GEOREPA ESTATES LIMITED κ.α. ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Αγωγή αρ. 2500/17, 21/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A340 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2500/17 Μεταξύ:
- GEOREPA ESTATES LIMITED, από την Λεμεσό
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ, από την Λεμεσό
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ, από την Λεμεσό Εναγόντων Και XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, από την Λεμεσό Εναγομένης -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.9.2017 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 21 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Ηρακλής Αγαθοκλέους για ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ - ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Αριστείδου) Για την εναγόμενη - καθ' ης η Αίτηση: κα Χρίστια Πολυβίου για ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Ζαλτή) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, η οποία καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο, οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη, την καταβολή του ποσού των €160.000.- πλέον Φ.Π.Α., ως συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων αρ. 2 και 3 για υπηρεσίες (κτηματομεσιτικές) που πρόσφεραν στην εναγόμενη. Διαζευκτικά αξιώνουν την έκδοση Διατάγματος, με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη όπως προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου της, υπ' αριθμό εγγραφής 2/218 στη Μουταγιάκα Λεμεσού, στον αγοραστή που έχουν εξεύρει οι ενάγοντες, έναντι του καθορισμένου ποσού των €3.200.000.- (τριών εκατομμυρίων, διακοσίων χιλιάδων Ευρώ). Την 11.9.2017, οι ενάγοντες πέτυχαν μονομερώς την έκδοση Διατάγματος (Freezing Order) με το οποίο διατασσόταν η εναγόμενη όπως διατηρήσει (μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου) δεσμευμένο σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου, το ποσό των €160.000.- (αφορά την κατ' ισχυρισμό συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων 2 και 3, για τις υπηρεσίες τους προς την εναγόμενη, στη βάση γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας που συνομολόγησαν μεταξύ τους, κατά/ή περί την 14.3.2017). Το εκδοθέν διάταγμα αποτελούσε μέρος των αιτουμένων θεραπειών της υπό κρίση Αίτησης. Τα αιτητικά των παραγράφων 1 και 3 απεσύρθησαν ενώ για τα αιτητικά των παραγράφων 4 και 5, το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις ώστε αυτά να δοθούν μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Οι παράγραφοι 4 και 5 της Αίτησης έχουν ως εξής: «
- Διάταγμα που να υποχρεώνει την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση όπως αποκαλύψει την συμφωνία ημερομηνίας 11/7/2017 που υπέγραψε για την πώληση του επίδικου ακινήτου καθώς και τις όποιες λεπτομέρειες αφορούν αυτό, όπως τον τρόπο καταβολής του καθώς και την όποια πληρωμή δικαιωμάτων μεσιτείας σε τρίτους για την επίτευξη της συγκεκριμένης αγοραπωλησίας.
- Διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τα διάφορα τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία αυτή συνεργάζεται όπως αποκαλύψουν την όποια κατάθεση και/ή γενικότερα κίνηση λογαριασμών που διατηρεί η Εναγόμενη είτε μόνη της είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα, που έλαβαν χώρα από την 11/7/2017 μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης του Αιτούμενου Διατάγματος.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 XXXXX Νικολάου, μετόχου και διευθυντού της ενάγουσας 1 και συζύγου του ενάγοντα 3, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει τα εξής: Τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της είναι αδειούχοι κτηματομεσίτες και εξασκούν το επάγγελμα τους μέσω της εταιρείας τους, ενάγουσας
- Η εναγόμενη, την οποία γνώριζαν για χρόνια αφού συνεργάζονταν μαζί της, ζήτησε τις υπηρεσίες τους ώστε να πωλήσει ένα ακίνητο της στην Μουταγιάκα Λεμεσού. Περί τα μέσα Μαρτίου 2017 η ίδια, ο σύζυγος της και η εναγόμενη συναντήθηκαν ως προς τούτο. Η τελευταία υπέγραψε σχετικό «έντυπο/δήλωση» το οποίο επιβεβαίωνε την μεταξύ τους γραπτή και/ή προφορική συμφωνία, η οποία αφορούσε την μίσθωση των υπηρεσιών τους για την εξεύρεση αγοραστή για το ακίνητο της σε συγκεκριμένη τιμή πώλησης (τρία εκατομμύρια και πενήντα χιλιάδες ευρώ). Βάσει της συμφωνίας τους, οι ενάγοντες θα είχαν «αποκλειστικό δικαίωμα» να εξεύρουν αγοραστή για το επίδικο ακίνητο και η εναγόμενη «δεν θα μπορούσε να προσλάβει άλλο κτηματομεσίτη». Σε περίπτωση δε που οι ενάγοντες θα της έβρισκαν αγοραστή στην τιμή που καθόριζε η μεταξύ τους συμφωνία και/ή σε οποιαδήποτε άλλη ψηλότερη τιμή, η εναγόμενη δεν θα πωλούσε το ακίνητο σε οποιονδήποτε τρίτο, ακόμη και εάν η ίδια δεν τύγχανε υπηρεσιών άλλου μεσίτη. Βάσει των συμφωνηθέντων, η εναγόμενη θα κατέβαλλε στους ενάγοντες αμοιβή ύψους 5% πλέον Φ.Π.Α. επί του τιμήματος πώλησης. Οι ενάγοντες βρήκαν υποψήφιο αγοραστή (κάποιος Ρώσος ονόματι XXXXX Ralif) o οποίος ήταν διατεθειμένος να αγοράσει το ακίνητο στην τιμή που καθόριζε η συμφωνία. Η εναγόμενη αξίωσε ψηλότερη τιμή (τρία εκατομμύρια και εκατόν χιλιάδες ευρώ) και ενώ ο υποψήφιος αγοραστής ήταν έτοιμος να καταβάλει το ποσό αυτό, η εναγόμενη «απέφευγε» να επικοινωνήσει και να συζητήσει με τους ενάγοντες. Εξ' όσων η ίδια πληροφορήθηκε τον Ιούνιο 2017 από έρευνες που έκαμε, η εναγόμενη «βρισκόταν πολύ κοντά» στο να υπογράψει συμφωνία για την πώληση του ακινήτου της σε τρίτο υποψήφιο αγοραστή, τον οποίο της σύστησε άλλος μεσίτης, σε χαμηλότερη τιμή από αυτή που διαπραγματευόταν με τον Ρώσο πελάτη των εναγόντων. Ο τελευταίος ήταν διατεθειμένος να καταβάλει το ποσό των τριών εκατομμυρίων διακόσιες χιλιάδες ευρώ. Η εναγόμενη εν τέλει τον Ιούλιο του 2017, πώλησε το ακίνητο της αντί του ποσού των τριών εκατομμυρίων διακόσιες χιλιάδες ευρώ, στον τρίτο αγοραστή. Από το ποσό αυτό έλαβε (η εναγόμενη) σύμφωνα με την ενημέρωση που έτυχε η ομνύουσα, μόνο το ποσό της προκαταβολής (€500.000) ενώ «πολλά από τα υπόλοιπα χρήματα θα πήγαιναν σε διάφορους πιστωτές της που είτε είχαν ενυπόθηκες επιβαρύνσεις στο ακίνητο είτε ήταν απλοί πιστωτές της εναγομένης και/ή της οικογένειας της». Η εναγόμενη κατέβαλε αμοιβή σε τρίτο μεσίτη €100.000= πλέον Φ.Π.Α., ποσό το οποίο είναι κατά €60.000= λιγότερο από την αμοιβή που θα λάμβαναν οι ενάγοντες. Κατά την ομνύουσα, ο λόγος που η εναγόμενη παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία δεν ήταν άλλος από του «να γλυτώσει η ίδια μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ» από το ποσό που θα κατέβαλλε στους ενάγοντες ως αμοιβή. Είναι τέλος θέση της ομνύουσας πως η έκδοση τόσο του διατάγματος παγοποίησης όσο και των διαταγμάτων αποκάλυψης, δεν θα επηρεάσουν δυσμενώς την εναγόμενη αλλά θα διατηρήσουν το υφιστάμενο «status quo» ούτως ώστε να μπορέσουν οι ενάγοντες «να εκτελέσουν την όποια απόφαση θα πάρουν στο μέλλον σε σχέση με την αμοιβή τους που δικαιολογημένα αξιώνουν έναντι της εναγομένης». Η εναγόμενη καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας πως οι ενάγοντες όχι μόνο δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά, αντίθετα, απέκρυψαν, σκόπιμα, σημαντικά γεγονότα τα οποία γνώριζαν. Πως ελλείπει το απαιτούμενο πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και/ή την διατήρηση του ήδη εκδοθέντος. Πως δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον αφού οι ενάγοντες είχαν ενημερωθεί από τα τέλη Μαϊου του 2017 από την ίδια την εναγόμενη για την πρόθεση της να μην πωλήσει το επίδικο ακίνητο στον Ρώσο πελάτη τους. Πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος αποκάλυψης καθότι αυτό είναι άσχετο με την υπόθεση και δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό και/ή δεν θα βοηθήσει σε οτιδήποτε τους ενάγοντες. Τέλος πως η αποκάλυψη αποσκοπεί στο «ψάρεμα» μαρτυρίας. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της ενάγουσας η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς και την θέση των εναγόντων. Παραδέχεται πως υπέγραψε το έγγραφο ημερομηνίας 14.3.2017, είναι όμως η θέση της πως τούτο αφορούσε μόνο τον συγκεκριμένο Ρώσο πελάτη των εναγόντων. Αρνείται την θέση των τελευταίων πως ό,τι συμφώνησαν μεταξύ τους ήταν πως «το επίδικο ακίνητο θα πωλείτο σε οποιοδήποτε αγοραστή της έφερναν οι ενάγοντες». Διατείνεται πως η εν λόγω συμφωνία «είχε εξαντληθεί» όταν δεν επετεύχθη εν τέλει η πώληση του ακινήτου στον συγκεκριμένο υποψήφιο αγοραστή. Κατά συνέπεια η ίδια ήταν ελεύθερη να πωλήσει το ακίνητο «σε οποιοδήποτε επιθυμούσε». Διατείνεται πως η ίδια είχε ενημερώσει τους ενάγοντες από τα τέλη Μαΐου 2017 για την πρόθεση της να μην πωλήσει το ακίνητο της στον Ρώσο πελάτη τους, αλλά να «προχωρήσει με άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή» και πως η ενάγουσα 2 «επιβεβαίωσε πως κάτι τέτοιο ήταν δικαίωμα της». Τέλος διατείνεται πως οι ενάγοντες θα έπαιρναν αμοιβή μόνο στην περίπτωση που η ίδια θα πωλούσε το ακίνητο της στον συγκεκριμένο πελάτη τους. Αφ' ης στιγμής δεν κατέληξε σε συμφωνία μαζί του, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αμοιβής. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Αναφορικά με τα διατάγματα τύπου «Mareva» έχει λεχθεί νομολογιακά πως σκοπός ενός τέτοιου διατάγματος, είναι όχι μόνο η παρεμπόδιση μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών δικαστηρίων αλλά και η παρεμπόδιση του εναγομένου να τα εξανεμίσει εντός της δικαιοδοσίας. Και τούτο ώστε να μην μείνει ανικανοποίητος ο ενάγοντας σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του. Η έκδοση ενός διατάγματος τύπου «Mareva» διέπεται επίσης από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/
- Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Από τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι πως ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Βάσει του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, της Αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης (μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτήν τεκμήρια) που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμόν παράβαση εκ μέρους της εναγόμενης, της συμφωνίας της με τους ενάγοντες με την οποία η πρώτη είχε αναθέσει στους δεύτερους να της εξεύρουν αγοραστή για το ακίνητο της. Παρόλο που οι ενάγοντες, κατ' ισχυρισμόν, τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η εναγόμενη παραβιάζοντας την συμφωνία, πώλησε το ακίνητο της σε τρίτο αγοραστή μέσω άλλου κτηματομεσίτη αποστερώντας από τους ενάγοντες της αμοιβής που εδικαιούντο. Η εναγόμενη δεν αρνείται ότι υπέγραψε το επίδικο έγγραφο ημερομηνίας 14.3.2017 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2). Είναι όμως η θέση της (όπως και οι συνήγοροι της υπεστήριξαν στην αγόρευση τους) πως η συμφωνία αφορούσε μόνο την συγκεκριμένη προσφορά του Ρώσου πελάτη των εναγόντων για το ποσό των €3.050.000 και όχι «οποιοδήποτε αγοραστή» που οι ενάγοντες θα έβρισκαν. Οι εκατέρωθεν προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, οι οποίοι διίστανται κατά βάση, θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο (κατά την ακρόαση της υπόθεσης) και όχι τώρα. Τα όσα όμως η πλευρά των εναγόντων έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας) είναι αρκετά ώστε να καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η οποία όπως έχει προαναφερθεί είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, έχει λεχθεί νομολογιακά πως εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται πως χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εν λόγω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Εν προκειμένω η προϋπόθεση αυτή δεν ικανοποιείται. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως η εναγόμενη προτίθεται να αποξενώσει περιουσιακά της στοιχεία έτσι ώστε να μην καταστεί εφικτή η εκτέλεση απόφασης σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί εναντίον της. Ούτε έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν πως σε περίπτωση που εξασφαλιστεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της εναγομένης, αυτή δεν θα είναι σε θέση να την ικανοποιήσει είτε λόγω αφερεγγυότητος είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Ο ισχυρισμός πως είναι «ορατός ο κίνδυνος μετά την αποξένωση του επίδικου ακινήτου η εναγόμενη να μεταφέρει είτε στο εξωτερικό είτε σε λογαριασμούς τρίτων συγγενικών της προσώπων τα χρήματα που έλαβε και/ή θα λάβει από την πώληση του ακινήτου», είναι γενικός και αόριστος και παρέμεινε μετέωρος. Όπως μετέωρος παρέμεινε και ο ισχυρισμός πως η εναγόμενη «σίγουρα είχε χρέη και για αυτό τον λόγο θεωρούσε σημαντικό το να πετύχει την όσο το δυνατό πιο ψηλή τιμή πώλησης». Υπενθυμίζω πως η αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία είναι, μεταξύ άλλων, και αυτή της καταβολής αποζημιώσεων. Δεδομένου του ότι το Προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα έχει κριθεί, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Τούτο θα εξετάζετο μόνο σε περίπτωση που οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 ικανοποιούντο και μάλιστα σωρευτικά. Τα ίδια ισχύουν και για το θέμα του κατεπείγοντος. Σε σχέση με τα αιτητικά των παραγράφων 4 και 5 δεν έχω να πω πολλά. Νομική βάση για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης είναι οι αρχές που καθιερώθηκαν από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E.R.943 και Bankers Trust Co. V. Shapira and others
(1980)1 W.L.R. C.A.. Σε αγωγές αποκάλυψης, ιχνηλάτησης και παρεμφερείς αγωγές, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι ο ενάγοντας να μπορεί να στοιχειοθετήσει ότι μια αδικοπραξία (ή παραβίαση άλλου αγώγιμου δικαιώματος) έχει συντελεστεί εναντίον του, την έκταση της αλλά όχι και ποιος την έκανε. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαίο να καταδειχθεί εμπλοκή (αθώα ή μη) του κάθε προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα. Εν προκειμένω θεωρώ πως τα διατάγματα αποκάλυψης δεν θα βοηθήσουν την πλευρά των εναγόντων. Η θέση τους πως είναι καθοριστικό για την υπόθεση τους να γνωρίζουν «τόσο το πότε η εναγόμενη προχώρησε στην πώληση του επίδικου ακινήτου όσο και κάτω από ποιες συνθήκες πώλησε αυτό», δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι ενάγοντες έχουν το βάρος να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση τους, να αποδείξουν δηλαδή τόσο το περιεχόμενο της συμφωνίας τους με την εναγόμενη όσο και την παραβίαση της από την τελευταία. Εξάλλου η ίδια η εναγόμενη δεν αρνείται ότι πώλησε το επίδικο ακίνητο σε τρίτο αγοραστή μέσω άλλου κτηματομεσίτη. Το πότε το πώλησε (παρόλο που τούτο εξάγεται από την ροή των γεγονότων), κατά την κρίση μου, δεν θα βοηθήσει την υπόθεση των εναγόντων. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως το εκδοθέν Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και η Αίτηση να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο