← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. ΛΟΦΙΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2818/11, 7/8/2018

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. ΛΟΦΙΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2818/11, 7/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A333 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2818/11 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και XXXXX ΛΟΦΙΤΗΣ Εναγόμενου Ημερομηνία: 7.8.2018 Για Ενάγοντες: κα Α. Δημητρίου με κα Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Γ. Χριστοδουλίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €13.018,61, πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των €10.070,97 από 7.9.05 μέχρι τελικής εξοφλήσεως, ως υπόλοιπο συμφωνηθέντος τιμήματος ενοικιαγοράς και/ή δυνάμει δόσεων και/ή αποζημιώσεων για παράβαση συμβολαίου ενοικιαγοράς ημερ. 30.5.

  1. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι οργανισμός διεξάγων τραπεζικές εργασίες. Μέχρι την 11.7.04 λειτουργούσαν με το όνομα «Τράπεζα Κύπρου Λτδ» και από τις 12.7.04 έχουν μετονομαστεί σε «Bank of Cyprus Public Company Ltd». Ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (στο εξής ο «Ο.Χ.Τ.Κ.») κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν χρηματοδοτικός οργανισμός. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 13.12.05, ολόκληρη η επιχείρηση και/ή ιδιοκτησία και/ή υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων ενοικιαγοράς του Ο.Χ.Τ.Κ., μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν στους Ενάγοντες και ο Ο.Χ.Τ.Κ. διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης. Οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες δύο κλουβιών ψαρέματος ήτοι 2 Dunlop Tempest Fish Cages (15m x 15m) Including all steelwork, hoses and bolts (στο εξής «τα αντικείμενα») τα οποία βρίσκονται στη κατοχή της εταιρείας ALKIONI FISH FARMS LTD (στο εξής η «Εταιρεία»), η οποία τελεί υπό εκκαθάριση. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 30.5.01 οι Ενάγοντες ενοικίασαν τα αντικείμενα στην Εταιρεία, τη εγγυήσει του Εναγομένου, υπό όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς και η Εταιρεία έλαβε κατοχή αυτών έναντι της συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς των €78.937,39 (Λ.Κ.46.200) συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων ενοικιαγοράς εκ €10.593,33 (Λ.Κ.6.200) πληρωτέων δια 24 μηνιαίων δόσεων εκ €3.289,06 (Λ.Κ.1.925) εκάστης, της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 30.6.01 και στην συνέχεια την 30ην και/ή την τελευταία ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Το δικαίωμα αγοράς εκ €17,09 (Λ.Κ.10) ήταν πληρωτέο μαζί με την τελευταία δόση. Η συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων ότι εάν η Εταιρεία καθυστερήσει την πληρωμή οιασδήποτε δόσεως ή μέρος αυτής, είτε οι Ενάγοντες απαίτησαν την πληρωμή της δόσεως είτε μη, τότε οι Ενάγοντες άνευ επηρεασμού της απαιτήσεως τους για πληρωμή καθυστερημένων ενοικίων ή άλλων ποσών οφειλομένων ή αποζημιώσεων για παράβαση της συμφωνίας, δύνανται να τερματίσουν πάραυτα την συμφωνία οπότε άνευ οιασδήποτε ειδοποιήσεως δικαιούνται σε άμεση κατοχή των αντικειμένων. Η δε Εταιρεία υποχρεούται να πληρώσει στους Ενάγοντες όλα τα καθυστερημένα ενοίκια, όλους τους αναλογούντες τόκους και έξοδα των επιδιορθώσεων και αντικαταστάσεων των αναγκαίων για την επαναφορά των αντικειμένων σε καλή κατάσταση καθώς επίσης και μείωση της τιμής των αντικειμένων. Η Εταιρεία κατέβαλε τις δόσεις μέχρι 28.2.03 (μέρος), καθυστερεί δε και οφείλει τις δόσεις λήξεως από 28.2.03 (μέρος) μέχρι την 30.5.03 συνολικά ανερχομένων στο ποσό των €10.070,97 πλέον τους αναλογούντες τόκους. Τόσο η Εταιρεία όσο και ο Εναγόμενος εγγυητής αυτής, αν και ειδοποιήθηκαν από τους Ενάγοντες παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν μέχρι σήμερα να πληρώσουν οιανδήποτε των δόσεων, οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά την λήξη τους. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 6.9.05 προς την Εταιρεία και τον Εναγόμενο τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και κάλεσαν την Εταιρεία όπως παραδώσει πάραυτα σε αυτούς τα αντικείμενα και πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά ανερχόμενα σε €13.018,61 πλέον αναλογούντες τόκους, πλην όμως αυτοί παράλειψαν και/ή αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν. Ο Εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του, ως έχει τροποποιηθεί, αρχικά υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται στην έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον του, λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς τους και/ή λόγω του γεγονότος ότι ως πιστωτές συναίνεσαν και/ή αποδέχθηκαν τον διορισμό του ως εκκαθαριστή της ALKIONI FISH FARMS LTD (στο εξής η «Εταιρεία») κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία συγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ αυτού και της Εταιρείας και/ή δημιούργησε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή αυτής. Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης του πιο πάνω, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες κωλύονται, λόγω δεδικασμένου, να καταχωρήσουν την παρούσα καθότι για την ίδια συμφωνία και για τους ίδιους λόγους, καταχώρησαν εναντίον του την Αγωγή με αρ. 1327/10, την οποία απέσυραν την 29.9.10 χωρίς να υποβληθεί η ορθή και/ή απαραίτητη αίτηση και χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως η αναγκαία και/ή απαραίτητη άδεια, δηλ. κατά παράβαση των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αρνείται όλες τις αξιώσεις των Εναγόντων και όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αυτών πλην των όσων ρητά παραδέχεται. Παραδέχεται δε ότι συνήφθη μεταξύ του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (στο εξής ο «Ο.Χ.Τ.Κ.») και της Εταιρείας η αναφερόμενη από τους Ενάγοντες συμφωνία ενοικιαγοράς και ότι αυτός ήταν εγγυητής σε αυτήν. Υποστηρίζει όμως ότι οι Ενάγοντες, ως Τράπεζα Κύπρου Λτδ, επίσης εγγυήθηκαν την εν λόγω συμφωνία και ότι ήταν ρητός όρος της εγγύησης ότι σε περίπτωση που η Εταιρεία δεν πλήρωνε τις δόσεις της, οποιεσδήποτε καθυστερημένες δόσεις θα έπρεπε να πληρώνονται από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Υποστηρίζει επίσης ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν το πιο πάνω καθώς και ότι η Τράπεζα Κύπρου Λτδ, κατά παράβαση της εν λόγω εγγύησης κανένα ποσό πλήρωσε τον Ο.Χ.Τ.Κ. Αναφέρει επίσης ότι μεταξύ των λόγων που ώθησαν στην πιο πάνω εγγύηση είναι ότι υπήρχε τότε η Τράπεζα Κύπρου (ΦΑΚΤΟΡΣ) Λτδ, η οποία εισέπραττε από τους οφειλέτες της Εταιρείας όλα τα τιμολόγια και οφειλές προς την Εταιρεία, η οποία δεν είχε δικαίωμα να εισπράττει οποιοδήποτε ποσό από τους χρεώστες της. Ανεξάρτητα με τις πιο πάνω θέσεις και ισχυρισμούς του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι απαλλάγηκε από οποιαδήποτε εγγύηση για τους ακόλουθους λόγους: (α) ο Ο.Χ.Τ.Κ παρέλειψε και/ή αμέλησε το έτος 2003 να προχωρήσει στην είσπραξη του οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού και/ή οποιουδήποτε υπολοίπου της επίδικης ενοικιαγοράς, η οποία καλυπτόταν από εγγυητική επιστολή που είχε παραχωρήσει προς τον Ο.Χ.Τ.Κ η Τράπεζα Κύπρου Λτδ, (β) εφόσον οι Ενάγοντες ως πιστωτές συναίνεσαν και/ή συμφώνησαν να διορίσουν το Εναγόμενο ως εκκαθαριστή της Εταιρείας δεν είχαν κανένα δικαίωμα να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή εναντίον του, (γ) οι Ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας τους μετά της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας χωρίς την συγκατάθεση και/ή συναίνεση του, (δ) οι Ενάγοντες δεν ήγειραν την παρούσα εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας κατά τον χρόνο που αυτή παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, (ε) οι Ενάγοντες προέβησαν σε συμβιβασμό μετά της υπό εκκαθάρισης Εταιρείας στην οποίαν έδωσαν παράταση χρόνου εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της με συνέπεια να παραβλαφθούν τα δικαιώματα και συμφέροντα του, (ζ) οι Ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστους προς τα δικαιώματα του με συνέπεια να μην είναι σε θέση να στραφεί εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας και να αξιώσει πληρωμή ποσών τα οποία τυχόν θα πληρωθούν και (η) οι Ενάγοντες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας συνήψαν άλλες συμφωνίες, οι όροι των οποίων είχαν σχέση και/ή επηρέαζαν την αρχική συμφωνία κατά τρόπον ώστε η δοθείσα εγγύηση του ιδίου προς την Εταιρεία να έχει ακυρωθεί. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες, για την επίδικη συμφωνία, χρέωσαν με τόκους πέραν των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας και/ή υπολόγισαν τόκους επί ποσού τόκων και/ή ότι ο επιβληθείς τόκος είναι παράνομος και/ή αυθαίρετος και/ή υπερβολικός και/ή κατά παράβαση των όρων ενοικιαγοράς. Επίσης αρνείται ότι υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας και/ή νόμιμος τερματισμός της. Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι: (α) ακόμη και εάν οι Ενάγοντες αποδείξουν ότι νομιμοποιούντο σε αξίωση εναντίον του, έχουν χάσει το δικαίωμα να προχωρήσουν σε διεκδίκηση των ισχυριζόμενων ή οιωνδήποτε αξιώσεων διότι όφειλαν να προωθήσουν την αξίωση τους χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση και με την καθυστέρηση στην προβολή των δικαιωμάτων τους, καθίσταται η παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη για τον ίδιο, (β) οι Ενάγοντες είναι ένοχοι υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση της υπόθεσης τους και ως εκ τούτου εμποδίζονται από το να αξιώνουν εναντίον του, (γ) οι Ενάγοντες έχουν συγκατατεθεί στην παράβαση των δικαιωμάτων τους από την Εταιρεία ενώ είχαν πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων και των παραλείψεων στην πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων εκ μέρους της, (δ) έχουν επέλθει αλλαγές στις αξίες των ενοικιασθέντων αντικειμένων και λόγω της μακροχρόνιας παράλειψης τους να ασκήσουν τα δικαιώματα τους εναντίον της Εταιρείας αλλά και του ίδιου, η αξία των αντικειμένων έχει εκμηδενιστεί με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να επηρεάζεται δυσμενώς και να είναι άδικο να παρασχεθεί στους Ενάγοντες θεραπεία, διότι αυτοί με την συμπεριφορά τους έχουν δείξει ότι έχουν αποποιηθεί ή έχουν απεμπολήσει τα δικαιώματα τους. Εν κατακλείδι αρνείται όλες τις αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον του, αρνείται ότι τους οφείλει τα ισχυριζόμενα ποσά και/ή τόκους και/ή αρνείται ότι έχει υποχρέωση να πληρώσει οιοδήποτε ποσό προς τους αυτούς και ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση οι Ενάγοντες ενώνουν τα επίδικα θέματα με τον Εναγόμενο και αρνούνται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς αυτού στην έκταση και στον βαθμό στον οποίο αυτοί είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς τους στην έκθεση απαίτησης. Μαρτυρία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους οι Ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες. Από την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε ένα μάρτυρα. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο XXXXX Τσαγγάρης, λειτουργός των Εναγόντων. Σύμφωνα με αυτόν οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διεξάγουσα μεταξύ άλλων τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Μέχρι την 12.7.04 ονομάζονταν Τράπεζα Κύπρου Λίμιτεδ. Έκτοτε μετονομάσθηκαν σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ στα ελληνικά και Bank of Cyprus Public Company Ltd στα αγγλικά (τεκμήριο 2). Στις 30.5.01 υπογράφτηκε μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας ALKIONI FISH FARMS LTD (στο εξής η «Εταιρεία») συμφωνία ενοικιαγοράς (κατέθεσε την εν λόγω συμφωνία ως τεκμήριο 3 και το σχετικό τιμολόγιο αγοράς υπ' ως τεκμήριο 4) με την οποία οι Ενάγοντες ενοικίασαν στην Εταιρεία, με την εγγύηση του Εναγόμενου υπό όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς, δύο κλουβιά ψαρέματος ήτοι 2 Dunlop Tempest Fish Cages (15m x 15m) Including all steelwork, hoses and bolts, τα οποία βρίσκονται στη κατοχή της Εταιρείας, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση. Η ανάληψη του δανείου ενοικιαγοράς έγινε στις 25.6.
  2. Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας ενοικιαγοράς οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 6.9.05 και 29.6.09 (τεκμήρια 5 και 6), οι οποίες ταχυδρομήθηκαν στην τελευταία διεύθυνσή, τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία και κάλεσαν την Εταιρεία όπως πάραυτα παραδώσει σ' αυτούς τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα και διευθετήσει την πληρωμή των οφειλομένων ενοικίων εντός προθεσμίας, κάτι που έπραξαν και για τον Εναγόμενο. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 3.3.10 προς τον Εναγόμενο, η οποία ταχυδρομήθηκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή, επιβεβαίωσαν τον τερματισμό της πιο πάνω συμφωνίας και ενημέρωσαν την Εταιρεία και τον Εναγόμενο ότι θα προέβαιναν άμεσα στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους (τεκμήριο 7). Οι επιστολές που ταχυδρομούνται από την Τράπεζα σε πελάτες, στέλλονται με σύνηθες ταχυδρομείο και σε περίπτωση που επιστραφούν τοποθετούνται στον φάκελο της υπόθεσης του πελάτη. Από έρευνα που διεξήγαγε ο μάρτυρας στον φάκελο της υπόθεσης διαπίστωσε ότι δεν επιστράφηκαν οι πιο πάνω επιστολές, οι οποίες έχουν σταλεί στις διευθύνσεις που έχουν δώσει στην Τράπεζα και είναι η τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 8, πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον ίδιο σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου και τις σε αυτό αναφερόμενες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού από το άνοιγμα του στις 30.5.01 μέχρι και 31.12.17, οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας (τεκμήριο 9). Όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων, οι οποίες αποτελούν το αρχείο, σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Ο λόγος που οι καταστάσεις λογαριασμού σταματούν στις 31.12.17 είναι επειδή η εκτύπωση τους από το ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι εξαμηνιαία. Από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων, ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι από την 1.1.18 μέχρι και σήμερα καμία πίστωση δεν έγινε στον επίδικο λογαριασμό. Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήριο 10, αναδομημένες καταστάσεις για τον επίδικο λογαριασμό, τις οποίες ετοίμασε ο ίδιος λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στο τεκμήριο
  3. Το τεκμήριο 10 περιλαμβάνει όλες τις συναλλαγές από το άνοιγμα του λογαριασμού στις 30.5.01 μέχρι και τις 5.3.
  4. Στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 10 αναγράφεται το ποσό της χρηματοδότησης και έχει ετοιμαστεί από την ανάληψη του δανείου ενοικιαγοράς μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού, δηλ. στις 6.9.
  5. Στο ίδιο τεκμήριο ο μάρτυρας αφαίρεσε όλους τους τόκους υπερημερίας και κανένα ποσό ή ποσοστό τόκου υπερημερίας δεν χρεώνεται παρόλο που η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώσει επί των καθυστερημένων δόσεων/ενοικίων. Το τεκμήριο 10 δομήθηκε με τρόπο που είναι προς όφελος του Εναγόμενου. Στην πέμπτη σελίδα αυτού αναγράφεται το συνολικό ποσό των καθυστερημένων/ληγμένων ενοικίων, δηλ. το συνολικό ποσό των ενοικίων που είχαν γίνει πληρωτέα στο χρονικό διάστημα πριν από τον τερματισμό και επί των οποίων χρεώνεται τόκος που αντιστοιχεί στο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας κατά το χρόνο τερματισμού δηλ. 4,25%, πλέον 2% ως τόκος υπερημερίας, δηλ. σύνολο 6,25%. Και σε αυτή την περίπτωση η Τράπεζα, μειώνει το επιτόκιο που ζητείται στην αγωγή επί των καθυστερημένων ενοικίων, από το ποσοστό 8% στο 6,25%, από το χρόνο τερματισμού, κάτι το οποίο επίσης είναι προς όφελος του Εναγόμενου. Το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού σύμφωνα με το τεκμήριο 10 ανέρχεται στο ποσό των €17.574,08 πλέον τόκο προς 6,25% επί του ποσού των €9.821,04 από 6.3.18 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Οι Ενάγοντες κατόπιν σχετικών αποφάσεων της Κεντρικής Τράπεζας προέβαιναν σε αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου του λογαριασμού, για τις οποίες οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν από δημοσιεύσεις που γίνονταν από την Κεντρική Τράπεζα και τους Ενάγοντες στον ημερήσιο τύπο (κατέθεσε ως τεκμήριο 11 τις σχετικές δημοσιεύσεις). Ο Εναγόμενος, μετά τον τερματισμό της διευκόλυνσης, δεν έκανε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του χρέους του, ούτε μετά την καταχώρηση της αγωγής υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να οφείλεται το πιο πάνω ποσό. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο επίσης λειτουργός των Εναγόντων, Γιάννης Φώτη. Σύμφωνα με αυτόν ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (στο εξής ο «Ο.Χ.Τ.Κ.»), ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Κύπρο και ο σκοπός του ήταν να παρέχει χρηματοδοτήσεις. Κατέθεσε ως τεκμήριο 12 το πιστοποιητικό σύστασης αυτού, ο οποίος σήμερα δεν υφίσταται εφόσον με διάταγμα Δικαστηρίου, ημερ. 13.12.05 (τεκμήριο 13) έχει συγχωνευθεί με τους Ενάγοντες και έτσι όλες οι υποχρεώσεις δικαιώματα και ευθύνες αυτού μεταφέρθηκαν στους Ενάγοντες, οι οποίοι τον διαδέχθηκαν. Προηγουμένως ο Ο.Χ.Τ.Κ. αποτελούσε μέρος του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου, όντας εντελώς ξεχωριστή εταιρεία, με το δικό της Διοικητικό Συμβούλιο. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Είναι και ο εκκαθαριστής της εταιρείας ALKIONI FISH FARMS LTD (στο εξής η «Εταιρεία»). Κατά την 30.5.01 ο Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ (στο εξής ο «Ο.Χ.Τ.Κ.») υπέγραψε συμφωνία ενοικιαγοράς με την Εταιρεία, με αντικείμενο 2 κλουβιά ιχθυοκαλλιέργειας. Την εν λόγω συμφωνία, εγγυήθηκε η Τράπεζα Κύπρου (στο εξής οι Ενάγοντες) και ήταν ως όρος της εγγύησης ότι σε περίπτωση που η Εταιρεία δεν πλήρωνε τις δόσεις της, οποιεσδήποτε καθυστερημένες δόσεις ή μέρος των δόσεων θα έπρεπε με βάση τους όρους της εγγύησης να πληρώνονται από τους Ενάγοντες. Προς τούτο και προς όφελος των Εναγόντων, ο Εναγόμενος κατέθεσε 2 εγγυητικές ύψους Λ.Κ.30.000 η πρώτη (τεκμήριο 15) και Λ.Κ.10.000 η δεύτερη (τεκμήριο 16), οι οποίες ανανεώνονταν συνεχώς και οι οποίες υπάρχουν μέχρι σήμερα. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 21 δύο έγγραφα τα οποία χαρακτήρισε ως τα «statements» που του έστελναν οι Εναγόμενοι όπου φαίνεται ότι τον χρέωναν για το κόστος των εγγυητικών. Για το ίδιο θέμα κατέθεσε ως τεκμήρια 22 και 23 σχετικές επιστολή του προς το Τμήμα Recoveries και προς τους δικηγόρους των Εναγόντων. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο, οι Ενάγοντες για λόγους που μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν, απέκρυψαν το γεγονός ότι εγγυήθηκαν την Εταιρεία. Επίσης κατά παράβαση της εν λόγω εγγύησης, κανένα ποσό δεν πληρώθηκε από τους Ενάγοντες προς τον Ο.Χ.Τ.Κ. ως όφειλαν. Ένας από τους λόγους που ώθησαν τους Ενάγοντες να εγγυηθούν την Εταιρεία, ήταν ότι υπήρχε τότε η θυγατρική των Εναγόντων, δηλ. η Τράπεζα Κύπρου (ΦΑΚΤΟΡΣ) Λτδ, η οποία εισέπραττε από τους οφειλέτες της Εταιρείας όλα τα τιμολόγια και οφειλές προς αυτήν. Η Εταιρεία, μετά από συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου (ΦΑΚΤΟΡΣ) Λτδ, εκχώρησε τα δικαιώματα της προς την αυτήν και δεν είχε δικαίωμα να εισπράττει οποιοδήποτε ποσό από τους χρεώστες. Όλα τα εισπραττόμενα ποσά δηλ. μεταχρονολογημένες επιταγές ή μετρητά, κατατίθεντο σε ειδικό λογαριασμό που δημιουργήθηκε ειδικά για τον πιο πάνω σκοπό. Ο Ο.Χ.Τ.Κ. παρέλειψε ή αμέλησε το έτος 2003 να προχωρήσει στην είσπραξη των τελευταίων τριών μηνιαίων δόσεων της επίδικης ενοικιαγοράς, όπως όφειλε με βάση την εντολή που είχε και καλυπτόταν από την εγγυητική επιστολή που είχαν παραχωρήσει οι Ενάγοντες προς τον Ο.Χ.Τ.Κ. Εφόσον οι Ενάγοντες ως πιστωτές συναίνεσαν και συμφώνησαν να διορίσουν τον Εναγόμενο ως εκκαθαριστή της Εταιρείας (κατέθεσε ως τεκμήριο 24 αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αίτηση 343/2004 ημερ. 5.7.05 με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας) δεν είχαν κανένα δικαίωμα να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή εναντίον του. Επίσης οι Ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας που συνήψαν με την Εταιρεία χωρίς την συγκατάθεση ή συναίνεση του. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι έχει απαλλαγεί από κάθε ευθύνη και υποχρέωση ως εγγυητής διότι οι Ενάγοντες δεν ήγειραν την παρούσα εναντίον της Εταιρείας κατά τον χρόνο που η τελευταία παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ως εκ τούτου αυτός απαλλάχθηκε από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής. Οι Ενάγοντες ακόμα, προέβηκαν σε συμβιβασμό με την Εταιρεία και παρέβηκαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας με συνέπεια να παραβλαφθούν τα δικαιώματα και συμφέροντα του. Επιπρόσθετα οι Ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα του ως εγγυητή, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στραφεί εναντίον της Εταιρείας και να αξιώσει οιονδήποτε ποσό από αυτήν. Περαιτέρω οι Ενάγοντες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας συνήψαν άλλες συμφωνίες (κατέθεσε ως τέτοια το τεκμήριο 17), ήτοι συμφωνίες, οι όροι των οποίων είχαν σχέση και/ή επηρέαζαν την επίδικη συμφωνία κατά τρόπον ώστε η προσωπική εγγύηση του προς την Εταιρεία να έχει ακυρωθεί. Σε σχέση με το τεκμήριο 17 εξήγησε ότι κατόπιν ενεργειών τους προς την Τράπεζα, βγήκε η απόφαση να ακυρωθούν όλες οι προσωπικές εγγυήσεις του ίδιου και της οικογένειας του προς την Εταιρεία για τον λόγο ότι αυτή έγινε δημόσια και το Διοικητικό Συμβούλιο του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου έκρινε ότι δεν μπορούσαν να βάζουν προσωπικές εγγυήσεις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας πλέον αλλά έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος εγγύησης οιουδήποτε συμβολαίου. Σε σχέση δε με την φράση «επανέγκριση του ορίου» στην σελίδα 2 του ίδιου τεκμηρίου είπε ότι προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, ζήτησαν από την Τράπεζα να καταθέσουν οι ίδιοι κάποια λεφτά σε λογαριασμό της οικογένειας του Εναγόμενου και από αυτόν τον λογαριασμό να βγαίνουν εγγυητικές. Αυτές οι Λ.Κ.30.000 υπήρχαν και πριν την αγορά των ιχθυοκλουβιών. Απλώς ανανεωνόταν συνέχεια αυτόματα κάθε χρόνο ή με απόφαση της Τράπεζας. Άνευ βλάβης των πιο πάνω είναι η θέση του ότι τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες, είναι αυθαίρετα και καταχρηστικά διότι φέρουν παράνομες χρεώσεις, τόκους υπερημερίας και ανατοκισμούς, με αποτέλεσμα να έχουν διογκωθεί και πολλαπλασιαστεί αδικαιολόγητα και παράνομα. Είναι επίσης η θέση του ότι ουδέποτε έγινε νόμιμος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας, οι δε Ενάγοντες έχουν χάσει το δικαίωμα τους να προχωρήσουν σε διεκδίκηση των οιωνδήποτε ποσών, διότι όφειλαν να προωθήσουν την αξίωση τους χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση. Λόγω της μεγάλης καθυστέρησης και αδιαφορίας που επέδειξαν, έχουν αλλάξει κατά πολύ οι συνθήκες με αποτέλεσμα οι σημερινές τους αξιώσεις να είναι άδικες και να πλήττουν τα δικαιώματα και συμφέροντα του. Επιπρόσθετα και λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης που επέδειξαν οι Ενάγοντες, η αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς έχει εκμηδενιστεί με αποτέλεσμα να είναι άδικο να παρασχεθεί στους Ενάγοντες θεραπεία, διότι αυτοί με την συμπεριφορά τους έχουν δείξει ότι έχουν αποποιηθεί ή έχουν απεμπολήσει τα δικαιώματα τους. Η επίδικη συμφωνία προέβλεπε ότι η τελευταία δόση προς εξόφληση ήταν η 30.5.03, οι Ενάγοντες όμως αρνήθηκαν ή παρέλειψαν να εισπράξουν τα οφειλόμενα ποσά. Υποστηρίζει επίσης ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε καταχρηστικά διότι οι Ενάγοντες καταχώρισαν πρώτα την Αγωγή με αρ. 1327/2010 και στην συνέχεια την απέσυραν στις 29.9.10 και μετέπειτα καταχώρισαν την παρούσα (κατέθεσε ως τεκμήρια 18-20 αντίστοιχα, αντίγραφο της Αγωγής 1327/10, αντίγραφο της απόφασης στην εν λόγω αγωγή και το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου). Όσον δε αφορά το τεκμήριο 10 ήταν η θέση του ότι δεν είναι ελεγμένοι λογαριασμοί, ούτε αποδεκτοί από τον ίδιο. Ως είπε δε χαρακτηριστικά δεν πρόκειται για «αναδόμηση» αλλά για «μαγείρεμα» από πλευράς των Εναγόντων. Αυτό καθότι, πάντα σύμφωνα με τον ίδιο, φαίνεται από το τεκμήριο 10 ότι από κάποιο σημείο και μετά, από τον 1ον του 2003, έκαναν διορθώσεις, παρεμβάσεις στον λογαριασμό στο κομπιούτερ και αφαιρούσαν ποσά που εισέπρατταν καταχρηστικά. Οι Ενάγοντες το έκαναν αυτό ώστε να καταλήξουν στον ίδιο ποσό με το αξιούμενο. Εν κατακλείδι και για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση του ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στους Ενάγοντες και ζητά όπως η παρούσα απορριφθεί με έξοδα εναντίον αυτών. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο XXXX Σαντετιάν, ορκωτός λογιστής και μέλος του Σ.Ε.Λ.Κ. Σε ερώτηση τι σημαίνει «αναδομημένη» κατάσταση λογαριασμού είπε ότι σημαίνει ότι έχει ξαναφτιαχτεί. Αναφερόμενος στην συνέχεια στο τεκμήριο 10 είπε ότι σε αυτό φαίνεται ότι άλλαξαν το επιτόκιο από 7,5% που ήταν σε 6,5%. Ήταν δε η θέση του ότι για να γίνει τέτοια αλλαγή χρειαζόταν να συμφωνήσουν οι δύο αρχικώς συμβαλλόμενοι δηλ. η τράπεζα και η Alkioni Fish Farms Ltd και όχι να γίνει μονομερώς από τους Ενάγοντες. Ανέφερε επίσης ότι το επιτόκιο που φαίνεται στο τεκμήριο 10 είναι 6,25% ενώ αυτό στο τεκμήριο 9 είναι 7,75%. Είπε δε ότι αυτή η διαφορά του 1,5% στο επιτόκιο ονομάζεται αναδιάρθρωση («restruction»). Ερωτώμενος στην συνέχεια κατά πόσο γνωρίζει γιατί έχει μειωθεί το επιτόκιο είπε ότι αυτό που αντιλήφθηκε είναι ότι το 7,5% που χρεώνανε σε μια στιγμή αποφασίστηκε ότι είναι τόκος σε τόκο, συμπληρώνοντας ότι δεν γνωρίζει την λέξη που χρησιμοποιούν και ότι ο τρόπος που λογαριάζουν αυτό τον τόκο θεωρήθηκε στην Ευρώπη νομίζει παράνομος. Είπε δε τελικά ότι δεν ξέρει γιατί αλλά αποφάσισε η Τράπεζα να το μειώσει μονομερώς. Ερωτώμενος με βάση την εμπειρία του να πει τι σημαίνει εγγυητική επιστολή είπε ότι εγγυητική επιστολή είναι ένα ποσό μετρητοίς συνήθως που κατατίθεται στην τράπεζα για να είναι μια εγγύηση σε μια πράξη που έκαμε η τράπεζα με τον πελάτη τους ούτως ώστε αν η πράξη δεν πληρωθεί, μπορούν να πάνε στον εγγυητή και να πάρουν τα λεφτά τους από την εγγυητική. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και εξήγησε με απλό και κατανοητό τρόπο τα τεκμήρια που κατέθεσε και τις ενέργειες και συναλλαγές που αυτά αφορούν. Εξήγησε δε αναφορικά με το τεκμήριο 9 δηλ. τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου ενοικιαγοράς, ότι πρόκειται για αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο της Τράπεζας των Εναγόντων πράξεων, από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και την 31.12.17 και το κατάθεσε ως τέτοιο μαζί με το τεκμήριο 8 που είναι πιστοποιητικό εκδοθέν σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου. Πρόκειται είπε για αντίγραφο καταχωρήσεων σε τραπεζικό βιβλίο, το οποίο βρίσκεται στην φύλαξη και έλεγχο των Εναγόντων, είναι ένα από τα συνήθη βιβλία αυτών και οι εν λόγω καταχωρήσεις έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Είπε επίσης ότι εκτύπωσε ο ίδιος το τεκμήριο 9 από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων, εντός του δικτύου της Τράπεζας και αφού καταχώρησε τους αναγνωριστικούς κωδικούς πρόσβασης που του έχουν δοθεί στα πλαίσια των καθηκόντων του. Κατόπιν δε σύγκρισης του εν λόγω αντιγράφου με το αρχικό, διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και συναφώς το τεκμήριο 9 αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτούς, με αποτέλεσμα το βάρος απόδειξης να έχει μετατεθεί στον Εναγόμενο να αποδείξει το λανθασμένο του περιεχομένου του (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.

(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357, Νικολάου ν. Ellinas Finance Ltd κ.α.
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2392 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, Πολ. Έφεση Αρ. 335/2009, ημερ. 17.10.14). Όσον δε αφορά το τεκμήριο 10 εξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια περί τίνος πρόκειται και δεν άφησε οποιαδήποτε υπόνοια ότι ενήργησε με οποιοδήποτε τρόπο εις βάρος των συμφερόντων του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι πρόκειται για «αναδομημένες» καταστάσεις για τον επίδικο λογαριασμό, τις οποίες ετοίμασε ο ίδιος λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στο τεκμήριο
  1. Ήταν σαφής ότι με την δημιουργία του τεκμηρίου 10 δεν άλλαξε ούτε επενέβη στον επίδικο λογαριασμό εν αγνοία του Εναγόμενου αλλά η εικόνα αυτού είναι ως φαίνεται στο τεκμήριο
  2. Εξήγησε δε συναφώς ότι «αναδομημένες» σημαίνει ότι έκανε μια δεύτερη κατάσταση σε σχέση με το τεκμήριο 9, χρησιμοποιώντας πρόγραμμα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, στο οποίον καταχώρησε όλες τις συναλλαγές που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό από το άνοιγμα του στις 30.5.01 μέχρι και τις 5.3.18, με σκοπό να χρησιμοποιήσει διαφορετικό επιτόκιο από αυτό που αξιώνουν οι Ενάγοντες και για να μην συμπεριλάβει τους τόκους υπερημερίας που επιβλήθηκαν επί των καθυστερημένων δόσεων. Εξήγησε δε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 και τόνισε το γεγονός ότι οι καταστάσεις αυτές δομήθηκαν με τρόπο που είναι προς όφελος του Εναγόμενου εφόσον αφαίρεσε όλους τους τόκους υπερημερίας παρά το ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώσει τέτοιους επί των καθυστερημένων δόσεων/ενοικίων. Επίσης ανέφερε ότι σε αυτήν την κατάσταση οι Ενάγοντες μειώνουν το επιτόκιο που ζητείται στην αγωγή επί των καθυστερημένων ενοικίων, από το 8% στο 6,25%, από τον χρόνο τερματισμού, κάτι το οποίο επίσης είναι προς όφελος του Εναγόμενου. Έτσι με βάση το τεκμήριο 10 καταλήγει ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, που αξιώνουν πλέον οι Ενάγοντες, ανέρχεται στα €17.574,08 πλέον τόκο προς 6,25% επί του ποσού των €9.821,04 από 6.3.18 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Είπε δε ότι η «αναδόμηση» μπορεί να γίνει πάρα πολλές φορές και ότι είναι «σενάρια» που κάνει η Τράπεζα είτε για σκοπούς συμβιβασμού με τον πελάτη είτε για υποβολή κάποιου αιτήματος στην διοίκηση της είτε για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Γίνονται δε άνευ βλάβης εκτός αυτών που κατατίθενται σαν τεκμήρια στο Δικαστήριο. Πρόκειται, ως είπε, για συνήθη πρακτική των Εναγόντων σε περιπτώσεις πελατών τους που καταλήγουν στα Δικαστήρια, προς υποβοήθηση τους για εξόφληση του χρέους τους. Είναι δε εμφανές από τα πιο πάνω ότι τέτοια «αναδόμηση» δεν είναι κάτι που μόνο εγκεκριμένοι ελεγκτές μπορούν να κάνουν και να παρουσιάσουν και ότι σε διαφορετική περίπτωση ο λογαριασμός θα είναι ανακριβής, ως υπεβλήθη στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του. Για τα πιο πάνω παραπέμπω στις Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 και Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Δέχομαι επίσης με βάση τα όσα εξήγησε ο μάρτυρας και φαίνονται στο τεκμήριο 10 ότι έγιναν οι αφαιρέσεις που ανέφερε και ότι είναι ως εξ αυτού και με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες μειώνουν ουσιαστικά την απαίτηση τους, ορθό το ποσό που φαίνεται ως τελικώς οφειλόμενο και αξιούμενο. Σε σχέση δε με την πληρωμή των δόσεων του επίδικου δανείου ενοικιαγοράς είπε ότι η πρωτοφειλέτιδα όφειλε να καταβάλλει μηνιαίως, αρχής γενομένης την 30.6.01 το ποσό των Λ.Κ.1.925 κάτι που έκανε μέχρι τις 30.12.
  2. Δεν γνώριζε δε αν τα ποσά αυτά πληρώνονταν με standing orders και εξήγησε ότι ασχέτως αυτού, που αναγνώρισε ότι είναι συνήθης τραπεζική πρακτική, η πρωτοφειλέτιδα όφειλε με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης να καταβάλλει κάθε 30η του μήνα το συμφωνηθέν ποσό της δόσης είτε αυτό θα γινόταν με τραπεζική εντολή είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο όπως παρουσία στα ταμεία για κατάθεση μετρητών. Σε σχέση με τις επιστολές που στάληκαν στην πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία και στον Εναγόμενο ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι τέτοιες ταχυδρομούνται από την Τράπεζα σε πελάτες, στέλλονται με σύνηθες ταχυδρομείο και σε περίπτωση που δεν παραδίδονται, επιστρέφονται από το ταχυδρομείο στην Τράπεζα και τοποθετούνται στον φάκελο της υπόθεσης. Ήταν δε η θέση του ότι στην παρούσα οι εν λόγω επιστολές στάληκαν με βάση τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας δηλ. στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που δόθηκε στην Τράπεζα και ότι από έρευνα που διεξήγαγε στον φάκελο διαπίστωσε ότι δεν επιστράφηκαν, κάτι που σημαίνει ότι παραλήφθηκαν. Πρέπει δε να λεχθεί ότι πράγματι ο όρος 10 της επίδικης συμφωνίας αυτό προβλέπει κατ' ουσίαν. Η πιο πάνω μαρτυρία υποδηλοί ότι η επιστολή τερματισμού είχε αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή της συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 και Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Ήταν επίσης ξεκάθαρος, και άλλωστε φαίνεται από όλη την υπόλοιπη έκθεση απαίτησης (βλ. παρ. 2) στην αγωγή αλλά και την μαρτυρία που προσκομίσθηκε ότι η επίδικη συμφωνία αφορούσε κλουβιά ψαριών και όχι οχήματα ως αναγράφεται στην παράγραφο 4 του δικογράφου, κάτι που προφανώς αποτελεί λάθος. Άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε ότι πράγματι το αντικείμενο της ενοικιαγοράς ήταν τέτοια κλουβιά. Όσον αφορά το κατά πόσο γνωρίζει εάν επίδικη συμφωνία περιλάμβανε καθόλου εγγυητικές προς όφελος του Οργανισμού Χρηματοδότησης της Τράπεζας Κύπρου (στο εξής ο «Ο.Χ.Τ.Κ.») απάντησε ότι δεν περιλάμβανε τέτοιες. Θα πρέπει όμως εδώ να λεχθεί ότι δεν τέθηκαν στον μάρτυρα για να δώσει την θέση του και αυτή να αξιολογηθεί, οι δύο εγγυητικές επιστολές τεκμήρια 15 και 16 που κατέθεσε στην συνέχεια ο Εναγόμενος ούτε και ρωτήθηκε οτιδήποτε σχετικά με αυτές. Δεν γνώριζε δε τους λόγους που τέθηκε σε εκκαθάριση η πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία, ούτε κατά πόσο διορίσθηκε ως εκκαθαριστής αυτής ο Εναγόμενος με την σύμφωνη γνώμη του Ο.Χ.Τ.Κ. Γνώριζε όμως ότι ο Ο.Χ.Τ.Κ. δεν ήγειρε αγωγή εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εξηγώντας ότι αυτός με βάση διάταγμα Δικαστηρίου απορροφήθηκε, συγχωνεύθηκε με τους Ενάγοντες το 2005, μετά η επίδικη συμφωνία μεταφέρθηκε στους Ενάγοντες και άρα ενόψει του ότι ο τερματισμός έγινε τον Σεπτέμβρη του 2005, οποιεσδήποτε αγωγές θα εγείρονταν από τους Ενάγοντες. Γνωρίζει δε ότι το 2010 οι Ενάγοντες ήγειραν την Αγωγή αρ. 1327/10 εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας και του Εναγόμενου, την οποία απέσυραν. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 που δεν μπορεί να γίνει δεκτό, για τους λόγους που θα εξηγηθούν στην συνέχεια, είναι το ακόλουθο: Ήταν η θέση του ότι μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δεν υπογράφτηκε οποιαδήποτε άλλη, η οποία είναι σχετική ή επηρεάζει την επίδικη. Συμφώνησε δε ότι στις 19.6.01 υπογράφηκε συμφωνία, υποστήριξε όμως ότι αυτή καμιά σχέση έχει με την επίδικη. Εξήγησε ότι η εν λόγω συμφωνία υπογράφτηκε από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ και την Alkioni Fish Farms Ltd και αφορούσε ακύρωση των προσωπικών εγγυήσεων διαφόρων προσώπων μεταξύ και του Νίκου Χρυσοστόμου (δηλ. του Εναγόμενου) προς την εν λόγω εταιρεία για τις υποχρεώσεις αυτής προς την Τράπεζα Κύπρου Λτδ ενώ η επίδικη αφορούσε τον Ο.Χ.Τ.Κ. που την συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν άλλο νομικό πρόσωπο. Επέμενε δε ότι η εγγύηση που έδωσε ο Εναγόμενος για την επίδικη συμφωνία δεν ακυρώθηκε. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση του πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Η εν λόγω συμφωνία δεν του επιδείχθηκε μεν αλλά ήταν εμφανές από τα όσα είπε κατά την αντεξέταση του, αναφέροντας μάλιστα ότι αυτή είχε αποκαλυφθεί από τον Εναγόμενο με συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 2.3.18, ότι γνώριζε τόσο την ύπαρξη της αλλά και το περιεχόμενο της. Πρόκειται για το τεκμήριο 17 που κατατέθηκε από τον Εναγόμενο. Αυτό φέρει τίτλο «ΕΓΚΡΙΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΔΕΠΚ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (SANCTIONING)». Απευθύνεται δε προς την ALKIONI FISH FARMS LTD και αποτελεί «Απόφαση αρ. 397» ημερ. 5.6.01, η οποία ενέκρινε, ως αναφέρει, αίτηση της εν λόγω εταιρείας ημερ. 9.5.01 και παραθέτει και σχετικές λεπτομέρειες το περιεχόμενο των οποίων επισυνάπτεται σε παραρτήματα. Συγκεκριμένα οι λεπτομέρειες αφορούν
(1)«Εγκριθείσες / Επανεγκριθείσες Πιστωτικές Διευκολύνσεις»,
(2)«Εξασφαλίσεις»,
(3)«Λοιπούς Όρους και Προϋποθέσεις» και
(4)«Κεφαλαιοποίηση». Αναφέρεται δε στο τέλος της πρώτης σελίδας ότι οι διευκολύνσεις θα τεθούν στην διάθεση της εν λόγω εταιρείας αμέσως μόλις ληφθούν από αυτήν και εγκριθούν, το πρωτότυπο της «παρούσας επιστολής» με την δήλωση αποδοχής, κατάλληλα υπογραμμένη από την εταιρεία και τα έγγραφα εξασφαλίσεων κατάλληλα υπογραμμένα. Στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας υπάρχει υπογραφή αποδοχής από πλευράς της εταιρείας με ημερ. 19.6.01 και σφραγίδα αυτής και υπογραφή κάτω από το «Με εκτίμηση, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ» χωρίς οποιαδήποτε σφραγίδα. Οι υπόλοιπες σελίδες - παραρτήματα του τεκμηρίου είναι υπογραμμένες στο κάτω μέρος από την εν λόγω εταιρεία με σφραγίδα και ίδια ημερομηνία (19.6.01) αλλά και από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ», χωρίς σφραγίδα. Στο παράρτημα «Λοιποί Όροι και Προϋποθέσεις» αναφέρονται δε τα ακόλουθα: «ΠΕΡΙΟΔΟΣ/ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ: Το προϊόν του δανείου εκ £250.000 να χρησιμοποιηθεί ως ακολούθως: - εξόφληση των δανείων αρ. XXXXX2277 και XXXXX0711 συνολικού ποσού εκ £93.380 περίπου. - εξόφληση όλων των δανείων με τον ΟΧΤΚ Λτδ συνολικού ποσού εκ £20.650 περίπου. - πληρωμή ποσού £40.000 για την αγορά ιχθυοκλόβων, συνολικής αξίας £80.
  1. - το υπόλοιπο ποσό εκ £96.000 περίπου, για την πληρωμή των φόρων που οφείλει η εταιρία Αλκιόνη Ιχθυογεννητική Λτδ. ........................................ Εγκρίνεται επίσης η χορήγηση Δανείου Ενοικιαγοράς μέσω του ΟΧΤΚ ΛΤΔ ύψους £40.000 για την εξόφληση της αγοράς ιχθυοκλόβων συνολικής αξίας £80.
  2. ...................................... Πρόσθετα, εγκρίνονται τα ακόλουθα όσον αφορά τις εξασφαλίσεις:
  3. Ακύρωση των προσωπικών εγγυήσεων των κ.κ. XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX Λοφίτη προς την εταιρία Alkioni Fish Farms Ltd. .......................................» Ήταν βασικά η θέση του Εναγόμενου ότι η εγγύηση του στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ακυρώθηκε καθότι το τεκμήριο 17 αποτελεί απόφαση της Διοίκησης του συγκροτήματος εταιρειών της Τράπεζας Κύπρου και όχι της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και έτσι αφορούσε και τις εγγυήσεις που δόθηκαν για την Εταιρεία του στον Ο.Χ.Τ.Κ. Ως δε λέχθηκε η θέση του Μ.Ε.1 (θέση και των Εναγόντων) ήταν ουσιαστικά η αντίθετη, ότι δηλ. η πιο πάνω αναφερόμενη ακύρωση των προσωπικών εγγυήσεων αφορούσε μόνο τις εγγυήσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα Κύπρου Λτδ. O μάρτυρας δέχθηκε μεν ότι ο Ο.Χ.Τ.Κ. ήταν μια από τις συνδεόμενες εταιρείες που αποτελούσαν το συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου αλλά είπε ότι ήταν ένα ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με ξεχωριστό διοικητικό συμβούλιο που σύναπτε τις δικές του συμβάσεις και ότι οι εγκρίσεις και οι αποφάσεις που έπαιρνε η διοίκηση του Ο.Χ.Τ.Κ. ήταν ξεχωριστές σε σχέση με τις αποφάσεις που έπαιρνε η Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι η όλη θέση του Μ.Ε.1 δεν συνάδει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 17 και με τα όσα εξ αυτού λογικά μπορούν να συναχθούν και εξηγώ. Είναι σαφές από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ότι το εκεί αναφερόμενο δάνειο ενοικιαγοράς για ιχθυοκλωβούς, αναφέρεται στην επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς (αυτό φαίνεται άλλωστε και από το ποσό «Συνολική τιμή» Λ.Κ.40.000 που αναφέρεται στο ίδιο το επίδικο συμβόλαιο - τεκμήριο 3). Προκύπτει επίσης από το τεκμήριο 17 ότι η συνολική αξία των ιχθυοκλωβών ήταν Λ.Κ.80.000 και ότι οι υπόλοιπες Λ.Κ.40.000 θα πληρώνονταν από το εγκριθέν, με την εν λόγω απόφαση, δάνειο των Λ.Κ.250.
  4. Είναι δε προφανές ότι με αυτήν την συμφωνία παρέχονται τέτοιες διευκολύνσεις στην ALKIONI FISH FARMS LTD όχι μόνο για να ολοκληρωθεί η αγορά των ιχθυοκλωβών (να πληρωθεί το σύνολο της αξίας τους) αλλά και για άλλα θέματα όπως η εξόφληση όλων των δανείων προς τον Ο.Χ.Τ.Κ. Δεν μου διαφεύγει περαιτέρω ότι στην ίδια συμφωνία γίνεται πρόνοια και για εξόφληση δανείων ενοικιαγοράς που είχε με τον Ο.Χ.Τ.Κ. και άλλη εταιρεία και δη η Alkioni Icthiemporiki (βλ. τελευταία σελίδα τεκμηρίου 17). Πέραν δε αυτών είναι επίσης σαφές ότι με αυτήν παρέχεται έγκριση για την παραχώρηση του επίδικου δανείου ενοικιαγοράς. Ως δε ο ίδιος ο Μ.Ε.1 ανέφερε, η ανάληψη του ποσού του επίδικου δανείου έγινε στις 25.6.
  5. Εύλογα δε εγείρεται το ερώτημα ως προς το αξιόπιστο και βάσιμο της όλης θέσης του μάρτυρα, ο οποίος υποστήριξε ότι ο Ο.Χ.Τ.Κ. είχε δικό του διοικητικό συμβούλιο και δεν έπαιρνε αποφάσεις η μητρική εταιρεία για τις θυγατρικές, γιατί τότε με την συμφωνία τεκμήριο 17 δίδεται έγκριση από κάποιο άλλο νομικό πρόσωπο για δάνειο που θα παρείχε ο Ο.Χ.Τ.Κ.; Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι αυτός κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους δεν ήταν εκ των λειτουργών που χειρίζονταν την υπόθεση και συνεπώς δεν είχε προσωπική γνώση για τα σχετικά θέματα που ανέφερε. Παρά δε την ύπαρξη και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 17 και την όλη θέση του Εναγόμενου με βάση αυτό, η οποία είναι ουσιώδης για την υπόθεση, καμία θετική μαρτυρία προσήχθη από πλευράς των Εναγόντων, η οποία να δείχνει κατά πόσο υπήρχαν και ποιες ήταν οι προσωπικές εγγυήσεις του Εναγόμενου προς την εν λόγω Εταιρεία, που αυτή είχε κατά τον συγκεκριμένο χρόνο στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ως ήταν ουσιαστικά η θέση του Μ.Ε.
  6. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Μ.Ε.1 ότι η απόφαση τεκμήριο 17, την οποία αποδέχθηκε η ALKIONI FISH FARMS LTD στις 19.6.01, δεν αφορούσε και την επίδικη συμφωνία, όταν αναφερόταν σε ακύρωση των προσωπικών εγγυήσεων του Εναγόμενου προς την Εταιρεία. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή, με εξαίρεση το αμέσως προαναφερόμενο μέρος της. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ουσιαστικά σε σχέση με το νομικό καθεστώς του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή εφόσον δεν αμφισβητήθηκε. Αναφορικά με την μαρτυρία του Εναγόμενου θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η θέση του ότι οι Ενάγοντες εγγυήθηκαν την επίδικη συμφωνία και ότι ήταν όρος της εγγύησης αυτής ότι σε περίπτωση που η πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία δεν πλήρωνε τις δόσεις της, αυτές θα πληρώνονταν από τους Ενάγοντες, στηρίχθηκε στις εγγυητικές επιστολές τεκμήρια 15 και 16 που κατέθεσε ο ίδιος. Τα εν λόγω έγγραφα όμως αλλά και τα όσα ανέφερε σε σχέση με αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην, όχι για λόγους αξιοπιστίας του αλλά γιατί δεν τέθηκαν στους μάρτυρες των Εναγόντων κατά την αντεξέταση τους ώστε να τα σχολιάσουν και να αξιολογήσει το Δικαστήριο το θέμα, έχοντας υπόψην και την δική τους μαρτυρία. Πρόκειται για μαρτυρία που αφορά την βασική και ουσιώδη θέση της υπεράσπισης του Εναγόμενου περί απαλλαγής του από την επίδικη εγγύηση, λόγω της ύπαρξης των εν λόγω εγγυητικών επιστολών. Συνεπώς το γεγονός ότι αυτή η μαρτυρία προσφέρθηκε από τον Εναγόμενο χωρίς να τεθεί στην βάσανο της αντεξέτασης των μαρτύρων των Εναγόντων και χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση για αυτό, την καθιστά έκθετη σε απόρριψη (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527 και Δημητριάδη κ.α. ν. Kravtchenko
(2013)1 Α.Α.Δ. 1133). Η δε θέση του Εναγόμενου περί ύπαρξης δεδικασμένου εκ της απόσυρσης από τους Ενάγοντες στις 29.9.10 της Αγωγής με αρ. 1327/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αποτελεί νομικό θέμα εφόσον ως προς τα γεγονότα στην βάση των οποίων θα εξετασθεί τούτο δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας. Αυτό καθότι είναι κοινώς παραδεκτό από τους διαδίκους τόσο η καταχώρηση της εν λόγω Αγωγής, ότι αυτή αφορούσε την ίδια αιτία αγωγής με την παρούσα, ότι εγέρθηκε από τους Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου προσωπικά αλλά και ως εκκαθαριστή της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας ALKIONI FISH FARMS LTD (βλ. τεκμήριο 18) καθώς και ότι περατώθηκε στις 29.9.10 (βλ. τεκμήρια 19-20). Όσον αφορά την θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας συνήψαν άλλες συμφωνίες, οι όροι των οποίων επηρέαζαν την επίδικη κατά τρόπον ώστε η δοθείσα προσωπική εγγύηση του να έχει ακυρωθεί, αναφορά έχει ήδη γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 σε σχέση με την απόφαση ημερ. 5.6.01, την οποία κατέθεσε ο Εναγόμενος ως τεκμήριο
  1. Για τους λόγους δε που αναφέρονται κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε.1 και λαμβάνοντας υπόψην το περιεχόμενο του τεκμηρίου 17 και την όλη θέση του Εναγόμενου, η οποία βρίσκει έρεισμα και στην λογική, κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει και γίνεται δεκτή η θέση του περί ακύρωσης των προσωπικών εγγυήσεων του προς την Εταιρεία, περιλαμβανόμενης και αυτής που αφορά την επίδικη συμφωνία, με απόφαση της Διοίκησης του συγκροτήματος εταιρειών της Τράπεζας Κύπρου. Από το λεκτικό του τεκμηρίου 17 δεν μπορεί όμως να συναχθεί ότι η απόφαση αυτή αφορά πέραν των μέχρι τότε υφιστάμενων εγγυήσεων και μελλοντικές εγγυήσεις. Όσον αφορά την θέση του Εναγόμενου ότι τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες, είναι αυθαίρετα και καταχρηστικά διότι φέρουν παράνομες χρεώσεις, τόκους υπερημερίας και ανατοκισμούς με αποτέλεσμα να έχουν διογκωθεί και πολλαπλασιαστεί αδικαιολόγητα και παράνομα, πρέπει να λεχθεί ότι πέραν της γενικής και αόριστης αυτής αναφοράς δεν εξήγησε σε ποιες χρεώσεις, τόκους και ανατοκισμούς αναφέρεται. Όσον δε αφορά την ορθότητα του τεκμηρίου 9, ως έχει προαναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 μετά την απόδειξη των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στον Εναγόμενο να αποδείξει το λανθασμένο του περιεχομένου του. Αυτός όμως με την μαρτυρία του δεν κατάφερε να αποσείσει το εν λόγω βάρος ενώ, ως θα εξηγηθεί στην συνέχεια δεν γίνεται δεκτή ούτε η σχετική μαρτυρία του Μ.Υ.
  2. Αναφορικά δε με το τεκμήριο 10, η αξιολόγηση αυτού έγινε στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και αυτό κρίθηκε ότι παρουσιάζει την αληθινή εικόνα της οφειλής, υπό τις προϋποθέσεις και τα δεδομένα που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, συντάχθηκε. Η αντίθετη περί τούτου μαρτυρία του Μ.Υ.2, ως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, επίσης δεν γίνεται δεκτή ενώ πέραν της αναφοράς του σε «επέμβαση» των Εναγόντων στον λογαριασμό και σε «μαγείρεμα» από αυτούς, ο Εναγόμενος δεν έπεισε για την θέση του. Τέλος δεν μπορούν να γίνουν δεκτές καθότι, πέραν της απλής αναφοράς του σε αυτές, ο Εναγόμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλα δεδομένα, στοιχεία ή λεπτομέρειες ώστε να τις αιτιολογήσει επαρκώς αλλά και να τις θεμελιώσει νομικά (δεν προωθήθηκαν καν στις τελικές αγορεύσεις του), οι ακόλουθες θέσεις του:
  3. Ότι ουδέποτε έγινε νόμιμος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας. Άλλωστε έγινε δεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1, για την καθυστέρηση στην πληρωμή των συμφωνηθέντων μηνιαίων δόσεων αλλά και την αποστολή, στις 6.9.05, της επιστολής τερματισμού προς την πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία στην τελευταία γνωστή διεύθυνση (ως προέβλεπε ο όρος 10 της επίδικης συμφωνίας) και της επιστολής η οποία ενημέρωνε τον Εναγόμενο για τον εν λόγω τερματισμό.
  4. Ότι ενόψει του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες ως πιστωτές συναίνεσαν και συμφώνησαν να τον διορίσουν ως εκκαθαριστή της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας δεν δικαιούνται να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή εναντίον του.
  5. Ότι οι Ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας χωρίς την συγκατάθεση ή συναίνεση του.
  6. Ότι έχει απαλλαγεί από κάθε ευθύνη και υποχρέωση ως εγγυητής διότι οι Ενάγοντες δεν ήγειραν την παρούσα εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας κατά τον χρόνο που η τελευταία παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
  7. Ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε συμβιβασμό με την πρωτοφειλέτιδα και παρέβηκαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας που υπέγραψαν μαζί της με συνέπεια να παραβλαφθούν τα δικαιώματα και συμφέροντα του.
  8. Ότι οι Ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα του ως εγγυητή, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στραφεί εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας και να αξιώσει οιονδήποτε ποσό από αυτήν.
  9. Ότι οι Ενάγοντες έχουν χάσει το δικαίωμα τους να προχωρήσουν σε διεκδίκηση των οιωνδήποτε ποσών, διότι όφειλαν να προωθήσουν την αξίωση τους χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση και ότι λόγω της μεγάλης καθυστέρησης έχουν αλλάξει κατά πολύ οι συνθήκες με αποτέλεσμα οι σημερινές τους αξιώσεις να είναι άδικες και να πλήττουν τα δικαιώματα και συμφέροντα του ενώ και η αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς έχει εκμηδενιστεί. Συνεπώς η μαρτυρία του Εναγόμενου γίνεται δεκτή μόνο στο μέτρο που προκύπτει από τα πιο πάνω. Τέλος ο Μ.Υ.2 κατέθεσε σε σχέση με το τεκμήριο 10 ενώ ρωτήθηκε και για την έννοια της εγγυητικής επιστολής. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάσθηκε. Αυτό όμως δεν οδηγεί κατά την κρίση μου αυτόματα σε αποδοχή της μαρτυρίας του. Κλήθηκε δε προφανώς να καταθέσει ως ειδικός επί του τεκμηρίου
  10. Ως όμως εξηγήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, ο οποίος συνέταξε και κατέθεσε το εν λόγω τεκμήριο, η δημιουργία και η κατανόηση αυτού δεν αποτελεί θέμα ειδικού. Εξήγησε δε με λεπτομέρεια και πειστικότητα ο Μ.Ε.1 περί τίνος πρόκειται και για πιο σκοπό έγινε και σίγουρα δεν μπορεί γίνει δεκτή η θέση του Μ.Υ.2, που ήταν κατά βάση νομική ότι απαιτείτο η συμφωνία του Εναγόμενου για να γίνει η «αναδόμηση» ούτε και ότι αυτό έγινε ούτως ώστε να εξαλειφθεί μια παρανομία στους τόκους που χρέωσαν οι Ενάγοντες. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ευρήματα Με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες στη Κύπρο. Μέχρι την 12.7.04 ονομάζονταν Τράπεζα Κύπρου Λίμιτεδ. Έκτοτε μετονομάσθηκαν σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ στα ελληνικά και Bank of Cyprus Public Company Ltd στα αγγλικά. Ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (στο εξής ο «Ο.Χ.Τ.Κ.»), ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Κύπρο και ο σκοπός του ήταν να παρέχει χρηματοδοτήσεις. Συστάθηκε στις 8.9.1964 και με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 13.12.05, στην Αίτηση 531/05, εγκρίθηκε η διάλυση του χωρίς εκκαθάριση, σύμφωνα με επικυρωθέν Σχέδιο Αναδιοργάνωσης και Συγχώνευσης και διατάχθηκε, ανάμεσα σε άλλα, η παραχώρηση και/ή ανάθεση και/ή εκχώρηση και/ή μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης και/ή ιδιοκτησίας και/ή υποχρεώσεων και/ή δικαιωμάτων και/ή η εκχώρηση και/ή ανάθεση και/ή μεταβίβαση των συμβολαίων, περιλαμβανομένων των συμβολαίων ενοικιαγοράς του, στους Ενάγοντες. Αποτελούσε δε μέρος του συγκροτήματος εταιρειών της Τράπεζας Κύπρου, με ξεχωριστή νομική προσωπικότητα. Στις 30.5.01 υπογράφτηκε μεταξύ του Ο.Χ.Τ.Κ. και της εταιρείας ALKIONI FISH FARMS LTD (στο εξής η «Εταιρεία») συμφωνία ενοικιαγοράς με την οποία ο Ο.Χ.Τ.Κ. ενοικίασε στην Εταιρεία, με την εγγύηση του Εναγόμενου ίδιας ημερομηνίας, υπό όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς, δύο κλουβιά ψαρέματος ήτοι 2 Dunlop Tempest Fish Cages (15m x 15m) Including all steelwork, hoses and bolts. Τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται τώρα στη κατοχή της Εταιρείας, η οποία από τις 5.7.05 τελεί υπό εκκαθάριση. Μετά από αίτηση της Εταιρείας ημερ. 9.5.01, η οποία εγκρίθηκε από την Διοίκηση του συγκροτήματος εταιρειών της Τράπεζας Κύπρου, με απόφαση της τελευταίας ημερ. 5.6.01, η οποία έγινε αποδεκτή από την Εταιρεία στις 19.6.01, μεταξύ άλλων, ακυρώθηκαν οι μέχρι τότε ισχύουσες προσωπικές εγγυήσεις του Εναγόμενου προς την Εταιρεία, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων του που αφορούσαν συμφωνίες ενοικιαγοράς της Εταιρείας με τον Ο.Χ.Τ.Κ.. Η ανάληψη του επίδικου δανείου ενοικιαγοράς έγινε στις 25.6.
  11. Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας ενοικιαγοράς και δη λόγω καθυστέρησης πληρωμής των συμφωνηθέντων μηνιαίων ενοικίων, ο Ο.Χ.Τ.Κ. με επιστολή του ημερ. 6.9.05 προς την Εταιρεία, τερμάτισε από την εν λόγω ημερομηνία την ως άνω συμφωνία και την κάλεσε όπως του παραδώσει αμέσως τα αντικείμενα της και διευθετήσει την πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων εντός οκτώ ημερών, προειδοποιώντας ότι παράλειψη συμμόρφωσης θα επάγεται την λήψη δικαστικών μέτρων χωρίς άλλη ειδοποίηση. Με επιστολή του ίδιας ημερομηνίας, ο Ο.Χ.Τ.Κ. ενημέρωσε τον Εναγόμενο, για τον ως άνω τερματισμό και τον κάλεσε όπως εντός 15 ημερών εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, προειδοποιώντας και αυτόν ότι η μη συμμόρφωση του θα επάγεται την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Μετά τον τερματισμό της επίδικη συμφωνίας και μέχρι σήμερα καμία πληρωμή έγινε και το οφειλόμενο στους Ενάγοντες (εκ του ότι αυτοί έχουν με το Διάταγμα ημερ. 13.12.05 αναλάβει τα δικαιώματα και την περιουσία του Ο.Χ.Τ.Κ.) σήμερα ποσό (ως οι Ενάγοντες έχουν περιορίσει την απαίτηση τους) είναι €17.574,08 πλέον τόκο προς 6,25% επί του ποσού των €9.821,04 από 6.3.18 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Οι Εναγόντες καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 15.3.10, εναντίον του Εναγόμενου ως εκκαθαριστή της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας και προσωπικά, την Αγωγή αρ. 1327/2010, η οποία αφορούσε την ίδια αιτία αγωγής με την παρούσα. Η εν λόγω αγωγή τερματίσθηκε στις 29.9.10 με την ακόλουθη απόφαση του Δικαστηρίου: «Άδεια δίδεται. Η αγωγή απορρίπτεται άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη σχετική κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο». Συμπεράσματα Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι, ενόψει του ότι η Αγωγή αρ. 1327/2010 αποσύρθηκε χωρίς προηγουμένως να υποβληθεί η απαραίτητη γραπτή αίτηση ή ειδοποίηση διακοπής από τους Ενάγοντες και να δοθεί η αναγκαία άδεια από το Δικαστήριο, έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο. Σε σχέση με αυτήν την θέση θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με την θέσπιση της Δ.15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι προεκτάσεις της οποίας εξηγήθηκαν στην Eleftheriades ν. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677, η ελευθερία που αναγνωριζόταν από το Κοινοδίκαιο στον Ενάγοντα να αποσύρει την αγωγή οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενό της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υφίσταται πλέον. Ο Ενάγοντας δικαιούται να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση διενεργείται για να τερματισθεί οριστικά η αντιδικία, ούτε ο Εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Ο Ενάγοντας όμως δεν δικαιούται να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει την διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει. Δικαιούται μεν να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλ. να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα όμως παύει να είναι «dominus litis» και η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον Ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, όπου κρίθηκε ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο καθότι δεν ζητήθηκε άδεια για διακοπή της ορισμένης για ακρόαση Εναρκτήριας Αίτησης, με αποτέλεσμα να μην ζητηθεί από το Δικαστήριο να ασκήσει την προαναφερόμενη διακριτική του ευχέρεια και έτσι να την απορρίψει όπως ήταν μεν η επιθυμία του εφεσείοντα, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με διακοπή κατ' εφαρμογή της Δ.15. Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 17, όπου εξετάσθηκε κατά πόσο δημιουργούσε δεδικασμένο η απόρριψη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ήδη ορισμένης ενώπιον του Αίτησης, κατόπιν δήλωσης του συνηγόρου ότι την αποσύρει άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του Αιτητή. Ήταν κατ' έφεση η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι το πρακτικό του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η Αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε, έπρεπε να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρείται πως ζητήθηκε και ακολούθως δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την απόσυρση της Αίτησης. Το Εφετείο έκρινε πως με κανένα τρόπο δεν μπορούσε αυτό να γίνει δεκτό, αναφέροντας ότι η Δ.15, Κ.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του, οπόταν το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση και ενδεχομένως, υπό ποίους όρους ή όχι, κάτι που δεν έγινε. Όσον αφορά το με βάση ποιο αίτημα το Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα στην παρούσα, τα τεκμήρια 19 και 20 δεν βοηθούν εφόσον δεν φαίνονται οι δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Συνεπώς δεν είναι γνωστό ποιο ακριβώς αίτημα έγινε από πλευράς Εναγόντων. Αυτό όμως που κατά την κρίση μου έχει σημασία είναι η απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία δόθηκε ρητά άδεια για τερματισμό της αγωγής, αναφέροντας περαιτέρω ότι αυτό γίνεται άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας. Ανεξαρτήτως λοιπόν του αιτήματος, είναι εμφανές ότι το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα και εκδίδοντας την απόφαση του παραχώρησε την απαιτούμενη, εκ της Δ.15, άδεια για διακοπή της αγωγής, που εμπεριείχε την αναγνώριση στους Ενάγοντες του δικαιώματος καταχώρισης νέας. Αυτή δε η απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει προσβληθεί και συνεπώς παραμένει ισχυρή. Το παρόν δε Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο του ομόβαθμου αυτού Δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, κρίνοντας την εγκυρότητα της εν λόγω απόφασης στην βάση του κατά πόσο έπρεπε ή όχι να καταχωρηθεί σχετική γραπτή αίτηση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει δημιουργεί δεδικασμένο. Εξετάζοντας τέλος την ουσία της υπόθεσης, προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι, η προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, ρητά ακυρώθηκε αργότερα και μάλιστα πριν τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας. Τούτου δεδομένου ο Εναγόμενος έπαυσε, από τον χρόνο της εν λόγω ακύρωσης, να υπέχει την θέση του εγγυητή της Εταιρείας και συνεπώς δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι των Εναγόντων, για την πληρωμή οποιωνδήποτε οφειλόμενων προς αυτούς ποσών, λόγω παράβασης της επίδικης συμφωνίας από πλευράς της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας. Κατάληξη Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους και συναφώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον αυτών και υπέρ του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Αγωγή - Τελική - Σύμβαση ενοικιαγοράς - Εγγύηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.