← Κύπρος

ALTIUS INSURANCE LTD ν. ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3260/2016, 22/6/2018

ALTIUS INSURANCE LTD ν. ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3260/2016, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3260/2016 Μεταξύ: ALTIUS INSURANCE LTD, από τη Λευκωσία, Γωνίας Λεωφ. Κέννεντυ & Οδός Στασίνου 1640, Λευκωσία Εναγόντων Και

  1. XXXXX ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΤΗΣ, από τη Λεμεσό, Οδός XXXXX αρ. 10, XXXXX XXXXX Λεμεσός
  2. XXXXX ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΤΗΣ, από τη Λεμεσό, XXXXX αρ. 10, XXXXX XXXXX, Λεμεσός Εναγόμενων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.01.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.06.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Γλυκής για Ηλία Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση κα. Ελευθερίου) Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ν. Καλλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι ενάγοντες που πρόκειται για ασφαλιστική εταιρία αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 την ανάκτηση του ποσού των €54.300 το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης υποχρεώθηκαν να πληρώσουν σε τρίτο πρόσωπο ως ενδιαφερόμενοι ασφαλιστές δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η αξίωση των εναγόντων καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου της αγωγής. Μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 2 ενώ οδηγούσε χωρίς να είναι εξουσιοδοτημένος οδηγός το όχημα XXXXX36, ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1 για το οποίο οι ενάγοντες δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη, ενεπλάκη σε δυστύχημα κατά το οποίο τρίτο πρόσωπο υπέστη σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές . Είναι η θέση των εναγόντων ότι το αναφερόμενο δυστύχημα προκλήθηκε από την αποκλειστική αμέλεια του εναγόμενου 2 και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι ενεργώντας ως ενδιαφερόμενοι ασφαλιστές και /ή εκ της υποχρέωσης τους δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας, αφού επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, διευθέτησαν την απαίτηση του αναφερόμενου τρίτου προσώπου στα πλαίσια της αγωγής που καταχώρησε σε σχέση με το αναφερόμενο δυστύχημα. Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως ακολούθως: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, με τη διαγραφή της λέξης «με» στην 2η γραμμή της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης και αντικατάσταση της με τη λέξη «χωρίς». Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, με την προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παράγραφο 5, ως ακολούθως: 5Α. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 2, σ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΚΜ 136, κατά ή περί την 23/12/2009 τόσο αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του, γεγονός για το οποίο του προσάφθηκε κατηγορία και την οποία παραδέχθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Περαιτέρω, είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 2 ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι εναντίον του καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση, για την οποία ζήτησε και έλαβε τις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου. Ο Εναγόμενος 2 όμως, παρέλειψε και/ή αμέλησε και/ή αδιαφόρησε να ενημερώσει τους Ενάγοντες ότι ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να παραδεχτεί την κατηγορία που προσάφθηκε εναντίον του και με την συμπεριφορά του αυτή που επέδειξε, παράβηκε ουσιώδεις όρους Ασφαλιστικού Συμβολαίου και/ή Πιστοποιητικού Ασφάλισης. Οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να αναφερθούν αναλυτικά, στην αντισυμβατική συμπεριφορά καθώς και στις παραβάσεις των νομίμων καθηκόντων και/ή των αμελών πράξεων του Εναγόμενου 2, κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 , Δ.25 ΘΘ 1-6, Δ.48 και εν γένει στην διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Έλενας Χριστοφή δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων-αιτητών Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα ακόλουθα που καταγράφονται στις παραγ. 2 και
  3. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα Αγωγή, την 24/05/2017, οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρισαν Αίτηση για έκδοση οδηγιών σύμφωνα με το συνημμένο Παράρτημα. Την 02/10/2017 οι Ενάγοντες/Αιτητές εμφανίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με σκοπό να δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Παράρτημα ως προνοείται από τη Διαταγή
  4. Κατά την ετοιμασία της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων καθώς επίσης και του καταλόγου μαρτύρων και της σύνοψης μαρτυρίας, περιήλθε εις γνώση μας ότι εκ παραδρομής στη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης αναγράφηκε η λέξη «με» αντί η λέξη «χωρίς» στην 2η γραμμή της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης.
  5. Περαιτέρω, τα στοιχεία ως αναφέρονται στην παράγραφο 5Α που επιθυμούμε να προσθέσουμε στο σώμα της παρούσας αγωγής, μόλις πρόσφατα ήρθαν στη γνώση μας, όταν ζητήθηκε από τους πελάτες μας να μας εφοδιάσουν με όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση, προς ετοιμασία της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, του καταλόγου μαρτύρων και της σύνοψης μαρτυρίας, ως οι οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ευθύς μόλις έγιναν αντιληπτά τα πιο πάνω καλόπιστα λάθη, προχωρήσαμε στην παρούσα αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ούτως ώστε να παρουσιαστούν όλα τα απαραίτητα και αναγκαία στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, προς απονομή δικαιοσύνης. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγομένων η οποία στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, Άρθρα 4,5,7,9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.25, Δ.27, Δ.39, Δ.48 και Δ.64, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρο 32, στην Νομολογία και Νομοθεσία, στις Γενικές Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης, στην γενική, συμφυή και πρακτική εξουσία του Δικαστηρίου. Με την ένσταση προβάλλονται τα ακόλουθα:
  6. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή καταχρηστικά για γεγονότα που οι Ενάγοντες/Αιτητές μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια και/ή όφειλαν να τα εντοπίσουν έγκαιρα, από τότε που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, ήτο 10/11/2016, δηλαδή πέραν των δύο χρόνων, γεγονός που προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  7. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται στην ύπαρξη νεοδημιουργηθέντων γεγονότων αλλά βασίζεται σε γεγονότα που μπορούσαν εύλογα να εντοπισθούν από τους Ενάγοντες/Αιτητές και/ή τους Δικηγόρους τους και να συμπεριληφθούν στη Αγωγή τους από την αρχή και όχι μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες.
  8. Με την παρούσα αίτηση, οι Ενάγοντες/Αιτητές επιχειρούν να εισάξουν γεγονότα και/ή λεπτομέρειες τα οποία ήταν υπαρκτά κατά την καταχώρηση της Αγωγής.
  9. Οι Ενάγοντες/Αιτητές μπορούσαν να προβούν στην τροποποίηση της Αγωγής τους πριν την έκδοση της κλήσης για οδηγίες και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο δεν έπραξαν.
  10. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν τα γεγονότα τα οποία επιθυμούν οι Ενάγοντες/Αιτητές να εισάξουν ως καλόπιστα λάθη.
  11. Υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης από την ημέρα που καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  12. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο, αφού καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση και μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες.
  13. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.
  14. Η παρούσα αίτηση είναι αντινομική και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή στερείται νομικής βάσης και εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης και/ή της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  15. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, καταχρηστικά, εκδικητικά με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση οφέλους, βεβαίως προς όφελος των Εναγόντων/Αιτητών.
  16. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν δείξει οποιοδήποτε καλό και πειστικό λόγο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή θεραπειών.
  17. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία που να παρέχουν στο Δικαστήριο το απαραίτητο νομικό έρεισμα και να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή θεραπειών.
  18. Οι παραλείψεις και/ή αβλεψίες και/ή αμέλεια των δικηγόρων των Εναγόντων/Αιτητών και/ή των ίδιων των Εναγόντων/Αιτητών να συμπεριλάβουν τα όσα επιθυμούν με την παρούσα αίτηση, δεν δικαιολογούν και/ή δεν συνιστούν και/ή δεν αποτελούν νόμιμο και/ή σπουδαίο και/ή επαρκή λόγο για τη μη καταχώρηση της Αγωγής με ορθό περιεχόμενο και/ή τη μη εμπρόθεσμη καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Αγωγής.
  19. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αδικαιολόγητη, εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και είναι αντίθετη με το Σύνταγμα και την Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
  20. Οι ζητούμενες τροποποιήσεις προκαλούν αδικία στους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και η τυχόν αποδοχή τους είναι αντίθετη με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία.
  21. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 25 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση.
  22. Γενικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας και/ή ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζονται οι λόγοι της ένστασης φαίνονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 ο οποίος επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην υπό κρίση αίτηση τυγχάνει εφαρμογής η νέα Δ.25 που αντικαταστάθηκε πλήρως με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  23. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων βάσει της Δ.25 πριν από τη τροποποίηση της έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ( Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another

(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704, SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.Δ 162). Όπως δε είναι γνωστό πριν από την αντικατάσταση της Δ.25 η νομολογία είχε διαμορφώσει μια φιλελεύθερη τάση και ευρεία αποδοχή αιτημάτων τροποποίησης των δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το θέμα επαφίετο στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείτο με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους που θα θεωρείτο δίκαιο ενώ ο παράγοντας χρόνος ήταν σχετικός, δεν ήταν όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο της παλαιάς Δ.25, ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, μπορούσε να εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα με γνώμονα βέβαια πάντοτε ότι ο αιτητής, δεν ενεργούσε κακόπιστα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1Α Α.Α.Δ 745, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.α.,
(2012)1Α Α.Α.Δ 817 ). Άλλος σημαντικός παράγοντας που έχει σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο (Kallice Holding Co Ltd πιο πάνω). Με τη νέα Δ.25, οι πιο πάνω αρχές διαφοροποιούνται ριζικά αφού πλέον η τροποποίηση δεν επιτρέπεται «σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας» και για οποιονδήποτε λόγο αλλά αντίθετα καθορίζεται με λεπτομέρειες σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μπορεί να γίνει τροποποίηση και κάτω υπό ποιες προϋποθέσεις. Η νέα Διαταγή 25 για την περίπτωση που ενδιαφέρει στην υπό κρίση υπόθεση αναφέρει τα εξής:
  1. .......................
  2. ........................................................................................
  3. Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την πιο πάνω παράθεση του λεκτικού της νέας Δ.25 θ.3, δεν χωρεί πλέον οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση σε οποιοιδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και μετά την έναρξη της δίκης, και/ή για οποιονδήποτε λόγο. Στην ουσία έχει εισαχθεί μια νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία το Δικαστήριο στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, για να επιτρέψει την τροποποίηση πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στη Δ.25 θ.
  4. Τονίζω ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί κατά το έτος 2016 και ως εκ τούτου οι πρόνοιες της νέας τροποποιημένης διαταγής, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες , όπως είναι η παρούσα, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον κανονισμό, ήτοι εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας ή να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας . Με βάση συνεπώς το γράμμα αλλά και το πνεύμα της νέας Δ.25 το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στον Κανονισμό. Στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές δεν προβάλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί νέων δεδομένων, ως εκ τούτου αυτό που πρέπει να εξετασθεί κατά κύριο λόγο είναι κατά πόσο η μη συμπερίληψη σε προγενέστερο στάδιο των αιτούμενων να προστεθούν ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης αποτελεί εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης. Το καλόπιστο λάθος έχει ευρέως χρησιμοποιηθεί στην νομική γλώσσα. Ο ορισμός όμως της έννοιας «καλόπιστο» δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί με παραδείγματα μέσα από την νομολογία αλλά έχει παραμείνει κάπως αόριστη με αποτέλεσμα να μπορεί να προσαρμόζεται και να ερμηνεύεται στα πλαίσια της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Στην περίπτωση που διάδικος παραλείψει να αναφερθεί σε γεγονός στο δικόγραφο του κατά τρόπο που η μετέπειτα τροποποίηση δεν αλλοιώνει τη βάση της αγωγής τότε το λάθος αυτό, εκτός εάν υποδειχθούν συγκεκριμένα στοιχεία για το αντίθετο, δεν μπορεί παρά να θεωρείται καλόπιστο. Καταρχήν στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχω ικανοποιηθεί με τη θέση των αιτητών ότι η ανάγκη για τις αιτούμενες τροποποιήσεις προέκυψε κατά την ετοιμασία της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων και της σύνοψης της μαρτυρίας βάσει της Δ.
  5. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης στις 2.10.2017 δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως η αποκάλυψη εγγράφων γίνει εντός 30 ημερών και η σύνοψη της μαρτυρίας καταχωρηθεί εντός 3 μηνών από την ως άνω ημερομηνία. Εντούτοις οι αιτητές καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση στις 11.1.2018 δηλαδή μετά την παρέλευση τόσο της δοθείσας προθεσμίας για την αποκάλυψη εγγράφων όσο και της δοθείσας προθεσμίας για τη καταχώρηση του καταλόγου μαρτύρων και της σύνοψης της μαρτυρίας. Παρόλα αυτά όμως εξετάζοντας όλα τα δεδομένα της υπόθεσης θεωρώ ότι η καταγραφή στην παραγρ. 5 της λέξης «με» αντί της λέξης «χωρίς» είναι εμφανές ότι πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά την σύνταξη της έκθεσης απαίτησης. Το ίδιο κατά τη κρίση μου θεωρώ ότι συνιστά και η παράλειψη των εναγόντων να συμπεριλάβουν στην έκθεση απαίτησης τους τον αιτούμενο να προστεθεί ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 2, για το γεγονός ότι οδηγούσε το αναφερόμενο όχημα αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του, του προσάφθηκε κατηγορία την οποία παραδέχθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης ενισχύεται από το γεγονός ότι στην έκθεση απαίτησης περιέχεται ήδη η θέση των εναγόντων ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφείλεται στην αμέλεια του εναγόμενου 2 όπως επίσης και ότι ο τελευταίος ήταν παρών και συμφώνησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του για το ποσό που οι ενάγοντες ζητούν να ανακτήσουν με την παρούσα αγωγή και αφορούσε την αποζημίωση του προσώπου που υπέστη σωματικές βλάβες και ζημιές κατά το αναφερόμενο δυστύχημα. Συνεπώς σε ότι αφορά τον εν λόγω προτεινόμενο να προστεθεί ισχυρισμό δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία που να εκθεμελιώνουν τη θέση των αιτητών ότι πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης και συνεπώς η σχετική τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί. Εξετάζοντας όμως τους υπόλοιπους προτεινόμενους να προστεθούν ισχυρισμούς και ειδικότερα το περιεχόμενο και την έκταση τους κρίνεται ότι δεν μπορούν να αφορούν εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης. Αντίθετα πρόκειται για γεγονότα και νομικούς ισχυρισμούς που αλλοιώνουν τη βάση της αγωγής και επιχειρούν να εισαγάγουν εκ των υστέρων επιπρόσθετους λόγους σε σχέση με την παράβαση των όρων του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ως εκ τούτου κατά τη κρίση μου δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση σε σχέση με τους ισχυρισμούς αυτούς. Συνακόλουθα των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται εν μέρει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης και ως προς το ακόλουθο μέρος της παραγρ. Β της αίτησης: 5Α. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 2, σ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΚΜ 136, κατά ή περί την 23/12/2009 τόσο αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του, γεγονός για το οποίο του προσάφθηκε κατηγορία και την οποία παραδέχθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Οι υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις της παραγάφου Β απορρίπτονται. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην πλευρά των εναγόμενων εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Η υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην πλευρά των εναγόντων εντός δεκαπέντε ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί και παραδοθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της έκθεσης υπεράσπισης. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς και τα έξοδα της αίτησης τροποποίηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση / Εναγομένων 1 & 2 και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών και θα είναι εισπραχθέντα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση τροποποίησης έκθεσης απαίτησης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.