όλων των παρεπόμενων συμφωνιών που δόθηκαν ως εξασφαλίσεις. Η Εναγόμενη 2 στις 21.3.18 και ώρα 11:00πμ επέδωσε επιστολή στους Ενάγοντες με την οποία τους καλούσε να διευθετήσουν τα οφειλόμενα προς αυτούς ποσά, τα οποία, σύμφωνα με την επιστολή, ανέρχονταν σε ποσό πέραν των €7.500.
- Αμέσως οι Ενάγοντες ενημέρωσαν την Εναγόμενη 2 και τους δικηγόρους της ότι είχαν στην κατοχή τους επιταγή για το ποσό των €17,086.01, το οποίο αντιστοιχεί σε ΛΚ10.000, που είναι το ποσό που εξασφαλίζει το Ομόλογο. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε την ίδια μέρα τους Ενάγοντες για το διορισμό του Εναγόμενου 1 ως Διαχειριστή και Παραλήπτη των Ενάγοντων, επικαλούμενη το Ομόλογο. Την επόμενη μέρα, οι δικηγόροι της Εναγόμενης 2 αρνήθηκαν να παραλάβουν την επιταγή. Στις 28.3.18 οι Ενάγοντες κατήγγειλαν στον Έφορο Εταιρειών τις πράξεις των Εναγόμενων 1 και
- Είναι η θέση των Ενάγοντων ότι η Εναγόμενη 2, αντί να παραλάβει την επιταγή προς εξόφληση του Ομόλογου, διόρισε δόλια τον Εναγόμενο
- Είναι περαιτέρω θέση τους ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι του Ομόλογου και ότι το Ομόλογο έχει εξοφληθεί. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστές ενστάσεις. Οι λόγοι ένστασης του Εναγόμενου 1 μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
(1)η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων,
(2)η αίτηση και η αγωγή αποσκοπούν στην καθυστέρηση της διαχείρισης των Ενάγοντων,
(3), οι Ενάγοντες δεν αμφισβητούν την ισχύ του Ομόλογου και των σχετικών συμβάσεων. Η Ένσταση του Εναγόμενου 1 υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του ίδιου. Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι ο διορισμός του έγινε με βάση τους όρους του Ομόλογου καθότι οι λογαριασμοί των Ενάγοντων παρουσίαζαν μεγάλες καθυστερήσεις. Η προσφορά της επιταγής προς εξόφληση του Ομόλογου και η μη παραλαβή της από τους δικηγόρους της Εναγόμενης 2 έπονται χρονικά του διορισμού του και συνεπώς δεν έχουν οποιαδήποτε έννομη συνέπεια στο διορισμό του. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω επιταγή κάλυπτε μόνο το κεφάλαιο, και όχι τυχόν «τόκους, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες», ως προνοείται στο Ομόλογο. Επίσης, οι όποιες πληρωμές από κάποια εταιρεία μετά το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή, γίνονται μόνο από τον ίδιο με βάση την προτεραιότητα πληρωμών. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου 1 ότι οι Ενάγοντες επιδιώκουν να καθυστερήσουν και να εμποδίσουν την Εναγόμενη 2 στην είσπραξη των οφειλόμενων προς αυτή ποσών. Ξενίζει, σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι, ενώ από το 2002, οι Ενάγοντες σύνηψαν διάφορες συμβάσεις με την Εναγόμενη 2, καταχώρησαν την αγωγή 3305/2016 μετά τον τερματισμό των λογαριασμών από την Εναγόμενη 2 και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, μεταξύ άλλων για το Ομόλογο, την επόμενη ημέρα που τους επιδόθηκε σχετική επιστολή. Οι δεκαπέντε λόγοι ένστασης της Εναγόμενης 2, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
(1)η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη,
(2)η Εναγόμενη 2 άσκησε νόμιμα και στη βάση του Ομόλογου το δικαίωμά της για διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή,
(3)δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων,
(4)οι Ένορκες Δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση είναι γενικόλογες και ελλιπείς,
(5)η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή 3305/2016 εναντίον της Εναγόμενης 2 με την οποία αιτούνται, μεταξύ άλλων, την ακύρωση του Ομόλογου,
(6)η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση στην ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Η ένσταση της Εναγόμενης 2 υποστηρίζεται από τις Ένορκες Δηλώσεις του XXXXX Αγρότη και του XXXXX Ευτυχίου. Είναι η θέση της Εναγόμενης 2 ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική αφού οι Ενάγοντες έχουν ήδη καταχωρήσει την αγωγή 3305/2016, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Επίδικο θέμα σε αυτή, μεταξύ άλλων αποτελεί η νομιμότητα και εγκυρότητα του Ομόλογου αφού ζητείται η ακυρότητά του (αιτούμενη θεραπεία 2 στο Κλητήριο Ένταλμα). Επομένως, η υπό εξέταση αίτηση για αναστολή του διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή, διορισθέντα δυνάμει του Ομόλογου, έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής 3305/
- Είναι περαιτέρω η θέση της Εναγόμενης 2 ότι τα όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες περί εξαναγκασμού, πιέσεων και απειλών από την ίδια αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους για να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η Εναγόμενη 2 τερμάτισε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται με το Ομόλογο στις 25.11.15 καθότι οι Ενάγοντες σταμάτησαν τις πληρωμές προς εξόφληση των οφειλόμενων ποσών. Στις 21.3.18 και περί η ώρα 9:15 επιδόθηκε στους Ενάγοντες επιστολή με την οποία η Εναγόμενη 2 απαιτούσε την καταβολή του οφειλόμενου ποσού των λογαριασμών των πρώτων. Ακολούθως, η Εναγόμενη 2 διόρισε τον Εναγόμενο 1 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των Ενάγοντων, βάσει των όρων 7(α), 7(ε) και 8 του Ομόλογου, ενημερώνοντας σχετικά τους τελευταίους. Μετά το διορισμό του Εναγόμενου 2, οι δικηγόροι των Ενάγοντων κάλεσαν την Εναγόμενη 2 να παραλάβει επιταγή για το ποσό των €17,086.01, ζητώντας όπως το ποσό κατατεθεί αποκλειστικά για την εξόφληση του Ομόλογου. Η επιταγή δεν παραλήφθηκε από την Εναγόμενη
- Ούτε και θα μπορούσε να παραληφθεί, καθότι αυτός δεν ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος εξόφλησης του Ομόλογου, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε ήδη προηγηθεί ο διορισμός Παραλήπτη/Διαχειριστή. Σε κάθε περίπτωση, το ποσό της επιταγής δεν εξοφλούσε το Ομόλογο, αλλά κάλυπτε μόνο το κεφάλαιο αφού προβλέπεται επίσης εξασφάλιση για «τόκους, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες» (όροι 3, 4 και 5). Επιπλέον, η εξόφληση του Ομόλογου δεν ήταν εφικτή χωρίς προηγουμένως να εξοφληθούν οι προνομιούχοι πιστωτές των Ενάγοντων, σύμφωνα με το άρθρο 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Στη βάση της πιο πάνα μαρτυρίας διεξήχθηκε η ακρόαση της υπό εξέτασης αίτησης. Κατά την ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Υποστήριξαν την επιχειρηματολογία τους, εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες γίνεται στην παρούσα απόφαση όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Έλαβα υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Τα τρία κριτήρια του εν λόγω άρθρου, όπως έχουν διατυπωθεί στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, συνίστανται (α) στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) στην ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) στην ικανοποίηση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο επιβάλλεται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια με αναφορά στο κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα (Μαρία Κοκκίνου ν. Κυριάκος Κόκκινος, ECLI:CY:DOD:2016:6, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, 3.11.2016). Το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα. Το δεύτερο κριτήριο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις Ένορκες Δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων (Παναγιώτα Σκουτέλλα ν. Μιχάλης Σκουτέλλα, ECLI:CY:DOD:2017:3, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2012, 24.3.2017). Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όπου ο αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Όμως, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά σε συνάρτηση με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848). Αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα (Odysseos (ανωτέρω)). Ακόμα και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοσή τους, αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δίκαιο ή πρόσφορο (Αβερκίου v. Θέο Κτηματική Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 85/10, ημερ. 31.1.13). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα εξεταστούν ακολούθως, στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και το περιεχόμενο της δικογραφίας, της αίτησης και της Ένστασης καθώς και των σχετικών Ένορκων Δηλώσεων. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα που σχετίζονται με την ουσία της αγωγής (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Προκύπτει από τις αιτούμενες θεραπείες στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ότι η αγωγή βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε κατ' ισχυρισμό απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις και λοιπές παράνομες ενέργειες. Επομένως, το αντικείμενο της αγωγής δικαιολογεί συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου (Λόρδος Κωνσταντίνου κ.α. ν. Πέτρος Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017, Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita Aluminium Co Limited και Άλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Στρεφόμενος στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής των Ενάγοντων. Παρόλο που το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αγωγής, έχει καθήκον να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης τους (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Θα πρέπει να εκτιμηθεί η προοπτική επιτυχίας της εκδοχής των Ενάγοντων σε συνάρτηση με την αντίθετη εκδοχή. Η διακρίβωση της πιθανότητας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν την ύπαρξη μιας τέτοιας πιθανότητας. Είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Λόρδος Κωνσταντίνου κ.α. (ανωτέρω)). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Ενάγοντων (Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1513). Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Ένορκη Δήλωση Φιλίππου εκ μέρους των Ενάγοντων ότι η Εναγόμενη 2, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, τούς ανάγκαζε να συμφωνούν ως προς την αύξηση του περιθωρίου κέρδους των λογαριασμών τους. Οι Ενάγοντες «αντιδρούσα(ν) κάθε φορά», όμως η Εναγόμενη 2 τούς απειλούσε ότι δεν θα προέβαινε σε αναδιάρθρωση των δανείων τους (παρ. 9). Αναφέρεται επίσης ότι η Εναγόμενη 2 αύξανε μονομερώς τα επιτόκια των λογαριασμών και τους χρέωνε «καταχρηστικά και ετσιθελικά με διάφορα έξοδα και χρεώσεις (παρ. 10). Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 προσέγγισε τους Ενάγοντες το 2007 για να αγοράσουν συγκεκριμένο ακίνητο στο Πισσούρι με δάνειο από την ίδια. Παρόλο που οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να αγοράσουν το ακίνητο, εν τέλει υπόγραψαν τις σχετικές συμφωνίες λόγω πιέσεων και ψευδών παραστάσεων της Εναγόμενης
- Οι ισχυρισμοί των Ενάγοντων ως προς τις κατ' ισχυρισμό απειλές κάτω από τις οποίες συναινούσαν στην αύξηση του περιθωρίου κέρδους είναι ασαφείς και γενικόλογοι. Ουδεμία λεπτομέρεια παρατίθεται προς τούτο. Ως προς την κατ' ισχυρισμό αύξηση των επιτοκίων μονομερώς από τους Ενάγοντες και τη χρέωση διάφορων εξόδων και χρεώσεων, σημειώνεται ότι και αυτοί οι ισχυρισμοί είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Επίσης, η αναφορά στην Ένορκη Δήλωση Φιλίππου ότι η Εναγόμενη 2 πίεσε τους Ενάγοντες το 2007 να προβούν στην αγορά ακίνητου, αναφέροντάς τους ότι «δεν θα ενέκριναν ανάλογο αίτημα μας στο μέλλον, και άρα έπρεπε να αποδεχόμασταν την πρότασή τους και να τους εμπιστευτούμε» κρίνεται ως αόριστη αφού δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Επίσης, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε με την οποία να διαφαίνεται, στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της υπό εξέτασης αίτησης, ότι το Ομόλογο είναι άκυρο λόγω των όσων καταλογίζονται στους Εναγόμενους στις αιτούμενες θεραπείες 2 και 3 στο Κλητήριο Ένταλμα. Το ίδιο ισχύει ως προς τις αξιώσεις για αποζημιώσεις συνεπεία των όσων επικαλούνται οι Ενάγοντες στις αιτούμενες θεραπείες 9 και
- Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι, ενώ οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το Ομόλογο είναι άκυρο, ταυτόχρονα αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι το έχουν εξοφλήσει. Σημειώνεται ότι δεν προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία η προσφορά της επιταγής να έχει γίνει από τους Ενάγοντες με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους (βλ. Τεκμήρια 10, 12 και 15 της Ένορκης Δήλωσης Φιλίππου και Τεκμήριο Α της Συμπλ. Ένορκης Δήλωσής του). Ως προς τον διορισμό του Εναγόμενου 1, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτός είναι άκυρος καθότι δεν τηρήθηκαν οι όροι του Ομόλογου, το Ομόλογο έχει εξοφληθεί και ο διορισμός του δεν νομιμοποιήθηκε δικαστικώς. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 2 έπρεπε να απαιτήσει με ειδοποίηση την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού και στη συνέχεια, αν δεν γίνει η πληρωμή εντός εύλογου χρόνου, τότε μόνο δικαιούται η Εναγόμενη 2 να ασκήσει το δικαίωμά της που της παρείχε το Ομόλογο. «Τέτοιες ενέργειες δεν έγιναν από την Εναγόμενη 2» (παρ. 30 της Ένορκης Δήλωσης Φιλίππου). Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη 2, στην Ένορκη Δήλωση Αγρότη, επισυνάπτει, μεταξύ άλλων, επιστολή τερματισμού, ημερ. 25.11.15 (Τεκμήριο Γ) καθότι παρατηρείτο καθυστέρηση στην αποπληρωμή των οφειλόμενων δόσεων. Με αναφορά στην επιστολή αυτή, η Εναγόμενη 2 απέστειλε στις 21.3.18 «Επιστολή Ζήτησης» (Τεκμήριο Β). Η «Επιστολή Ζήτησης» σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία του επιδότη XXXXX Ευτυχίου έγινε στις 9:15 στο εγγεγραμμένο γραφείο των Ενάγοντων, η οποία παραλήφθηκε από τον XXXXX Φιλίππου. Ακολούθησε ο διορισμός του Εναγόμενου
- Χωρίς να υπεισέρχομαι στην εξέταση της ουσίας της αγωγής, με απλή ανάγνωση του Ομόλογου διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή κατά την απόλυτη κρίση τους (όρος 8) σε περίπτωση που ζητηθεί γραπτώς η πληρωμή των υποχρεώσεων των Ενάγοντων στο εγγεγραμμένο γραφείο τους (όρος 7(α)) ή αν οι Ενάγοντες σταματήσουν την πληρωμή των χρεών τους (όρος 7(ε)). Για σκοπούς της υπό εξέτασης αίτησης και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε ερμηνεία των όρων του Ομολόγου, φαίνεται ότι η Εναγόμενη 2 ειδοποίησε τους Ενάγοντες με επιστολή βάσει των όρων του Ομολόγου και της σχετικής νομοθεσίας. Επίσης, ο διορισμός του Εναγόμενου 1 γνωστοποιήθηκε στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών με το Έντυπο ΗΕ35 (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 1). Σχετικά είναι τα άρθρα 97
(1)και 340 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Ενάγοντες ότι για τη νομιμοποίηση του διορισμού του Εναγόμενου 1 ήταν απαραίτητο να προηγηθεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, πέραν των όσων προνοούνται στο Ομόλογο. Επαναλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα ή ερμηνεία των όρων του Ομόλογου, παρά μόνο στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της υπό εξέτασης αίτησης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Ενάγοντων ότι το Ομόλογο έχει εξοφληθεί, παρατηρείται ότι οι Ενάγοντες προβάλλουν τη θέση ότι με την επιταγή για το ποσό των €17,086.01 (ΛΚ10.000), το οφειλόμενο ποσό που εξασφαλίζεται από το Ομόλογο θα εξοφλείτο. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς των Ενάγοντων, πέραν των ισχυρισμών που παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση Φιλίππου, ότι πράγματι το οφειλόμενο ποσό ήταν αυτό που οι ίδιοι επικαλούνται. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι «.συναφθηκε συμφωνία Ομολόγου μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 για το ποσό των Λ.Κ. 10.000» (η υπογράμμιση είναι στο πρωτότυπο - παρ. 8 της Ένορκης Δήλωσης Φιλίππου). Στο Ομόλογο όμως αναγράφεται ότι «Νοείται πάντοτε ότι το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με το παρόν Ομόλογο δεν θα υπερβαίνει το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 10.000 (Δέκα Χιλιάδες Λίρες Κύπρου) κεφάλαιο, πλέον τόκοι, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες» (όρος 5). Χωρίς να αποφασίζεται οτιδήποτε σε σχέση με το πραγματικό οφειλόμενο ποσό βάσει του Ομόλογου, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός των Ενάγοντων ότι η επιταγή για το εν λόγω ποσό εξοφλούσε το Ομόλογο είναι ατεκμηρίωτος, υπό το φως πάντοτε των όσων προβλέπονται στο Ομόλογο. Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερόμενες νομικές αρχές και αποφεύγοντας επιμελώς την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ή ευρημάτων, καταλήγω στο ότι η προσαχθείσα μαρτυρία από τους Ενάγοντες δεν χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη λεπτομέρεια και ακρίβεια σε γεγονότα, η οποία να παρέχει έρεισμα προς ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης. Οι ισχυρισμοί των Ενάγοντων είναι γενικόλογοι, ατεκμηρίωτοι και εν μέρει αντιφατικοί, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Ως εκ τούτου, στερούνται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρύσανθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Για τους πιο πάνω λόγους, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τις Ένορκες Δηλώσεις στον περιορισμένο βαθμό που είναι επιτρεπτό για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι Ενάγοντες δεν φαίνεται να προσήγαγαν μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή (Αθανάσιος Κυριάκου κ.α. ν. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.17). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κρίνεται ότι δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, πέραν των γενικόλογων αναφορών στην Ένορκη Δήλωση Φιλίππου ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων «θα είμαστε εκτεθειμένοι στις διαθέσεις του εναγόμενου 1 σε σχέση και με την ακίνητη περιουσία της ενάγουσας» (παρ. 40), δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό. Συνεπώς, ούτε η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις προϋποθέσεις, δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί κατά πόσο είναι εύλογο ή δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα (COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G. κ.α. v. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερ. 27.2.15). Έστω όμως ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις, όταν το Δικαστήριο θα εξέταζε κατά πόσον θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδίδονταν τα αιτούμενα Διατάγματα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, η κατάληξη θα ήταν προς απόρριψη του αιτήματος. Και εξηγώ. Οι Ενάγοντες στις 14.11.16 καταχώρησαν την αγωγή 3305/2016 εναντίον της Εναγόμενης 2, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, (Τεκμήρια 7 και 8 στην Ένορκη Δήλωση Φιλίππου). Μεταξύ των εικοσιένα θεραπειών που αξιώνονται, περιλαμβάνονται: δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι συμφωνίες που υπογράφτηκαν μεταξύ τους, συμπεριλαμβανομένου και του Ομόλογου, είναι άκυρες (αιτούμενη θεραπεία 2 στο Κλητήριο Ένταλμα), δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενέργειες της Εναγόμενης για αύξηση των επιτοκίων είναι άκυρες αφού έγιναν μονομερώς (αιτούμενη θεραπεία 5) και αποζημιώσεις για ψευδείς, παραπλανητικές δηλώσεις, απάτη και δόλο (αιτούμενη θεραπεία 8). Διαφαίνεται ότι οι θεραπείες αυτές είναι επάλληλες με τις θεραπείες που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή, στη βάση μάλιστα των ίδιων γεγονότων. Πέραν αυτού, με απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης σε εκείνη την αγωγή, διαπιστώνεται ότι τα επίδικα θέματα είναι κοινά, ειδικά ως προς τη νομιμότητα του Ομόλογου και το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Σε κάθε περίπτωση, η ακυρότητα των συμφωνιών μεταξύ των Ενάγοντων και της Εναγόμενης 2 και ο καθορισμός του ύψους του οφειλόμενου ποσού, που ζητούνται στην αγωγή 3305/2016, δεν μπορούν να διαχωριστούν από το κατά πόσον το Ομόλογο έχει εξοφληθεί ή όχι. Ο κατακερματισμός αυτός των επίδικων θεμάτων ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας. Όπως λέχθηκε από τον έντιμο Δικαστή Στ. Ναθαναήλ στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ARTESA TRADING CO. LIMITED κ.α. ν. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, ημερ. 3.4.2018: «Η έννοια της κατάχρησης δικαιοδοσίας, αλλά και διαδικασίας, είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε την εξουσία καταστολής καταχρηστικών διαδικασιών ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής λειτουργίας, (Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 και Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Κάθε αναφυόμενο ζήτημα κατάχρησης δικαιοδοσίας και διαδικασίας εξετάζεται υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης, δεδομένου ότι δεν μπορεί εκ προοιμίου να στεγανοποιηθεί εκείνη η συμπεριφορά που εξεταζόμενη κρίνεται ως καταχρηστική, (Ηλία (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217).» Η επιλογή των Ενάγοντων να ζητήσουν ενδιάμεσα Διατάγματα με την καταχώρηση νέας αγωγής, τα οποία άπτονται άμεσα άλλης υφιστάμενης αγωγής, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως καταχρηστική. Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι είναι καταλυτικό τόσο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά και ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται πιο πάνω. Ο λόγος που επικαλείται η ευπαίδευτη συνήγορος των Ενάγοντων στην τελική αγόρευσή της για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 με σκοπό να ζητηθούν ενδιάμεση Διατάγματα, δηλαδή ότι «[δεν] μπορούσαμε να καταχωρήσουμε αίτηση για προσθήκη του Εναγομένου 1 στα πλαίσια της αγωγής 3305/2016, καθ' ως η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς (ασχέτως αν το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της), και άρα μέχρι να εκδικάζετο η αίτηση για προσθήκη, θα χάνετο το επείγον το οποίο επικαλούμασταν», με κάθε σεβασμό, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον των Ενάγοντων, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, με το τέλος της αγωγής, και εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων [1] Βλ. Ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 18.5.18. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο